Legislator Case Law & Legislation
1210/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal challenging appellate court's assessment of debt amounts as legally reviewable fact evaluation.

Case Number 1210/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the first-instance court's decision on the amount of owed sums. The appellants argued that the appellate court improperly considered facts not raised during the appeal, specifically regarding the debt value. The court ruled that the appellate court correctly relied on the appellant's own complaint regarding the debt amount, which was a validly raised issue, and thus the first-instance assessment of facts was not subject to review.

Legislator headnote

AI generated

Art. 560 para. 1 and 5 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the review of factual evaluation is inadmissible when the lower court considers a fact raised by the appellant, as such matters fall within the exclusive domain of the court of first instance.

Keywords

AI generated
appeal admissibility factual evaluation review debt amount assessment appellate jurisdiction limits code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 560 para. 1 and 5 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 3/1997
Supreme Court 139/2014
Supreme Court 1720/2013
Supreme Court 2176/2009
Supreme Court 232/2009
Supreme Court 12/1997
Supreme Court 11/1996
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1210 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1210/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Α. του Σ., 2) Γ. Α. του Α., 3) Κ. Α. του Α., 4)Α. Β. του Π., 5) Μ. Β. του Ι., 6) Α. Γ. του Α., 7) Κ. Δ. του Θ., 8) Π. Δ. του Σ., 9) Α. Δ. του Σ., 10) Γ. Ζ. του Α., 11) Π. Δ. - Ζ. του Σ., 12) Δ. Κ. του Γ., 13) Ν. Κ. του Η., 14) Γ. Κ. του Δ., 15) Ζ. Κ. του Α., 16) Μ. Κ. Δ., 17) Γ. Λ. του Ν., 18)Ν. Μ. Α., 19) Ο. - Μ. Μ. του Ε., 20) Χ. Μ. του Σ., 21) Π. Π. του Α., 22) Δ. Ρ. του Α., 23) Δ. Τ. του Γ., 24) Π. Τ. του Δ. και 25) Κ. Χ. του Β., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Πρόκο, που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σφυρή, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/7/2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19/2015 του ίδιου Δικαστηρίου που έκρινε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο Ειρηνοδικείο Κορίνθου, 228/2016 του Ειρηνοδικείου Κορίνθου και 401/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20/3/2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 20.03.2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 401/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης της από 13.06.2016 εφέσεως του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 228/2016 απόφασης του Ειρηνοδικείου Κορίνθου, με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή ως προς τους 1η έως 30ο των εναγόντων και απορρίφθηκε ως προς τον ενάγοντα "...". Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση και ακολούθως, δικάζοντας επί της αγωγής απέρριψε αυτήν ως προς τους 1η, 7ο, 8ο, 13ο, 16η, 17η, 24ο, 25η των εναγόντων και δέχθηκε κατά ένα μέρος ως προς τους 2ο, 3ο, 4ο, 5ο, 6ο, 9ο, 10ο, 11ο, 12ο, 14ο, 15ο, 18ο, 19ο, 20ο, 21ο,22ο, 23ο, 26ο,27ο, 28ο, 29ο και τον 30ο των εναγόντων. Η αίτηση αναίρεσης των 1ης, 2ου,3ου, 4ου, 5ου, 6ου,7ου,8ου, 9ου, 10ου, 11ου, 12ου,13ου, 15ου, 16ης, 17ης,19ου, 20ου, 21ου, 22ου, 25ου, 26ου, 28ου,, 29ου, και 30ου των εναγόντων ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Με το άρθρο 1 § 1 του ν. 1069/1980 "Περί κινήτρων δια την ίδρυσιν Επιχειρήσεων Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως" (Α' 191) προβλέφθηκε για την άσκηση των πάσης φύσεως δραστηριοτήτων του κυκλώματος ύδρευσης και αποχέτευσης οικιστικών κέντρων της χώρας (με εξαίρεση τις πόλεις των Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Βόλου και των μειζόνων περιοχών τους), η δυνατότητα της σύστασης σε κάθε δήμο ή κοινότητα ενιαίων επιχειρήσεων ύδρευσης και αποχέτευσης, οι οποίες αποτελούν ίδια νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ) κοινωφελούς χαρακτήρα, διεπόμενα από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο, λειτουργούν με τη μορφή δημοτικής ή κοινοτικής επιχείρησης και διέπονται ως προς τη διοίκηση, οργάνωση, εκτέλεση, λειτουργία, συντήρηση των έργων της αρμοδιότητάς τους καθώς και τις πηγές της χρηματοδότησής τους από τις διατάξεις του νόμου αυτού, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα.

Οι επιχειρήσεις αυτές ύδρευσης και αποχέτευσης, διαθέτουν πλήρη νομική, διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, έναντι και αυτού του αντίστοιχου Δήμου, καθόσον ειδικότερα με τις επιμέρους ρυθμίσεις του ως άνω νόμου ορίζεται ότι: α) η δημοτική επιχείρηση ύδρευσης και αποχέτευσης, αποτελούσα, κατά τα προαναφερθέντα, αυτοτελές ΝΠΙΔ, διοικείται από ίδιο Διοικητικό Συμβούλιο (άρθρο 3 παρ.1), β) με Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας, που συντάσσεται με απόφαση του ΔΣ της επιχείρησης και εγκρίνεται από τον Υπουργό Εσωτερικών, καθορίζεται η οργάνωση, η σύνθεση και η αρμοδιότητα των υπηρεσιών, ο αριθμός των θέσεων του πάσης φύσεως προσωπικού της, το οποίο συνδέεται με την επιχείρηση με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ανάλογα προς τις ανάγκες της επιχείρησης, η κατά μισθολογικά κλιμάκια κατανομή των θέσεων αυτού κατά ομάδες ειδικοτήτων και ανάλογα με τη βαθμίδα εκπαίδευσης, οι αποδοχές, καθώς και ο τρόπος πρόσληψης και απόλυσης και το αρμόδιο προς τούτο όργανο (άρθρο 7 παρ. 1 και 2), γ) η επιχείρηση έχει ιδία περιουσία και δικούς της πόρους (άρθρα 8 και 10), δ) η οικονομική διαχείριση της επιχείρησης ενεργείται με βάση δικό της προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων, έχει δε η επιχείρηση δική της, αυτοτελή, ταμειακή υπηρεσία και διατάκτης αυτής είναι ο Γενικός Διευθυντής σε σύμπραξη με τον προϊστάμενο των οικονομικών υπηρεσιών της επιχείρησης (άρθρο 17 παρ. 1), ε) τα σχετικά με τη λειτουργία και διαχείριση της επιχείρησης, σύμφωνα με τις γενικής παραδοχής λογιστικές και οργανωτικές αρχές, ρυθμίζονται κάθε φορά με κανονισμούς που συντάσσονται και ψηφίζονται από το ΔΣ της επιχείρησης και ελέγχονται από το οικείο δημοτικό συμβούλιο (άρθρο 21 παρ.1).

Περαιτέρω, ο Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων (ν. 3463/2006, Α' 114), στο άρθρο 252 και υπό τον τίτλο ' ' Επιχειρήσεις Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης' ' , ορίζει ότι : ' ' 1) Οι Δήμοι ...μπορούν να συνιστούν ή να συμμετέχουν σε επιχειρήσεις, οι οποίες καλούνται επιχειρήσεις ΟΤΑ, σύμφωνα με τις παρακάτω ρυθμίσεις ...4. Επιχειρήσεις ΟΤΑ που συνιστώνται βάσει ειδικών διατάξεων νόμου, οι οποίες διέπουν την οργάνωση και λειτουργία τους, αποτελούν αντίστοιχες επιχειρήσεις ΟΤΑ ειδικού σκοπού. 5.

Οι επιχειρήσεις των προηγουμένων παραγράφων αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου.....' ' , στο άρθρο 255 παρ. 1 ότι ' ' Οι κοινωφελείς επιχειρήσεις διοικούνται από διοικητικό συμβούλιο, αποτελούμενο από επτά (7) έως έντεκα (11) μέλη, τα οποία ορίζονται μαζί με τους αναπληρωτές τους από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο...' ' , στο άρθρο 256 ορίζει ότι ' ' Οι αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης εγκρίνονται από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο, αν αυτές αφορούν:

α. Την ψήφιση του προϋπολογισμού, του ισολογισμού και της έκθεσης πεπραγμένων, β. Την αγορά ή εκποίηση ακινήτων, γ. τη διάθεση καθαρών κερδών ή τη διενέργεια επενδύσεων, δ. Την αύξηση του κεφαλαίου της επιχείρησης, ε. Τη συγχώνευση ή λύση της επιχείρησης, στ. Τη σύναψη δανείων..., ενώ στο άρθρο 257 παρ.1 αυτού ορίζεται ότι ' ' Το διοικητικό συμβούλιο της επιχείρησης συντάσσει υποχρεωτικά τους ακόλουθους κανονισμούς:

α. Εσωτερικό Κανονισμό Υπηρεσιών, με τον οποίο καθορίζονται η οργάνωση, η διάρθρωση και οι αρμοδιότητες των επιχειρήσεων, οι θέσεις του προσωπικού κατά ειδικότητα, καθώς και το ανώτατο όριο αυτού, β. Κανονισμό Προσωπικού, γ. Κανονισμό Οικονομικής Διαχείρισης. Περαιτέρω, στο άρθρο 259 παρ. 1 του ΔΚΚ ορίζεται ότι ' ' Η δημοτική επιχείρηση είναι δυνατόν να χρηματοδοτείται από τον οικείο δήμο για τις δραστηριότητές της, μετά από σχετική απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, η οποία λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία των μελών του...' ' και, τέλος, στο άρθρο 260 παρ. 1, 3 και 5 αντίστοιχα ότι ' ' Η Διαχείριση των κοινοτικών επιχειρήσεων γίνεται σύμφωνα με ιδιαίτερο προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων και είναι ανεξάρτητος από την υπόλοιπη δημοτική ή κοινοτική Διαχείριση' ' , ' ' Η έγκριση του προϋπολογισμού της επιχείρησης από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο, λαμβάνει χώρα το αργότερο εντός μηνός από την ψήφιση του προϋπολογισμού του οικείου ΟΤΑ' ' και ' ' Ο δήμος ή η Κοινότητα δεν ευθύνεται για οφειλές ή οποιεσδήποτε υποχρεώσεις είχε αναλάβει η επιχείρηση έναντι τρίτων...' ' .

Εξάλλου, οι ... τόσο κατά το ευρωπαϊκό όσο και κατά το εθνικό δίκαιο δεν ανήκουν στο Κράτος ή στο Δήμο, δεν επιχορηγούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό και σε κάθε περίπτωση δεν συγκαταλέγονται στους φορείς της ' ' Γενικής Κυβέρνησης' ' . Ειδικότερα, με το άρθρο 2 του ν. 3871/2010 (Α' 141) προστέθηκε άρθρο 1Β στο ν. 2362/1995 (Α' 247) περί Δημοσίου Λογιστικού, με το οποίο, ορίσθηκαν τα εξής: ' ' 1.

Δημόσιος τομέας: περιλαμβάνει τη Γενική Κυβέρνηση και τις δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3, καθώς και τους δημόσιους οργανισμούς, κατά την έννοια της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005 (Α' 314). 2. Γενική Κυβέρνηση: περιλαμβάνει την Κεντρική Κυβέρνηση, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, πρώτου και δεύτερου βαθμού (ΟΤΑ) και τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης (ΟΚΑ), σύμφωνα με τα κριτήρια του Ευρωπαϊκού Συστήματος Λογαριασμών (ΕΣΟΛ). 3.

Κεντρική Κυβέρνηση: περιλαμβάνει την Κεντρική Διοίκηση και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, καθώς και τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που ελέγχονται και χρηματοδοτούνται κυρίως από την Kεντρική Διοίκηση, εκτός ΟΤΑ και ΟΚΑ. 4. Κεντρική Διοίκηση ή Δημόσιο ή Κράτος: περιλαμβάνει την προεδρία της Δημοκρατίας, τα Υπουργεία και τις Αποκεντρωμένες Διοικήσεις, καθώς και τις Ανεξάρτητες Αρχές...' ' .

Εξάλλου, με το άρθρο 50 παρ. 1εδ. α' του ν. 3943/2011 (Α' 66) προστέθηκε στην παράγραφο 2 του άρθρου 1Β του άνω νόμου 2362/1995 τελευταίο εδάφιο, σύμφωνα με το οποίο ' ' Αναλυτικά τα νομικά πρόσωπα που περιλαμβάνονται στην Κεντρική Κυβέρνηση, τους ΟΤΑ και τους ΟΚΑ προσδιορίζονται από το Μητρώο Φορέων Γενικής Κυβέρνησης που τηρείται με ευθύνη της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής' ' .

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι οι φορείς που περιλαμβάνονται στον τομέα της Γενικής Κυβέρνησης καθορίζονται κατ' αρχήν από το νόμο. Για την κατάταξη, όμως, ενός νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου στον τομέα της Γενικής Κυβέρνησης απαιτείται προηγούμενη κρίση σχετικά με τη συνδρομή των τασσόμενων στις οικείες διατάξεις κριτηρίων.

Δηλαδή, προκειμένου να υπαχθεί ένα νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου στον τομέα της Γενικής Κυβέρνησης, εξετάζεται αν το εν λόγω πρόσωπο ελέγχεται και χρηματοδοτείται κατά κύριο λόγο από την Κεντρική Διοίκηση (Ολ ΣΤΕ 3404/2014, ΣΤΕ 2497/2013).

Συνεπώς, οι δημοτικές επιχειρήσεις ύδρευσης και αποχέτευσης, που αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, διεπόμενα από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, έχουν διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, διαθέτοντας ίδια διοίκηση, ανεξάρτητη ταμειακή υπηρεσία και ιδιαίτερο προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων, με βάση τον οποίο γίνεται η οικονομική διαχείρισή τους, ίδια περιουσία και δικούς τους πόρους, ανεξάρτητη και αυτοτελή εσωτερική οργάνωση και λειτουργία με βάση κανονισμούς που συντάσσονται από τα όργανα διοίκησης αυτών, δεν υπάγονται στην κατηγορία των ΟΤΑ, ούτε στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, από τον οποίο αντιθέτως ρητά εξαιρούνται (ΑΠ 2063/2014, 15/2013, 1675/2010, 1584/2010), ούτε ελέγχονται από την Κεντρική Διοίκηση, κατά την έννοια των σχετικών ορισμών του Ευρωπαϊκού Συστήματος Εθνικών και Περιφερειακών Λογαριασμών της Κοινότητας, στους οποίους παραπέμπουν και οι διατάξεις του άρθρου 1Β του ν. 2362/1995 και, ως εκ τούτου, δεν συντρέχει κανένα από τα δύο σωρευτικά τιθέμενα στις οικείες διατάξεις κριτήρια για την κατάταξή τους από την ΕΛΣΤΑΤ στον τομέα της Γενικής Κυβέρνησης και την ένταξή τους στο Μητρώο Φορέων Γενικής Κυβέρνησης.

Περαιτέρω, ο ν. 4024/2011 ' ' Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο-βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015' ' (Α' 226), ορίζει στο Κεφάλαιο Δεύτερο αυτού και υπό τον τίτλο ' ' Σύστημα βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του Κράτους, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α' και Β' βαθμού και άλλων φορέων του Δημόσιου Τομέα και συναφείς διατάξεις' ' , τα εξής:

στο άρθρο 4 ότι ' ' Στις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ): α) του Δημοσίου, β) των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), πρώτου και δεύτερου βαθμού, γ) των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ)... (παρ. 1).

