Supreme Court allows appeal against insurance award for moral damages exceeding legal discretion limits.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's request to annul the First Instance Court's decision regarding moral damages. The court found that the lower court awarded 70,000 euros, which exceeded the reasonable discretion limits and violated the principle of proportionality compared to similar cases. Consequently, the decision was annulled regarding the specific amount, and the case was remitted to the First Instance Court for a new determination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may annul a lower court's decision if the awarded amount for moral damages exceeds the limits of reasonable discretion and violates the principle of proportionality, remanding the case for a new assessment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1210 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1210/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ειρήνης Καλού), Αικατερίνη Βλάχου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα και Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαΐου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:
A. Τ. Α., κατοίκου … Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ιωσηφέλλη.
Της αναιρεσίβλητης:
Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «EUROLIFE AE» και ήδη «EUROLIFE FFH ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ» και το δ.τ. «EUROLIFE FFH ΑΕΓΑ» (πρώην «EUROLIFE ERB ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ»), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Φρουδάκη, που δήλωσε στο ακροατήριο και με τις κατεθείσες προτάσεις της την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17.11.2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2192/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6153/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13.01.2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Βάρκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Η κρινόμενη από 13.01.2020 (γεν. αριθμ. εκθ. καταθ. 433/2020) αίτηση για την αναίρεση της με αριθμό 6153/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ) έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω δικαστηρίου (άρθρ. 495 § 1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρ. 564 § 3 ΚΠολΔ). Ωσαύτως, έχει κατατεθεί από τον αναιρεσείοντα το προβλεπόμενο από το άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ παράβολο.
Συνεπώς, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 552, 553 § 1β, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 και 577 ΚΠολΔ, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
[II] Από την κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:
Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε την από 17.11.2016 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά των εναγομένων Γ. Κ. (ως προς τον οποίο παραδεκτώς παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αγωγής του) και της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «EUROLIFE AE», ήδη αναιρεσίβλητης, αιτούμενος αποζημίωση για τις θετικές και αποθετικές ζημίες, καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, από τον τραυματισμό που υπέστη στο περιγραφόμενο στην αγωγή αυτοκινητικό ατύχημα, που προκλήθηκε από την αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου (Γ.
Κ.), οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο συγκρούσθηκε με την υπ’ αριθμό ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, που οδηγούσε ο Α. Κ. και στην οποία αυτός (ενάγων) επέβαινε ως συνεπιβάτης κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, με την υπ’ αριθμ. 2192/2017 οριστική απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και επιδίκασε στον ενάγοντα τα αναφερόμενα σ’ αυτήν χρηματικά ποσά.
Στη συνέχεια, τόσο ο ενάγων όσο και η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία άσκησαν κατά της ως άνω πρωτόδικης αποφάσεως τις από 06.09.2018 και 13.03.2018, αντίστοιχα, εφέσεις τους, παραπονούμενοι για τους περιεχόμενους σ’ αυτές λόγους. Επί των εφέσεων αυτών, που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθμό 6153/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά τις εφέσεις και αφενός απέρριψε κατ’ ουσία την έφεση του εκκαλούντος ήδη αναιρεσείοντος, αφετέρου δέχθηκε κατ’ ουσία την έφεση της εκκαλούσης και ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, στη συνέχεια διακρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας την αγωγή, δέχθηκε εν μέρει αυτήν και επιδίκασε τα χρηματικά ποσά που αναφέρονται στο διατακτικό της.
Την ως άνω απόφαση προσβάλλει ο ενάγων με την κρινόμενη αναίρεσή του.
[III] Κατά το άρθρο 559 αρ.10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε «πράγματα», υπό την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, δηλαδή, αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων, οι οποίοι, παραδεκτώς προτεινόμενοι, στηρίζουν κατά το νόμο αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων (αγωγή, ένταση, ανακοπή, ένδικο μέσο), όχι δε και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι ατα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι’ αυτά.
