Supreme Court allows appeal on labor dispute regarding excessive delay damages and cost allocation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal filed by the employee against the second-instance labor court's dismissal of his claim for damages due to excessive delay. The lower court had rejected the employee's argument that the employer failed to prove the employee's fault in not finding alternative work, ruling the evidence request inadmissible. The Court held that the employer must provide concrete proof of the employee's specific benefits from other jobs and that mere speculation or long timeframes are insufficient to justify denying the claim, thus overturning the lower court's procedural dismissal.
Legislator headnote
AI generatedArt. 656 para. 2 lit. b A.K.; Art. 254 K.Pol.D.: The employer must substantiate claims for excessive delay damages with concrete evidence of alternative employment benefits and specific fault, not merely general possibilities or duration, and procedural errors in dismissing evidence requests require case remittal for further examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1210 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1210/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Α)Του αναιρεσείοντος: Κ. Ο. του Ζ., κατοίκου ... που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Σπυρίδωνα Κωνσταντόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού Α.Ε." (ΔΕΗ Α.Ε.), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Περικλή Κατσαούνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Β)Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού Α.Ε." (ΔΕΗ Α.Ε.), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Περικλή Κατσαούνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Κ. Ο. του Ζ., κατοίκου ... που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Σπυρίδωνα Κωνσταντόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-4-2011 αγωγή του ήδη Α αναιρεσείοντος και την από 19-7-2013 προσεπίκληση-αγωγή της ήδη Β αναιρεσείουσας που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκαν η 10784/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 977/2017 μη οριστική και 53/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν: ο Α) αναιρεσείων με την από 28-2-2020 αίτησή του και η Β) αναιρεσείουσα με την από 21-2-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη. Ο πληρεξούσιος της Β αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης της, την απόρριψη της αίτησης του αντιδίκου μέρους καθώς και την καταδίκη του στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρονται για συζήτηση οι υπό στοιχεία (Α) και (Β), από 28.2.2020 (αριθμ. καταθ. 693/66/28.2.2020 αριθμ. πιν. 22) και από 21.2.2020 (αριθμ. καταθ.623/56/24.2.2020, αριθμ. πιν. 23), αντίστοιχα, αιτήσεις αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 53/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών.
Οι αιτήσεις αυτές πρέπει να ενωθούν και συνεκδικαστούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ, το οποίο, κατά το άρθρο 573 § 1 του ίδιου Κώδικα εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, καθόσον στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και αφορούν τους ίδιους διαδίκους, με τη συνεκδίκασή τους δε, διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
Με τις υπό κρίση από 28.2.2020 και από 21.2.2020 αιτήσεις αναίρεσης του ενάγοντος και της εναγομένης, αντίστοιχα, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 53/2020απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με την προσβαλλόμενη απόφαση Α) έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η από 10.9.2015 και με αριθμό κατάθ. 2754/10.9.2015 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης - αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ - ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" κατά του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου Κ.
Ο. και μετά από εξαφάνιση της υπ' αριθμ. 10784/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, έγινε δεκτή εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη η από 26.4.2011 και με αριθμό εκθ. καταθ. 16553/26.4.2011 αγωγή και Β) έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 1.10.2015 και με αριθμό εκθ. καταθ. 3017/1.10.2015 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου Κ.
Ο.. Οι αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1, 144). Είναι συνεπώς παραδεκτές (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων τους (ΚΠολΔ 577 § 3).
Κατά το άρθρο 656 του ΑΚ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 61 του ν. 4139/2013, το οποίο (σύμφωνα με το άρθρο 98 παρ. 1 του ίδιου νόμου) καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις και συνακόλουθα την ένδικη υπόθεση που ήταν εκκρεμής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την 20.3.2013, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ ο νόμος αυτός (4139/2013) και τέθηκε σε ισχύ κατά το άρθρο 104 αυτού "Αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική απασχόλησή του, καθώς και το μισθό για το διάστημα που δεν απασχολήθηκε.
Δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό έχει ο εργαζόμενος και στην περίπτωση που η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που αφορούν στον εργοδότη και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία. Στις ανωτέρω περιπτώσεις ο εργαζόμενος δεν είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε άλλο χρόνο. Έννομη συνέπεια της υπερημερίας του οφειλέτη χρηματικής οφειλής, εκτός των άλλων, είναι και το, κατά το άρθρο 345 εδ.
α' ΑΚ, δικαίωμα του δανειστή να απαιτήσει τον τόκο υπερημερίας που ορίζεται από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, χωρίς να αποδείξει ζημία. Ως λόγος απαλλαγής του οφειλέτη, αναγνωρίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 342 ΑΚ, η έλλειψη υπαιτιότητάς του, που θεμελιώνει ένσταση καταλυτική της αγωγικής αξίωσης, την οποία οφείλει ο οφειλέτης να επικαλεστεί και αποδείξει, οπότε θα θεωρηθεί ότι αυτός δεν περιήλθε σε υπερημερία (ΑΠ 485/2020, 1951/2017, 1623/2014, 352/2011).
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 250 αριθμ. 6 και 17 ΑΚ σε πέντε χρόνια παραγράφονται οι αξιώσεις των υπηρετών και εργατών για την πληρωμή των μισθών τους ή άλλων αμοιβών καθώς και οι αξιώσεις κάθε είδους μισθών, ενώ κατά το άρθρο 253 του ίδιου Κώδικα η παραγραφή των πιο πάνω αξιώσεων αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της παραγραφής.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 260 ΑΚ, η παραγραφή διακόπτεται, όταν ο υπόχρεος αναγνωρίσει την αξίωση με οποιοδήποτε τρόπο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής για την αναγνώριση αρκεί οποιαδήποτε ενέργεια ή συμπεριφορά του οφειλέτη απέναντι στο δανειστή, από την οποία προκύπτει ότι ο πρώτος, ευρισκόμενος σε πλήρη επίγνωση της αξίωσης του τελευταίου, θεωρεί αυτή ότι υπάρχει.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, η αναγνώριση της αξίωσης για να επιφέρει αποτελέσματα, δηλαδή διακοπή της παραγραφής, πρέπει να γίνει πριν από τη συμπλήρωση της παραγραφής. Εξάλλου, κατά το άρθρο 261 του ίδιου Κώδικα, την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής και η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου.