Υπάλληλοι και λειτουργοί που δεν εμπίπτουν ευθέως στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου... εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 17 (παρ. 2). Στο άρθρο 6 ότι: ' ' 1. Οι θέσεις όλων των κατηγοριών εκπαίδευσης-Πανεπιστημιακής εκπαίδευσης (ΠΕ), Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΤΕ), Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ) και Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης (ΥΕ)- κατατάσσονται σε έξι (6) συνολικά βαθμούς, κατά φθίνουσα σειρά, ως εξής:

Βαθμός Α, Βαθμός Β, Βαθμός Γ, Βαθμός Δ, Βαθμός Ε, Βαθμός ΣΤ. 2...... 3. Εισαγωγικός βαθμός για όλες τις κατηγορίες εκπαίδευσης προσωπικού είναι ο Βαθμός ΣΤ ... και καταληκτικός ο Βαθμός Α για την ΠΕ και ΤΕ κατηγορία, ο Βαθμός Β για την ΔΕ κατηγορία και ο Βαθμός Γ για την ΥΕ κατηγορία' ' . Εξάλλου, στο άρθρο 12 του νόμου αυτού καθορίζεται το σύστημα μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του άρθρου 4 και στο άρθρο 14 καθορίζονται οι μηνιαίες αποδοχές κάθε υπαλλήλου.

Περαιτέρω, στο άρθρο 29 παρ. 2 του ίδιου νόμου , όπως τροποποιήθηκε από τότε που ίσχυσε με το άρθρο 3 παρ. 3 της ΠΝΠ 16/16-12-2011 (Α' 262), ορίζεται ότι ' ' Σε περίπτωση που από τις ρυθμίσεις των διατάξεων του Κεφαλαίου αυτού προκύπτουν συνολικές μηνιαίες αποδοχές μεγαλύτερες από αυτές που έπαιρναν οι δικαιούχοι τους κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος Κεφαλαίου, η προκαλούμενη αύξηση καταβάλλεται ως εξής:

α)....... Εφόσον προκύπτει μείωση, η οποία είναι μεγαλύτερη κατά ποσοστό του 25% των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, η συνολική μείωση κατανέμεται ως εξής: α) 25% μείωση επί των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου με την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, β) η υπερβάλλουσα μείωση ισόποσα σε χρονικό διάστημα δύο (2) ετών, το οποίο αρχίζει ένα έτος μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου. 3. ....4.

Τα θέματα του Κεφαλαίου αυτού δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων' ' . Εξάλλου, στο άρθρο 31 του ίδιου νόμου και υπό τον τίτλο ' ' Αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα' ' , ορίζονται τα ακόλουθα: ' ' 1. α) Στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) που ανήκουν στο κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ.

ή σε Ο.Τ.Α., κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους...

εφαρμόζεται ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών προσωπικού σύμφωνα με τα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους... β) Το ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβής προσωπικού εφαρμόζεται και στις δημόσιες επιχειρήσεις, οργανισμούς και ανώνυμες εταιρείες που υπάγονται στο Κεφάλαιο Β` του ν. 3429/2005, καθώς και στις θυγατρικές τους, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις... 2. ... 3.

Για τους εργαζόμενους στους φορείς της υποπαραγράφου 1α με σχέση εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου, το ανώτατο όριο των μηνιαίων τακτικών αποδοχών για κάθε εκπαιδευτική κατηγορία ΥΕ, ΔΕ, ΤΕ και ΠΕ ισούται με το αντίστοιχο ανώτατο όριο που προκύπτει κατ` εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου για τους υπαλλήλους με αντίστοιχη σχέση εργασίας (ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου) στο Δημόσιο.... 4.

Το μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά, εξαιρουμένων των εργοδοτικών εισφορών, των φορέων της υποπαραγράφου 1α του παρόντος άρθρου, απαγορεύεται να υπερβαίνει τα χίλια εννιακόσια (1.900) ευρώ το μήνα ... Αν με την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου, προκύπτει μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά, του πάσης φύσεως προσωπικού του φορέα, μικρότερο του 65% του μέσου κατά κεφαλή αντίστοιχου κόστους του φορέα, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί κατά την 31.12.2009, ισχύει ως όριο, το ως άνω όριο του 65%." (το τελευταίο εδάφιο της παρ. 4 προστέθηκε με την παρ.4 του άρθρου 1 της από 31.12.2011 Π.Ν.Π (Α' 268). 5... 6. .. 7.

Οι διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 29 εφαρμόζονται αναλογικά και στους εργαζόμενους των φορέων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος άρθρου, εφόσον προκύπτει μείωση των συνολικών μηνιαίων αποδοχών τους μεγαλύτερη από το ποσοστό που ορίζεται στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 29. 8.... 9.

Από την έναρξη ισχύος του παρόντος Κεφαλαίου καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρος συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας, που καθορίζει αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές που υπερβαίνουν τα ανώτατα κατά περίπτωση όρια που ορίζονται στις προηγούμενες παραγράφους' ' .

Τέλος, στο άρθρο 32 παρ. 4 ορίζεται ότι ' ' Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου αρχίζει την 1-11-2011' ' . Περαιτέρω, ενόψει του διέποντος το αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ νομοθετικού πλαισίου, για το οποίο έγινε λόγος παραπάνω, πρόδηλο κατά αρχάς είναι ότι, ανεξαρτήτως της μη τακτικής επιχορήγησής του από το δημοτικό προϋπολογισμό, που δεν τάσσεται από το νόμο σωρευτικά με τις λοιπές προϋποθέσεις, το ως άνω ΝΠΙΔ συγκαταλέγεται στα ΝΠΙΔ της υποπαραγράφου 1α του άρθρου 31 του ν. 4024/2011, αφού:

α) επιδιώκει σκοπό δημοσίου συμφέροντος, συνιστάμενο στην παροχή ζωτικής σημασίας για το κοινωνικό σύνολο υπηρεσιών, β) τα μέλη του διοικητικού του συμβουλίου ορίζονται από το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου ... και γ) τελεί υπό την εποπτεία του τελευταίου και του Γενικού Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης.

Ως εκ τούτου, υπό το καθεστώς του νόμου αυτού, οι αποδοχές του προσωπικού της Επιχείρησης Ύδρευσης και Αποχέτευσης ... εξαιρέθηκαν μεν της εφαρμογής του μισθολογίου που καθιερώθηκε για τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, υπήχθησαν, όμως, από 1-11-2011, σε διπλό περιορισμό ανωτάτου ορίου, με κριτήρια αφενός την κατηγορία εκπαίδευσης, σε συνάρτηση με τις αποδοχές που προέβλεπε για κάθε κατηγορία το μισθολόγιο, αφετέρου το μέσο μισθολογικό κόστος, το οποίο δεν θα μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό των 1900 ευρώ το μήνα, ούτε, όπως εσπευσμένα και με σκοπό την αποτροπή υπέρμετρων μειώσεων (βλ.

την εισηγητική έκθεση του ν. 4047/2012) ορίσθηκε με την από 31-12-2011 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, αντιστοίχως προς τα εξ αρχής ισχύοντα για τις εισηγμένες σε οργανωμένη αγορά (χρηματιστήριο) εταιρείες του Δημοσίου, για τις οποίες προνοεί η υποπαράγραφος 1β του ίδιου ως άνω άρθρου- το 65% του μέσου κατά κεφαλή κόστους της 31-12-2009.

Προβλέφθηκε δε, κατ' αναλογία των σχετικώς οριζομένων στο άρθρο 29 για τους υπαλλήλους του στενού δημόσιου τομέα, σύγκριση των νέων αποδοχών των μισθωτών της με εκείνες που ελάμβαναν κατά τον προηγούμενο της θέσης σε ισχύ του προαναφερόμενου περιορισμού μήνα, δηλαδή τον Οκτώβριο του έτους 2011 και συντρεχούσης περίπτωσης, άμεση περικοπή έως και του 25% αυτών, με την τυχόν επιπλέον μείωση, που συνεπαγόταν ο περιορισμός, να κατανέμεται σε ισόποσες μεταξύ τους περικοπές την 1-11-2012 και την 1-11- 2013.

Τέλος, κατ' εφαρμογή του ν.4046/2012 ' ' Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Ε.Τ.Χ.Σ.) της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας' ' ( Α' 28) και στο πλαίσιο του εκεί τεθέντος στόχου της επίτευξης, με δημοσιονομικές παρεμβάσεις, πρωτογενούς πλεονάσματος της Γενικής Κυβέρνησης, που θα επέτρεπε τη σταθεροποίηση, σε πρώτη φάση, και τη μείωση, στη συνέχεια, του δημοσίου χρέους, εκδόθηκε ο ν. 4093/2012 ' ' Έγκριση Μεσοπροθέσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016- Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν.4046/2012 και του Μεσοπροθέσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής στρατηγικής 2013-2016' ' ( Α' 222), ο οποίος στην παράγραφο Γ' υποπαράγραφο Γ.1. ' ' Ρυθμίσεις Θεμάτων Γενικής Γραμματείας Δημοσιονομικής Πολιτικής' ' του άρθρου πρώτου ορίζει ότι 1. ...2 ' ' Αναστέλλεται μέχρι 31-12- 2016, η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 19 και της περίπτωσης β' του τελευταίου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011(Α' 226).

Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου ισχύουν από 31-10- 2012' ' ... 3....12 ' ' Οι διατάξεις του Κεφαλαίου Δεύτερου του ν. 4024/2011 που αφορούν το βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων του άρθρου 4 του ίδιου νόμου, έχουν ανάλογη εφαρμογή, από 1.1.2013, και στο προσωπικό των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), που ανήκουν στο Κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ.

ή σε Ο.Τ.Α., κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους...

Από την έναρξη ισχύος των διατάξεων της παρούσας περίπτωσης, για τους ανωτέρω παύουν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 31 του ν. 4024/2011, εκτός από αυτές της παραγράφου 2' ' . Με το άρθρο 31 παρ. 1 του ν. 4354/2015 (ΦΕΚ Α' 176/16-12-2015) προστέθηκε στο τέλος της περίπτωσης 2 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ' του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 νέο εδάφιο, το οποίο έχει ως εξής ' ' Για τους υπαλλήλους των φορέων της περίπτωσης 12, η αναστολή των διατάξεων του πρώτου εδαφίου ισχύει από 1-1-2013' ' .

Όσον αφορά τη διάταξη αυτή, πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Το άρθρο 2 του ΑΚ εκφράζει τη γενικότερη αρχή του δικαίου περί μη αναδρομικότητας των νόμων, που αποβλέπει στην κατά το δυνατό βεβαιότητα των δικαιωμάτων, στην ασφάλεια των συναλλαγών και στη σταθερότητα δικαίου, η οποία (αρχή) όμως δεν κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και έτσι η διάταξη αυτή δεν έχει αυξημένη τυπική ισχύ.

Επομένως, ο κοινός νομοθέτης δεν κωλύεται, κατ' αρχήν, να προσδώσει στο νόμο αναδρομική δύναμη, με περιορισμό στη μη προσβολή συνταγματικώς προστατευόμενων δικαιωμάτων. Στο νόμο δε μπορεί να δοθεί αναδρομική δύναμη ρητά ή σιωπηρά (έμμεσα), όταν, δηλαδή, από την έννοια και το σκοπό του συνάγεται νομοθετική βούληση περί αναδρομικής ισχύος του, ώστε να ρυθμιστούν και περασμένα γεγονότα ή σχέσεις του παρελθόντος.

Εξαιρέσεις από το επιτρεπτό της αναδρομικής ισχύος του νόμου προβλέπονται στα άρθρα 7 παρ. 1 και 78 παρ 2 του Συντάγματος. Από την απόλυτη απαγόρευση στο Σύνταγμα της αναδρομικότητας αυτών των κατηγοριών νόμων συνάγεται ότι στις άλλες περιπτώσεις η αναδρομική ισχύς είναι μεν επιτρεπτή, δεν μπορεί, όμως, να υπερβεί τα όρια που θέτουν τα άρθρα 4 και 17 του Συντάγματος, καθώς και οι υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκαν με το ν.δ. 53/1974.

Ο νομοθέτης δεν μπορεί, σε κάθε περίπτωση, ενόψει των παραπάνω συνταγματικών διατάξεων, με την ευκαιρία τέτοιων αναδρομικών ουσιαστικών ρυθμίσεων, να θεσπίζει απόσβεση των απαιτήσεων που απορρέουν από τις ρυθμίσεις αυτές, εφόσον γι' αυτές έχουν εκδοθεί τελεσίδικες αποφάσεις δικαστηρίων ή υπάρχουν εκκρεμείς δίκες ενώπιον του αναιρετικού δικαστηρίου, ούτε μπορεί να καταργεί τις δίκες αυτές, διότι άλλως θα αφαιρείτο η διαφορά από το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου είναι εκκρεμής, κατά παράβαση του άρθρου 26 του Συντάγματος, θα παραβιαζόταν η αρχή της τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων, καθώς και η αρχή της ισότητας των όπλων που διαθέτουν οι διάδικοι και θα ευνοείτο ο ένας απ' αυτούς, συνήθως ο φορέας της δημόσιας εξουσίας (Ολ ΣΤΕ 3368/2015, ΑΠ 1127/2006).

Έτσι, με τις προμνησθείσες διατάξεις, ως προς μεν τους εξ αρχής υπαχθέντες στο μισθολόγιο του ν.4024/2011 υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, ανεστάλησαν έως τις 31-12-2016 οι περαιτέρω (πλέον του 25%, σε σύγκριση με εκείνες του μηνός Οκτωβρίου του έτους 2011) περικοπές αποδοχών, που τυχόν συνεπάγονταν, κατά τα οριζόμενα στον ίδιο νόμο, η εφαρμογή του μισθολογίου αυτού.

Εξ ετέρου, όμως, από 1-1-2013 υπήχθη στο μισθολόγιο του στενού δημόσιου τομέα, από το οποίο μέχρι τότε εξαιρείτο, και το προσωπικό των Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης, με συνέπεια, όχι μόνο την άρση του ορίου της συνολικής μείωσης έως του 65% των αποδοχών της 31-12-2009, το οποίο λίγους μήνες νωρίτερα είχε ο νομοθέτης εισαγάγει, αλλά και την εφεξής κατάργηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τον καθορισμό των αποδοχών της συγκεκριμένης κατηγορίας μισθωτών, που καταλαμβάνονται πλέον από τη ρύθμιση της παραγράφου 4 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011.

Εν όψει των προεκτεθέντων, εφόσον ο νομοθέτης δεν διακρίνει ειδικότερα και ενόψει του ότι οι ως άνω ρυθμίσεις επιφέρουν, μονομερώς, μείωση των καταβαλλόμενων αποδοχών, χωρίς αντίστοιχη μείωση της παροχής εργασίας, συνιστούν κατ' αρχήν μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής σύμβασης, εισάγουν εξαιρετικό δίκαιο και δεν χωρεί διασταλτική ερμηνεία τους.