Δεν απαιτείται όμως η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη συγκεκριμένου ισχυρισμού, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 237/2016, ΑΠ 360/2016, ΑΠ 1935/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 273/2011, ΑΠ 1700/2009, ΑΠ 259/2007).
Ακόμη, δεν είναι πράγματα οι ισχυρισμοί που έχουν σχέση με την εκτίμηση των αποδείξεων και την απόκρουση των ισχυρισμών του αντιδίκου για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 719/2017, ΑΠ 244/2001). Έτσι, η συγκεκριμενοποίηση αόριστης νομικής έννοιας (όπως η αμέλεια, ο δόλος κλπ.) με την παραδοχή εν μέρει διαφορετικών περιστατικών από τα εκτιθέμενα στην αγωγή, τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, δεν ιδρύει τον αναιρετικό από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο (ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 846/2017, ΑΠ 524/2012).
Συνακόλουθα τούτων, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, μετά από εκτίμηση προσκομισθέντων και αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, καταλήγει έστω και σε εσφαλμένη περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη κατ` άρθρο 562 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 865/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ αιτίαση, με την επίκληση ότι το Εφετείο δέχτηκε ως αληθινά πράγματα, έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς απόδειξη και ειδικότερα δέχθηκε τον ισχυρισμό της εναγομένης-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, τον οποίο (ισχυρισμό) αυτή πρότεινε στο πρωτόδικο δικαστήριο και επανέφερε με λόγο εφέσεως στο δικάσαν Μονομελές Εφετείο, περί συνυπαιτιότητός του (ενάγοντος-εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος) στην έκταση της σωματικής του βλάβης και ειδικότερα δέχθηκε ότι αυτός δεν φορούσε προστατευτικό κράνος και του απέδωσε συνυπαιτιότητα σε ποσοστό 30% για την έκταση της σωματικής του βλάβης.
Ειδικότερα, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν φορούσε κράνος, βασιζόμενο κυρίως στον σοβαρότερο τραυματισμό που υπέστη στο κεφάλι κατά την πτώση από την μοτοσικλέτα, ενώ εάν λάμβανε υπόψη του: (α) την πίεση που ασκήθηκε στο σώμα του κατά τη στιγμή της συγκρούσεως, όπως αυτή υπολογίζεται από την ταχύτητα των 40 χιλιομέτρων, με την οποία κινείτο η μοτοσικλέτα και τις δυνάμεις που ασκούνται κατά τη σύγκρουση (σύμφωνα με μαθηματικούς υπολογισμούς βασιζόμενους στο νόμο του Νεύτωνα), καθώς και (β) τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής αναφορικά με επερχόμενες βλάβες από τον εκσφενδονισμό ανθρώπων στο οδόστρωμα, όπως γίνεται δεκτό σε συγγράμματα ιατροδικαστών, αλλά και στη νομολογία, θα κατέληγε σε αντίθετη κρίση.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη, την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως που εξετάστηκε στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και όλα τα νομίμως, μετ’ επικλήσεως, προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα. Επομένως, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη και, συνεπώς, ο λόγος αυτός κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος. Σε κάθε περίπτωση, όμως, τα παραπάνω, δεν αποτελούν «πράγματα» υπό την διαλαμβανόμενη στην μείζονα σκέψη έννοια, αλλά επιχειρήματα, που έχουν σχέση με την εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως, ο προαναφερόμενος από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, είναι για το λόγο αυτό απαράδεκτος και ως εκ τούτου απορριπτέος.
[IV] Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθη¬καν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως «πράγματα», κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυ¬ρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, εν¬στάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόρι¬στοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 358/2017, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008).
Ακόμη «πράγμα», κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως, είναι κάθε περιστατικό που, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί, κατά νόμο, στην γέννηση ή κατάλυση του ασκούμενου με την αγωγή ή την ένσταση δικαιώματος, ανεξάρτητα από τη βασιμότητά του, η οποία είναι ζητούμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και όχι προϋπόθεση αυτοτέλειας του ισχυρισμού (ΑΠ 87/2013).