Η διακοπή επέρχεται όχι μόνον όταν εισαχθεί στο δικαστήριο η διαφορά για την ικανοποίηση της συγκεκριμένης αξιώσεως, αλλά και όταν άλλο δικαστήριο, κρίνοντας επί διαφορετικού αντικειμένου, επιλύσει αρμοδίως το ζήτημα που αποτελεί τη βάση ή την προϋπόθεση της αξιώσεως ή όταν η παρεμπίπτουσα έρευνά του θα ήταν αναγκαία για την επίλυση της αναφερόμενης στην αξίωση διαφοράς (πρβλ Ολ.
ΑΠ 1327/1986), υπό την προϋπόθεση ότι στις δύο δίκες υπάρχει ταυτότητα διαδίκων, καθόσον η υποβολή της υποθέσεως στο αρμόδιο δικαστήριο αποτελεί διακοπτικό της παραγραφής γεγονός, όταν ασκείται από τον δανειστή κατά του οφειλέτη της ένδικης αξιώσεως. Αν, αντίθετα, στη δίκη ενώπιον του άλλου δικαστηρίου δεν υπήρξε διάδικος ο φορέας της υποχρεώσεως (οφειλέτης), αλλά τρίτος δεν επέρχεται διακοπή της παραγραφής.
Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 269 παρ. 1 ΑΚ προκύπτει, εκτός των άλλων, η υποβολή της διαφοράς που αναφέρεται στην αξίωση σε διοικητική αρχή διακόπτει την παραγραφή, εφόσον η διοικητική αρχή είναι αρμόδια για την επίλυσή της. Αυτό συμβαίνει όταν η διοικητική αρχή είναι αρμόδια προς επίλυση ζητήματος αποτελούντος τη βάση ή την προϋπόθεση της διαφοράς ή είναι αρμοδία προς επίλυση ζητήματος για την έρευνα του οποίου είναι αναγκαίο να επιλυθεί παρεμπιπτόντως η διαφορά (ΟΛ ΑΠ 677/1977, ΑΠ 124/2020, 666/2018).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή αν αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 10/2011, ΑΠ 1388/2015, 1318/2015). Στην προκείμενη περίπτωση, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης και της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτουν τα ακόλουθα: "Με το ΔΠΡΣ/Φ.812/52454/20.3.1997 έγγραφο της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης-αναιρεσείουσας "ΔΕΗ ΑΕ", αναφορικά με την αριθμητική σύνθεση του απασχολούμενου από αυτήν προσωπικού στο Νομό Θεσσαλονίκης, ο ενάγων τοποθετήθηκε αναγκαστικά σε αυτήν, ως τέκνο αγωνιστή της Εθνικής Αντίστασης.
Η απόφαση επιδόθηκε στον ενάγοντα στις 13.6.1997 και ο τελευταίος εμφανίσθηκε εμπροθέσμως (ήτοι εντός μηνός από την σε αυτόν κοινοποίηση της απόφασης της Επιτροπής) προς ανάληψη υπηρεσίας στις 20.6.1997, πλην όμως η εναγομένη απέκρουσε τις υπηρεσίες του. Στις 27.6.1997 ο ενάγων της επέδωσε την από 20.6.1997 εξώδικη δήλωσή του, με την οποία της δήλωσε ότι της προσφέρει τις υπηρεσίες του σε εκτέλεση της ανωτέρω απόφασης, ωστόσο, η εναγομένη, με το από 16.7.1997 έγγραφό της απέκρουσε εκ νέου τις υπηρεσίες του, επικαλούμενη ότι άσκησε προσφυγή στην δευτεροβάθμια Επιτροπή του άρθρου 10 του ως ανωτέρω νόμου.
Με την εμπρόθεσμη εμφάνιση του ενάγοντος στις 20.6.1997 για ανάληψη των εργασιακών του καθηκόντων, καταρτίστηκε κατά τον χρόνο εκείνο μεταξύ των διαδίκων αναγκαστικά σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η δε βούληση της εναγομένης αναπληρώθηκε από την προαναφερόμενη απόφαση της Επιτροπής (...). Κατά της απόφασης αυτής η εναγόμενη άσκησε ενδικοφανή προσφυγή ενώπιον της προαναφερθείσας δευτεροβάθμιας Επιτροπής του άρθρου 10, προβάλλοντας ότι η τοποθέτηση του ενάγοντος δεν ήταν νόμιμη, διότι είχε ήδη υπερκαλυφθεί το νόμιμο ποσοστό 8% με προηγούμενες αναγκαστικές προσλήψεις.
Η προσφυγή αυτή έγινε δεκτή με την 180/20.11.1997 απόφαση της δευτεροβάθμιας Επιτροπής, με την οποία ακυρώθηκε η προηγούμενη υπ' αριθμ. 44/26.5.1997 απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 8 του Ν 1648/1986 του ΟΑΕΔ (Περιφερειακή Διεύθυνση Μακεδονίας), η οποία έτσι απώλεσε τη νομική της ισχύ και συνακόλουθα ανατράπηκε κατά το χρονικό εκείνο σημείο το θεμέλιο στο οποίο ερειδόταν η αναγκαστική σύμβαση εργασίας του ενάγοντος.
Ακολούθως, κατόπιν αποδοχής της με ημερομηνία κατάθεσης 28.1.1998 προσφυγής του κατά του παθητικά vομιμοποιούμεvου Ελληνικού Δημοσίου, αφού όργανό του αποτελούσε η εκδούσα την προσβαλλόμενη απόφαση δευτεροβάθμια Επιτροπή, που άσκησε ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η απόφαση της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής ακυρώθηκε με την 3724/1999 απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου, που δημοσιεύθηκε στις 29.10.1999.
Κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης το Ελληνικό Δημόσιο, άσκησε την από 18.2.2000 έφεση, η οποία απορρίφθηκε με την 1832/2005 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Η "ΔΕΗ ΑΕ" δεν αποδέχθηκε την κρίση των παραπάνω διοικητικών Δικαστηρίων, που ακύρωσαν την 180/20.11.1997 απόφαση της δευτεροβάθμιας Επιτροπής του άρθρου 10 του Ν 1648/1986, αλλά κατά της ανωτέρω 1832/2005 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης άσκησε, ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, τη με αριθμό κατάθεσης 2/7.7.2006 τριτανακοπή της, στρεφόμενη κατά αμφοτέρων των διαδίκων της προσβαλλόμενης απόφασης, υποστηρίζοντας τη μη ορθότητα της υπ' αριθμ. 44/26.5.1997 απόφασης της πρωτοβάθμιας Επιτροπής για την αναγκαστική του τοποθέτηση.
Το δικάσαν Εφετείο, με τη με αριθμό 679/2008 απόφασή του, απέρριψε την τριτανακοπή. Κατά της απορριπτικής αυτής απόφασης, η εναγόμενη άσκησε τη με αριθμό κατάθεσης 184/30.7.2008 αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Συμβουλίου Επικρατείας, το οποίο με τη με αριθμό 4288/2014 απόφασή του απέρριψε την αίτηση αναίρεσης ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Συνεπώς, μεταξύ των διαδίκων υφίσταται, κατά το ένδικο εν προκειμένω διάστημα από 1.1.2006 έως 31.3.2011, έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αφού εν τέλει από την έκδοση, στις 3.8.2005, της 1832/2005 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, η υπ' αριθμ. 44/26.5.1997 απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 8 του Ν 1648/1986, περί της αναγκαστικής τοποθέτησης του ενάγοντος, ανέκτησε την ισχύ της ήδη από τον χρόνο έκδοσης, στις 29.10.1999, της πρωτοβάθμιας, με αριθμό 3724/1999, απόφασης που επικυρώθηκε από το Εφετείο, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο ενάγων είχε ήδη, προ του χρόνου αυτού, εκπληρώσει τη δική του υποχρέωση προς παροχή της εργασίας του.
Τις ανωτέρω δύο αποφάσεις που κατ' ουσίαν επικύρωναν την αναγκαστική τοποθέτησή του στην αντίδικό του, την 3724/1999 του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και την 1832/2005 του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων - αναιρεσίβλητος επέδωσε στη "ΔΕΗ ΑΕ" μόλις στις 23.5.2006, όπως προκύπτει από την με την ημερομηνία αυτή επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, Π.
Α., επί του σώματος των επιδοθεισών αποφάσεων. Στην παραγγελία δε προς επίδοση της απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου δηλώνει ότι επιθυμεί την τοποθέτησή του στην αντίδικό του σε εκτέλεση των παραπάνω αποφάσεων των διοικητικών δικαστηρίων "σε θέση ανάλογη με τα προσόντα του ως διπλωματούχου ηλεκτρολόγου μηχανικού του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης".
Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων - αναιρεσίβλητος μέχρι τον χρόνο της επίδοσης των ως άνω αποφάσεων ήτοι της υπ' αριθμ. 3724/1999 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και της υπ' αριθμ. 1832/2005 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, την 23.5.2006, δεν είχε καταστήσει γνωστή στην έχουσα πρόδηλο έννομο συμφέρον να ενημερωθεί "ΔΕΗ ΑΕ", την αντιδικία του με το Ελληνικό Δημόσιο για το κύρος της προβλησθείσας από τον ίδιο απόφασης της δευτεροβάθμιας Επιτροπής του άρθρου 10 του Ν 1648/1986, που, κατά τα ήδη λεχθέντα, είχε ακυρώσει την αναγκαστική του τοποθέτηση στην εναγόμενη, όπως ο ίδιος ομολογεί με τις προτάσεις του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ισχυριζόμενος ότι δεν είχε καμία νομική υποχρέωση να της γνωστοποιήσει τις δικαστικές αυτές ενέργειες, ούτε είχε τη νομική δυνατότητα, ενόψει των διατάξεων της διοικητικής δικονομίας, να την καταστήσει διάδικο στις σχετικές δίκες.
Επομένως, μόλις στις 23.5.2006 η "ΔΕΗ ΑΕ" έλαβε γνώση των μεταξύ του ενάγοντος και του Ελληνικού Δημοσίου δικών, οι οποίες διεξάγονταν ήδη από το 1998, και της θετικής για τον αντίδικό της έκβασης αυτών. Την ύπαρξη αυτής της αντιδικίας και την αμφισβήτηση από τον ίδιο του κύρους της 180/20.11.1997 απόφασης της δευτεροβάθμιας Επιτροπής του άρθρου 10 του Ν 1548/1986, που ακύρωνε την αναγκαστική του τοποθέτηση στην Περιφερειακή Διεύθυνση Ανατολικής Θεσσαλονίκης της εναγόμενης, ο ενάγων δεν ανακοίνωσε στην και νυν αντίδικό του ούτε καν στη δίκη που ανοίχθηκε μεταξύ αυτού και της τελευταίας με την 29142/14.8.1997 αγωγή του που άσκησε σε βάρος της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, υποστηρίζοντας την ύπαρξη αναγκαστικής σύμβασης εργασίας μεταξύ τους, παρά την εν τω μεταξύ έκδοση της 180/20.11.1997 απόφασης της δευτεροβάθμιας Επιτροπής του άρθρου 10, και αιτούμενος την επιδίκαση μισθών υπερημερίας για το διάστημα από 1.6.1997 έως την 31.3.1998.
