Legislator Case Law & Legislation
1210/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring judgment for being final and properly reasoned.

Case Number 1210/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a public fund against a final judgment in a debt restructuring case. The lower court had determined the objective value of the applicants' primary residence based on submitted official documents without excluding them from the tax-free acquisition limit. The court ruled that the appealed decision was final and sufficiently reasoned, rejecting the argument that it lacked legal basis.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553(1)(b) and 561(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only against final judgments that cannot be challenged by a default judgment appeal or an appeal, and the court must reject appeals against judgments that are final, properly reasoned, and based on sufficient evidence.

Keywords

AI generated
debt restructuring procedure final judgment appeal objective value assessment default judgment appeal tax-free acquisition limit public fund liability sufficient reasoning requirement

Cited Legislation

AI generated
Article 553(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 21 of Law 3842/2010
Article 2 of Law 3869/2010
Article 9(2) of Law 3869/2010
Article 8(6)(b) of Law 3869/2010
Article 28(4) of Law 2579/1998

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1210 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1210/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σταύρο Μάλαινο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Χ. του Κ., 2) Θ. Κ. του Ε., κατοίκων Μ.., 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. ΑΕ.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Α….. ΑΕ, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "A. Τ. ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 5) Κ. Χ. του Σ., κατοίκου ..., εκ των οποίων οι 1ος και 2η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χριστιάνα Καββαδία με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 3η, 4η και 5ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-12-2014 αίτηση των 1ου και 2ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 508/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 59/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-3-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και οι 1ος και 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη, από 8-3-2021 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …8-3-2021), αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 59/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, που δίκασε ως Εφετείο, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. του Κ.Πολ.Δ. (με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για την ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), ερήμην των τρίτης, τέταρτης και πέμπτου των εφεσιβλήτων και ήδη τρίτης, τέταρτης και πέμπτου των αναιρεσιβλήτων, αντιστοίχως.

Συνεπώς, για την παραδεκτή άσκηση της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να ερευνηθεί το ζήτημα της τελεσιδικίας της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς τους ανωτέρω εφεσιβλήτους, οι οποίοι δικάστηκαν ερήμην στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1, περ. β' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Έτσι η ύπαρξη ερήμην αποφάσεως, δηλαδή αποφάσεως που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στην συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ.

Α.Π. 15/2001), ενεργοποιεί αυτομάτως την δυνατότητα ασκήσεως κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 του Κ.Πολ.Δ.), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην αποφάσεως αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία, αν παρ' όλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με την διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1, εδάφ.

β', περ. β' του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευση τους. Αντιθέτως, δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της εφέσεως και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην αποφάσεως είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ.

Α.Π. 11/1998), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των προβλεπόμενων ενδίκων μέσων (Α.Π. 20/2023, Α.Π. 1508/2022, Α.Π. 1497/2022, Α.Π. 208/2020, Α.Π. 58/2020, Α.Π. 805/2019, Α.Π. 154/2017, Α.Π. 1049/2017, Α.Π. 180/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία επιτρεπτώς επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως ως δικογράφου (άρθρο 577 παρ. 1, σε συνδυασμό με άρθρο 553 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε ερήμην:

α) της τρίτης εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «Τ. Π. Α..Ε.., ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Α. Τ. Τ. Ε. Α.Ε." και ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης, β) της τέταρτης εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «Α. Τ. Α.Ε." και ήδη τέταρτης αναιρεσίβλητης και γ) του πέμπτου εφεσιβλήτου Κ.

Χ. του Σ. και ήδη πέμπτου αναιρεσιβλήτου, οι οποίοι, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως κλήθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως για να παραστούν στην δικάσιμο της 6-6-2018 ενώπιον, του ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης και ότι η συζήτηση της υποθέσεως (κατά την ανωτέρω δικάσιμο) χώρησε σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 764 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.).

Επομένως, ως προς τους ανωτέρω, εφόσον αυτοί κλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, η προσβαλλομένη απόφαση έχει καταστεί πλέον τελεσίδικη, καθόσον, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας. Συνακολούθως, η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε παραδεκτώς ως δικόγραφο, κατ' άρθρον 553 παρ. 1, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 741 και 769 του Κ.Πολ.Δ.