Έτσι, «πράγμα» είναι και ο αυτοτελής ισχυρισμός ότι στην επέλευση της ζη¬μίας συνετέλεσε και πταίσμα του παθόντος που θεμελιώνει ένσταση καταλυτική, ολική ή κατά ένα μέρος, της αγωγής, κατ’ άρθρο 300 ΑΚ (ΑΠ 1037/2018, ΑΠ 1955/2017, ΑΠ 1781/2009, ΑΠ 1352/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό του ότι φορούσε προστατευτικό κράνος, ισχυρισμό, τον οποίο προέβαλε προς κατάλυση της προβληθείσας εκ μέρους της αντιδίκου ασφαλιστικής εταιρίας ενστάσεως περί συντρέχοντος πταίσματος αυτού για την πρόκληση του τραυματισμού του, επειδή δεν φορούσε προστατευτικό κράνος, κατ’ άρθρο 300 του ΑΚ, ένσταση, η οποία απορρίφθηκε πρωτοδίκως και, επαναφερθείσα με σχετικό λόγο εφέσεως, έγινε δεκτή. Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός, αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της προβληθείσας από την ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία ενστάσεως και, συνεπώς, δεν είναι αυτοτελής. Επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν δεν αποτελεί «πράγμα», κατά την έννοια του άρθρου 8 περ. β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και, συνακολούθως, ο παρών αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.
[V] Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ.1 εδάφ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, ήτοι τις αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ’ αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 385/2015, ΑΠ 266/2015, ΑΠ 1591/2014).
Πρέπει, συναφώς, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση (ΑΠ 799/2020, ΑΠ 704/2017, ΑΠ 951/2015, ΑΠ 222/2015). Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει απ’ αυτά που το δικαστήριο, εσφαλμένα, χρησιμοποίησε.
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων μέμφεται την εφετειακή απόφαση, διότι αυτή δέχθηκε εσφαλμένα ότι η μη χρήση προστατευτικού κράνους από τον ενάγοντα, τον καθιστά συνυπαίτιο στην έκταση του τραυματισμού του, αυτή, χωρίς να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, σύμφωνα με τα οποία, ο βαρύτατος τραυματισμός του ήταν αναπόφευκτος, ακόμη και αν φορούσε κράνος, εξαιτίας της πτώσης του ως συνεπιβάτη στην άσφαλτο με το κεφάλι, από μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού, κινούμενη με ταχύτητα 40 χιλ.
την ώρα. Ο λόγος αυτός, από τον αριθμό 1 εδάφ.β' του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, κατά το μέρος που προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι με την προπαρατιθέμενη κρίση του το Εφετείο παραβίασε και τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι, κυρίως, απαράδεκτος, αφού οι επικαλούμενες πλημμέλειες δεν αναφέρονται στην ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ’ αυτόν πραγματικών περιστατικών αλλά στην εκτίμηση των αποδείξεων.
Ειδικότερα, δεν είναι δίδαγμα της κοινής πείρας το επακριβώς αναγραφόμενο ως τέτοιο, στην αίτηση αναρέσεως, ήτοι ότι: «είτε φορούσα κράνος είτε δεν φορούσα κράνος, δεδομένου ότι προσέκρουσα με το κεφάλι στην άσφαλτο, συνεπιβάτης σε μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού με ταχύτητα 45 χιλ. την ώρα, ο βαρύτατος τραυματισμός μου ήταν αναπόφευκτος, αν δεν φορούσα κράνος είναι πλέον ή βέβαιον ότι το κρανίο μου θα είχε διαλυθεί στην άσφαλτο και θα είχα αποδημήσει».