Ειδικότερα, ναι μεν η αγωγή κατατέθηκε κατά την παραπάνω ημερομηνία της 14.8.1997, πριν επομένως από την άσκηση, στις 28.1.1998, της προσφυγής του ενάγοντος κατά του Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, πλην, όμως, συζητήθηκε εν τέλει στις 17 Φεβρουαρίου 1999, αφού δηλαδή είχε εκδοθεί, στις 20.11.1997, η ανωτέρω 180 απόφαση της δευτεροβάθμιας Επιτροπής και του είχε κοινοποιηθεί το 12882/8.12.1997 έγγραφο της τελευταίας προς την "ΔΕΗ ΑΕ", στο οποίο αναφέρεται ότι ακυρώθηκε η προγενέστερη απόφαση της πρωτοβάθμιας Επιτροπής περί της αναγκαστικής του τοποθέτησης.
Μετά δε την κατά ανωτέρω συζήτηση της αρχικής αυτής αγωγής του ενάγοντος εκδόθηκε η 5869/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δέχθηκε ότι μετά την κατά τα ανωτέρω ακύρωση της αναγκαστικής τοποθέτησης του ενάγοντος και θεωρούμενης ως μηδέποτε εκδοθείσας της αντίστοιχης 44/26.5.1997 απόφασης της Επιτροπής του άρθρου 8 του Ν 1648/1986 του ΟΑΕΔ, η και τότε εναγόμενη νόμιμα αρνούνταν να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του ενάγοντος και δεν είχε περιέλθει σε υπερημερία.
Η απόφαση δε αυτή κατέστη αμετάκλητη, αφού ο ενάγων, όπως δεν αμφισβητεί ειδικά, δεν άσκησε εναντίον της κανένα τακτικό ή έκτακτο ένδικο μέσο. Για την ανυπαρξία επομένως υπερημερίας της εναγόμενης τουλάχιστον μέχρι τη συζήτηση, στις 17.2.1999, της ανωτέρω αρχικής αγωγής του ενάγοντος, υφίσταται δεδικασμένο που απορρέει από την 5869/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Συνακόλουθα των ανωτέρω, καταφάσκεται η παραδοχή ότι η εναγόμενη τελούσε από την 20.11.1997, που είχε εκδοθεί η ακυρωτική της αναγκαστικής του τοποθέτησης, με αριθμό 180, απόφαση της δευτεροβάθμιας Επιτροπής του άρθρου 8 του Ν 1648/1986, μέχρι και την 23.5.2006 σε πλήρη ανυπαίτια άγνοια για τη δικαστική αμφισβήτηση εκ μέρους του ενάγοντος του κύρους της απόφασης αυτής, νόμιμα θεωρούσε ότι είχε απωλέσει το κύρος της η ακυρωθείσα 44/26.5.1997 απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 8 του ίδιου νόμου, ότι συνακόλουθα δεν συνδεόταν μαζί του με την αναγκαστική σύμβαση εργασίας του συγκεκριμένου νόμου και δεν είχε συνεπώς υποχρέωση απασχόλησής του.
Ευλόγως, αντιθέτως, θεωρούσε ότι ίσχυε η 180/20.11.1997 απόφαση της δευτεροβάθμιας Επιτροπής του άρθρου 10 του Ν 1548/1986, αφού μόνο αυτήν είχε υπόψη της και ότι η αρχική αναγκαστική σύμβαση εργασίας με τον αντίδικό της είχε απωλέσει το νομικό της έρεισμα, αφού για τη σύναψή της απαιτείται πρωτίστως έγκυρη απόφαση της αρμόδιας Επιτροπής για την τοποθέτηση του προστατευόμενου ατόμου και κατόπιν, για την τελείωσή της, πρέπει να επακολουθήσει η προσήκουσα αποδοχή της από τον προστατευόμενο και η προσφορά των υπηρεσιών στην εργοδότριά του, οπότε, αγνοώντας την αντιδικία του ενάγοντος με το Ελληνικό Δημόσιο, ευλόγως θεωρούσε ότι δεν υπήρχε υποχρέωσή της να απασχολεί τον ενάγοντα, πεποίθηση που κατέστη σε απόλυτο βαθμό εύλογη μετά την έκδοση της προαναφερθείσας 5869/1999 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δικαίωσε τις απόψεις της σε συνδυασμό με τη στάση του ενάγοντος, που κατ' ουσίαν αποδέχθηκε την απόφαση αυτή, που προτίμησε να μην την προσβάλλει αλλά να συνεχίσει μόνο τη δικαστική του διαμάχη κατά του Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων.
Οι πραγματικές αυτές περιστάσεις αίρουν την υπερημερία της εναγόμενης μέχρι τον ανωτέρω χρόνο της από την 20.11.1997 μέχρι και την 23.5.2006 (για το διάστημα από 20.6.1997 έως 20.11.1997 παρίσταται αδιάφορο εν προκειμένω η υπάρχουσα υπερημερία της εναγόμενης, αφού η αξίωση για την απόληψη αποδοχών υπερημερίας έχει παραγραφεί), αφού η μη απασχόληση του ενάγοντος από την ίδια οφειλόταν στα παραπάνω γεγονότα, για τα οποία αυτή δεν είχε ευθύνη, ενώ, όπως ήδη αναφέρθηκε, αποδεικνύεται από τις έγγραφες προτάσεις του ενάγοντος ότι ουδέποτε πριν τον ανωτέρω χρόνο, που επέδωσε στην εναγόμενη τις δύο αποφάσεις των διοικητικών Δικαστηρίων που τον δικαίωσαν, την ενημέρωσε σχετικώς με την αντιδικία του με το Ελληνικό Δημόσιο και τη θετική για τον ίδιο έκβαση της.