και ως προς τους ανωτέρω τρίτη, τέταρτη και πέμπτο των αναιρεσιβλήτων και εφόσον, περαιτέρω, ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 769 του Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να ερευνηθεί για το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1-3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει την συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικος του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στην συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από εκείνον που επισπεύδει την συζήτηση. Στην περίπτωση, που δεν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αιτήσεως αναιρέσεως, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους, η συζήτηση της αιτήσεως κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν, όμως, κλητεύθηκε αυτός νομίμως είτε από τον αντίδικο του, είτε από αναγκαίο ομόδικο του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (Α.Π. 1508/2022, Α.Π. 1437/2019, Α.Π. 1946/2017, Α.Π. 756/2017).

Εξάλλου, στη δίκη περί ρυθμίσεως οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της αποφάσεως που θα εκδοθεί, εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στην δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρον 76 παρ. 1, περ.

β' του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1508/2022, Α.Π. 516/2020, Α.Π. 757/2019, Α.Π. 1049/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. ... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Ε. Α. και την υπ' αριθμ. ... έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Θράκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης, Ε.

Τ., που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου του, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 8-3-2021 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ../8-3-2021), αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (3-2-2023) και κλήση για να παραστούν κατά την συζήτηση αυτής, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, στους τρίτη, τέταρτη και πέμπτο των αναιρεσιβλήτων, αντιστοίχως.

Κατά την ανωτέρω, όμως, ορισθείσα δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε νομίμως η υπόθεση κατά την σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι προαναφερθέντες αναιρεσίβλητοι ήταν απόντες και, ειδικότερα, δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της.

Επομένως, εφόσον οι ανωτέρω απολειπόμενοι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά την προκειμένη δικάσιμο, αν και κλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, το Δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικώς με την διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, προκύπτει ότι οι αιτούντες και ήδη πρώτος και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης την από 3-12-2014 αίτησή τους, με την οποία, επικαλούμενοι ότι είναι φυσικά πρόσωπα, χωρίς πτωχευτική ικανότητα και ότι έχουν περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους προς τους καθών η αίτησή τους, ήτοι το ήδη αναιρεσείον Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και την τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, ζήτησαν τη δικαστική ρύθμιση των οφειλών τους προς τους ως άνω πιστωτές τους, κατά το άρθρο 8 του Ν. 3869/2010 και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας τους, κατά το άρθρο 9 του ιδίου νόμου.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 508/2017 οριστική απόφασή του, με την οποία δέχθηκε εν μέρει την αίτηση ως βάσιμη κατ' ουσίαν, ρύθμισε τα χρέη των αιτούντων και ήδη δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων προσδιορίζοντας μηνιαίες καταβολές, επί 31 μήνες, ποσού 160 ευρώ για καθένα των αιτούντων, εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία των αιτούντων και επέβαλε σε καθένα των αιτούντων, για την διάσωση της κύριας κατοικίας τους, την καταβολή στο αναιρεσείον ποσού 123,54 ευρώ, σε μηνιαίες δόσεις και για χρονικό διάστημα δέκα ετών.

Το καθού η αίτηση και ήδη αναιρεσείον άσκησε κατά της ανωτέρω οριστικής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου την από 26-1-2018(…) έφεση και τους από 6-6-2018 προσθέτους λόγους αυτής, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, με την οποία ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης για εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων.

Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η προσβαλλομένη, υπ' αριθμ. 59/2019, απόφαση του τελευταίου Δικαστηρίου, η οποία δέχθηκε εν μέρει την έφεση ως βάσιμη κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλουμένη, δέχθηκε εν μέρει την αίτηση ως βάσιμη κατ' ουσίαν, όρισε μηνιαίες καταβολές, επί 31 μήνες, ποσού 184 ευρώ για καθένα των αιτούντων, εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία αυτών και επέβαλε σε καθένα των αιτούντων, για τη διάσωση της κύριας κατοικίας τους, την καταβολή στο αναιρεσείον ποσού 123,54 ευρώ, σε μηνιαίες δόσεις και για χρονικό διάστημα δέκα ετών.

Με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015) και εφαρμόζεται στην επίδικη περίπτωση (άρθρο 2 ΥΠΟΠΑΡ. Α4 άρθρο 2 παρ. 5 του ίδιου νόμου 4336/2015) ως εκ του χρόνου υποβολής - καταθέσεως, στις 28-12-2015, της ένδικης, από 28-12-2015 (υπ' αριθμ.