Κατ’ ακολουθίαν, ο πέμπτος λόγος της αναιρέσεως ως προς το πρώτο σκέλος του, με το οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το Εφετείο παραβίασε το, κατ’ αυτόν, ως άνω δίδαγμα της κοινής πείρας, αφού παρέλειψε να το χρησιμοποιήσει (δεχόμενο εν τέλει την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος σε ποσοστό 30% που πρότεινε η αναιρεσίβλητη, κατά τα προαναφερθέντα), υποπίπτοντας έτσι στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1β' του ΚΠολΔ, είναι σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, απορριπτέος ως απαράδεκτος.
[VI] Τέλος, καμία υπέρβαση δικαιοδοσίας, του δικάσαντος την ένδικη υπόθεση Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, διαπιστώνεται εν προκειμένω, ώστε να δημιουργείται πλημμέλεια, βασιζόμενη στο άρθρο 559 αρ.4 ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται με το δεύτερο σκέλος του πέμπτου λόγου της αιτήσεως ο αναιρεσείων. Επομένως, απορριπτέος στο σύνολό του, κατά τις προδιαληφθείσες διακρίσεις, είναι ο πέμπτος λόγος της αναιρέσεως.
[VII] Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι «οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας».
Με την νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.
Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.
Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και «στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει», και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Συγκεκριμένα πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο, σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.
Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.).
Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.
Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ.
το ασκούμενο δικαίωμα έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.
Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια, όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας.
Περαιτέρω, από το άρθρο 932 του ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διατάξεως είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του «ευλόγου» εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.
Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 του ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.
Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 του ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ’ αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος [άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος] με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του «ευλόγου» και συνακόλουθα το «εύλογο» εμπεριέχεται αναγκαίως στο «ανάλογο».
Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του. Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 9/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, σε σχέση με το ενδιαφέρον εν προκειμένω θέμα της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
«| Την 23.07.2016 και περί ώρα 23.45 ο Α. Κ. οδηγώντας την με αριθμ. … δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του, με συνεπιβάτη τον ενάγοντα, κινείτο στην περιοχή της Βάρης Αττικής. Κατά τον ίδιο χρόνο, ο πρώτος εναγόμενος, Γ. Κ., ως προς τον οποίο δηλώθηκε παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, είχε σταθμεύσει το υπ’ αριθμ.
κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «Εurolife ERB AΕΓΑ», σε χώρο στάθμευσης στο ίδιο ρεύμα κυκλοφορίας, που κινούνταν η μοτοσικλέτα στην οποία επέβαινε ο ενάγων. Κατά τον παραπάνω χρόνο ο οδηγός του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, εξήλθε από τη θέση στάθμευσης και πραγματοποίησε χωρίς καμία προειδοποίηση, αιφνίδια ανέλεγκτα αριστερό ελιγμό παραβιάζοντας τη διπλή διαχωριστική γραμμή αποτέλεσμα της ενέργειάς του αυτής ήταν να παρεμβληθεί στην πορεία της δίκυκλης μοτοσικλέτας.
Με αυτά τα δεδομένα αποκλειστικά υπαίτιος για το ένδικο ατύχημα και τις ζημιές που προκλήθηκαν από αυτό είναι ο οδηγός του ασφαλισμένου στην εναγομένη με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι αμέσως μετά το ατύχημα, ο ενάγων, μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Αττικής «ΑΣΚΛΗΠΙΕΙΟ ΒΟΥΛΑΣ», όπου υποβλήθηκε σε εξετάσεις και αξονική τομογραφία εγκεφάλου και διαγνώσθηκε ότι υπέστη οξύ υποσκληρίδιο αιμάτωμα αριστερά, μετωποκροταφοβρεγματικά μέγιστης εγκάρσιας διαμέτρου 8,5 εκαστοτά, υπαραχνοειδή αιμορραγία υπεσκηνιδιακά και πιθανότητα μετωπιαία άμφω, μετατόπιση των δομών της μέσης γραμμής κατά 9 χιλιοστά προς δεξιά με πίεση επί του κοιλιακού συστήματος.