Πρέπει, συνεπώς, να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η παραδεκτώς προβληθείσα στο παρόν Εφετείο ένσταση της εκκαλούσας "ΔΕΗ ΑΕ" περί άρσης της υπερημερίας της κατά το άρθρο 342 ΑΚ, η οποία αποδεικνύεται εγγράφως παραχρήμα και κατά τρόπο άμεσο και ευθύ από τα προαναφερόμενα έγγραφα. Ειδικότερα, αποδεικνύεται η βασιμότητά της από την 180/20.11.1997 απόφαση της δευτεροβάθμιας Επιτροπής του ΟΑΕΔ, του άρθρου 10 του Ν 1648/1986, που ακύρωσε την αναγκαστική πρόσληψη του ενάγοντος και την τοποθέτησή του στην Περιφερειακή Διεύθυνση Θεσσαλονίκης, η οποία είχε αποφασισθεί με την 44/26.5.1997 απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 8 του ίδιου νόμου, θεωρούμενης επομένως αυτής ως ουδέποτε εκδοθείσας, την από 23.5.2006 επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, Π.
Α. επί του σώματος τόσο της 3724/1999 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, όσο και της 1832/2005 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, από την οποία προκύπτει ότι μόνο κατά τον χρόνο εκείνο ο ενάγων επέδωσε στην εναγόμενη τις εν λόγω αποφάσεις, που ακύρωναν την ανωτέρω 180/20.11.1997 απόφαση, με παραγγελία επί της πρώτης εξ αυτών για την εκτέλεσή της διά της τοποθέτησής του στην υπηρεσία της αντιδίκου του και, τέλος, από την 5869/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δέχθηκε, με δύναμη δεδικασμένου, ότι η εναγόμενη δεν ήταν υπερήμερη και δεν όφειλε μισθούς υπερημερίας για το τότε ένδικο, με την 29142/14.8.1997 αγωγή του ενάγοντος, διάστημα (μέχρι την 26.1.1998 που δέχθηκε ότι είναι νόμιμο το αίτημα η εν λόγω απόφαση).
Εφόσον, συνεπώς, υπήρξε άρση της υπερημερίας της για το εν τέλει ενδιαφέρον εν προκειμένω χρονικό διάστημα από 1.1.2006 έως και την 23.5.2006, κατά συνεκδοχή, κατά παραδοχή, ως ουσιαστικά βάσιμης, της ανωτέρω εκ του άρθρου 342 ΑΚ ένστασης της εναγόμενης, την οποία παραδεκτώς πρόβαλε για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος Εφετείου, δοθέντος ότι αποδεικνύεται εγγράφως, δεν οφείλονται στον ενάγοντα αποδοχές υπερημερίας για τους μήνες Ιανουάριο έως και Μάιο του έτους αυτού και δη μηνιαίους (ακαθάριστους) μισθούς, που ανέρχονται για κάθε μήνα στο ποσό των 883,65 ευρώ και συνολικά στο ποσό των 4.418,25 ευρώ, και δώρο Πάσχα ποσού 286,90 ευρώ.
Δεν οφείλεται δηλαδή το συνολικό ποσό των 4.705,15 ευρώ που συνακόλουθα πρέπει να αφαιρεθεί από το επιδικασθέν πρωτοδίκως ποσό..." Επιπλέον, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι οι αξιώσεις του ενάγοντος - αναιρεσείοντος για αναγνώριση της υποχρέωσης της εναγομένης - αναιρεσίβλητης "ΔΕΗ ΑΕ" να του καταβάλει αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1.7.1997 έως 31.12.2005, εν όψει του χρόνου επίδοσης της αγωγής στις 28.4.2011, έχουν υποκύψει στην πενταετή παραγραφή, κατά τη νόμω και ουσία βάσιμη ένσταση παραγραφής, την οποία, η ως άνω αναιρεσίβλητη, είχε προβάλλει νομοτύπως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επανέφερε παραδεκτά ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, απορρίπτοντας, ως μη νόμιμη, την προβληθείσα από τον ενάγοντα - αναιρεσείοντα ένσταση περί διακοπής της παραγραφής λόγω μη ταυτότητας διαδίκων.
Ο αναιρεσείων - ενάγων με τον πρώτο λόγο της από 28.2.2020 αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχθηκε ότι αξιώσεις αυτού έναντι της αναιρεσίβλητης - εναγομένης "ΔΕΗ ΑΕ" που αφορούσαν αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1.7.1997 έως 31.12.2005, έχουν υποκύψει στην προβλεπόμενη πενταετή παραγραφή και απέρριψε την αντένσταση αυτού περί διακοπής της παραγραφής με την άσκηση της προσφυγής του κατά του νομιμοποιουμένου Ελληνικού Δημοσίου και κατά της 180/20.11.1997 απόφασης της δευτεροβάθμιας Επιτροπής του άρθρου 10 του Ν.1648/1986, η οποία είχε ακυρώσει την 44/26.5.1997 απόφαση - πρακτικό της πρωτοβάθμιας Επιτροπής του άρθρου 8 του ως άνω Νόμου, με την οποία τοποθετήθηκε ως προστατευόμενο άτομο στην αναιρεσίβλητη - ΔΕΗ ΑΕ και στη συνέχεια το έτος 1999, με την 3724/1999 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή η προσφυγή του και μετά από έφεση του Ελληνικού Δημοσίου , κατά της πρωτόδικης απόφασης εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1832/2005 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση.
Ειδικότερα με τον ως άνω αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι με την άσκηση της προσφυγής του αντενιστάμενου - ενάγοντος κατά του Ελληνικού Δημοσίου και την κατάθεση αυτής την 28.1.1998, και στη συνέχεια εκδοθείσας της υπ' αριθμ. 3724/199 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, επήλθε διακοπή της παραγραφής σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού".
