Legislator Case Law & Legislation
1210/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against divorce support order due to vague grounds and failure to prove omitted evidence.

Case Number 1210/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the lower court's decision regarding spousal maintenance. The appellant argued that the appellate court failed to consider thirty-seven documents proving declining income, but the court found these grounds vague and unsupported. The decision relied on the principle that an appeal must specifically identify omitted evidence and demonstrate its material impact, which the appellant failed to do.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if grounds are vague or if the appellant fails to demonstrate that specific evidence was omitted and that such omission materially affected the judgment.

Keywords

AI generated
spousal maintenance appeal admissibility omitted evidence vague grounds legal reasoning

Cited Legislation

AI generated
Articles 1389, 1390, 1391, and 1493 of the Civil Code
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1210 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1210/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Αβροκόμη Θούα - Εισηγήτρια, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Γεώργιο Αποστολάκη και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Απριλίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Ν. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μπόκοτα.

Της αναιρεσίβλητης: Αθηνάς θυγατέρας Ε. Κ., πρώην συζύγου Χ. Ν., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Τσαγκαράκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-3-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 199/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 2859/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-10-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 1389, 1390 , 1391 και 1493 του ΑΚ,(το οποίο εφαρμόζεται αναλόγως, αφού δεν αποκλείεται από το άρθρο 1389 του ίδιου Κώδικα), προκύπτει, ότι οι σύζυγοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση για διατροφή τους, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, ανεξάρτητα του αν ο ένας από αυτούς είναι εύπορος και ο άλλος άπορος, το μέτρο δε της διατροφής καθενός από αυτούς προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και, εφόσον κάποιος από αυτούς διέκοψε την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία, που περιλαμβάνει και την εγκατάλειψή του από τον υπόχρεο προς διατροφή σύζυγο, η διατροφή που του οφείλεται από τον άλλον πληρώνεται, σε χρήμα κάθε μήνα προκαταβολικώς και προσδιορίζεται αφού ληφθούν υπόψη και οι συνθήκες της χωριστής διαβίωσης (ΑΠ 195/2006, 132/2003).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559αριθ.19 ΚΠολΔ, εξάλλου, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή ,που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93παρ.3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του(ανεπαρκής αιτιολογία),ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία),Ειδικότερα ,αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Η μη αναγραφή όμως στην απόφαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, δεν συνιστά έλλειψη νόμιμης βάσης αυτής, ούτε εμπίπτει σε κανένα από τους λοιπούς λόγους αναίρεσης που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 559 Κ. Πολ.Δ. (ΑΠ 1357/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία, μέρος: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο κατά το θρησκευτικό τύπο στις 19-7-1981 στο Χαλάνδρι Αττικής, από τον οποίο απέκτησαν δύο, ενήλικα ήδη, τέκνα. Η έγγαμη συμβίωσή τους αρχικά υπήρξε ομαλή, οι δε διάδικοι ζούσαν μία άνετη ζωή λόγω των υψηλών εσόδων του εναγομένου (ήδη αναιρεσείοντος), ο οποίος και μόνον εργαζόταν, ενώ η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) είχε αναλάβει την ανατροφή των τέκνων τους και τη φροντίδα του κοινού οίκου.

Από το έτος 1994, ο εναγόμενος άλλαξε συμπεριφορά και έκτοτε συμπεριφερόταν υποτιμητικά στην ενάγουσα, ενώ συνήψε εξωσυζυγική σχέση με την Α. Φ., με αποτέλεσμα τον κλονισμό της έγγαμης σχέσης τους. Λόγω της παραπάνω συμπεριφοράς του εναγόμενου, οι διάδικοι τα τελευταία χρόνια δεν συνευρίσκονται σεξουαλικά, κοιμούνται σε χωριστά δωμάτια και δεν έχουν κοινή κοινωνική ζωή (διασκέδαση, διακοπές κλπ), έτσι ώστε δεν υπάρχει μεταξύ τους καμία ψυχική και πνευματική επαφή και επικοινωνία.

Επομένως, η διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων επήλθε από εύλογη αιτία στο πρόσωπο της ενάγουσας και ως εκ τούτου αυτή δικαιούται κατ' αρχήν διατροφής από τον εναγόμενο. Με την υπ' αριθμ. 6213/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), επιδικάστηκε προσωρινά στην ενάγουσα ως διατροφή το ποσό των 1.500 ευρώ μηνιαίως και νομιμοτόκως, ενώ ακολούθως, με την υπ' αρ. 14493/2013 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, μεταρρυθμίστηκε η αμέσως προηγούμενη απόφαση ως προς το ποσό της προσωρινής διατροφής, η οποία καθορίστηκε σε 900 ευρώ μηνιαίως.