Διαπιστώθηκαν επίσης υποφλοιώδεις θλάσεις δεξιά κροταφικά με φυσαλίδα αέρα και κάταγμα που επεκτεινόταν εγκάρσια στο σύστοιχο λιθοειδές. Κάταγμα ελεγχόταν επίσης στο δεξιό σφηνοειδές οστό με εμπιεσματική παρασχίδα εξωκράνια. Επίσης, διαπιστώθηκαν ευρύ κεφαλαιμάτωμα δεξιά κροταφοβρεγματικά, ατελής έκπτυξη υπαραχνοειδών χώρων και των περιστελεχιαίων δεξαμενών στα πλαίσια οιδήματος, πιθανό κάταγμα στο πρόσθιο τοίχωμα του δεξιού σφηνοειδούς κόλπου και το έσω παπυρώδες πέταλο του δεξιού ησθμοειδούς οστού.
Η αξονική τομογραφία ανέδειξε γραμμοειδή πνευμοθώρακα δεξιά και μόλις υποσημαινόμενη φυσαλίδα αέρα στη γλωσσίδα. Η αξονική τομογραφία κάτω κοιλίας ανέδειξε κάταγμα στον αριστερό ηβοισχιακό κλάδο, που επεκτείνεται στο ηβικό οστό στο πρόσθιο κατώτερο τοίχωμα της αριστερής κοτύλης. Επίσης, διεγνώσθη ότι υπέστη και κάταγμα στυλοειδούς απόφυσης.
Στη συνέχεια ο ενάγων νοσηλεύθηκε σε κωματώδη κατάσταση στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ) του νοσοκομείου από 24.07.2016 έως την 05.08.2016. Την 25.07.2016 λόγω επιδείνωσης του υποσκληρίδιου αιματώματος οδηγήθηκε στο χειρουργείο και έγινε αποσυμπιεστική κρανιεκτομία αριστερά κροταφοβρεγματικά με αφαίρεση του αιματώματος και τοποθετήθηκε παροχεύτευση.
Στη ΜΕΘ παρέμεινε σε καταστολή μέχρι την 29.07.2016 και σε μηχανική υποστήριξη αναπνοής μέχρι την 02.08.2016, οπότε αφυπνίστηκε και ήταν τετρακινητικός, χωρίς όμως να μπορεί να εκτελεί εντολές λόγω αφασίας πρόσληψης και δεν μπορούσε να ομιλεί με πλήρεις προτάσεις. Ο ενάγων παρέμεινε στη ΜΕΘ μέχρι τις 05.08.2016, οπότε διακομίσθηκε στη νευροχειρουργική κλινική (Ν/Χ) του νοσοκομείου, όπου παρέμεινε νοσηλευόμενος μέχρι 26.08.2016, που έλαβε εξιτήριο.
Έλαβε οδηγίες κατά την έξοδο, για νευροχειρουργική επανεξέταση σε ένα μήνα, ψυχιατρική παρακολούθηση, φυσικοθεραπεία, φαρμακευτική αγωγή KEPPRA (αντιεπιληπτικό) και του συνεστήθη αναρρωτική άδεια τριών (3) μηνών, ενώ κατόπιν εξέτασης του την 26.08.2016, από ιατρό του ΕΟΠΠΥ, κρίθηκε ανίκανος για εργασία για διάστημα τριών (3) μηνών.
Όλα τα ανωτέρω αποδεικνύονται από τα από .... ιατρικά σημειώματα, τις από .... αξονικές τομογραφίες εγκεφάλου [...].
Τέλος, την 03.03.2017 ο ενάγων εισήχθη εκ νέου στην νευροχειργουργική κλινική του Γ.Ν. Αθηνών «ΑΣΚΛΗΠΙΕΙΟ ΒΟΥΛΑΣ», όπου διαγνώσθηκε με τραυματική υποσκληρίδια αιμορραγία και μέχρι την 10.03.2017, οπότε έλαβε εξιτήριο, όπως τούτο προκύπτει από το από 10.03.2017 διοικητικό εξιτήριο ασθενούς του παραπάνω νοσοκομείου, που παραδεκτώς προσκομίζεται το πρώτο ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, ως νέο αποδεικτικό στοιχείο κατ’ άρθρο 529 παρ. 1 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι η επέμβαση έλαβε χώρα μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (16.02.2017).