Ως εκ τούτου πρέπει να γίνει δεκτό ότι η αναστολή της υπερβάλλουσας μείωσης καταλαμβάνει τόσο τους υπαλλήλους του στενού δημόσιου τομέα, στους οποίους η συγκεκριμένη διάταξη της περίπτωσης 12 της υποπαραγράφου Γ 1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 εφαρμοζόταν ευθέως, όσο και τους εργαζομένους των Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης, στους οποίους εφαρμοζόταν έως τις 31-12-2012 αναλόγως (άρθρο 31 παρ. 7 του ν. 4024/2011), ενώ από την 1-1-2013 η ίδια διάταξη εφαρμόζεται ευθέως, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να έχουν υποστεί ήδη τις αντίστοιχες μειώσεις κατά 25% επί των καταβαλλόμενων αποδοχών τους (βλ.Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου- Πρακτικό αυτής της 17ης Γενικής Συνεδρίασης της 24-9- 2014).

Αντίθετη ερμηνεία, ότι, δηλαδή, λόγω της επέκτασης του ενιαίου μισθολογίου στον ευρύτερο δημόσιο τομέα με το ν. 4093/2012 οι εργαζόμενοι έπρεπε να υποστούν νέα μείωση αποδοχών μέχρι του ποσοστού 25%, σε σχέση με τις αποδοχές που ελάμβαναν στις 31-12-2012, παρότι είχαν ήδη υποστεί μείωση αποδοχών μέχρι 25% κατ' εφαρμογή του ν. 4024/2011, δεν βρίσκει έρεισμα στο νόμο (AΠ 113/2017, ΑΠ 829/2018, ΑΠ 1097/2018).

Kατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ (όμοιας με εκείνη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ), αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Εξάλλου, λόγος αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ.2 του ΚΠολΔ προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγo αναίρεσης από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή οσάκις υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 573/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες με την ένδικη αγωγή ισχυρίσθηκαν ότι είναι υπάλληλοι του εναγόμενου και ήδη εκκαλούντος Ν.Π.Ι.Δ. (δημοτικής επιχείρησης) που έχει ως σκοπό την παροχή υπηρεσιών κοινής ωφέλειας στους πολίτες του Δήμου ..... με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου όπως οι κατηγορίες, ειδικότητες και οι ημεροχρονολογίες των συμβάσεων εργασίας ειδικότερα περιγράφονται στην αγωγή.

Ότι δυνάμει των διατάξεων του ν. 4024/2011 (άρθρα 29 και 31 αυτού) οι καταβαλλόμενες αποδοχές τους μειώθηκαν κατά ποσοστό 25% από την 27- 11-2011. Ότι δυνάμει της διάταξης του άρθρου πρώτου παραγράφου Γ υποπαραγράφου Γ.1.12 ν. 4093/2012 (ΜΝΗΜΟΝΙΟ III) οι ως άνω ενάγοντες εντάχθηκαν στο βασικό κορμό διατάξεων του ενιαίου μισθολογίου για του δημοσίους υπαλλήλους και εν συνεχεία μετά την ψήφιση του ανωτέρω νόμου εκδόθηκε η υπ' αριθμ 2/85127/0022-22- 11-2012 εγκύκλιος της 22ης διεύθυνσης μισθολογίου όπου κατ' ερμηνείας αυτής το εναγόμενο επέφερε εκ νέου μείωση στις αποδοχές των εναγόντων κατά ποσοστό 25%.

Συνολικά δε οι αποδοχές αυτών μειώθηκαν κατά ποσοστό 55%. Ότι σύμφωνα με τον ως άνω νόμο (4093/2012) ανεστάλη από 31-10-2012 έως 31-12-2016 η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 29§2 περ.β' εδ. τελευταίο ν. 4024/2011, περί περαιτέρω περικοπής επί των καταβαλλόμενων αποδοχών τους. Ότι το εναγόμενο, είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου κοινωφελούς χαρακτήρα και διέπεται από τους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου, δεν υπάγεται στην έννοια του ευρύτερου δημόσιου τομέα και συνακόλουθα δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του νόμου 4093/2012, διότι βρίσκεται υπό καθεστώς πλήρους διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας και δεν επιχορηγείται ούτε από τους Δήμους ούτε από κανένα δημόσιο φορέα.

Επικουρικά ισχυρίζονται ότι σε περίπτωση που γίνει δεκτή η ως άνω ερμηνεία της διάταξης του ν. 4093/2012 για την ένταξή τους στο ενιαίο μισθολόγιο και την περαιτέρω περικοπή του μισθού τους κατά 25%, αυτή η δεν Θα πρέπει να εφαρμοσθεί. ως αντιτιθέμενη σας διατάξεις των άρθρων 288 ΑΚ, 22§1εδ.β' του Συντάγματος και 119 της ΣυνθΕΟΚ, από τις οποίες απορρέει η αρχή της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων, ενώ συνιστά και προσβολή της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης προς το κράτος (άρθρο 5§1 Συντάγματος), παράβαση των άρθρων 4§5 και 22 του Συντάγματος, καθώς και παράβαση του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ κατά τα αναλυτικά στην αγωγή εκτιθέμενα.

Ενόψει αυτών ζήτησαν: α) να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ. να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους, καταβάλλοντάς τους τις αποδοχές τους, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί την 31-10-2012, καθώς και να αναγνωριστεί ότι η σύμβαση εργασίας τους με το εναγόμενο διέπεται από την αναφερόμενη στην αγωγή συλλογική σύμβαση εργασίας και ότι η εγκύκλιος με αριθμ.

πρωτ. οικ. 2/85127/0022/22.11.2012 της Διεύθυνσης 22η Μισθολογίου της Γενικής Διεύθυνσης Μισθών του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω και β) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στον κάθε ενάγοντα τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά, οφειλόμενα στο πλαίσιο της εργασιακής τους σχέσης, άλλως επικουρικά κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις και άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, 1) απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης έννομου συμφέροντος ως προς τον με στοιχεία Β της αγωγής διάδικο, 31υ των εναγόντων Σύλλογο με την επωνυμία "... , 2) απέρριψε α) ως μη νόμιμο το αίτημα να αναγνωριστεί ότι η σχέση εργασίας αυτών διέπεται από την με αριθμό ΠΚ 5/24-04-2012 συλλογική σύμβαση εργασίας και β) το παρεπόμενο αίτημα της καταβολής τόκων επί των αιτούμενων με την αγωγή ποσών από την δήλη μέρα που έκαστο κατέστη απαιτητό λόγω αοριστίας αυτού, 3) έκρινε την αγωγή νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε το εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ.

α) να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους, καταβάλλοντας σ'αυτούς τις αποδοχές, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί την 31-10-2012, β) αναγνώρισε ότι η εγκύκλιος με αριθμό πρωτ οικ 2/85127/0022-22-11-2012 εγκύκλιος της 22ης διεύθυνσης μισθολογίου με θέμα "κοινοποίηση μισθολογικών διατάξεων" δεν έχει εφαρμογή στη σχέση εργασίας των εναγόντων, γ) υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει σε έκαστο εξ αυτών τα αιτούμενα με την αγωγή ποσά.

Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους του εναγομένου Ν.Π.Ι.Δ, το Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου δικάζοντας ως εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, όσον αφορά τους αναιρεσείοντες, τα ακόλουθα: "Με την υπ' αριθ. 97/1981 απόφαση του δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου ......, η οποία εγκρίθηκε με το υπ' αριθ.

Π.Δ. 286/03.04.1982, συστάθηκε το εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο, ως ίδιο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου κοινωφελούς χαρακτήρα (ΠΔ 286/1992, ΦΕΚ Α' 51/29-04-1982), διεπόμενο από τις διατάξεις του Ν. 1069/1980 και αυτές του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, με την επωνυμία "...". Σύμφωνα με την ίδια απόφαση, ως προς τους πόρους της η απόφαση του διοικητικού συμβουλίου επαναλάμβανε τα οριζόμενα στο άρθρο 10 του ν. 1069/1980 και συνακόλουθα προέβλεπε χρηματοδότησή της εταιρίας από το πρόγραμμα των δημοσίων επενδύσεων, ενώ το διοικητικό συμβούλιο αυτής αποτελούνταν από το Δήμαρχο ως πρόεδρο και 8 μέλη και προέρχονταν σε ίσο αριθμό από δημοτικούς συμβούλους και κατοίκους του δήμου που είχαν πείρα και γνώσεις σχετικά με το αντικείμενο της επιχείρησης.

Εν συνεχεία με την υπ' αριθμ 10/184/1999 ΑΔΣ .... τροποποιήθηκε η καταστατική πράξη της ως άνω εταιρίας και ορίστηκε ότι η επιχείρηση θα διοικείται από ενδεκαμελές διοικητικό συμβούλιο τα μέλη του οποίου θα ορίζονται 6 από τους αιρετούς εκπροσώπους του Δήμου εκ των οποίων ένας προερχόμενος από τη μειοψηφία, ένα μέλος εκπρόσωπος των εργαζομένων στην επιχείρηση, ένα μέλος εκπρόσωπος του τεχνικού επιμελητήριου και τρεις κάτοικοι του Δήμου που έχουν πείρα η γνώσεις σχετικές με το αντικείμενο της επιχείρησης.

Αναφορικά δε με τις αποδοχές του προσωπικού της. οι εργαζόμενοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου αυτής (τακτικό προσωπικό) αμείβονταν με την κλαδική ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης όλης της χώρας. Κατ' επίκληση των διατάξεων, που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, το ΝΠΙΔ με την επωνυμία "..." ανεξαρτήτως της μη τακτικής επιχορήγησής του από το δημοτικό προϋπολογισμό, συγκαταλέγονταν στα ΝΠΙΔ της υποπαραγράφου Ια του άρθρου 31 του ν. 4024/2011, αφού:

α) επιδιώκει σκοπό δημοσίου συμφέροντος, συνιστάμενο στην παροχή ζωτικής σημασίας για το κοινωνικό σύνολο υπηρεσιών, β) τα μέλη του διοικητικού του συμβουλίου ορίζονται από το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου και γ) τελεί υπό την εποπτεία του τελευταίου και του Γενικού Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης.

Ως εκ τούτου, υπό το καθεστώς του νόμου αυτού, οι αποδοχές του προσωπικού της Επιχείρησης Ύδρευσης και Αποχέτευσης εξαιρέθηκαν μεν της εφαρμογής του μισθολογίου που καθιερώθηκε για τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, υπήχθησαν, όμως, από 1-11-2011, σε διπλό περιορισμό ανωτάτου ορίου, με κριτήρια αφενός την κατηγορία εκπαίδευσης, σε συνάρτηση με τις αποδοχές που προέβλεπε για κάθε κατηγορία το μισθολόγιο, αφετέρου το μέσο μισθολογικό κόστος, το οποίο δεν θα μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό των 1900 ευρώ το μήνα, ούτε, όπως εσπευσμένα και με σκοπό την αποτροπή υπέρμετρων μειώσεων (βλ.

την εισηγητική έκθεση του ν. 4047/2012) ορίσθηκε με την από 31-12-2011 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, αντιστοίχως προς τα εξ αρχής ισχύοντα για τις εισηγμένες σε οργανωμένη αγορά (χρηματιστήριο) εταιρείες του Δημοσίου, για τις οποίες προνοεί η υποπαράγραφος 1 β του ίδιου ως άνω άρθρου- το 65% του μέσου κατά κεφαλή κόστους της 31-12-2009.

Προβλέφθηκε δε, κατ' αναλογία των σχετικώς οριζομένων στο άρθρο 29 για τους υπαλλήλους του στενού δημόσιου τομέα, σύγκριση των νέων αποδοχών των μισθωτών της με εκείνες που ελάμβαναν κατά τον προηγούμενο της θέσης σε ισχύ του προαναφερόμενου περιορισμού μήνα, δηλαδή τον Οκτώβριο του έτους 2011 και συντρεχούσης περίπτωσης, άμεση περικοπή έως και του 25% αυτών, με την τυχόν επιπλέον μείωση, που συνεπαγόταν ο περιορισμός, να κατανέμεται σε ισόποσες μεταξύ τους περικοπές την 1-11-2012 και την 1-11-2013.

Τέλος, κατ' εφαρμογή του ν.4046/2012 Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Ε.Τ.Χ.Σ.) της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας" ( Α' 28) και στο πλαίσιο του εκεί τεθέντος στόχου της επίτευξης, με δημοσιονομικές παρεμβάσεις, πρωτογενούς πλεονάσματος της Γενικής Κυβέρνησης, που θα επέτρεπε τη σταθεροποίηση, σε πρώτη φάση, και τη μείωση, στη συνέχεια, του δημοσίου χρέους, εκδόθηκε ο ν. 4093/2012 "Έγκριση Μεσοπροθέσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016- Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν.4046/2012 και του Μεσοπροθέσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής στρατηγικής 2013-2016" ( Α' 222), ο οποίος στην παράγραφο Γ' υποπαράγραφο Γ.1. "Ρυθμίσεις Θεμάτων Γενικής Γραμματείας Δημοσιονομικής Πολιτικής" του άρθρου πρώτου ορίζει ότι 1. " Αναστέλλεται μέχρι 31-12-2016, η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 19 και της περίπτωσης β' του τελευταίου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011(Α' 226).

Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου ισχύουν από 31-10- 2012".Οι διατάξεις του Κεφαλαίου Δεύτερου του ν. 4024/2011 που αφορούν το βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων του άρθρου 4 του ίδιου νόμου, έχουν ανάλογη εφαρμογή, από 1.1.2013, και στο προσωπικό των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), που ανήκουν στο Κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ.

ή σε Ο.Τ.Α., κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους.

Από την έναρξη ισχύος των διατάξεων της παρούσας περίπτωσης, για τους ανωτέρω παύουν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 31 του ν. 4024/2011, εκτός από αυτές της παραγράφου 2". Με το άρθρο 31 παρ. 1 του ν. 4354/2015 (ΦΕΚ Α' 176/16-12-2015) προστέθηκε στο τέλος της περίπτωσης 2 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ' του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 νέο εδάφιο, το οποίο έχει ως εξής "Για τους υπαλλήλους των φορέων της περίπτωσης 12, η αναστολή των διατάξεων του πρώτου εδαφίου ισχύει από 1-1- 2013".

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι από 1-1-2013 υπήχθη στο μισθολόγιο του στενού δημόσιου τομέα, από το οποίο μέχρι τότε εξαιρείτο, και το προσωπικό των Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης, με συνέπεια, όχι μόνο την άρση του ορίου της συνολικής μείωσης έως του 65% των αποδοχών της 31-12-2009, το οποίο λίγους μήνες νωρίτερα είχε ο νομοθέτης εισαγάγει, αλλά και την εφεξής κατάργηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τον καθορισμό των αποδοχών της συγκεκριμένης κατηγορίας μισθωτών, που καταλαμβάνονται πλέον από τη ρύθμιση της παραγράφου 4 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011.

Ωστόσο εφόσον ο νομοθέτης δεν διακρίνει ειδικότερα και ενόψει του ότι οι ως άνω ρυθμίσεις επιφέρουν, μονομερώς, μείωση των καταβαλλόμενων αποδοχών, χωρίς αντίστοιχη μείωση της παροχής εργασίας, συνιστούν κατ' αρχήν μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής σύμβασης, εισάγουν εξαιρετικό δίκαιο και δεν χωρεί διασταλτική ερμηνεία τους.