εκθέσεως καταθέσεως 18/28-12-2015) αιτήσεως εκ του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (άρθρ. 262 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και να τον αποδείξει (Α.Π. 778/2022, Α.Π. 171/2022, Α.Π. 1050/2021, Α.Π. 59/2021).

Εξάλλου, ο Ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου, από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "Ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του.

Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια.

Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι: "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης.

Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που θέλει την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.

Αντιθέτως, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος, που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το αποδέχεται (Ολ. Α.Π. 4/2010, Ολ. Α.Π. 8/2005). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία, που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (Α.Π. 677/2010).

Δόλο, κατά συνέπειαν, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη, κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και, τελικώς, το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η, απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη, αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή, γενικότερα, αδικοπραξία.

Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου, είναι και η πρόβλεψη του δράστη, ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.

Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται, σαφώς τουλάχιστον, στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα, για την ύπαρξη της ευθύνης, περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010, ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.

Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1, εδάφ. α' του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην περιέλευση του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.

Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του, με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενεστέρως σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.

Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν, δηλαδή, ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει, όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων, την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και, παρά ταύτα, αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσον του ίδιου, όσον και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών, που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.

Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.

Ο δόλος του οφειλέτη, στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του, περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.

Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (Α.Π. 59/2021, Α.Π. 400/2020, Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 65/2017).

Περαιτέρω, απαλλαγή του οφειλέτη σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου από τα χρέη του, όπως αυτά περιγράφονται στην αίτηση της παραγράφου 1 του άρθρου 4, επιτρέπεται μόνο μία φορά. Απαίτηση πιστωτή, η οποία δεν έχει συμπεριληφθεί στην αίτηση, δεν επηρεάζεται από τη διαδικασία διευθετήσεως των οφειλών του αιτούντος κατά τον παρόντα νόμο.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει ότι δεν οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου), πάντως, η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας ελλείψεως ρευστότητας, δηλαδή ελλείψεως όσων χρημάτων απαιτούνται, για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα χρέη του, που καθίστανται ληξιπρόθεσμα και απαιτητά (όταν επέλθει ο χρόνος εκπληρώσεώς τους, όπως αυτός καθορίζεται από την δικαιοπραξία ή από τις περιστάσεις ή από την φύση της ενοχικής σχέσεως, κατ' άρθρον 323 και 340 του Α.Κ.), έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Δεν χρειάζεται να είναι όλες οι απαιτήσεις ληξιπρόθεσμες κατά την στιγμή της αδυναμίας των πληρωμών. Αρκεί να είναι έστω και μία, ως προϋπόθεση για την έναρξη της διαδικασίας του Ν. 3869/2010, με την εξαίρεση που θα αναπτυχθεί στη συνέχεια, εφόσον, βεβαίως, συντρέχει και η άλλη προαναφερθείσα προϋπόθεση της μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών, αλλιώς, ο οφειλέτης ασκεί πρόωρα το δικαίωμά του και η αίτησή του θα απορριφθεί.

Για τον προσδιορισμό ρευστότητας λαμβάνεται υπ' όψιν το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του, κρίνεται συνολικώς με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπ' όψιν, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπ' όψιν τόσον η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσον και αυτή που διαμορφώνεται κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων.

Επισημαίνεται ότι η εν λόγω αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβιώσεως του οφειλέτη και της οικογενείας του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με την βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακολούθως, την διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβιώσεως του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του (Α.Π. 1162/2022, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 257/2020, Α.Π. 1379/2019).

Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και την συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. (Α.Π. 785/2022, Α.Π. 257/2020, Α.Π. 882/2019, Α.Π. 551/2018).

Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από την συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον. Πράξεις που φανερώνουν μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη, για την αντιμετώπιση ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του, μπορούν, ενδεικτικώς, να αποτελέσουν διαμαρτυρικά συναλλαγματικών για την μη πληρωμή, επιταγές που δεν πληρώθηκαν κατά την εμπρόθεσμη εμφάνισή τους προς πληρωμή, διαταγές πληρωμής πιστωτικών τίτλων, τελεσίδικες καταψηφιστικές δικαστικές αποφάσεις, αιτήματα του οφειλέτη που διατυπώνονται σε επιστολές προς δανειστές για φιλικό διακανονισμό κ.λ.π. (Α.Π. 785/2022, Α.Π. 257/2020, Α.Π. 1208/2017, Α.Π. 951/2015).

Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1, άρθρο τρίτο του Ν. 4.335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ των άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού), όπως είναι η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικώς αναφερόμενων στο παραπάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με τον Ν. 4335/2015. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ιδίου Κώδικα, κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για τον λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπ' όψιν διατάξεως του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ. 19) του Κ.Πολ.Δ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (Ολ.

Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 257/2020). Για την διαδικαστική πληρότητα του λόγου αναιρέσεως αυτού πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως και, ειδικότερα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες της, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία της, ενώ, στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "αντίφαση" (Ολ.

Α.Π. 20/2005), καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, γιατί το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως στην κρίση του αυτή, κατ' άρθρον 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 302/2020, Α.Π. 112/2016).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος ο λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά την δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει την νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την νομική και πραγματική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπ' όψιν του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να παρατίθεται σε αυτό (αναιρετήριο), όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ.

Α.Π. 43/1990, Α.Π. 734/2019). Τέλος, κατά το άρθρο 14 του Ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεώς του το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι αυτή δεν έχει νόμιμη βάση και, ειδικότερα, περιέχει ανεπαρκείς και ελλιπείς αιτιολογίες αναφορικώς με την κρίση της περί περιελεύσεως των αιτούντων σε γενική και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους.

Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης, με την πληττόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, αυτολεξεί στην συνέχεια παρατιθέμενα: "Οι αιτούντες είναι σύζυγοι, ηλικίας 44 ετών και γονείς δύο ανήλικων τέκνων, ηλικίας δέκα (10) και πέντε (5) ετών αντίστοιχα.

Ο αιτών είναι πατέρας ενός ακόμη ανήλικου τέκνου, ηλικίας δεκατριών (13) ετών, που απέκτησε από τον πρώτο του γάμο, για το οποίο καταβάλλει μηνιαίως το ποσό των 200 ευρώ, ως διατροφή. Ο ίδιος εργάζεται στο Εθνικό Κέντρο Άμεσης Βοήθειας (ΕΚΑΒ), ως πλήρωμα ασθενοφόρου και οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές του ανέρχονται στο ποσό των 1.000,49 ευρώ (βλ.

βεβαίωση αποδοχών μηνάς Σεπτεμβρίου 2017), ενώ η αιτούσα εργάζεται ως δασκάλα στο Δημοτικό Σχολείο Λουτρών Αλεξανδρούπολης και οι μηνιαίες αποδοχές της ανέρχονται στο ποσό των 1.179.01 ευρώ (βλ. το ενημερωτικό σημείωμα αποδοχών μηνός Σεπτεμβρίου 2017). Το συνολικό, επομένως, οικογενειακό τους εισόδημα ανέρχεται στο ποσό των 2.179,50 ευρώ.

Οι οικογενειακές δαπάνες των αιτούντων, στις οποίες περιλαμβάνεται και το ποσό διατροφής που ο αιτών καταβάλλει για το ως άνω ανήλικο τέκνο του από τον πρώτο του γάμο, απορριπτόμενου του περί του αντιθέτου λόγου έφεσης του εκκαλούντος, ανέρχονται στο ποσό των 1.700 ευρώ. Με βάση τις αποδοχές των αιτούντων, η αναλογία συμμετοχής εκάστου στις οικογενειακές δαπάνες ανέρχεται σε ποσοστό 46% για τον αιτούντα και 54% για την αιτούσα, ήτοι ο αιτών συμμετέχει στην κάλυψη των ανωτέρω αναγκών με την καταβολή ποσού 782 ευρώ και η αιτούσα καταβάλλοντος το υπόλοιπο ποσό των 918 ευρώ.

Οι αιτούντες είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος ενός διαμερίσματος β' ορόφου, που βρίσκεται στον οικισμό ..του Δήμου Αλεξανδρούπολης, επί της οδού…, στο…, εμβαδού 76,10 τ.μ., το οποίο έχει ως παρακολούθημα την υπό στοιχείο ΑΠΟΘΗΚΗ ..του υπογείου, εμβαδού 15,99 τ.μ. Το ανωτέρω διαμέρισμα αποτελεί την κύρια κατοικία των αιτούντων και των ανήλικων τέκνων τους και η αξία της δεν υπερβαίνει το όριο του αφορολογήτου ποσού για απόκτηση πρώτης κατοικίας, όπως καθορίζεται από το άρθρο 21 του Ν. 3842/2010, που κωδικοποιήθηκε με τον Ν. 4141/2013, για την εξαίρεσή της από την εκποίηση (18.531,02 ευρώ η αντικειμενική αξία του ιδανικού μεριδίου εκάστου των αιτούντων).