Ωστόσο, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, δεχόμενο ότι δεν επήλθε διακοπή της παραγραφής καθ' όσον δεν υπάρχει ταυτότητα διαδίκων και συγκεκριμένα στην ένδικη υπόθεση ο αναιρεσείων έχει αξίωση κατά της αναιρεσίβλητης ΔΕΗ ΑΕ ενώ με την άσκηση της προσφυγής του στρέφεται κατά τρίτου ήτοι του Ελληνικού Δημοσίου, ορθά κατά τη μείζονα σκέψη, ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 250 αριθμ. 6 και 17, 253,261 και 269ΑΚ, που ήταν εφαρμοστέες στην προκείμενη περίπτωση, και ορθά δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 93 παρ. 1 ν. 2362/1995, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα και κατά συνέπεια ο παραπάνω λόγος, καθ' ο μέρος προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ως άνω αιτίαση, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Επίσης, υπό τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 345, 342 και 261 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή. Ειδικότερα, τα ως άνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας του άρθρου 342ΑΚ και δικαιολογούν την άρση της υπερημερίας της εναγομένης - αναιρεσίβλητης ΔΕΗ Α.Ε.
λόγω έλλειψης υπαιτιότητάς της για το χρονικό διάστημα από 1.1.2006 έως 23.5.2006 και λόγω παραγραφής από 20.11.1997 έως 23.5.2006. Τούτο, διότι από την επίδοση στις 23.5.2006, της υπ' αριθμ. 3724/1999 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, όσο και της 1832/2005 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, έλαβε γνώση η εναγομένη - αναιρεσίβλητη ΔΕΗ ΑΕ, αυτών, οι οποίες ακύρωναν την 180/20.11.1997 απόφαση της δευτεροβάθμιας Επιτροπής του άρθρου 8 του Ν. 1648/1986, για αναγκαστική τοποθέτηση σε αυτήν του ενάγοντος - αναιρεσείοντος.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου σχετικός δεύτερος λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται τέτοια αιτίαση, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθία, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης η ένδικη από 28.2.2020 αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις και αιτείται την καταδίκη αυτή (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 περ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης (ΑΠ 95/2017, 1/2016).
Δεν αποτελούν "πράγματα" οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού οι τελευταίοι αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (Ολ ΑΠ 469/1984, ΑΠ 141/2017) ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 11/2017) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 34/2016, 76/2016).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 69/2016, 725/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1386/2015).
Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός της αναίρεσης και στην περίπτωση κατά την οποία, το δικαστήριο της ουσίας, στα πλαίσια της αξιολόγησης του αποδεικτικού υλικού και προς τον σκοπό του ακριβέστερου προσδιορισμού κατά το χρόνο, τόπο ή άλλων στοιχείων των εκτιθέμενων πραγματικών περιστατικών στην αγωγή, που συγκροτούν την ιστορική και νομική βάση της, διαφοροποιείται ως προς τα στοιχεία αυτά, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι η διαφοροποίηση αυτή δεν επάγεται αλλοίωση ως προς τα ουσιώδη στοιχεία του περιγραφόμενου στην αγωγή βιοτικού συμβάντος, ως γενεσιουργού αιτίας της διαγνωστέας έννομης συνέπειας (ΑΠ 195/2017).
Για να είναι ορισμένος ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν "τα πράγματα", που παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο, παρότι είχαν προταθεί νομίμως από τον αναιρεσείοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα, από τα οποία θα κρινόταν αν τα "πράγματα" είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 161/2017, 173/2017, 99/2016).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο (και) αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Επομένως, μέσω του εν λόγω αναιρετικού λόγου ελέγχονται οι πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με το ορισμένο και συνεπώς το παραδεκτό των ενστάσεων και ειδικότερα αναφορικά με την πληρότητα της έκθεσης από τον ενιστάμενο των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την ιστορική βάση της προβαλλομένης από αυτόν ένστασης (ΑΠ 208/2018, ΑΠ 856/2017, ΑΠ 1070/2017, ΑΠ 7/2015, ΑΠ 737/2012, ΑΠ 1014/2010).
Εξ άλλου, από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 262 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η ένσταση, ως αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός, που περιέχει πραγματικά περιστατικά διάφορα από εκείνα που αποτελούν την ιστορική βάση της αγωγής και με τα οποία επιδιώκεται η προσωρινή ή οριστική απόρριψη της αγωγής, πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκηση της από τον εναγόμενο κατά του ενάγοντα.
Διαφορετικά η ένσταση είναι αόριστη (ΑΠ 1070/2017, 856/2017, 1864/2011, 1014/2010).
Από τη διάταξη του άρθρου 656 εδ. β'ΑΚ, κατά την οποία "Ο εργοδότης, έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από το μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού", συνάγεται ότι ο εργοδότης έχει έναντι του εργαζομένου αξίωση και αντίστοιχα ο εργαζόμενος έναντι του εργοδότη υποχρέωση πληροφορήσεως απορρέουσα από την από το άρθρο 288ΑΚ ιδρυόμενη γενική αρχή της καλής πίστης.
Και τούτο διότι κατά κανόνα ο εργοδότης αδυνατεί να γνωρίζει τα σχετικά με την απασχόληση του εργαζομένου πραγματικά περιστατικά, όπως τους εργοδότες, στους οποίους απασχολήθηκε ο εργαζόμενος κατά τη διάρκεια της υπερημερίας ή το ύψος της αμοιβής του, ώστε να επικαλεστεί στο δικαστήριο συγκεκριμένα στοιχεία που να θεμελιώνουν τη σχετική ένστασή του.
Εάν ο εργαζόμενος δεν παρέχει στον εργοδότη τις αναγκαίες πληροφορίες, δύναται ο τελευταίος να προβάλει την κατά τις διατάξεις των άρθρων 325 και 374 ΑΚ ένσταση επισχέσεως της καταβολής των μισθών υπερημερίας. Περαιτέρω κατά το άρθρο 450 παρ.2 ΚΠολΔ " Κάθε διάδικος ή τρίτος έχει υποχρέωση να επιδείξει τα έγγραφα που κατέχει και που μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, εκτός αν συντρέχει σπουδαίος λόγος που δικαιολογεί την επίδειξή τους.