Ως εκ τούτου πρέπει να γίνει δεκτό ότι η αναστολή της υπερβάλλουσας μείωσης καταλαμβάνει τόσο τους υπαλλήλους του στενού δημόσιου τομέα, στους οποίους η συγκεκριμένη διάταξη της περίπτωσης 12 της υποπαραγράφου Γ 1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 εφαρμοζόταν ευθέως, όσο και τους εργαζομένους των Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης, στους οποίους εφαρμοζόταν έως τις 31-12-2012 αναλόγως (άρθρο 31 παρ. 7 του ν. 4024/2011), ενώ από την 1-1-2013 η ίδια διάταξη εφαρμόζεται ευθέως, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να έχουν υποστεί ήδη τις αντίστοιχες μειώσεις κατά 25% επί των καταβαλλόμενων αποδοχών τους (βλ.Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου- Πρακτικό αυτής της 17ης Εενικής Συνεδρίασης της 24-9- 2014).

Αντίθετη ερμηνεία, ότι, δηλαδή, λόγω της επέκτασης του ενιαίου μισθολογίου στον ευρύτερο δημόσιο τομέα με το ν. 4093/2012 οι εργαζόμενοι έπρεπε να υποστούν νέα μείωση αποδοχών μέχρι του ποσοστού 25%, σε σχέση με τις αποδοχές που ελάμβαναν στις 31-12-2012, παρότι είχαν ήδη υποστεί μείωση αποδοχών μέχρι 25% κατ' εφαρμογή του ν. 4024/2011, δεν βρίσκει έρεισμα στο νόμο.

Σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της απόφασης, η ένταξή των εναγόντων και ήδη εφεσίβλητων στο μισθολόγιο του Ν. 4093/2012 δεν μπορεί να οδηγήσει σε μείωση των αποδοχών τους σε ποσοστό μεγαλύτερο του 25% σε σχέση με τις καταβαλλόμενες σ' αυτούς αποδοχές κατά το μήνα Οκτώβριο 2011, καθόσον μάλιστα η εφαρμογή της διάταξης, που προέβλεπε την ισόποση κατανομή σε χρονικό διάστημα δύο ετών (01.11.2012 έως 01.11.2014) της υπερβάλλουσας το 25% μείωσης των αποδοχών τους, ανεστάλη για το χρονικό διάστημα από 31.10.2012 έως 31.12.2016, η δε αναστολή αυτή τυγχάνει εφαρμογής και για τους εργαζομένους των δημοτικών επιχειρήσεων ύδρευσης και αποχέτευσης.

Ειδικότερα σύμφωνα με τις αποδείξεις πληρωμής εκκαθάρισης της εκκαλούσας επιχείρησης και τη σύγκριση των αποδοχών των εργαζομένων τον Οκτώβριο του έτους 2010, τον Δεκέμβριο του έτους 2012 και τον Ιανουάριο του έτους 2013 προέκυψαν τα εξής: 1) Οι μεικτές μηνιαίες αποδοχές της πρώτης ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης Α.

Α., διοικητικού υπαλλήλου, τον Δεκέμβριο του έτους 2010 ανέρχονταν στο ποσό των 1.047,03 ευρώ, τον Δεκέμβριο του έτους 2012 (με την αναλογική εφαρμογή του νόμου 4024/2011) στο ποσό των 1109,77 ευρώ, αυξήθηκαν δηλαδή κατά 62,74 ευρώ, ενώ από 1-1-2013 εντάχθηκε κατά τις διατάξεις του νόμου 4093/2012 (με τον οποίο εντάχθηκαν από 01.01.2013 στο βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς του Ν. 4024/2011) διαμορφώθηκαν στο ποσό των 963,00, ήτοι μειώθηκαν κατά 146,77 ευρώ.

Οι αποδοχές αυτές είναι μειωμένες σε ποσοστό μικρότερο του 25% (1.109,77 €Χ 25%= 277,44 ευρώ). Επομένως αποδείχτηκε ότι η μείωση των μηνιαίων αποδοχών της πρώτης ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης είναι σύννομη, καθώς δεν υπερβαίνει το 25% σε σχέση με τις καταβαλλόμενες σ' αυτή αποδοχές του μήνα Δεκέμβριο του έτους 2012, οπότε και έλαβε αύξηση των αποδοχών της και συνεπώς, στην πρώτη ενάγουσα δεν οφείλονται διαφορά αποδοχών για το επίδικο χρονικό διάστημα από 01.01.2013 έως 30.06.2014 και συνακόλουθα αυτή οφείλει να παρέχει τις υπηρεσίες λαμβάνοντας μηνιαίως το ποσό των 963 ευρώ από 1-1-2013 και έως 16-12- 2016.

Συνεπώς ως προς τη πρώτη ενάγουσα Α. Α. ένδικη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη.,2) Οι μεικτές μηνιαίες αποδοχές του δευτέρου ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου, Γ. Α., καταμετρητή, τον Δεκέμβριο του έτους 2010 ανέρχονταν στο ποσό των 2.163,95 ευρώ, τον Δεκέμβριο του έτους 2012 (με την αναλογική εφαρμογή του νόμου 4024/2011) στο ποσό των 1.908 ευρώ, μειώθηκε δηλαδή κατά 255,95 ευρώ, ενώ από 1-1-2013 εντάχθηκε κατά τις διατάξεις του νόμου 4093/2012 (με τον οποίο εντάχθηκαν από 01.01.2013 στο βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς του Ν. 4024/2011) διαμορφώθηκε στο ποσό των 1.431, ήτοι μειώθηκε κατά 732,95 ευρώ.

Οι αποδοχές αυτές είναι μειωμένες σε ποσοστό ανώτερο του 25% (2.163,95 Χ 25% = 540,98 ευρώ). Επομένως αποδείχτηκε ότι η μείωση των μηνιαίων αποδοχών του δεν είναι σύννομη, καθώς υπερβαίνει το 25% σε σχέση με τις καταβαλλόμενες σ' αυτόν αποδοχές του μήνα Οκτωβρίου του έτους 2011 και συνεπώς η εκκαλούσα εταιρία όφειλε να αναστείλει την επιπλέον μείωση (πέρα του 25% ) και να διαμορφώσει τις μηνιαίες αποδοχές του στο ποσό των 1.622,97 ευρώ (2.163,95 - 25% [540,98] = 1622,97 ευρώ) και συνεπώς στον δεύτερο ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο οφείλεται διαφορά αποδοχών (1622,97 - 1431 = 191,97) ποσού 959,85 ευρώ για τους μήνες Ιανουάριου 2013 έως Μάιο 2013 (191,97 X 5= 959,85), 184,29 τον μήνα Μάιο 2013 και 2.302,80 για του μήνες Ιούνιο 2013 έως Ιούνιο 2014 (191,97 Χ12 = 2.302,80, ήτοι συνολικά ποσό 3.447,78 ευρώ (959,85 + 184,29 + 2.302,80 = 3.447,78).

Επομένως ως προς τον δεύτερο ενάγοντα Γ. Α. πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και α) να υποχρεωθεί το εκκαλόν να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του δεύτερου ενάγοντα χωρίς να εφαρμόζει μέχρι την 31.12.2016 τη διάταξη του άρθρου 29§2 εδ. τέλ. του Ν. 4024/2011 για τη σταδιακή εφαρμογή της υπερβάλλουσας μείωσης των αποδοχών του, σε ποσοστό ανώτερο του 25% από τις καταβαλλόμενες τον Οκτώβριο του έτους 2011 και ακολούθως να απειληθεί σε βάρος του χρηματική ποινή 50 ευρώ ως μέσο εκτέλεσης της ως άνω διάταξης κατ' άρθρο 947 ΚΠολΔ β) να υποχρεωθεί να του καταβάλει την διαφορά των νόμιμων αποδοχών του, ποσού 3.447,78 ευρώ., 3) Οι μεικτές μηνιαίες αποδοχές του τρίτου ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου.

Κ. Α., διοικητικού υπαλλήλου, τον Δεκέμβριο του έτους 2010 ανέρχονταν στο ποσό των 2.147 ευρώ, τον Δεκέμβριο του έτους 2012 (με την αναλογική εφαρμογή του νόμου 4024/2011) στο ποσό των 1.738 ευρώ, μειώθηκε δηλαδή κατά 409 ευρώ, ενώ από 1-1-2013 εντάχθηκε κατά τις διατάξεις του νόμου 4093/2012 (με τον οποίο εντάχθηκαν από 01.01.2013 στο βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς του Ν. 4024/2011) διαμορφώθηκε στο ποσό των 1.324, ήτοι μειώθηκε κατά 823 ευρώ.

Οι αποδοχές αυτές είναι μειωμένες σε ποσοστό ανώτερο του 25% (2.163,95 Χ 25% = 536,75 ευρώ). Επομένως αποδείχτηκε ότι η μείωση των μηνιαίων αποδοχών του δεν είναι σύννομη, καθώς υπερβαίνει το 25% σε σχέση με τις καταβαλλόμενες σ' αυτόν αποδοχές του μήνα Οκτωβρίου του έτους 2011 και συνεπώς η εκκαλούσα εταιρία όφειλε να αναστείλει την επιπλέον μείωση (πέρα του 25% ) και να διαμορφώσει τις μηνιαίες αποδοχές του στο ποσό των 1.610,25 ευρώ (2117 - 25% [536,75] = 1610,25 ευρώ) και συνεπώς στον τρίτο ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο οφείλεται διαφορά (1610,25- 1324 = 286) ποσού 286 ευρώ για τον μήνα Ιανουάριου 2013, 274,56 ευρώ για τον Φεβρουάριο 2013, 858 ευρώ για τους μήνες Μάρτιο 2013 έως Ιούνιο 2013 (286 X 3= 858), 274,56 ευρώ για τον μήνα Ιούνιο 2013 και 3.432 ευρώ για τους μήνες Ιούλιο 2013 έως Ιούνιο 2014 (286 X 12 = 3.432 ευρώ) και συνολικά 5.125,12 ευρώ (286 + 274,56 + 858 + 274,56 + 3.432 = 5.125,12) .

Επομένως ως προς τον τρίτο ενάγοντα Κ. Α., πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και α) να υποχρεωθεί το εκκαλόν να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του χωρίς να εφαρμόζει μέχρι την 31.12.2016 τη διάταξη του άρθρου 29§2 εδ. τέλ. του Ν. 4024/2011 για τη σταδιακή εφαρμογή της υπερβάλλουσας μείωσης των αποδοχών του σε ποσοστό ανώτερο του 25% από τις καταβαλλόμενες τον Οκτώβριο του έτους 2011 και ακολούθως να απειληθεί σε βάρος του χρηματική ποινή 50 ευρώ ως μέσο εκτέλεσης της ως άνω διάταξης κατ' άρθρο 947 ΚΠολΔ β) να υποχρεωθεί να του καταβάλει την διαφορά των νόμιμων αποδοχών του, ποσού 5.125,12 ευρώ. 4) Οι μεικτές μηνιαίες αποδοχές του τέταρτου ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου, Α.

Β., βοηθού ταμία, τον Δεκέμβριο του έτους 2010 ανέρχονταν στο ποσό των 1.810,58 ευρώ, τον Δεκέμβριο του έτους 2012 (με την αναλογική εφαρμογή του νόμου 4024/2011) στο ποσό των 1.688 ευρώ, μειώθηκε δηλαδή κατά 122,58 ευρώ, ενώ από 1-1-2013 εντάχθηκε κατά τις διατάξεις του νόμου 4093/2012 (με τον οποίο εντάχθηκαν από 01.01.2013 στο βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς του Ν. 4024/2011) διαμορφώθηκε στο ποσό των 1.299 ευρώ, ήτοι μειώθηκε κατά 511,58 ευρώ.

Οι αποδοχές αυτές είναι μειωμένες σε ποσοστό ανώτερο του 25% (1.810,58 Χ 25% = 452,64 ευρώ). Επομένως αποδείχτηκε ότι η μείωση των μηνιαίων αποδοχών του δεν είναι σύννομη, καθώς υπερβαίνει το 25% σε σχέση με τις καταβαλλόμενες σ' αυτόν αποδοχές του μήνα Οκτωβρίου του έτους 2011 και συνεπώς η εκκαλούσα εταιρία όφειλε να αναστείλει την επιπλέον μείωση (πέρα του 25% ) και να διαμορφώσει τις μηνιαίες αποδοχές του στο ποσό των 1.357,94 ευρώ (1.810,58 - 25% [452,64] = 1.357,94 ευρώ) και συνεπώς στον τέταρτο ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο οφείλεται διαφορά (1357,94 - 1299 = 58,94) ποσού 58,94 ευρώ για τον μήνα Ιανουάριου 2013, 56,58 ευρώ για τον Φεβρουάριο 2013, 176,82 ευρώ για τους μήνες Μάρτιο 2013 έως Μάιο 2013 (58,94 X 3= 176,82), 56,58 ευρώ για τον μήνα Ιούνιο 2013 και 707,28 ευρώ για τους μήνες Ιούλιο 2013 έως Ιούνιο 2014 (58,94 X 12 = 707,28 ευρώ) και συνολικά 1.056,20 ευρώ (58,94 + 56,58 + 176,82 + 56,59 + 707,28 = 1.056,20).

Επομένως ως προς τον τέταρτο ενάγοντα, Α. Β., πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και α) να υποχρεωθεί το εκκαλών να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του χωρίς να εφαρμόζει μέχρι την 31.12.2016 τη διάταξη του άρθρου 29§2 εδ. τέλ. του Ν. 4024/2011 για τη σταδιακή εφαρμογή της υπερβάλλουσας μείωσης των αποδοχών του σε ποσοστό ανώτερο του 25% από τις καταβαλλόμενες τον Οκτώβριο του έτους 2011 και ακολούθως να απειληθεί σε βάρος του χρηματική ποινή 50 ευρώ ως μέσο εκτέλεσης της ως άνω διάταξης κατ' άρθρο 947 ΚΠολΔ β) να υποχρεωθεί να του καταβάλει την διαφορά των νόμιμων αποδοχών του, ποσού 1.056,20 ευρώ. 5) Οι μεικτές μηνιαίες αποδοχές του πέμπτου ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου, Μ.

Β., οδηγού στο τομέα βιολογικού καθαρισμού, τον Δεκέμβριο του έτους 2010 ανέρχονταν στο ποσό των 2.096,10 ευρώ, τον Δεκέμβριο του έτους 2012 (με την αναλογική εφαρμογή του νόμου 4024/2011) στο ποσό των 1.958 ευρώ, μειώθηκε δηλαδή κατά 138,10 ευρώ, ενώ από 1-1-2013 εντάχθηκε κατά τις διατάξεις του νόμου 4093/2012 (με τον οποίο εντάχθηκαν από 01.01.2013 στο βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς του Ν. 4024/2011) διαμορφώθηκε στο ποσό των 1.468, ήτοι μειώθηκε κατά 628,10 ευρώ.