Περαιτέρω, όσον αφορά την κατάσταση της υγείας του ενάγοντος, προέκυψε από τα παρακάτω αναφερόμενα έγγραφα, που παραδεκτώς προσκομίζονται ως νέα αποδεικτικά στοιχεία, συνταχθέντα μετά την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης, ότι το ατύχημα επέφερε νευρολογικές και ψυχολογικές βλάβες στον ενάγοντα. Συγκεκριμένα, με την από 07.02.2017 ιατροδικαστική γνωμοδότηση και την από 22.05.2017 συμπληρωματική του ιατροδικαστή Χ.
Κ. (που συντάχθηκε μετά την επέμβαση αποκατάστασης του οστικού ελλείμματος κρανίου), ο ανωτέρω ιατρός αποφαίνεται ότι οι κακώσεις που υπέστη ο ενάγων από το επίδικο τροχαίο, επέφεραν σε αυτόν βαριές και μη αναστρέψιμες βλάβες στην υγεία του (διαγράφηκαν από τη μνήμη του μεγάλες χρονικοί περίοδοι της προηγούμενης ζωής του, αδυναμία απομνημόνευσης, προβλήματα στο λόγο με επιβράδυνση στην ομιλία, δυσχέρεια στη χρήση των χεριών ειδικά στο δεξί, εμφανής ουλή στο κρανίο εφ' όρου ζωής, αλωπεκία και ευαισθησία στην εν λόγω περιοχή), που επηρεάζουν την καθημερινότητά του αλλά και την εξέλιξή του σε επαγγελματικό, οικογενειακό και προσωπικό επίπεδο, έχει ανάγκη, σε μόνιμη βάση, υπηρεσιών τρίτου προσώπου για την αντιμετώπιση των στοιχειωδών καθημερινών του αναγκών (ένδυση-υπόδηση-λουτρό).
Επίσης, ο ενάγων έχει εμβοές δεξιού ωτός, οι οποίες σύμφωνα με τον ωτορινολαρυγγολόγο του είναι νευρολογικής φύσεως απότοκες του τροχαίου ατυχήματος. Στις 02.08.2017 ο ενάγων υποβλήθηκε σε ηλεκτροεγκεφαλογράφημα από τον νευρολόγο Κ. Ψ., ο οποίος αναφέρει ως συμπέρασμα: «Διάγραμμα με παθολογικά ευρήματα στα πλαίσια υποκείμενης βλάβης (παλαιά ΚΕΚ)».
Με την από 27.03.2018 Ιατρική Γνωμάτευση της, η ψυχολόγος Α. Φ. βεβαιώνει ότι ο ενάγων, ο οποίος παρακολουθείται στο ιατρείο της, εμφανίζει διαταραχές γνωσιακών λειτουργιών, έντονη παρορμητικότητα, εκρήξεις θυμού, παρερμηνείες που τον οδηγούν σε ετερο- και αυτοκαταστροφική συμπεριφορά. Συναισθηματικά δεν εμφανίζει καταθλιπτικά συμπτώματα, εκφράζει όμως έλλειψη ελπίδας και απαισιοδοξία για το μέλλον και λαμβάνει αντιψυχωσική φαρμακευτική αγωγή.
Από την από 11.12.2017 γνωστοποίηση αποτελέσματος της Διεύθυνσης Ιατρικής Αξιολόγησης, προκύπτει σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. .../10.11.2017 γνωμάτευση του Υποκαταστήματος ΙΚΑ-ΕΤΑΜ/ΚΕΠΑ, ότι ο ενάγων έχει υποστεί υποσκληρίδιο αιμάτωμα με δευτεροπαθείς κρίσεις επιληψίας με καλή ανταπόκριση σε μονοθεραπεία, ενώ το συνολικό ποσοστό αναπηρίας του ανέρχεται σε 50% κατά ιατρική πρόβλεψη από 28.09.2017 έως 30.09.2018.