Σπουδαίος λόγος συντρέχει ιδίως στις περιπτώσεις που επιτρέπεται να αρνηθεί να κανείς να μαρτυρήσει". Η εν λόγω αξίωση του διαδίκου αποδεικτικής συνεπικουρίας του από τον αντίδικο υπό τη μορφή της επιδείξεως των κρίσιμων εγγράφων, τα οποία κατέχει, ως μόνου αποδεικτικού μέσου για την υποστήριξη των ουσιωδών ισχυρισμών του απορρέει άμεσα από το κατά το άρθρο 20 του Συντάγματος ιδρυόμενο δικαίωμα δικαστικής προστασίας και ακροάσεως και το συνακόλουθο δικαίωμα αποδείξεως ως και το από το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ δικαίωμα σε δίκαιη δίκη.
Το δικαίωμα αυτό του διαδίκου συνίσταται στο να επικαλεσθεί, να προσαγάγει και να χρησιμοποιήσει όλα τα πρόσφορα αποδεικτικά μέσα προκειμένου να αποδείξει τους ισχυρισμούς του. Στο δικαίωμα αυτό περιλαμβάνεται και το δικαίωμα του διαδίκου να αποκτήσει και να εξασφαλίσει από τον αντίδικό του ή και τρίτο όλα τα μέσα που θεωρεί πρόσφορα για την επίτευξη του ως άνω σκοπού.
Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 85 Ν. 2238/1998 "Οι φορολογικές δηλώσεις, τα φορολογικά στοιχεία, οι εκθέσεις, οι πράξεις προσδιορισμού αποτελεσμάτων, τα φύλλα ελέγχου, οι αποφάσεις του προϊσταμένου της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας και κάθε στοιχείο του φακέλου που έχει σχέση με τη φορολογία ή άπτεται αυτής είναι απόρρητα και δεν επιτρέπεται η γνωστοποίηση τους σε οποιονδήποτε άλλον εκτός από το φορολογούμενο στον οποίο αφορούν αυτά", συνάγεται ότι το φορολογικό απόρρητο νομιμοποιούνται να το επικαλεστούν οι φορολογικές αρχές που ως κάτοχοι των αναζητουμένων πληροφοριών δεσμεύονται από την υποχρέωση εχεμύθειας και όχι ο διάδικος προς τον οποίο στρέφεται η αίτηση επίδειξης.
Από τα προαναφερθέντα προκύπτει ότι εάν ο εργοδότης προβάλει την ένσταση ότι ο εργαζόμενος κατά τη διάρκεια της υπερημερίας έχει απασχοληθεί σε άλλη εργασία αλλά για λόγους αντικειμενικούς αδυνατεί να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία καλυπτόμενα από το φορολογικό απόρρητο αιτούμενος την επίδειξη των σχετικών εγγράφων, νόμιμα δύναται το δικαστήριο να δεχθεί το εν λόγω αίτημα και να διατάξει την επίδειξη ή την προσκόμιση των στοιχείων, στα οποία ο εργαζόμενος έχει πρόσβαση (ΣτΕ 1585/2009).
Με τον πρώτο λόγο της από 21.2.2020 αιτήσεως, η αναιρεσείουσα - εναγομένη ΔΕΗ ΑΕ αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι παρά το νόμο απέρριψε την κατ' άρθρο 656 εδ. β' ΑΚ πρωτοδίκως προβληθείσα ένστασή της περί συμψηφισμού των αποδοχών που έλαβε ο αναιρεσίβλητος - ενάγων από άλλη απασχόλησή του, ως αόριστη και με τον δεύτερο λόγο ότι παρά το νόμο απέρριψε ως αόριστο το κατά τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 ΚΠολΔ αίτημά της περί επίδειξης και προσκομιδής από τον αναιρεσίβλητο των φορολογικών του δηλώσεων και των αντιστοίχων εκκαθαριστικών σημειωμάτων των οικονομικών ετών από το 1998 έως το 2012.
Όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης (άρθ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού ΑΕ" (ΔΕΗ) με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδρίασης του εν λόγω δικαστηρίου, υπέβαλε την κατ' άρθρο 656 εδ.
β' ΑΚ προβληθείσα ένστασή της περί συμψηφισμού των αποδοχών που έλαβε ο αναιρεσίβλητος - ενάγων από άλλη απασχόλησή του, την οποία περαιτέρω ανέπτυξε με τις έγγραφες προτάσεις του και β) το κατά τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 ΚΠολΔ αίτημά της περί επίδειξης και προσκομιδής από τον αναιρεσίβλητο των φορολογικών του δηλώσεων και των αντιστοίχων εκκαθαριστικών σημειωμάτων των οικονομικών ετών 2011 και 2012, καθώς και της αναλυτικής κατάστασης ενσήμων ΙΚΑ ή οποιουδήποτε άλλου ασφαλιστικού οργανισμού, στον οποίο ο ενάγων ήταν ασφαλισμένος ένσταση κατάχρησης του δικαιώματος του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου για την λήψη από αυτόν αποδοχών υπερημερίας για το επίδικο χρονικό διάστημα, την οποία περαιτέρω ανέπτυξε με τις έγγραφες προτάσεις του.
Την ένσταση αυτή, η οποία απορρίφθηκε πρωτοδίκως ως ουσιαστικά αβάσιμη, επανέφερε η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ΔΕΗ ΑΕ, ως εφεσίβλητη, με τις προτάσεις της ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προς υπεράσπιση αυτής κατά της έφεσης του ενάγοντος. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των κατατεθεισών στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου από 21.10.2019 προτάσεων αυτής, η εναγομένη - εφεσίβλητη, προβάλλοντας την ένσταση κατ' άρθρο 656 εδ.