Οι αποδοχές αυτές είναι μειωμένες σε ποσοστό ανώτερο του 25% (2.096,10 χ25% = 524,02 ευρώ). Επομένως, αποδείχτηκε ότι η μείωση των μηνιαίων αποδοχών του δεν είναι σύννομη, καθώς υπερβαίνει το 25% σε σχέση με τις καταβαλλόμενες σ' αυτόν αποδοχές του μήνα Οκτωβρίου του έτους 2011 και συνεπώς η εκκαλούσα εταιρία όφειλε να αναστείλει την επιπλέον μείωση (πέρα του 25% ) και να διαμορφώσει τις μηνιαίες αποδοχές του στο ποσό των 1.572,08 ευρώ (2.096,10 - 25% [524,02] = 1.572,08 ευρώ) και συνεπώς στον πέμπτο ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο οφείλεται διαφορά (1572,08 - 1468 = 104,08) ποσού 104,08 ευρώ για τον μήνα Ιανουάριου 2013, 99,40 ευρώ για τον Φεβρουάριο 2013, 312,24 ευρώ για τους μήνες Μάρτιο 2013 έως Ιούνιο 2013 (104,08 X 3= 312,24), 99,40 ευρώ για τον μήνα Ιούνιο 2013 και 1.248,96 ευρώ για τους μήνες Ιούλιο 2013 έως Ιούνιο 2014 (104,08 X 12 = 1.248,96 ευρώ) και συνολικά 1.864,08 ευρώ (104,08 + 99,40 + 312,24 + 99,40 + 1.248,96 = 1.864,08 ευρώ).

Επομένως ως προς τον πέμπτο ενάγοντα Μ. Β., πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και α) να υποχρεωθεί το εκκαλόν να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του χωρίς να εφαρμόζει μέχρι την 31.12.2016 τη διάταξη του άρθρου 29§2 εδ. τέλ. του Ν. 4024/2011 για τη σταδιακή εφαρμογή της υπερβάλλουσας μείωσης των αποδοχών του σε ποσοστό ανώτερο του 25% από τις καταβαλλόμενες τον Οκτώβριο του έτους 2011 και ακολούθως να απειληθεί σε βάρος του χρηματική ποινή 50 ευρώ ως μέσο εκτέλεσης της ως άνω διάταξης κατ' άρθρο 947 ΚΠολΔ β) να υποχρεωθεί να του καταβάλει την διαφορά των νόμιμων αποδοχών του, ποσού 1.864,08 ευρώ., 6) Οι μεικτές μηνιαίες αποδοχές του έκτου ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου, Α.

Γ., οδηγού στο τομέα βιολογικού καθαρισμού, τον Δεκέμβριο του έτους 2010 ανέρχονταν στο ποσό των 2.106,04 ευρώ, τον Δεκέμβριο του έτους 2012 (με την αναλογική εφαρμογή του νόμου 4024/2011) στο ποσό των 1.838 ευρώ, μειώθηκε δηλαδή κατά 268,04 ευρώ, ενώ από 1-1-2013 εντάχθηκε κατά τις διατάξεις του νόμου 4093/2012 (με τον οποίο εντάχθηκαν από 01.01.2013 στο βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς του Ν. 4024/2011) διαμορφώθηκε στο ποσό των 1.378, ήτοι μειώθηκε κατά 728,04 ευρώ.

Οι αποδοχές αυτές είναι μειωμένες σε ποσοστό ανώτερο του 25% (2.106,04 χ25% = 526,51 ευρώ). Επομένως αποδείχτηκε ότι η μείωση των μηνιαίων αποδοχών του δεν είναι σύννομη, καθώς υπερβαίνει το 25% σε σχέση με τις καταβαλλόμενες σ' αυτόν αποδοχές του μήνα Οκτωβρίου του έτους 2011 και συνεπώς η εκκαλούσα εταιρία όφειλε να αναστείλει την επιπλέον μείωση (πέρα του 25% ) και να διαμορφώσει τις μηνιαίες αποδοχές του στο ποσό των 1.572,08 ευρώ (2.096,10 - 25% [524,02] = 1.579,63 ευρώ και συνεπώς στον έκτο ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο οφείλεται διαφορά ποσού (1.579,63 - 1378,50 - 201,53), 201,53 ευρώ για τον μήνα Ιανουάριου 2013, 193,08 ευρώ για τον Φεβρουάριο 2013, 3.224,48 ευρώ για τους μήνες Μάρτιο 2013 έως Ιούνιο 2014 (201,53 X 16= 3.224,48), και συνολικά 3.619,09 ευρώ (201.53 + 193,08 + 3.224,48 = 3.619,09 ευρώ).

Επομένως ως προς τον έκτο ενάγοντα, Α. Δ., πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και α) να υποχρεωθεί το εκκαλών να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του χωρίς να εφαρμόζει μέχρι την 31.12.2016 τη διάταξη του άρθρου 29§2 εδ. τέλ. του Ν. 4024/2011 για τη σταδιακή εφαρμογή της υπερβάλλουσας μείωσης των αποδοχών του σε ποσοστό ανώτερο του 25% από τις καταβαλλόμενες τον Οκτώβριο του έτους 2011 και ακολούθως να απειληθεί σε βάρος του χρηματική ποινή 50 ευρώ ως μέσο εκτέλεσης της ως άνω διάταξης κατ' άρθρο 947 ΚΠολΔ β) να υποχρεωθεί να του καταβάλει την διαφορά των νόμιμων αποδοχών του, ποσού 3.619,09 ευρώ. 7) Οι μεικτές μηνιαίες αποδοχές του έβδομου ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου Κ.

Δ., λογιστή, ο οποίος ανέλαβε υπηρεσία στην εκκαλούσα επιχείρηση με μετάταξη τον Αύγουστο του έτους 2011, τον Δεκέμβριο του έτους 2012 ανέρχονταν στο ποσό των 2.437,97 ευρώ, ενώ από 1-1-2013 εντάχθηκε κατά τις διατάξεις του νόμου 4093/2012 (με τον οποίο εντάχθηκαν από 01.01.2013 στο βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς του Ν. 4024/2011) διαμορφώθηκαν στο ποσό των 2.094,84, ήτοι μειώθηκαν κατά 343,13 ευρώ.

Οι αποδοχές αυτές είναι μειωμένες σε ποσοστό μικρότερο του 25% (2.437,97€Χ 25%= 609,49 ευρώ). Επομένως αποδείχτηκε ότι η μείωση των μηνιαίων αποδοχών του είναι σύννομη, καθώς δεν υπερβαίνει το 25% σε σχέση με τις καταβαλλόμενες σ' αυτή αποδοχές του μήνα Δεκέμβριο του έτους 2012 και συνεπώς, δεν του οφείλονται διαφορά αποδοχών για το επίδικο χρονικό διάστημα από 01.01.2013 έως 30.06.2014 και συνακόλουθα αυτός οφείλει να παρέχει τις υπηρεσίες λαμβάνοντας μηνιαίως το ποσό των 2.094,84 ευρώ από 1-1-2013 και έως 16-12-2016.

Επομένως ως προς τον έβδομο ενάγοντα, Κ. Δ., η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη. 8) Οι μεικτές μηνιαίες αποδοχές του όγδοου ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου Π. Δ., καταμετρητή, τον Δεκέμβριο του έτους 2010 ανέρχονταν στο ποσό των 1.773,59 ευρώ, τον Δεκέμβριο του έτους 2012 (με την αναλογική εφαρμογή του νόμου 4024/2011) στο ποσό των 1908, αυξήθηκα δηλαδή κατά 134,41 ευρώ, ενώ από 1-1-2013 εντάχθηκε κατά τις διατάξεις του νόμου 4093/2012 (με τον οποίο εντάχθηκαν από 01.01.2013 στο βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς του Ν. 4024/2011) διαμορφώθηκαν στο ποσό των 1.431, ήτοι μειώθηκαν κατά 477 ευρώ.

Οι αποδοχές αυτές είναι μειωμένες σε ποσοστό του 25% (1.908 €χ 25%= 477 ευρώ). Επομένως αποδείχτηκε ότι η μείωση των μηνιαίων αποδοχών του όγδοο ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου είναι σύννομη, καθώς δεν υπερβαίνει το 25% σε σχέση με τις καταβαλλόμενες σ' αυτή αποδοχές του μήνα Δεκεμβρίου του έτους 2012, όπου και έλαβε αύξηση μισθού και συνεπώς, στον όγδοο ενάγοντα δεν οφείλονται διαφορά αποδοχών για το επίδικο χρονικό διάστημα από 01.01.2013 έως 30.06.2014 και συνακόλουθα αυτός οφείλει να παρέχει τις υπηρεσίες λαμβάνοντας μηνιαίως το ποσό των 1.431 ευρώ από 1- 1-2013 και έως 16-12-2016.

Επομένως ως προς τον όγδοο ενάγοντα, Π. Δ., η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη. 9) Οι μεικτές μηνιαίες αποδοχές του ένατου ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου, Α. Δ., εργάτη ύδρευσης, τον Δεκέμβριο του έτους 2010 ανέρχονταν στο aooo τον 1.888,89 ευρώ, τον Δεκέμβριο του έτους 2012 (με την αναλογική εφαρμογή το• νόμου 4024/2011) στο ποσό των 1.601 ευρώ, μειώθηκε δηλαδή κατά 287,89 ευρώ, ενώ από 1-1-2013 εντάχθηκε κατά τις διατάξεις του νόμου 4093/2012 (με τον οποίο εντάχθηκαν από 01.01.2013 στο βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς του Ν. 4024/2011) διαμορφώθηκε στο ποσό των 1.220, ήτοι μειώθηκε κατά 668,89 ευρώ.

Οι αποδοχές αυτές είναι μειωμένες σε ποσοστό ανώτερο του 25% (1.888,90 Χ 25% = 472,22 ευρώ). Επομένως αποδείχτηκε ότι η μείωση των μηνιαίων αποδοχών του ένατου ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου δεν είναι σύννομη, καθώς υπερβαίνει το 25% σε σχέση με τις καταβαλλόμενες σ' αυτόν αποδοχές του μήνα Οκτωβρίου του έτους 2011 και συνεπώς η εκκαλούσα εταιρία όφειλε να αναστείλει την επιπλέον μείωση (πέρα του 25%) και να διαμορφώσει τις μηνιαίες αποδοχές του στο ποσό των 1.416,67 ευρώ (1888,89 - 25% [472,22] = 1.416,67 ευρώ) και συνεπώς στον ένατο ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο οφείλεται διαφορά αποδοχών (1.416,67 - 1220 = 196,67) ποσού 983,35 ευρώ για τους μήνες Ιανουάριο 2013 έως Μάιο 2013 (196,67 X 5= 983,35), 188,08 ευρώ για τον Ιούνιο 2013, 2.360,04 ευρώ για τους μήνες Ιούλιο 2013 έως Ιούνιο 2014 (196,67 X 12= 2.306,04), και συνολικά 3.531,478 ευρώ (983,35+ 188,08 + 2.360,04= 3.531,47 ευρώ).

Επομένως ως προς τον ένατο ενάγοντα Α. Λ., πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και α) να υποχρεωθεί το εκκαλών να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του χωρίς να εφαρμόζει μέχρι την 31.12.2016 τη διάταξη του άρθρου 29§2 εδ. τέλ. του Ν. 4024/2011 για τη σταδιακή εφαρμογή της υπερβάλλουσας μείωσης των αποδοχών του σε ποσοστό ανώτερο του 25% από τις καταβαλλόμενες τον Οκτώβριο του έτους 2011 και ακολούθως να απειληθεί σε βάρος του χρηματική ποινή 50 ευρώ ως μέσο εκτέλεσης της ως άνω διάταξης κατ' άρθρο 947 ΚΠολΔ β) να υποχρεωθεί να του καταβάλει την διαφορά των νόμιμων αποδοχών του, ποσού 3.531,47 ευρώ. 10) Οι μεικτές μηνιαίες αποδοχές του δέκατου ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου, Γ.

Ζ., υδραυλικού, τον Δεκέμβριο του έτους 2010 ανέρχονταν στο ποσό των 2.281,67 ευρώ, τον Δεκέμβριο του έτους 2012 (με την αναλογική εφαρμογή του νόμου 4024/2011) στο ποσό των 1.838 ευρώ, μειώθηκε δηλαδή κατά 443,67 ευρώ, ενώ από 1-1- 2013 εντάχθηκε κατά τις διατάξεις του νόμου 4093/2012 (με τον οποίο εντάχθηκαν από 01.01.2013 στο βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς του Ν. 4024/2011) διαμορφώθηκε στο ποσό των 1.378 ήτοι μειώθηκε κατά 903,67 ευρώ.

Οι αποδοχές αυτές είναι μειωμένες σε ποσοστό ανώτερο του 25% (2.281,67 χ25% = 570,41 ευρώ). Επομένως αποδείχτηκε ότι η μείωση των μηνιαίων αποδοχών του δεν είναι σύννομη, καθώς υπερβαίνει το 25% σε σχέση με τις καταβαλλόμενες σ' αυτόν αποδοχές του μήνα Οκτωβρίου του έτους 2011 και συνεπώς η εκκαλούσα εταιρία όφειλε να αναστείλει την επιπλέον μείωση (πέρα του 25% ) και να διαμορφώσει τις μηνιαίες αποδοχές του στο ποσό των 1.711,26 ευρώ (2.281,67 -25% [570,41] = 1.711,26 ευρώ) και συνεπώς στο δέκατο ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο οφείλεται διαφορα (1.416,67 - 1220 = 333,26) ποσού 1.666,30 ευρώ για τους μήνες Ιανουάριο 2013 έως Μάιο 2013 ( 333,26 X 5= 1.666,30), 319,80 ευρώ για τον Ιούνιο 2013, 3.999,12 ευρώ για τους μήνες Ιούλιο 2013 έως Ιούνιο 2014 (333,26 X 12= 3.999,12), και συνολικά 5.985,22 ευρώ (1.666,30 + 319,80 + 3.999,12= 5.985,22 ευρώ).

Επομένως ως προς τον δέκατο ενάγοντα, Γ. Ζ., πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και α) να υποχρεωθεί το εκκαλόν να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του χωρίς να εφαρμόζει μέχρι την 31.12.2016 τη διάταξη του άρθρου 29§2 εδ. τέλ. του Ν. 4024/2011 για τη σταδιακή εφαρμογή της υπερβάλλουσας μείωσης των αποδοχών του σε ποσοστό ανώτερο του 25% από τις καταβαλλόμενες τον Οκτώβριο του έτους 2011 και ακολούθως να απειληθεί σε βάρος του χρηματική ποινή 50 ευρώ ως μέσο εκτέλεσης της ως άνω διάταξης κατ' άρθρο 947 ΚΠολΔ β) να υποχρεωθεί να του καταβάλει την διαφορά των νόμιμων αποδοχών του, ποσού 5.985,22 ευρώ. 11) Οι μεικτές μηνιαίες αποδοχές του ενδέκατου ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου.

Δ. - Π. Ζ., εργάτη ύδρευσης, τον Δεκέμβριο του έτους 2010 ανέρχονταν στο ποσό των 1.859,65 ευρώ, τον Δεκέμβριο του έτους 2012 (με την αναλογική εφαρμογή του νόμου 4024/2011) στο ποσό των 1.551 ευρώ, μειώθηκε δηλαδή κατά 308,657 ευρώ, ενώ από 1-1-2013 εντάχθηκε κατά τις διατάξεις του νόμου 4093/2012 (με τον οποίο εντάχθηκαν από 01.01.2013 στο βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς του Ν. 4024/2011) διαμορφώθηκε στο ποσό των 1.163,25 ήτοι μειώθηκε κατά 696,40 ευρώ.