Από την από 15.03.2018 γνωστοποίηση αποτελέσματος αναπηρίας της ίδιας ως άνω Διεύθυνσης, διαπιστώθηκαν σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. .../16.2.2018 γνωμάτευση της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής του ΚΕΠΑ, δευτεροπαθείς επιληπτικές κρίσεις με κακή ανταπόκριση στην αγωγή και το ποσοστό αναπηρίας ανήλθε σε 67% κατά ιατρική πρόβλεψη από 28.09.2017 έως την 30-9-2018.
Τέλος με την από 13.09.2018 γνωστοποίηση της ίδιας Διεύθυνσης, διαπιστώθηκε διαταραχή μετατραυματικού στρες με συνολικό ποσοστό αναπηρίας 67% κατά ιατρική πρόβλεψη από 01.10.2018 έως 30.09.2020, του ποσοστού αυτού οφειλομένου σε ψυχιατρική πάθηση. Η σημερινή κατάσταση της υγείας του ενάγοντος, όπως σημειώνεται στην συνταχθείσα υπ’ αριθμ.
…/30-3-2018 ιατρική πραγματογνωμοσύνη του ιατρού νευροχειρουργού Γ. Μ., που διορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 520/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, σχετικής με την από 24.02.2017 μεταγενέστερη αγωγή στρεφόμενη κατά της εναγομένης, με την ίδια νομική και ιστορική βάση με την κρινόμενη αγωγή, δεν είναι βελτιωμένη σε σύγκριση με την άμεσα μετατραυματική περίοδο και έχει παραμείνει η προκληθείσα λόγω του ατυχήματος αισθητική δυσμορφία τριχωτού κεφαλής λόγω της κρανιοπλαστικής επέμβασης και της αλωπεκίας στην περιοχή του χειρουργηθέντος τραύματος αριστερά.
Επίσης, λόγω της βαριάς κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης, που υπέστη, ήτοι το οξέος υποσκληριδίου αιματώματος μετωποκροταφοβρεγματικά, του κατάγματος (ΔΕ) και της εκ του κατάγματος αυτού προκληθέντος αιματώματος, κατά την εξέτασή του ο ενάγων παρουσίαζε αδυναμία δεξιού άνω άκρου (4/5), αυξημένα τενόντια αντανακλαστικά κάτω άκρων άμφω, βραδυψυχισμό και βραδεία, άχρωμη ελαφρά δυσαρθρική ομιλία, διαταραχές μνήμης, προσωπικότητας με εκρήξεις θυμού, συγκέντρωσης, προσανατολισμού και συναισθήματος, συριγμό δεξιού ωτός, παραμόρφωση της κεφαλής αριστερά με εμπίεσμα διαμέτρου 10 εκατοστών και βάθος 3 εκατοστών, αυξημένη ευπάθεια σε λοιμώξεις, ψυχολογικές διαταραχές.
Η παραπάνω βλάβη της υγείας του συνεπάγεται ολική και μόνιμη ανικανότητα προς εκτέλεση της εργασίας του ως μάγειρα-σεφ ή άλλης εργασίας ισοδύναμης οικονομικά και κοινωνικά σε ποσοστό 70% για το υπόλοιπο της ζωής του. Για την συμπτωματολογία του μετατραυματικού οργανικού ψυχοσυνδρόμου, που προκύπτει από τη διάχυτη εγκεφαλική βλάβη, βρίσκεται υπό αντιεπιληπτική και ψυχιατρική φαρμακευτική αγωγή και δεν αναμένεται αποκατάσταση ή βελτίωση της βλάβης της υγείας του, αφού αυτή δεν δύναται να αντιμετωπισθεί με χειρουργική ή άλλη θεραπεία και είναι μόνιμη.
