Legislator Case Law & Legislation
1210/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against civil court damages award for psychological harm in traffic accident case.

Case Number 1210/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the First Instance Court's award of damages for psychological harm in a traffic accident case. The court found the appellate court's assessment of 50,000 euros for the widow and 40,000 euros for other relatives was within its discretionary power and did not violate the principle of proportionality. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the appellants.

Legislator headnote

AI generated

Articles 932 of the Civil Code; The court has the discretion to determine the amount of monetary compensation for moral damage or mental anguish, considering the actual circumstances without exceeding the limits of proportionality or common practice.

Keywords

AI generated
psychological harm damages moral damage compensation principle of proportionality discretionary power of court traffic accident liability appeal dismissal legal costs award

Cited Legislation

AI generated
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 932 of the Civil Code
Article 559 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1210 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1210/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΑΑΕ", που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάζαρο Χατζηθέμελη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. χας Ι. Τ., το γένος Α.. κατοίκου ..., 2) Α. Τ. του Ι., κατοίκου ...., 3) Ε. Τ. του Ι., κατοίκου ... και 4) Μ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., εκ των οποίων η 3η παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σταθόπουλο και οι 1η, 2η και 4η εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σταθόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 24-9-2020 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-3-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την με αρ. εκθ. καταθ. 2696/2015 προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή της "ΑΚΜΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΑΤΕ", επίσης μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1672/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 346/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-7-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 25-7-2019 (αρ. κατ.7165/689/2018) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αρ. 346/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών,που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο καθώς και από την σύμβαση ασφάλισης του έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (αρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ) Από τις διατάξεις του άρθρου 932 ΑΚ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, στο πλαίσιο της διακριτικής εξουσίας που έχει από το άρθρο αυτό, δύναται να καθορίσει το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης του δικαιούχου εξ αδικοπραξίας, αφού συνεκτιμήσει, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής, τα πραγματικά περιστατικά (κριτήρια καθορισμού) που τίθενται υπόψη του, όπως είναι οι συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, ο βαθμός του πταίσματος του υπόχρεου - δράστη, το είδος και οι συνέπειες της προσβολής, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου, η κοινωνική και η περιουσιακή κατάσταση των μερών, πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (ΑΠ 405/2015, ΑΠ 532/2012), χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 1361/2013).

Ο προσδιορισμός από το δικαστήριο της ουσίας του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, με κρίσιμο χρόνο εκείνον της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (ΚΠολΔ 561 § 1), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, ερειδόμενη επί του άρθρου 25 § 1 (εδάφ. δ') του Συντάγματος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ. 10/2017, 9/2015, ΑΠ 1864/2017).

Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 1863/2017, ΑΠ 747/2017).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ Ολομ., 20/2005, 28/1998, 32/1996, καθώς και ΑΠ Ολομ.

Διοικ. 14/2010, όπου και παραπομπές στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ). Δεν αρκεί, για το ορισμένο του λόγου αυτού, η ανάλυση της έννοιας που ο αναιρεσείων αποδίδει στη διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ούτε η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου, διότι μόνο με βάση τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 209/2019, ΑΠ 472/2017). Συγκεκριμένα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο προέβη στον καθορισμό της οφειλόμενης εκ του άρθρου 932 ΑΚ εύλογης αποζημιώσεως κατά παράβαση της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας που επιβάλλει το άρθρ. 25 § 1 του Συντάγματος ως και η διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ άλλως καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, επιδικάζοντας στους αναιρεσίβλητους ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης το υπέρμετρο ποσό των 50.000 ευρώ στην πρώτη αναιρεσίβλητη, σύζυγο του θανόντος και το ποσό των 40.000 ευρώ σε κάθε μία από τις λοιπές, θυγατέρες αυτού (θανόντος).

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, αφού έκρινε κατά τις σχετικές παραδοχές του, που δεν πλήττονται με την ένδικη αίτηση αναίρεσης, ότι το τροχαίο ατύχημα και ο εξ αυτού θανάσιμος τραυματισμός του Ι. Τ. συζύγου της πρώτης αναιρεσίβλητης και πατέρα των λοιπών οφείλεται σε συνυπαιτιότητα του θανόντος και του εναγόμενου οδηγού (Ι.