Οι αποδοχές αυτές είναι μειωμένες σε ποσοστό ανώτερο του 25% (1.859,65 χ25% = 464,91 ευρώ). Επομένως αποδείχτηκε ότι η μείωση των μηνιαίων αποδοχών του δεν είναι σύννομη, καθώς υπερβαίνει το 25% σε σχέση με τις καταβαλλόμενες σ' αυτόν αποδοχές του μήνα Οκτωβρίου του έτους 2011 και συνεπώς η εκκαλούσα εταιρία όφειλε να αναστείλει την επιπλέον μείωση (πέρα του 25% ) και να διαμορφώσει τις μηνιαίες αποδοχές του στο ποσό των 1.394,74 ευρώ (1.859,65 - 25% [464,91] = 1.394,74 ευρώ) και συνεπώς στον ενδέκατο ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο οφείλεται διαφορά (1.394,74 - 1163,25 = 231,49) ποσού 4.166,82 ευρώ για τους μήνες Ιανουάριο 2013 έως Ιούνιο 2014 ( 231,49 X 18= 4.166,82) και συνολικά 4.166,82 ευρώ.

Επομένως ως προς τον ενδέκατο ενάγοντα. Δ. - Π. Ζ., πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και α) να υποχρεωθεί το εκκαλόν να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του χωρίς να εφαρμόζει μέχρι την 31.12.2016 τη διάταξη του άρθρου 29§2 εδ. τέλ. του Ν. 4024/2011 για τη σταδιακή εφαρμογή της υπερβάλλουσας μείωσης των αποδοχών του σε ποσοστό ανώτερο του 25% από τις καταβαλλόμενες τον Οκτώβριο του έτους 2011 και ακολούθως να απειληθεί σε βάρος του χρηματική ποινή 50 ευρώ ως μέσο εκτέλεσης κατ' άρθρο 947 ΚΠολΔ β) να υποχρεωθεί να του καταβάλει την διαοορα των νόμιμων αποδοχών του, ποσού 4.166,82 ευρώ.12) Οι μεικτές μηνιαίες αποδοχές του δωδέκατου ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου Δ.

Κ., εργάτη αποχέτευσης, τον Δεκέμβριο του έτους 2010 ανέρχονταν στο ποσό των 1.502,18 ευρώ, τον Δεκέμβριο του έτους 2012 (με την αναλογική εφαρμογή του νόμου 4024/2011) στο ποσό των 1.481 μειώθηκε δηλαδή κατά 21,18 ευρώ, ενώ από 1-1-2013 εντάχθηκε κατά τις διατάξεις του νόμου 4093/2012 (με τον οποίο εντάχθηκαν από 01.01.2013 στο βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς του Ν. 4024/2011) διαμορφώθηκαν στο ποσό των 1.110, ήτοι μειώθηκαν κατά 392,18 ευρώ.

Οι αποδοχές αυτές είναι μειωμένες σε ποσοστό μεγαλύτερο του 25% (1.502,18 €Χ 25%= 375,54 ευρώ). Επομένως αποδείχτηκε ότι η μείωση των μηνιαίων αποδοχών του δεν είναι σύννομη, καθώς υπερβαίνει το 25% σε σχέση με τις καταβαλλόμενες σ' αυτόν αποδοχές του μήνα Οκτωβρίου του έτους 2011 και συνεπώς η εκκαλούσα εταιρία όφειλε να αναστείλει την επιπλέον μείωση (πέρα του 25% ) και να διαμορφώσει τις μηνιαίες αποδοχές του στο ποσό των 1.126,64 ευρώ (1.502,18 - 25% [375,54] = 1.126,64 ευρώ) και συνεπώς στον δωδέκατο ενάγοντα κατήδη εφεσίβλητο οφείλεται διαφορά (1.126,64 - 1110 = 16,64) ποσού 299,52 ευρώ για τους μήνες Ιανουάριο 2013 έως Ιούνιο 2014 ( 16,64 X 18= 299,52) και συνολικά 299,52 ευρώ.

Επομένως ως προς τον δωδέκατο ενάγοντα Δ. Κ., πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και α) να υποχρεωθεί το εκκαλόν να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του χωρίς να εφαρμόζει μέχρι την 31.12.2016 τη διάταξη του άρθρου 29§2 εδ. τέλ. του Ν. 4024/2011 για τη σταδιακή εφαρμογή της υπερβάλλουσας μείωσης των αποδοχών του σε ποσοστό ανώτερο του 25% από τις καταβαλλόμενες τον Οκτώβριο του έτους 2011 και ακολούθως να απειληθεί σε βάρος του χρηματική ποινή 50 ευρώ ως μέσο εκτέλεσης ..,κατ' άρθρο 947 ΚΠολΔ β) να υποχρεωθεί να του καταβάλει την διαφορά των νόμιμων αποδοχών του, ποσού 299,52 ευρώ. 13) Οι μικτές μηνιαίες αποδοχές του δέκατου τρίτου ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου Ν.

Κ., τεχνικού μηχανικού, τον Δεκέμβριο του έτους 2010 ανέρχονταν στο ποσό των 2.786,79 ευρώ, τον Δεκέμβριο του έτους 2012 (με την αναλογική εφαρμογή του νόμου 4024/2011) στο ποσό των 2.463, μειώθηκε δηλαδή κατά 323,78 ευρώ, ενώ από 1-1-2013 εντάχθηκε κατά τις διατάξεις του νόμου 4093/2012 (με τον οποίο εντάχθηκαν από 01.01.2013 στο βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς του Ν. 4024/2011) διαμορφώθηκαν στο ποσό των 2.097,25, ήτοι μειώθηκαν κατά 689,53 ευρώ.

Οι αποδοχές αυτές είναι μειωμένες σε ποσοστό μικρότερο του 25% (2.786,78 €χ 25%= 696,69 ευρώ). Επομένως αποδείχτηκε ότι η μείωση των μηνιαίων αποδοχών ττου δέκατου τρίτου ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου είναι σύννομη, καθώς δεν υπερβαίνει το 25% σε σχεση με τις καταβαλλομενες σ' αυτόν αποδοχες του μηνα Οκτωβρίου του ετους 2011 και συνεπώς, δεν του οφείλονται διαφορά αποδοχών για το επίδικο χρονικό διάστημα από 01.01.2013 έως 30.06.2014 και συνακόλουθα αυτός οφείλει να παρέχει τις υπηρεσίες λαμβάνοντας μηνιαίως το ποσό των 2.097,25 ευρώ από 1-1-2013 και έως 16-12-2016.

Επομένως προς τον δέκατο τρίτο ενάγοντα, Ν. Κ., η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη.14) ........15) Οι μεικτές μηνιαίες αποδοχές του δέκατου πέμπτου ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου, Γ. Κ., οδηγού ύδρευσης, τον Δεκέμβριο του έτους 2010 ανέρχονταν στο ποσό των 2.178,54 ευρώ, τον Δεκέμβριο του έτους 2012 (με την αναλογική εφαρμογή του νόμου 4024/2011) στο ποσό των 1.888 ευρώ, μειώθηκε δηλαδή κατά 290,54 ευρώ, ενώ από 1-1-2013 εντάχθηκε κατά τις διατάξεις του νόμου 4093/2012 (με τον οποίο εντάχθηκαν από 01.01.2013 στο βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς του Ν. 4024/2011) διαμορφώθηκε στο ποσό των 1.416 ήτοι μειώθηκε κατά 762,54 ευρώ.

Οι αποδοχές αυτές είναι μειωμένες σε ποσοστό ανώτερο του 25% (2.178,54 X 25% = 544,63 ευρώ). Επομένως αποδείχτηκε ότι η μείωση των μηνιαίων αποδοχών του δεν είναι σύννομη, καθώς υπερβαίνει το 25% σε σχέση με τις καταβαλλόμενες σ' αυτόν αποδοχές του μήνα Οκτωβρίου του έτους 2011 και συνεπώς η εκκαλούσα εταιρία όφειλε να αναστείλει την επιπλέον μείωση (πέρα του 25% ) και να διαμορφώσει τις μηνιαίες αποδοχές του στο ποσό των 1.613,91 ευρώ (2.178,54 - 25% [544,63] = 1.633,91 ευρώ) και συνεπώς στον δέκατο πέμπτο ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο οφείλεται διαφορά (1.633,91 - 1416 = 217,91) ποσού 1.089,55 ευρώ για τους μήνες Ιανουάριο 2013 έως Μάιο 2013 ( 217,91 X 5= 1.089,55), 209,55 ευρώ για τον Ιούνιο 2013, 2.614,92 ευρώ για τους μήνες Ιούλιο 2013 έως Ιούνιο 2014 (217,91 X 12= 2.614,92), και συνολικά 3.914,02 ευρώ (1.089,55 + 209,55 + 2,614,92= 3.914,02 ευρώ).

Επομένως ως προς τον δέκατο πέμπτο ενάγοντα, Γ. Κ., πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και α) να υποχρεωθεί το εκκαλόν να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του χωρίς να εφαρμόζει μέχρι την 31.12.2016 τη διάταξη του άρθρου 29§2 εδ. τέλ. του Ν. 4024/2011 για τη σταδιακή εφαρμογή της υπερβάλλουσας μείωσης των αποδοχών του σε ποσοστό ανώτερο του 25% από τις καταβαλλόμενες τον Οκτώβριο του έτους 2011 και ακολούθως να απειληθεί σε βάρος του χρηματική ποινή 50 ευρώ ως μέσο εκτέλεσης της ως άνω διάταξης κατ' άρθρο 947 ΚΠολΔ , β) να υποχρεωθεί να του καταβάλει την διαφορά των νόμιμων αποδοχών του, ποσού 3.914,02 ευρώ., 16)Οι μεικτές μηνιαίες αποδοχές της δέκατης έκτης ενάγουσας και ήδη εφεσιβλητης Ζ.

Κ., βοηθού ταμία, τον Δεκέμβριο του έτους 2010 ανέρχονταν στο ποσό των 1.639,89 ευρώ, τον Δεκέμβριο του έτους 2012 (με την αναλογική εφαρμογή του νόμου 4024/2011) στο ποσό των 1.712,45 ευρώ, αυξήθηκα δηλαδή κατά 72,56 ευρώ, ενώ από 1-1-2013 εντάχθηκε κατά τις διατάξεις του νόμου 4093/2012 (με τον οποίο εντάχθηκαν από 01.01.2013 στο βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς του Ν. 4024/2011) διαμορφώθηκαν στο ποσό των 1.284,34, ήτοι μειώθηκαν κατά 428,11 ευρώ.

Οι αποδοχές αυτές είναι μειωμένες σε ποσοστό του 25% (1.712,45 €χ 25%= 428,11 ευρώ) σε σχέση με τις καταβαλλόμενες σ' αυτή αποδοχές του μήνα Δεκέμβριο του έτους 2012 όπου και έλαβε αύξηση μισθού. Επομένως αποδείχτηκε ότι η μείωση των μηνιαίων αποδοχών της είναι σύννομη, καθώς δεν υπερβαίνει το 25% σε σχέση με τις καταβαλλόμενες σ' αυτή αποδοχές του μήνα Δεκέμβριο του έτους 2012 και συνεπώς, στην δέκατη έκτη ενάγουσα, Ζ.

Κ., δεν οφείλονται διαφορά αποδοχών για το επίδικο χρονικό διάστημα από 01.01.2013 έως 30.06.2014 και συνακόλουθα αυτή οφείλει να παρέχει τις υπηρεσίες λαμβάνοντας μηνιαίως το ποσό των 1.284,34 ευρώ από 1-1-2013 και έως 16-12-2016., 17) Οι μικτές μηνιαίες αποδοχές της δέκατης έβδομης ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης Μ. Κ., διοικητικής υπαλλήλου, τον Δεκέμβριο του έτους 2010 ανέρχονταν στο ποσό των 1714,99 ευρώ, τον Δεκέμβριο του έτους 2012 (με την αναλογική εφαρμογή του νόμου 4024/2011) στο ποσό των 1.738 ευρώ, αυξήθηκα δηλαδή κατά 23,01 ευρώ, ενώ από 1-1-2013 εντάχθηκε κατά τις διατάξεις του νόμου 4093/2012 (με τον οποίο εντάχθηκαν από 01.01.2013 στο βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς του Ν. 4024/2011) διαμορφώθηκαν στο ποσό των 1.303,50, ήτοι μειώθηκαν κατά 434,50 ευρώ.

Οι αποδοχές αυτές είναι μειωμένες σε ποσοστό του 25% (1.738 € Χ 25%= 434,50 ευρώ). Επομένως αποδείχτηκε ότι η μείωση των μηνιαίων αποδοχών της είναι σύννομη, καθώς δεν υπερβαίνει το 25% σε σχέση με τις καταβαλλόμενες σ' αυτή αποδοχές του μήνα Δεκέμβριο του έτους 2012 όπου και έλαβε αύξηση μισθού και συνεπώς, στην δέκατη έβδομη ενάγουσα δεν οφείλονται διαφορά αποδοχών για το επίδικο χρονικό διάστημα από 01.01.2013 έως 30.06.2014 και συνακόλουθα αυτή οφείλει να παρέχει τις υπηρεσίες λαμβάνοντας μηνιαίως το ποσό των 1.284,34 ευρώ από 1-1-2013 και έως 16- 12-2016,18) ...., 19) Οι μεικτές μηνιαίες αποδοχές του δέκατου ένατου ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου, Γ.

Λ., καταμετρητή, τον Δεκέμβριο του έτους 2010 ανέρχονταν στο ποσό των 2.163,95 ευρώ, τον Δεκέμβριο του έτους 2012 (με την αναλογική εφαρμογή του νόμου 4024/2011) στο ποσό των 1.908 ευρώ, μειώθηκε δηλαδή κατά 255,95 ευρώ, ενώ από 1-1-2013 εντάχθηκε κατά τις διατάξεις του νόμου 4093/2012 (με τον οποίο εντάχθηκαν από 01.01.2013 στο βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς του Ν. 4024/2011) διαμορφώθηκε στο ποσό των 1.431 ήτοι μειώθηκε κατά 732,95 ευρώ.

Οι αποδοχές αυτές είναι μειωμένες σε ποσοστό ανώτερο του 25% (2.281,67 Χ 25% = 599,44 ευρώ). Επομένως αποδείχτηκε ότι η μείωση των μηνιαίων αποδοχών του δεν είναι σύννομη, καθώς υπερβαίνει το 25% σε σχέση με τις καταβαλλόμενες σ' αυτόν αποδοχές του μήνα Οκτωβρίου του έτους 2011 και συνεπώς η εκκαλούσα εταιρία όφειλε να αναστείλει την επιπλέον μείωση (πέρα του 25% ) και να διαμορφώσει τις μηνιαίες αποδοχές του στο ποσό των 1.622,97 ευρώ (2.163 - 25% [540,98] = 1.622,97 ευρώ) και συνεπώς στον δέκατο όγδοο ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο οφείλεται διαφορά (1.622,97 - 1431 = 191,97) ποσού 3.455,46 ευρώ για τους μήνες Ιανουάριο 2013 έως Ιούνιο 2014 ( 191,97 X 18= 3.455,46 ευρώ) και συνολικά ποσό 3.455,46 ευρώ.