Ακόμη, ο απών είναι κύριος ενός ΙΧΕ, μάρκας DAEWOO, 796 κ. ε., με αριθμό κυκλοφορίας Ε. 4524 και έτος πρώτης κυκλοφορίας το έτος 2004, η δε αιτούσα είναι κυρία ενός ΙΧΕ, μάρκας SKODA, μοντέλου FABIA, 1390 κ.ε., με αριθμό κυκλοφορίας … και έτος πρώτης κυκλοφορίας το 2008 (βλ. τα προσκομιζόμενα αντίγραφα των αδειών κυκλοφορίας).

Τα ως άνω ΙΧΕ αυτοκίνητα χρησιμοποιούνται από τους αιτούντες για τις μετακινήσεις των ιδίων και των τέκνων τους, δοθέντος ότι διαμένουν στην περιοχή της Μ., έξω από τον κεντρικό ιστό της πόλης της Αλεξανδρούπολης. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη, οι αιτούντες είχαν αναλάβει τα παρακάτω χρέη, τα οποία, κατά πλάσμα του νόμου, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης αυτής, με εξαίρεση τις κάτωθι αναφερόμενες εμπραγμάτως ασφαλισμένες απαιτήσεις, των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της απόφασης (άρθρο 6 παρ. 3 Ν. 3869/2010).

Ειδικότερα, ο αιτών οφείλει τα κάτωθι χρηματικά ποσά προς το καθ' ου και τις παρακάτω πιστώτριες τράπεζες: 1) προς το καθ' ου (ΤΠΔ) ποσό 69.959,97 ευρώ από την υπ' αριθ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου, απαίτηση η οποία είναι εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης, 2) προς την Τ. Π. Α.Ε.: α) ποσό 3.773,45 ευρώ από τη με αριθμό ...

σύμβαση δανείου και β) ποσό 1.241,31 ευρώ από τη με αριθμό ... σύμβαση δανείου και 3) προς την «Α. Τ. Α.Ε." ποσό 735,07 ευρώ από τη με αριθμό ... σύμβαση δανείου. Επομένως, το σύνολο των οφειλών του αιτούντος προς τους πιστωτές του ανέρχεται σε ποσό 75.709,8 ευρώ. Περαιτέρω, η δεύτερη αιτούσα οφείλει τα κάτωθι χρηματικά ποσά: 1) προς το καθ' ου (ΤΠΔ) ποσό 69.959,97 ευρώ από την υπ' αριθ. ...

σύμβαση στεγαστικού δανείου, απαίτηση η οποία είναι εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης, 2) προς την «Α. Τ. Α.Ε." ποσό 735,07 ευρώ από τη υπ' αριθ. ... σύμβαση δανείου. Το σύνολο επομένως της οφειλής της δεύτερης απούσας ανέρχεται στο ποσό των 70.695,04 ευρώ... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τα εισοδήματα του απούντος διαμορφώθηκαν κατά τα έτη 2009 έως 2016 ως εξής:

α) 19.638,73 ευρώ το έτος 2009, β) 20.300,36 ευρώ το έτος 2010, γ) 19.441,73 ευρώ το έτος 2011, δ) 17.805,44 ευρώ το έτος 2012, ε) 14.276,45 ευρώ το έτος 2013, στ) 14.315,13 ευρώ το έτος 2014 και ζ) 15.448,72 ευρώ το έτος 2016. Αντίστοιχα, τα εισοδήματα της απούσας για τα ίδια έτη ήταν τα εξής: α) ποσό 19.073,49 ευρώ το έτος 2009, β) ποσό 20.582 ευρώ το έτος 2010, γ) 18.867,05 ευρώ το έτος 2011, δ) 17.635,72 ευρώ το έτος 2012, ε) 14.365,15 ευρώ το έτος 2013, στ) 13.975,20 ευρώ το έτος 2014 και ζ) 15.070,01 ευρώ το έτος 2016.