Ο εναγόμενος, ηλικίας εξήντα ετών κατά τον χρόνο συζήτησης της αγωγής, από την 1-1-2012 και εφεξής είναι συνταξιούχος και λαμβάνει σύνταξη λόγω γήρατος από τον Ο.Α.Ε.Ε., ανερχόμενη στο ποσό των 1.125,98 ευρώ μηνιαίως καθαρά. Είναι επικαρπωτής επτά οριζόντιων ιδιοκτησιών πολυκατοικίας - εμπορικού κέντρου, επιφανείας 100,64 τ.μ., 219,88 τ.μ., 320 τ.μ. (βοηθ.χώροι), 47,10 τ.μ., 103,60 τ.μ.,169,82τ.μ.

και 48 τ.μ., αντίστοιχα, που βρίσκονται επί της Λεωφόρου ... στη Γλυφάδα Αττικής (την ψιλή κυριότητά τους έχει μεταβιβάσει στα προαναφερόμενα τέκνα του), στις οποίες έχουν εγγράφει προσημειώσεις υποθήκης από τη δανείστρια Τράπεζα ... για την εξασφάλιση απαιτήσεών της από χορηγηθέντα δάνεια ύψους 761.800 ευρώ και 27.437.300 εκατομμυρίων δραχμών, δάνεια που πάντως δεν αποδείχθηκε ούτε εάν εξυπηρετούνται, ούτε ποιος καταβάλλει τα μηνιαία τοκοχρεωλύσια.

Για την ίδια οικοδομή, ο εναγόμενος έλαβε επίσης και στεγαστικό δάνειο ποσού 200.000 ευρώ από την τράπεζα ..., για την τοκοχρεωλυτική απόσβεση του οποίου κατέβαλε κατά το οικονομικό έτος 2013 το ποσό των 12.396,22 ευρώ, ποσό που υπολογίζεται στις οικονομικές του υποχρεώσεις. Από την εκμίσθωση των ανωτέρω οριζοντίων ιδιοκτησιών, εισπράττει υψηλά μισθώματα που υπερβαίνουν τις 120.000 ευρώ ετησίως, τα οποία δεν δηλώνει ο ίδιος στις φορολογικές του δηλώσεις, αλλά αυτά δηλώνονται, προς φορολογική του διευκόλυνση, από τα δύο τέκνα του και την εταιρεία "...ΕΠΕ" (και μετά το 2011 από την εταιρεία "...

ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"), αποκλειστικών του συμφερόντων, περί της οποίας θα λεχθεί κατωτέρω. Είναι κύριος οικοπέδων που βρίσκονται στο ... επιφανείας 560 τ.μ., 440 τ.μ. και 5.900 τ.μ., αντίστοιχα, στο τελευταίο εκ των οποίων έχει ανεγείρει πέντε μεζονέτες, που δεν του αποφέρουν κάποιο εισόδημα, ενώ δεν αποδείχθηκε ούτε εάν είναι πλήρως αποπερατωμένες, αποτελούσες, πάντως, ένα σημαντικό περιουσιακό στοιχείο του εναγομένου.

Στο τελευταίο αυτό ακίνητο, έχει εγγραφεί υπέρ της ενάγουσας, προσημείωση υποθήκης για το ποσό των 500.000 ευρώ προς εξασφάλιση μελλοντικής απαίτησής της για συμμετοχή στα αποκτήματα του γάμου. Διαμένει στην επί της οδού ..., στη Βούλα Αττικής, μονοκατοικία, επιφανείας κυρίων χώρων 232,75 τ.μ. και βοηθητικών χώρων 137,922 τ.μ., που αποτελεί τη συζυγική οικία, την οποία μεταβίβασε στη θυγατέρα του Μ., κατά πλήρη κυριότητα, δυνάμει του υπ' αριθ. .../2009 συμβολαίου γονικής παροχής του Συμβολαιογράφου.

Κρωπίας Π. Κ., παρακρατήσας εφ' όρου ζωής του το δικαίωμα οίκησης. Ως εκ τούτου, δε βαρύνεται με τη δαπάνη καταβολής μισθώματος, αλλά μόνο με τις λειτουργικές δαπάνες της οικίας του. Για την ανέγερση της ως άνω οικίας έχει λάβει δάνεια για τα οποία ενεγράφησαν επ' αυτής προσημειώσεις υποθήκης για 49.440,82 ΓΙΕΝ Ιαπωνίας υπέρ της τράπεζας ...

ΑΕ, καθώς και 216.931,47 ευρώ και 1.034.493 Ελβετικών φράγκων υπέρ της τράπεζας ..., πλην δεν προέκυψε η εκ μέρους του εναγομένου καταβολή οποιουδήποτε ποσού για την απόσβεση των εν λόγω δανείων. Έχει την αποκλειστική χρήση ενός ΙΧΕ αυτοκινήτου, τύπου τζιπ, μάρκας MERCEDES, που πρωτοκυκλοφόρησε το 2006, του οποίου η άδεια κυκλοφορίας εξεδόθη επ' ονόματι της εταιρείας "...