Επομένως ως προς τον δέκατο ένατο ενάγοντα, Γ. Λ., πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και α) να υποχρεωθεί το εκκαλών να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του χωρίς να εφαρμόζει μέχρι την 31.12.2016 τη διάταξη του άρθρου 29§2 εδ. τέλ. του Ν. 4024/2011 για τη σταδιακή εφαρμογή της υπερβάλλουσας μείωσης των αποδοχών του σε ποσοστό ανώτερο του 25% από τις καταβαλλόμενες τον Οκτώβριο του έτους 2011 και ακολούθως να απειληθεί σε βάρος του χρηματική ποινή 50 ευρώ ως μέσο εκτέλεσης της ως άνω διάταξης κατ' άρθρο 947 ΚΠολΔ β) να υποχρεωθεί να του καταβάλει την διαφορά των νόμιμων αποδοχών του, ποσού 3.455,46 ευρώ., 20) Οι μεικτές μηνιαίες αποδοχές του εικοστού ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου, Ν.

Μ., υδραυλικού, τον Δεκέμβριο του έτους 2010 ανέρχονταν στο ποσό των 2.530,93 ευρώ, τον Δεκέμβριο του έτους 2012 (με την αναλογική εφαρμογή του νόμου 4024/2011) στο ποσό των 1.958 ευρώ, μειώθηκε δηλαδή κατά 572,93 ευρώ, ενώ από 1-1-2013 εντάχθηκε κατά τις διατάξεις του νόμου 4093/2012 (με τον οποίο εντάχθηκαν από 01.01.2013 στο βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς του Ν. 4024/2011) διαμορφώθηκε στο ποσό των 1.468,50 ήτοι μειώθηκε κατά 1.062,43 ευρώ.

Οι αποδοχές αυτές είναι μειωμένες σε ποσοστό ανώτερο του 25% (2.530,93 Χ 25% = 632,73 ευρώ). Επομένως αποδείχτηκε ότι η μείωση των μηνιαίων αποδοχών του δεν είναι σύννομη, καθώς υπερβαίνει το 25% σε σχέση με τις καταβαλλόμενες σ' αυτόν αποδοχές του μήνα Οκτωβρίου του έτους 2011 και συνεπώς η εκκαλούσα εταιρία όφειλε να αναστείλει την επιπλέον μείωση (πέρα του 25% ) και να διαμορφώσει τις μηνιαίες αποδοχές του στο ποσό των 1.898,20 ευρώ (2.530,93 - 25% [632,73] = 1.898,20 ευρώ) και συνεπώς στον εικοστό ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο οφείλεται διαφορά (1.798,35 - 1378 = 429,70) ποσού 7.734,60 ευρώ για τους μήνες Ιανουάριο 2013 έως Ιούνιο 2014 ( 429,70 X 18= 7.734,60 ευρώ).

Επομένως ως προς τον εικοστό ενάγοντα, Ν. Μ., πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και α) να υποχρεωθεί το εκκαλόν να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του χωρίς να εφαρμόζει μέχρι την 31.12.2016 τη διάταξη του άρθρου 29§2 εδ. τέλ. του Ν. 4024/2011 για τη σταδιακή εφαρμογή της υπερβάλλουσας μείωσης των αποδοχών του σε ποσοστό ανώτερο του 25% από τις καταβαλλόμενες τον Οκτώβριο του έτους 2011 και ακολούθως να απειληθεί σε βάρος του χρηματική ποινή 50 ευρώ ως μέσο εκτέλεσης της ως άνω διάταξης κατ' άρθρο 947 ΚΠολΔ β) να υποχρεωθεί να του καταβάλει την διαφορά των νόμιμων αποδοχών του, ποσού 7.734,60 ευρώ., 21) Οι μεικτές μηνιαίες αποδοχές του εικοστού πρώτου ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου, Ο. - Μ.

Μ., εργάτη αποχέτευσης, τον Δεκέμβριο του έτους 2010 ανέρχονταν στο ποσό των 1.664,08 ευρώ, τον Δεκέμβριο του έτους 2012 (με την αναλογική εφαρμογή του νόμου 4024/2011) στο ποσό των 1.481 ευρώ, μειώθηκε δηλαδή κατά 183,08 ευρώ, ενώ από 1-1-2013 εντάχθηκε κατά τις διατάξεις του νόμου 4093/2012 (με τον οποίο εντάχθηκαν από 01.01.2013 στο βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς του Ν. 4024/2011) διαμορφώθηκε στο ποσό των 1.110,75 ήτοι μειώθηκε κατά 553,33 ευρώ.

Οι αποδοχές αυτές είναι μειωμένες σε ποσοστό ανώτερο του 25% (1.664,08 Χ 25% = 416,02 ευρώ). Επομένως αποδείχτηκε ότι η μείωση των μηνιαίων αποδοχών του δεν είναι σύννομη, καθώς υπερβαίνει το 25% σε σχέση με τις καταβαλλόμενες σ' αυτόν αποδοχές του μήνα Οκτωβρίου του έτους 2011 και συνεπώς η εκκαλούσα εταιρία όφειλε να αναστείλει την επιπλέον μείωση (πέρα του 25% ) και να διαμορφώσει τις μηνιαίες αποδοχές του στο ποσό των 1.248,06 ευρώ (1.664,08 - 25% [416,02] = 1.248,06 ευρώ) και συνεπώς στον εικοστό πρώτο ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο οφείλεται διαφορά (1.248,06 - 1.110,75 = 137,31) ποσού 2.471,58 ευρώ για τους μήνες Ιανουάριο 2013 έως Ιούνιο 2014 ( 137,31 X 18= 2.471,58 ευρώ).

Επομένως ως προς τον εικοστό πρώτο ενάγοντα, Ο. - Μ. Μ., πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και α) να υποχρεωθεί το εκκαλόν να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του χωρίς να εφαρμόζει μέχρι την 31.12.2016 τη διάταξη του άρθρου 29§2 εδ. τέλ. του Ν. 4024/2011 για τη σταδιακή εφαρμογή της υπερβάλλουσας μείωσης των αποδοχών του σε ποσοστό ανώτερο του 25% από τις καταβαλλόμενες τον Οκτώβριο του έτους 2011 και ακολούθως να απειληθεί σε βάρος του χρηματική ποινή 50 ευρώ ως μέσο εκτέλεσης της ως άνω διάταξης κατ' άρθρο 947 ΚΠολΔ β) να υποχρεωθεί να του καταβάλει την διαφορά των νόμιμων αποδοχών του, ποσού 2.471,58 ευρώ. 22) Οι μεικτές μηνιαίες αποδοχές του εικοστού δευτέρου ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου.

Χ. Μ., χειριστή σκαπτικού μηχανήματος, τον Δεκέμβριο του έτους 2010 ανέρχονταν στο ποσό των 2.280,90 ευρώ, τον Δεκέμβριο του έτους 2012 (με την αναλογική εφαρμογή του νόμου 4024/2011) στο ποσό των 1.838 ευρώ, μειώθηκε δηλαδή κατά 442,90 ευρώ, ενώ από 1-1-2013 εντάχθηκε κατά τις διατάξεις του νόμου 4093/2012 (με τον οποίο εντάχθηκαν από 01.01.2013 στο βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς του Ν. 4024/2011) διαμορφώθηκε στο ποσό των 1.378,50 ήτοι μειώθηκε κατά 902,40 ευρώ.

Οι αποδοχές αυτές είναι μειωμένες σε ποσοστό ανώτερο του 25% (2.280,90 χ25% = 570,22 ευρώ). Επομένως αποδείχτηκε ότι η μείωση των μηνιαίων αποδοχών του δεν είναι σύννομη, καθώς υπερβαίνει το 25% σε σχέση με τις καταβαλλόμενες σ' αυτόν αποδοχές του μήνα Οκτωβρίου του έτους 2011 και συνεπώς η εκκαλούσα εταιρία όφειλε να αναστείλει την επιπλέον μείωση (πέρα του 25% ) και να διαμορφώσει τις μηνιαίες αποδοχές του στο ποσό των 1.710,68 ευρώ (2.280,90 - 25% [570,22] = 1.710,68 ευρώ) και συνεπώς στον εικοστό δεεύτερο ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο οφείλεται διαφορά (1.710,68 - 1378,50 = 332,18) ποσού 2.657,44 ευρώ για τους μήνες Ιανουάριο 2013 έως Αύγουστο 2013 ( 332,18 X 8 = 2.657,44 ευρώ) και 158,69 ευρώ για τον μήνα Σεπτέμβριο και συνολικά 2.816,13 ευρώ (2.657.44 + 158,69 = 2.816,13).

Επομένως ως προς τον εικοστό δευτέρου ενάγοντα, Χ. Μ., πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και α) να υποχρεωθεί το εκκαλόν να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του χωρίς να εφαρμόζει μέχρι την 31.12.2016 τη διάταξη του άρθρου 29§2 εδ. τέλ. του Ν. 4024/2011 για τη σταδιακή εφαρμογή της υπερβάλλουσας μείωσης των αποδοχών του σε ποσοστό ανώτερο του 25% από τις καταβαλλόμενες τον Οκτώβριο του έτους 2011 και ακολούθως να απειληθεί σε βάρος του χρηματική ποινή 50 ευρώ ως μέσο εκτέλεσης της ως άνω διάταξης κατ' άρθρο 947 ΚΠολΔ β) να υποχρεωθεί να του καταβάλει την διαφορά των νόμιμων αποδοχών του, ποσού 2.816,13 ευρώ, 23)....., 24)...... 25) Οι μεικτές μηνιαίες αποδοχές της εικοστής πέμπτης ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης Π.

Π., διοικητικού υπαλλήλου, τον Δεκέμβριο του έτους 2010 ανέρχονταν στο ποσό των 2.118,59 ευρώ, τον Δεκέμβριο του έτους 2012 (με την αναλογική εφαρμογή του νόμου 4024/2011) στο ποσό των 2.290,83 ευρώ, αυξήθηκα δηλαδή κατά 172,24 ευρώ, ενώ από 1-1-2013 εντάχθηκε κατά τις διατάξεις του νόμου 4093/2012 (με τον οποίο εντάχθηκαν από 01.01.2013 στο βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς του Ν. 4024/2011) διαμορφώθηκαν στο ποσό των 1.718,12, ήτοι μειώθηκαν κατά 572,71 ευρώ.

Οι αποδοχές αυτές είναι μειωμένες σε ποσοστό μικρότερο του 25% (2.290,83 €Χ 25%= 572,70 ευρώ). Επομένως αποδείχτηκε ότι η μείωση των μηνιαίων αποδοχών της είναι σύννομη, καθώς δεν υπερβαίνει το 25% σε σχέση με τις καταβαλλόμενες σ' αυτή αποδοχές του μήνα Δεκέμβριο του έτους 2012 όποτε και έλαβε αύξηση μισθού και συνεπώς, δεν της οφείλονται διαφορά αποδοχών για το επίδικο χρονικό διάστημα από 01.01.2013 έως 30.06.2014 και συνακόλουθα αυτή οφείλει να παρέχει τις υπηρεσίες λαμβάνοντας μηνιαίως το ποσό των 1.718,12 ευρώ από 1-1-2013 και έως 16-12-2016 .

Επομένως ως προς την εικοστή πέμπτη ενάγουσα Π. Π., η ένδικη αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη. 26) Οι μεικτές μηνιαίες αποδοχές του εικοστού έκτου ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου, Δ. Ρ., διοικητικού υπαλλήλου,, τον Δεκέμβριο του έτους 2010 ανέρχονταν στο ποσό των 2.088,38 ευρώ, τον Δεκέμβριο του έτους 2012 (με την αναλογική εφαρμογή του νόμου 4024/2011) στο ποσό των 1.758 ευρώ, μειώθηκε δηλαδή κατά 330,38 ευρώ, ενώ από 1-1-2013 εντάχθηκε κατά τις διατάξεις του νόμου 4093/2012 (με τον οποίο εντάχθηκαν από 01.01.2013 στο βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς του Ν. 4024/2011) διαμορφώθηκε στο ποσό των 1.369 ήτοι μειώθηκε κατά 719,38 ευρώ.

Οι αποδοχές αυτές είναι μειωμένες σε ποσοστό ανώτερο του 25% (2.088,38 Χ25% = 522,09 ευρώ). Επομένως αποδείχτηκε ότι η μείωση των μηνιαίων αποδοχών του δεν είναι σύννομη, καθώς υπερβαίνει το 25% σε σχέση με τις καταβαλλόμενες σ' αυτόν αποδοχές του μήνα Οκτωβρίου του έτους 2011 και συνεπώς η εκκαλούσα εταιρία όφειλε να αναστείλει την επιπλέον μείωση (πέρα του 25% ) και να διαμορφώσει τις μηνιαίες αποδοχές του στο ποσό των 1.566,29 ευρώ (2.088,28 - 25% [522,09] = 1.566,29 ευρώ) και συνεπώς στον εικοστό έκτο ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο οφείλεται διαφορά (1.566,29 - 1369 = 197,29) ποσού 197,29 για τον μήνα Ιανουάριο 2013, 189,39 ευρώ για τον μήνα Φεβρουάριο 2013, 591,87 ευρώ για τους μήνες Μάρτιο έως Μάιο 2013 (197,29 X 3 = 591,87), 189,39 ευρώ για τον μήνα Ιούνιο 2013, 2.367,48 ευρώ για του μήνες Ιούλιο 2013 έως Ιούνιο 2014 (197,29 X 12 = 2.367,48 ) και συνολικά 3.529,42 ευρώ (197,29 + 189,39 + 591,87 + 189,39 + 2.367,48 = 3.529,42).

Επομένως ως προς τον εικοστό έκτο ενάγοντα, Δ. Ρ., πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και α) να υποχρεωθεί το εκκαλόν να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του χωρίς να εφαρμόζει μέχρι την 31.12.2016 τη διάταξη του άρθρου 29§2 εδ. τέλ. του Ν. 4024/2011 για τη σταδιακή εφαρμογή της υπερβάλλουσας μείωσης των αποδοχών του σε ποσοστό ανώτερο του 25% από τις καταβαλλόμενες τον Οκτώβριο του έτους 2011 και ακολούθως να απειληθεί σε βάρος του χρηματική ποινή 50 ευρώ ως μέσο εκτέλεσης της ως άνω διάταξης κατ' άρθρο 947 ΚΠολΔ β) να υποχρεωθεί να του καταβάλει την διαφορά των νόμιμων αποδοχών του, ποσού 3.529,42 ευρώ. 27)..... 28) Οι μεικτές μηνιαίες αποδοχές του εικοστού όγδοου ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου, Δ.

Τ., εργάτη ύδρευσης, τον Δεκέμβριο του έτους 2010 ανέρχονταν στο ποσό των 2.038,26 ευρώ, τον Δεκέμβριο του έτους 2012 (με την αναλογική εφαρμογή του νόμου 4024/2011) στο ποσό των 1.601 ευρώ, μειώθηκε δηλαδή κατά 437,26 ευρώ, ενώ από 1-1-2013 εντάχθηκε κατά τις διατάξεις του νόμου 4093/2012 (με τον οποίο εντάχθηκαν από 01.01.2013 στο βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς του Ν. 4024/2011) διαμορφώθηκε στο ποσό των 1.323,75 ήτοι μειώθηκε κατά 714,51 ευρώ.