Ακόμη, αποδείχθηκε ότι οι μηνιαίες δανειακές υποχρεώσεις των αιτούντων ανέρχονται στο ποσό των 588,17 ευρώ [337,37 ευρώ στο ΤΠΔ, 190,7 (165,90 + 24,80) ευρώ στην Τ. Π. και 60,10 ευρώ στην ...]. Ενόψει των ανωτέρω δανειακών υποχρεώσεων των αιτούντων, των προαναφερόμενων εισοδημάτων τους και των οικογενειακών τους αναγκών, οι τελευταίοι έχουν περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία να πληρώνουν τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές τους...

Αντίθετα, αποδείχθηκε η ως άνω οικονομική αδυναμία των αιτούντων οφείλεται στην μείωση των αποδοχών τους (κατά περίπου 25%), συνεπεία της οικονομικής κρίσης που υπάρχει στη χώρα και της αύξησης της άμεσης και έμμεσης φορολογίας (ενδεικτικά επιβολή ΕΝΦΙΑ, αύξηση συντελεστών ΦΠΑ σε προϊόντα και υπηρεσίες), καθώς και στην αύξηση των οικογενειακών τους αναγκών μετά από την απόκτηση δεύτερου τέκνου".

Κρίνοντας έτσι το δίκασαν Δικαστήριο Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι πληρούσαν τις νόμιμες προϋποθέσεις, προκειμένου να υπαχθούν στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Ν. 3869/2010, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η ανωτέρω κρίση του.

Ειδικότερα, στην προσβαλλομένη απόφαση εκτίθενται οι αποδοχές των αιτούντων για τα έτη 2009 έως 2016, οι μηνιαίες οικογενειακές ανάγκες τους και η μόνιμη οικονομική αδυναμία τους στην εξυπηρέτηση των δανειακών τους υποχρεώσεων, συνεπεία των προαναφερθέντων λόγων και κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα, ότι η σχέση ρευστότητας προς τα ληξιπρόθεσμα χρέη τους είναι αρνητική και ότι, επομένως, οι αναιρεσίβλητοι σύζυγοι περιήλθαν χωρίς δόλο σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών τους και ότι, για το λόγο αυτό, δικαιούνται να υπαχθούν στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010 και, ειδικότερα, στη δικαστική ρύθμιση των χρεών τους, σύμφωνα με όσα ορίζει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 του ανωτέρω νόμου.

Συνεπώς, όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον πρώτο αναιρετικό λόγο για ελλιπή αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς το νομικό ζήτημα της μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα και, συνακολούθως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., για έλλειψη νομίμου βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος κατ' ουσίαν.

Κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1, εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκ-δηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στον νόμο και ο λόγος αναιρέσεως αυτός ιδρύεται, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Αρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 1/2021, Α.Π. 1683/2022, Α.Π. 785/2022).

Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δεν ερμήνευσε ορθά την προταθείσα ένστασή του, περί δολίας περιελεύσεως των αναιρεσιβλήτων σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης, με την πληττόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), κρίση του, αναφορικώς με τον ερευνόμενο αναιρετικό λόγο, τα ακόλουθα: "...Η αδυναμία, εξάλλου, αυτή δεν οφείλεται σε δόλο των αιτούντων, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εκκαλούν καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι οι αιτούντες επέδειξαν αδιαφορία στην εκπλήρωση των δανειακών τους υποχρεώσεων, επιβαρύνοντας αυτές με τόκους και έξοδα, ενώ μπορούσαν με τα εισοδήματά τους να εξυπηρετήσουν εξ αρχής όλες τις οφειλές τους...". Αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, δεν αποδείχθηκε δόλος των οφειλετών - αναιρεσιβλήτων, το Δικαστήριο της ουσίας, απορρίπτοντας τον επίμαχο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ως αβάσιμο κατ' ουσίαν, δεν παραβίασε, ευθέως, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 Ν. 3869/2010, σε συνδυασμό με το άρθρο 330 του Α.Κ., με εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτή των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γι' αυτό ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.

Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., ότι η προσβαλλομένη απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και, συγκεκριμένα, περιέχει πλημμελή, άλλως ανεπαρκή αιτιολογία, όσον αφορά τον τρόπο προσδιορισμού του ύψους της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας των αναιρεσιβλήτων, η οποία εξαιρέθηκε από την εκποίηση βάσει του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3.869/2010.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν. Πιο συγκεκριμένα, κατά την κατάθεση της αιτήσεως του δανειολήπτη για την υπαγωγή του στον Ν. 3869/2010, αυτός οφείλει, κατά το άρθρο 4 του Ν. 3869/2050, να συνοδεύσει την αίτηση του με τα έγγραφα, σχετικώς με την περιουσία του, τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, τους πιστωτές και τις απαιτήσεις τους.