β' ΑΚ περί συμψηφισμού με τις αιτούμενες αποδοχές υπερημερίας των αποδοχών που έλαβε ο αναιρεσίβλητος - ενάγων από άλλη απασχόλησή του, επικαλέσθηκε ότι αυτός ως ηλεκτρολόγος μηχανικός θα μπορούσε ευχερώς να ανεύρει και προσφέρει ανάλογη εργασία σε νέο εργοδότη, αφού ήδη επί τόσα έτη η επιχείρηση της εναγομένης δεν την απασχολεί, και ότι στις αξιώσεις του ενάγοντος για απόληψη αποδοχών υπερημερίας πρέπει να συνυπολογιστεί και να αφαιρεθεί από αυτές η ωφέλεια που αποκόμισε, είτε παρέχοντας κατά τη διάρκεια του επίμαχου διαστήματος την εργασία του αλλού είτε αναπτύσσοντας αυτοτελή επιχείρηση ως ελεύθερος επαγγελματίας, ωφέλεια που ανέρχεται τουλάχιστον στο ίδιο ποσό με αυτό των αιτουμένων με την αγωγή του μισθών υπερημερίας.
Την ως άνω ένσταση κατ' άρθρο 656 εδ. β' ΑΚ περί συμψηφισμού της ωφέλειας του ενάγοντος με τις αιτούμενες από αυτόν αποδοχές υπερημερίας (για το εναπομείναν χρονικό διάστημα από 1.1.2006 έως 31.3.2011) απέρριψε ως αόριστη το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, καθ' όσον "δεν προσδιορίζονται ούτε οι συγκεκριμένοι τρίτοι εργοδότες στους οποίους να απασχολήθηκε ο ενάγων κατά το κρίσιμο ως άνω διάστημα, ούτε αναφέρεται στην περίπτωση της αυτοαπασχολήσεώς του, η συγκεκριμένη επαγγελματική δραστηριότητα που φέρεται να ανέπτυξε, ούτε ότι ασκούσε αυτήν και κατά το χρόνο που θα απασχολούνταν στην εναγομένη, ούτε οι ειδικότερες συνθήκες της δραστηριότητας αυτής, ενώ, δεν αναφέρονται τα συγκεκριμένα ποσά που αυτός φέρεται ότι αποκόμισε είτε απασχολούμενος ως υπάλληλος σε τρίτους είτε ως αυτοαπασχολούμενος, χωρίς να αρκεί για το ορισμένο του τελευταίου στοιχείου, η αναφορά ότι η ωφέλειά του είναι τουλάχιστον ισόποση με τα ποσά που ζητεί ως αποδοχές υπερημερίας", ούτε ανέφερε συγκεκριμένα την εργασία την οποία η ενάγων και ήδη εκκαλών θα μπορούσε να εκτελέσει, έστω και χωρίς να προσδιορίζει συγκεκριμένη επιχείρηση, ούτε αναφέρει συγκεκριμένα την ωφέλεια την οποία θ' αποκόμιζε από την άλλη εργασία, με αναφορά συγκεκριμένων αποδοχών που θα ελάμβανε από την εργασία αυτή, αφού, όπως προαναφέρθηκε στη νομική σκέψη της παρούσας, δεν αρκεί να υποστηρίξει ο εργοδότης ότι ο μισθωτός παρέλειψε απλώς να βρει οποιαδήποτε άλλη εργασία ή ότι η ανεύρεση άλλης εργασίας ήταν ευχερής, ούτε αρκεί βεβαίως η απλή πιθανολόγηση μίας τέτοιας δυνατότητας με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, ούτε μόνη η μακρά διάρκεια του χρονικού διαστήματος για το οποίο ζητούνται αποδοχές υπερημερίας, ούτε ότι δεν βρήκε άλλη εργασία από αμέλεια, χωρίς παράλληλα να είναι δόλια και κακόβουλη η αποφυγή του εργαζομένου προς ανεύρεση εργασίας, για να καταστεί η άσκηση της σχετικής αξίωσης καταχρηστική".
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απέρριψε αυτή ως αόριστη, καθώς και το αίτημα της εναγομένης για επίδειξη εγγράφων. Στη συγκεκριμένη υπόθεση, το Εφετείο έκρινε αόριστη την εκ του άρθρου 656 εδ.β'ΑΚ ένσταση της αναιρεσείουσας και συνακόλουθα ως άνευ αντικειμένου την αίτηση επιδείξεως εγγράφων (φορολογικές δηλώσεις κλπ.) με την οποία εσκοπείτο η παροχή στοιχείων για την απόδειξη της εν λόγω ενστάσεως.
Με την εν λόγω κρίση, βάσει της οποίας το Εφετείο προέβη στην απόρριψη του οικείου λόγου της εφέσεως της αναιρεσείουσας, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, αφού εν όψει των προαναφερθέντων έπρεπε να χωρήσει στην εξέταση της βασιμότητας της αιτήσεως επιδείξεως εγγράφων και σε περίπτωση παραδοχής της να διατάξει την επανάληψη της συζητήσεως κατ' άρθρο 254ΚΠολΔ χωρίς να προβεί στην έρευνα της ενστάσεως εκ του άρθρου 656 εδ.β' ΑΚ.
και ο οικείος λόγος πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
Κατ' ακολουθία, πρέπει να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο περί συμψηφισμού των αποδοχών του αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ.3 ΚΠολΔ να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο Δικαστή εκτός του εκδόσαντος την εν λόγω απόφαση και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτής (άρθρα 176,183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις από 28.2.2020 (αριθμ. εκθ. καταθ. 693/66/2020) και από 21.2.2020 (αριθμ. εκθ. καταθ. 623/56/2020) αιτήσεις για αναίρεση της υπ' αριθμ. 53/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Απορρίπτει την από 28.2.2020 αίτηση αναίρεσης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ. Δέχεται την από 21.2.2020 αίτηση αναίρεσης.
Αναιρεί την 53/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος της αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Μαρτίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