ΜΟΝ.ΕΠΕ". Περαιτέρω, η τελευταία αυτή εταιρεία, η οποία είχε ως σκοπό τις οικοδομικές επιχειρήσεις και γενικότερα την εκμετάλλευση ακινήτων, είχε, από το έτος 2001, ως μοναδικό εταίρο τον εναγόμενο και εταιρικό κεφάλαιο κατά το χρόνο εκείνο το ποσό των 146.735,14 ευρώ. Το κεφάλαιο της αυτό, κατά το τέλος του έτους 2010, με απόφαση του εναγομένου (μοναδικού εταίρου και διαχειριστή της) αυξήθηκε στο ποσό των 354.060 ευρώ.

Τον Νοέμβριο του 2011, αυτή μετατράπηκε σε ανώνυμη με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (ΦΕΚ ...18-11-11 ΤΑΕ-ΕΠΕ και ΓΕΜ), με μετοχικό κεφάλαιο ύψους 621.000 ευρώ, το οποίο καλύφθηκε κατά τον κύριο όγκο του, ήτοι κατά ποσό 620.046,71 ευρώ από την εισφορά της καθαρής θέσης της μετατρεπόμενης ΕΠΕ και κατά το υπόλοιπο ποσό των 953,29 ευρώ με κατάθεσή του σε μετρητά από τον εναγόμενο, ο οποίος ήταν και ο μοναδικός μέτοχος της νεοϊδρυθείσης Α.Ε.

Η εταιρεία αυτή, έχει στην κυριότητά της ένα αγροτεμάχιο 4 στρεμμάτων στη ..., καθώς και τέσσερις διώροφες μεζονέτες 300 τ.μ. περίπου εκάστης, κτισμένες σε παραθαλάσσιο οικόπεδο επιφανείας 1.897 τ.μ. στα ...), τα οποία ακίνητα δεν αποδείχθηκε ότι απέφεραν κάποιο εισόδημα στην εταιρεία, και κατ' επέκταση κέρδη στο μοναδικό της μέτοχο εναγόμενο, πλην όμως η μεγάλη αξία τους (υπερβαίνουσα, κατά την κοινή πείρα, τα 2.000.000 ευρώ συνολικά) επαυξάνει την αξία της καθαρής θέσης της εταιρείας και συνεπώς, αντίστοιχα, την περιουσία του εναγομένου.

Εξάλλου, ο εναγόμενος, κατά τα οικονομικά έτη 2011 έως και 2013, δήλωσε (ετήσια) εισοδήματα ύφους 96.271 ευρώ για το 2011 (χρήση 2010), 69.599,35 ευρώ για το 2012 (χρήση 2011) και 71.955,38 ευρώ για το 2013 (χρήση 2012), αντίστοιχα, από ακίνητα και από μισθωτές υπηρεσίες. Οι εν λόγω φορολογικές δηλώσεις δεν έχουν ελεγχθεί για την ακρίβειά τους, ενώ, όπως ήδη πιο πάνω αναφέρθηκε, ο εναγόμενος φροντίζει να παρουσιάζει στη φορολογική αρχή χαμηλότερα εισοδήματα από μισθώματα, σε σύγκριση μ' εκείνα που πράγματι εισπράττει.

Κατόπιν φορολογικού ελέγχου, καταλογίστηκαν και επιβλήθηκαν στον εναγόμενο, κατά μήνα Απρίλιο του 2012, συμπληρωματικοί φόροι και πρόστιμα από τις ..., Κορωπίου και Παλλήνης, συνολικού ύψους άνω των 400.000 ευρώ για παλαιότερες φορολογικές χρήσεις. Κατά των ως άνω καταλογιστικών πράξεων και αποφάσεων επιβολής προστίμου ο εναγόμενος έχει προσφύγει στα αρμόδια διοικητικά δικαστήρια, πλην οι προσφυγές του δεν έχουν εισέτι εκδικαστεί.

Ο ίδιος ισχυρίστηκε, ότι το 50% της βεβαιωθείσας οφειλής του, ήταν υποχρεωτικώς από το νόμο καταβλητέο. Ο ισχυρισμός του αυτός ελέγχεται ως αβάσιμος, καθ' όσον, το άρθρο 70Β του ν. 2238/1994 (Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος), με την παράγραφο 3 του οποίου επιβάλλεται η καταβολή του 50% του αμφισβητούμενου ποσού της προσβαλλόμενης πράξης της φορολογικής αρχής, προστέθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4152/2013 και ίσχυσε, όπως ορίζεται σ' αυτό, για πράξεις που εκδίδονται από 1.8.2013, ήτοι μετά το 2012, που εκδόθηκαν οι εν λόγω καταλογιστικές σε βάρος του εναγομένου πράξεις, ενώ, επιπροσθέτως, με την παράγραφο 4 του ίδιου ανωτέρω προστεθέντος άρθρου, προβλέφθηκε και η δυνατότητα αναστολής της ως άνω καταβολής.