Χρειάζεται συνεχή παρακολούθηση για αντιμετώπιση των συμπτωμάτων με αντιεπιληπτική και ψυχιατρική αγωγή και ψυχολογική υποστήριξη. Αποδείχθηκε επίσης ότι ο ενάγων ως συνεπιβάτης της δίκυκλης μοτοσικλέτας, [...] δεν φορούσε προστατευτικό κράνος [....] η παράλειψή του αυτή συνετέλεσε αιτιωδώς στην έκταση της σωματικής του βλάβης [...], το ποσοστό δε συνυπαιτιότητας του ενάγοντος για την αιτία αυτή ανέρχεται σε 30% [...].
Περαιτέρω, λόγω του σοβαρού τραυματισμού του κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη για την οποία δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης. Λαμβανομένου δε υπόψη της αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος και του βαθμού της συγκλίνουσας υπαιτιότητας του παθόντος στην πρόκληση του ένδικου τραυματισμού του, του είδους και της έκτασης του τραυματισμού του, που περιγράφεται λεπτομερώς παραπάνω, της μερικής μόνιμης αναπηρίας που του προκάλεσε, η οποία αφορά το μετατραυματικό οργανικό ψυχοσύνδρομο, τον βραδυψυχισμό (βραδύτητα στην αντίληψη και τις αντιδράσεις), τις διαταραχές μνήμης, την διαταραχή προσωπικότητας, την παραμόρφωση της κεφαλής αριστερά, τις κινητικές δυσκολίες, οι οποίες δεν προβλέπονται ότι θα αποκατασταθούν, τη διάρκεια νοσηλείας του, της ταλαιπωρίας που δοκίμασε και θα δοκιμάζει στο μέλλον, εξ αιτίας του τραυματισμού του, της ηλικίας του (21 ετών) κατά το χρόνο του ατυχήματος και εν γένει της κοινωνικής και οικονομικής του κατάστασης, πλην της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική, το ύψος αυτής πρέπει να καθοριστεί στο ποσό των 70.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο και δίκαιο, ενόψει των ανωτέρω κριτηρίων.
Η εκκαλουμένη, επομένως, η οποία έκρινε ότι το χρηματικό ποσό της χρηματική ικανοποίησης πρέπει να καθοριστεί στο ποσό των 120.000 ευρώ, έσφαλε μερικώς|».
Με τις κρίσεις και τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, καθορίζοντας την χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης του αναιρεσείοντος στο ποσό των 70.000 ευρώ, υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού το εν λόγω ποσό κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, υπολείπεται (και μάλιστα καταφανώς) του συνήθως επιδικαζομένου σε παρόμοιες περιπτώσεις. Κατ’ ακολουθίαν, ο πρώτος λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων, επικαλούμενος την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο επιδικάζοντας σ' αυτόν το προαναφερόμενο ποσόν ως χρηματική του ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, αντί του αιτουμένου μεγαλυτέρου ποσού, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ, καθώς και την αρχή της αναλογικότητας, κρίνεται βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός παρελκούσης μετά ταύτα της, έρευνας του δεύτερου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που πλήττει το ίδιο κεφάλαιο της προσβαλλομένης απόφασης (χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης), καθώς η αναιρετική εμβέλεια του πρώτου λόγου, που έγινε δεκτός, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του ως άνω δεύτερου λόγου.
[VIII] Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το κεφάλαιο αυτής που αφορά στο ύψος της επιδικασθείσας στον αναιρεσείοντα χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης. Ακολούθως πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνιση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Η αναιρεσίβλητη, ως ηττώμενη διάδικος, πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος για την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο αναιρεσείοντα, ενόψει της νίκης του (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Γ' β' εδ. δ' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ’ άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 01.01.2016 ένδικα μέσα).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6153/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Και
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο αναιρεσείοντα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2021.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ήδη
Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