Κ. μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη) του με αρ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, και ο οποίος οδηγώντας το παραπάνω αυτοκίνητο, και κινούμενος με οπισθοπορεία επέπεσε στον παθόντα τον οποίο καταπάτησε, καθόρισε το ποσοστό συνυπαιτιότητας σε ποσοστό 60% για τον παραπάνω οδηγό και 40% για τον θανόντα.

Σχετικά δε με το κεφάλαιο επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης δέχτηκε τα εξής που ενδιαφέρουν στην παρούσα αναιρετική δίκη: "Ακολούθως αποδείχθηκε ότι ο θανών κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος ήταν ηλικίας 63 ετών και αυτός ήταν σύζυγος της πρώτης ενάγουσας, πατέρας των δεύτερης, τρίτης, τέταρτης εναγουσών, (ήδη αναιρεσιβλήτων) πεθερός του πέμπτου και παππούς των έκτης, έβδομης και όγδοης ηλικίας 13 ετών, 10 ετών και 10 ετών αντιστοίχως των οποίων τη γονική μέριμνα ασκούν οι δεύτερη και πέμπτος ενάγοντες, (μή διαδίκων στην δίκη αυτή) όπως τα ανωτέρω αποδεικνύονται από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από 12-12-2013, 19-2-2014 πιστοποιητικά οικογενειακής κατάστασης και από 11-12-2013 πιστοποιητικά πλησιεστέρων συγγενών του γραφείου δημοτικής κατάστασης του δήμου Σουφλίου.

Ο αδόκητος θάνατος του ανωτέρω λόγω των τραυμάτων του στο ένδικο ατύχημα προξένησε στους προαναφερθέντες ενάγοντες - συγγενείς του μεγάλο ψυχικό πόνο και θλίψη.

Συνεπώς αυτοί δικαιούνται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, η οποία ενόψει κυρίως των συνθηκών του θανάτου του, της συνυπαιτιότητος του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου Γ. Κι., της ηλικίας του θανόντος, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, πλην της ασφαλιστικής εταιρίας, ανέρχεται στο ποσό των 50.000 ευρώ στη πρώτη ενάγουσα σύζυγο του στο οποίο δεν περιλαμβάνεται ποσό 40 ευρώ το οποίο επιφυλάχθηκε αυτή να αξιώσει στο ποινικό δικαστήριο, στο ποσό των 40.000 ευρώ για έκαστο από τις δεύτερη, τρίτη, τέταρτη ενάγουσες - τέκνα του, στο οποίο επίσης δεν περιλαμβάνεται το ποσό των 40 ευρώ, το οποίο επιφυλάχθηκαν να αξιώσουν εκάστη από αυτές στο ποινικό δικαστήριο, το ποσό των 5.000 ευρώ για τον πέμπτο ενάγοντα γαμπρό του θανόντος και στο ποσό των 10.000 ευρώ για έκαστο από τα τρία εγγόνια του, και με την επιδίκαση των ποσών αυτών δεν παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας.

Συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του επεδίκασε για τη προαναφερθείσα αιτία τα ίδια ποσά ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτέου ως ουσιαστικά αβάσιμου του σχετικού λόγου έφεσης.

Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης της πρώτης αναιρεσίβλητης στο πιο πάνω ποσό, ήτοι σε αυτό των 50.000 ευρώ και των λοιπών αναιρεσιβλήτων σε αυτό των 40.000 ευρώ για την κάθε μία δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερβαίνουν μάλιστα καταφανώς, εκείνα που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο μοναδικός, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 25 παρ.1 (εδάφ.

δ' ) του Συντάγματος, άρθρου 1 πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 932 του ΑΚ, επιδίκασε στις αναιρεσίβλητες, ως εύλογη χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, από τον θανάσιμο τραυματισμό του συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών τα προαναφερόμενα ποσά, τα οποία, όμως, είναι υπερβολικά σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας (του τροχαίου ατυχήματος).

Επομένως μετά από αυτά, αφού απορριφθεί ως αβάσιμος ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Τέλος, η αναιρεσείουσα που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25 Ιουλίου 2019 με αρ. καταθ. 7165/689/2019 αίτηση για αναίρεση της 346/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Νοεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