Οι αποδοχές αυτές είναι μειωμένες σε ποσοστό ανώτερο του 25% (2.038,26 Χ 25% = 509,56 ευρώ). Επομένως αποδείχτηκε ότι η μείωση των μηνιαίων αποδοχών δεν είναι σύννομη, καθώς υπερβαίνει το 25% σε σχέση με τις καταβαλλόμενες σ' αυτόν αποδοχές του μήνα Οκτωβρίου του έτους 2011 και συνεπώς η εκκαλούσα εταιρία όφειλε να αναστείλει την επιπλέον μείωση (πέρα του 25% ) και να διαμορφώσει τις μηνιαίες αποδοχές του στο ποσό των 1.528,70 ευρώ (2.038,26 - 25% [509,56] = 1.528,70 ευρώ) και συνεπώς στον εικοστό όγδοο ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο οφείλεται διαφορά (1.528,70 - 1323,75 = 204,95) ποσού 3.689,10 για τον μήνα Ιανουάριο 2013 έως Ιούνιο 2014 (204,95 X 18 = 3.689,10 ) και συνολικά 3.689,10.

Επομένως ως προς τον εικοστό όγδοο ενάγοντα Δ. Τ., πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και α) να υποχρεωθεί το εκκαλόν να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του χωρίς να εφαρμόζει μέχρι την 31.12.2016 τη διάταξη του άρθρου 29§2 εδ. τέλ. του Ν. 4024/2011 για τη σταδιακή εφαρμογή της υπερβάλλουσας μείωσης των αποδοχών του σε ποσοστό ανώτερο του 25% από τις καταβαλλόμενες τον Οκτώβριο του έτους 2011 και ακολούθως να απειληθεί σε βάρος του χρηματική ποινή 50 ευρώ ως μέσο εκτέλεσης της ως άνω διάταξης κατ' άρθρο 947 ΚΠολΔ β) να υποχρεωθεί να του καταβάλει την διαφορά των νόμιμων αποδοχών του, ποσού 3.689,10 ευρώ. 29) Οι μεικτές μηνιαίες αποδοχές του εικοστού ένατου ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου, Π.

Τ., ηλεκτρονικού βιολογικού καθαρισμού, τον Δεκέμβριο του έτους 2010 ανέρχονταν στο ποσό των 1.897,18 ευρώ, τον Δεκέμβριο του έτους 2012 (με την αναλογική εφαρμογή του νόμου 4024/2011) στο ποσό των 1.838 ευρώ, μειώθηκε δηλαδή κατά 59,18 ευρώ, ενώ από 1-1-2013 εντάχθηκε κατά τις διατάξεις του νόμου 4093/2012 (με τον οποίο εντάχθηκαν από 01.01.2013 στο βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς του Ν. 4024/2011) διαμορφώθηκε στο ποσό των 1.378 ήτοι μειώθηκε κατά 519,18 ευρώ.

Οι αποδοχές αυτές είναι μειωμένες σε ποσοστό ανώτερο του 25% (1.897,18 Χ 25% = 474,29 ευρώ). Επομένως αποδείχτηκε ότι η μείωση των μηνιαίων αποδοχών του δεν είναι σύννομη, καθώς υπερβαίνει το 25% σε σχέση με τις καταβαλλόμενες σ' αυτόν αποδοχές του μήνα Οκτωβρίου του έτους 2011 και συνεπώς η εκκαλούσα εταιρία όφειλε να αναστείλει την επιπλέον μείωση (πέρα του 25% ) και να διαμορφώσει τις μηνιαίες αποδοχές του στο ποσό των 1.422,89 ευρώ (1.897,18 - 25% [474,29] = 1.422,89 ευρώ) και συνεπώς στον εικοστό ένατο ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο οφείλεται διαφορά (1.422,89- 1378 = 44,89) ποσού 808,02 για τον μήνα Ιανουάριο 2013 έως Ιούνιο 2014 (44,89 X 18 = 808,02 ) και συνολικά 808,02.

Επομένως ως προς τον εικοστό ένατο ενάγοντα, Π. Τ., πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και α) να υποχρεωθεί το εκκαλών να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του χωρίς να εφαρμόζει μέχρι την 31.12.2016 τη διάταξη του άρθρου 29§2 εδ. τέλ. του Ν. 4024/2011 για τη σταδιακή εφαρμογή της υπερβάλλουσας μείωσης των αποδοχών του σε ποσοστό ανώτερο του 25% από τις καταβαλλόμενες τον Οκτώβριο του έτους 2011 και ακολούθως να απειληθεί σε βάρος του χρηματική ποινή 50 ευρώ ως μέσο εκτέλεσης της ως άνω διάταξης κατ' άρθρο 947 ΚΠολΔ β) να υποχρεωθεί να του καταβάλει την διαφορά των νόμιμων αποδοχών του, ποσού 808,02 ευρώ. 30)Οι μεικτές μηνιαίες αποδοχές του τριακοστού ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου, Κ.

Χ., εργάτη αποχέτευσης, τον Δεκέμβριο του έτους 2010 περνονταν στο ποσό των 1.743,01 ευρώ, τον Δεκέμβριο του έτους 2012 (με την αναλογική εφαρμογή too νόμου 4024/2011) στο ποσό των 1.551 ευρώ, μειώθηκε δηλαδή κατά 192,01 ευρώ. ενώ από 1.1.2013 εντάχτηκε κατά τις διατάξεις του νόμου 4093 /2012 (με τον οποίο εντάχθηκαν από 01.01.2013 στο βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς του Ν.4024/2011) διαμορφώθηκε στο ποσό των 1.163,25 ήτοι μειώθηκε κατά 579,76 ευρώ.

Οι αποδοχές αυτές είναι μειωμένες σε ποσοστό ανώτερο του 25% (1.743,01 Χ 25% =435,75 ευρώ). Επομένως αποδείχτηκε ότι η μείωση των μηνιαίων αποδοχών του δεν είναι σύννομη καθώς υπερβαίνει το 25% σε σχέση με τις καταβαλλόμενες σ' αυτόν αποδοχες του μήνα Οκτωβρίου του έτους 2011 και συνεπώς η εκκαλούσα εταιρία όφειλε να αναστείλει την επιπλέον μείωση (πέρα του 25% ) και να διαμορφώσει τις μηνιαίες αποδοχες του στο ποσό των 1.528,70 ευρώ (1.743,01 - 25% [435,75] = 1.307,26 ευρώ) και συνεπως στον τριακοστό ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο οφείλεται διαφορά (1.307,26 -1163,25 = 144,01) ποσού 2.592,18 για τον μήνα Ιανουάριο 2013 έως Ιούνιο 2014 (144,01 Χ 18 - 2.592,18 ) και συνολικά 2.592,18.

Επομένως ως προς τον τριακοστό Κ. Χ., πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και α) να χρεωθεί το εκκαλόν να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του χωρίς να εφαρμόζει μέχρι την 31.12.2016 τη διάταξη του άρθρου 29§2 εδ. τέλ. του Ν. 4024/2011 για τη σταδιακή εφαρμογή της υπερβάλλουσας μείωσης των αποδοχών του σε ποσοστό ανώτερο του 25% από τις καταβαλλόμενες τον Οκτώβριο του έτους 2011 και ακολούθως να απειληθεί σε βάρος του χρηματική ποινή 50 ευρώ ως μέσο εκτέλεσης της ως άνω διάταξης κατ' άρθρο 947 ΚΠολΔ β) να υποχρεωθεί να του καταβάλει την διαφορά των νόμιμων αποδοχών του, ποσού 2.592,18 ευρώ......" Κατόπιν αυτών, το Μονομελές Πρωτοδικείο δεχόμενο την έφεση, εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 228/2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κορίνθου.

και δικάζοντας επί της αγωγής και κατά το μέρος που εδώ ενδιαφέρει, α) απέρριψε την αγωγή ως προς την 1η , τον 7ο , τον 8ο , τον 13ο , την 16η , την 17η , την 25η , των εναγόντων, β) δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς τον 2ο , τον 3ο , τον 4ο , τον 5ο , τον 6ο , τον 9ο , τον 10ο , τον 11ο , τον 12ο , τον 15ο , τον 19ο , τον 20ο , τον 21ο , τον 22ο, τον 26ο , τον 28ο , τον 29ο , και τον 30° αυτών και ακολούθως γ) Υποχρέωσε το Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου "..." να προσφερόμενες υπηρεσίες των ως άνω 2ου , 3ου , 4ου ,5ου , 6ου , 9ου, 10ου , 11ου, 12ου, 15ου , 19ου , 20ου , 21ου , 22ου , 26ου , 28ου , 29ου, και 30ου των εναγόντων χωρίς να εφαρμόζει μέχρι την 31.12.2016 τη διάταξη.

άρθρου 29§2 εδ. τέλ. του Ν. 4024/2011 για τη σταδιακή εφαρμογή της υπερβάλλουσας μείωσης των αποδοχών του σε ποσοστό ανώτερο του 25% από τις "καταβαλλόμενες τον Οκτώβριο του έτους 2011 και δ) υποχρέωσε το Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου "..." να καταβάλει την διαφορά των νόμιμων αποδοχών 1) στον 2ο ενάγοντα ποσού 3.447,78 ευρώ, 2) στον 3ο ενάγοντα ποσού 5.125,12 ευρώ, 3) στον 4ο ενάγοντα ποσού 1.056,20 ευρώ, 4) στον 5ο ενάγοντα ποσού 1.864,08 ευρώ, 5) στον 6ο ενάγοντα ποσού 3.619,09 ευρώ, 6) στον 9ο ενάγοντα ποσού 3.531,47, 7) στον 10ο ενάγοντα ποσού 5.985,22 ευρώ, 8) στον 11ο ενάγοντα ποσού 4.166,82 ευρώ, 9) στον 12ο ενάγοντα 299,52 ευρώ, 10) στον 15ο ενάγοντα ποσό 3.914,02 ευρώ, , 11) στον 19ο ενάγοντα ποσού 3.455,46 ευρώ, 12) στον 20ο ενάγοντα 7.734,60 ευρώ, 13) στον 21ο ενάγοντα ποσού 2.471,58 ευρώ, 14) στον 22ο ενάγοντα ποσού 2.816,13 ευρώ, 15) στον 26ο ενάγοντα ποσού 3.529,42 ευρώ, 16) στον 28ο ενάγοντα 3.689,10 ευρώ, 17) στον 29ο ενάγοντα 808,02 ευρώ, 18) στον 30ο ενάγοντα 2.592,18 ευρώ.

Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατ'εκτιμηση των όσων διαλαμβάνονται σ'αυτόν, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 560 αρ.1 και 6 του ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ότι το Εφετείο εσφαλμένα κατά νόμο ερμήνευσε τις διατάξεις της παρ.Γ της υποπαραγράφου Γ1 περ. 2 του άρθρου πρώτου του Ν.4093/2012, του άρθρου 31 του ν. 4024/2011 και τις διατάξεις της ερμηνευτικής εγκυκλίου του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους με αριθμό 2/85.127/0022/22-11-2012, και, επίσης, παραβίασε εκ πλαγίου την προαναφερόμενη εγκύκλιο με ανεπαρκείς αιτιολογίες, καταλήγοντας έτσι εσφαλμένα στον υπολογισμό των δικαιούμενων αποδοχών.

Ειδικότερα, η αιτίαση, σύμφωνα με την οποία φέρεται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ανωτέρω ερμηνευτική εγκύκλιο, η οποία προέβλεπε ότι μετά την ένταξη του προσωπικού των ΝΠΙΔ, που ανήκουν, μεταξύ άλλων, σε ΟΤΑ, κατά την έννοια της επίτευξης αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, ή επιχορηγούνται τακτικά από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α' του ν. 3429/2005, οι διατάξεις που αφορούν το βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων του άρθρου 4 του Κεφαλαίου Δεύτερου του ν. 4024/2011 έχουν ανάλογη εφαρμογή από 1-1-2013 και στο προσωπικό των ανωτέρω ΝΠΙΔ, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι η προβαλλόμενη παραβίαση της εγκυκλίου αυτής δεν συνιστά πλημμέλεια, δυνάμενη να στηρίξει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 113/2017).

Εξάλλου, το Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου (που δίκασε ως Εφετείο), κρίνοντας ότι οι ρυθμίσεις της παραγράφου Γ' της υποπαραγράφου Γ.1 περ. 2 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 εφαρμόζονται και στην προκείμενη περίπτωση, οπότε βάσει αυτών αναστέλλεται γενικά η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 29 παρ. 2 τελευταίο εδάφιο του ν. 4024/2011, που προέβλεπε τη σταδιακή εφαρμογή της υπερβάλλουσας μείωσης επί των αποδοχών που, βάσει του ν. 4024/2011 και ότι η εν λόγω αναστολή καταλαμβάνει τους ενάγοντες, στους οποίους η ως άνω διάταξη εφαρμοζόταν αναλόγως, κατ' άρθρο 31 παρ. 7 του ν.4024/2011, έως τις 31-12-2012 και ευθέως από την 1-1-2013, με αποτέλεσμα αφού έκρινε ότι οι μειώσεις δεν μπορούν να υπερβούν το 25%, επιδίκασε τα παραπάνω αναφερόμενα ποσά σε όσους αναιρεσείοντες οι μειώσεις υπερέβαιναν κατά ποσοστό 25% επί των καταβαλλόμενων αποδοχών του.

Ως εκ τούτου, δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ίδιες ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με το οποίο επικαλούνται παραβίαση των ως άνω διατάξεων και ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της ερμηνευτικής εγκυκλίου είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Σημειώνεται ότι το Μονομελές δεν χρειαζόταν να ασχοληθεί με το θέμα της εγκυκλίου, δεδομένου ότι στην προκείμενη εφήρμοσε τις διαταξεις του άρθρου 29 παρ. 2 εδάφιο τελευταίο του ν. 4024/2011, σύμφωνα με τις διατάξεις της περ. 2 της Υποπαραγράφου Γ1 της Παραγράφου Γ' του ν. 4093/2012, που καταλαμβάνει και τους ενάγοντες, τις οποίες ορθά εφήρμοσε.

Εξάλλου, σημειώνεται ότι οι αναιρεσείoντες απαραδέκτως υπό την επίφαση της συνδρομής του ως άνω αναιρετικού λόγων του άρθρου 560 αρ.1 και 6 ΚΠολΔ πλήττουν την ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων ως προς το ύψος των οφειλομένων ποσών, που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας.

Ο λόγος αναίρεσης του αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 139/2014, 1720/2013, 2176/2009, 232/2009).

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ ΑΠ 11/1996).

Οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 560 αρ.5 ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δέχθηκε ως λόγο της εφέσεως, αναφερομένο στο ύψος των οφειλομένων αποδοχών, που δεν προτάθηκε.

Όπως προκύπτει από το δικόγραφο της από 13.6.2016 ασκηθείσης εφέσεως το αναιρεσίβλητο στην έφεσή του υπέβαλε παράπονο (λόγο) ως προς το ύψος των πρωτοδίκως επιδικασθεντων ποσών. Επομένως το Μονομελές Πρωτοδικείο επιλήφθηκε του ύψους των επιδικαθέντων ποσών λαμβάνοντας υπόψη λόγο έφεσης, που προτάθηκε, και συνεπώς ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Οι αναιρεσείoντες απαραδέκτως υπό την επίφαση της συνδρομής του ως άνω αναιρετικού λόγων του άρθρου 560 αρ.5 ΚΠολΔ πλήττουν την ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων ως προς το ύψος των οφειλομένων ποσών, που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας. Ενόψει όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες που ηττήθηκαν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20.03.2018 αίτηση για αναίρεση της 401/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2019.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