Μεταξύ των εγγράφων αυτών περιλαμβάνεται και το Φύλλο υπολογισμού της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας του οφειλέτη, εφόσον υφίσταται τέτοια [ΥΑ 7534/2015 (ΦΕΚ Β 1794/20-08-2015) σε συνδυασμό με την παρ. 1 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α - 94/14-8-2015), που ισχύει και για οφειλέτες, των οποίων η κύρια αίτηση εκκρεμούσε κατά τον χρόνο ενάρξεως της ισχύος του νόμου αυτού και εφόσον μέχρι τότε δεν έχει λάβει χώραν συζήτηση της αιτήσεώς τους, όπως στην ένδικη περίπτωση].

Επίσης, ο δανειολήπτης οφείλει στην αίτησή του να εξειδικεύσει την κατηγορία του ακινήτου του (ως αστικό ή αγροτικό, το εμβαδόν αυτού, την θέση, τον όροφο κ.λπ.), ώστε να είναι δυνατός ο προσδιορισμός της αντικειμενικής αξίας από τον Δικαστή με την συνδρομή των όρων του νόμου. Ο προσδιορισμός της αντικειμενικής αξίας θα γίνει από τον Δικαστή της ουσίας με βάση τα στοιχεία, που προσκομίζονται ενώπιον αυτού, αρκεί να εξειδικεύεται με αυτά η κατηγορία του ακινήτου (Α.Π. 834/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσιβλήτων (άρθρο 561 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), ως διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι αυτοί προσκόμισαν μετ' επικλήσεως νομίμως ενώπιον του πρωτοβαθμίου και του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου το Φύλλο υπολογισμού της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας τους - οικογενειακής στέγης, την οποία περιγράφουν και εξειδικεύουν στην ένδικη αίτησή τους, ώστε να είναι δυνατός ο προσδιορισμός της αντικειμενικής της αξίας από το Δικαστήριο.

Η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, όσον αφορά την αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας της πρώτης αναιρεσίβλητης τα ακόλουθα: "Οι αιτούντες είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος ενός διαμερίσματος β' ορόφου, που βρίσκεται στον οικισμό Μ. του Δήμου Αλεξανδρούπολης, επί της οδού , στο ..., εμβαδού 76,10 τ.μ., το οποίο έχει ως παρακολούθημα την υπό στοιχείο ΑΠΟΘΗΚΗ ..του υπογείου, εμβαδού 15,99 τ.μ.

Το ανωτέρω διαμέρισμα αποτελεί την κύρια κατοικία των αιτούντων και των ανήλικων τέκνων τους και η αξία της δεν υπερβαίνει το όριο του αφορολογήτου ποσού για απόκτηση πρώτης κατοικίας, όπως καθορίζεται από το άρθρο 21 του Ν. 3842/2010, που κωδικοποιήθηκε με τον Ν. 4141/2013, για την εξαίρεση της από την εκποίηση (18.531,02 ευρώ η αντικειμενική αξία του ιδανικού μεριδίου εκάστου των αιτούντων).".

Έτσι που έκρινε το δίκασαν Δικαστήριο, διέλαβε σαφή και επαρκή αιτιολογία, όσον αφορά τον προσδιορισμό της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας των αναιρεσιβλήτων, με βάση τα στοιχεία που προσκομίστηκαν ενώπιον του και δη, το οριζόμενο εκ του νόμου Φύλλο υπολογισμού της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας των τελευταίων και δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, όσον αφορά την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, όπως αβασίμως αιτιάται το αναιρεσείον, την οποία ορθά εφάρμοσε.

Επομένως, ο τρίτος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος κατ' ουσίαν. Κατόπιν όλων αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για να ερευνηθεί, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της. Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση κατ' άρθρον 28 παρ. 4 του Ν. 2579/1998 (Α.Π. 1047/2021, Α.Π. 1150/2019).

Τέλος, στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση, που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3, εδάφ. β' του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει το άρθρο 8, παρ. 6, εδάφ.

β' του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Ολ. Α.Π. 4/2023, Α.Π. 1683/2022, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 658/2022).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-3-2021 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 59/2019 τελεσιδίκου αποφάσεως του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιουλίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