Ανεξαρτήτως, βεβαίως, των ως άνω διατάξεων, ουδεμία απόδειξη προσκομίζεται σχετικώς από τον εναγόμενο, από την οποία να προκύπτει ότι έχει καταβάλει κάποιο ποσό έναντι των επιβληθέντων με τις παραπάνω πράξεις φόρων και προστίμων. Όμως, ο τελευταίος έχει δημιουργήσει μεγάλο όγκο φορολογικών χρεών, για τα οποία υπέβαλε μετά τον επίδικο χρόνο, και συγκεκριμένα το Νοέμβριο του 2014, αίτηση ρύθμισης σε μηνιαίες δόσεις.

Περαιτέρω, η ενάγουσα, στα πλαίσια αναγκαστικής εκτέλεσης της υπ' αριθμ. 6213/2010 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, για ικανοποίηση απαίτησής της περί προσωρινής διατροφής, προέβη σε κατασχέσεις οριζοντίων ιδιοκτησιών του εναγομένου, ως και κατασχέσεις χρηματικών ποσών από τραπεζικούς λογαριασμούς του. Ο εναγόμενος, ισχυρίζεται ότι, προκειμένου ν' αποφύγει τον πλειστηριασμό των οριζοντίων ιδιοκτησιών του που επισπευδόταν από την ενάγουσα, για την ικανοποίηση ληξιπρόθεσμων αξιώσεών της περί διατροφής, δανείστηκε από φιλικά του πρόσωπα, το ποσό των 9.350 ευρώ.

Ο ισχυρισμός του αυτός, με δεδομένο ότι η επιδίωξη της ενάγουσας να ικανοποιηθεί αναγκαστικώς από την περιουσία του ήταν καθ' όλα νόμιμη, δεν ασκεί κάποια έννομη επιρροή στην παρούσα δίκη σχετικά με τον προσδιορισμό των εισοδημάτων και υποχρεώσεων του εναγομένου, οι οποίες υποχρεώσεις, με δεδομένα τα προαναφερθέντα έσοδά του, κάλλιστα θα μπορούσαν να καλυφθούν από αυτά.

Σε σχέση, περαιτέρω, με τα ληξιπρόθεσμα υπόλοιπα χορηγηθέντων δανείων με ανοικτό λογαριασμό από πιστωτικά ιδρύματα προς την προαναφερθείσα ανώνυμη εταιρεία, αυτά, ανεξαρτήτως του ύψους τους, αφορούν την εν λόγω εταιρεία, την περιουσία της οποίας και βαρύνουν. Λεκτέον, μάλιστα, ότι ο εναγόμενος δεν ισχυρίζεται καν ότι είναι αλληλεγγύως μετά της ως άνω εταιρείας υπεύθυνος (ατομικά) για την εξόφλησή τους.

Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος έχει άλλα εισοδήματα ή περιουσιακά στοιχεία, ενώ, επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι επιβαρύνεται κατά νόμο με την υποχρέωση διατροφής τρίτων προσώπων. Περαιτέρω, η ενάγουσα κατά τον χρόνο συζήτησης της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ήταν πενήντα οκτώ ετών, με σοβαρά προβλήματα υγείας (καρκίνο των λεμφαδένων).

Δεν εργαζόταν κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης, προκειμένου να ασχολείται αποκλειστικά με τη φροντίδα της οικίας τους και της οικογενείας τους και την ανατροφή των τέκνων τους, ενώ μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης εξακολουθεί να μην εργάζεται, καθόσον δεν διαθέτει κάποια εξειδίκευση, ενώ είναι καταπονημένη λόγω του σοβαρού προβλήματος υγείας που αντιμετωπίζει.

Τα ετήσια εισοδήματά της κατά τον επίδικο χρόνο ήταν 3.676,50 ευρώ. Κατοικεί στην προρρηθείσα ιδιόκτητη μονοκατοικία, η οποία αποτελούσε τον συζυγικό οίκο, μη βαρυνόμενη, ως εκ τούτου, με τη δαπάνη καταβολής μισθώματος, αλλά βαρυνόμενη μόνο με τις λειτουργικές δαπάνες της οικίας της. Η ίδια τυγχάνει κυρία ενός διαμερίσματος στα ..., επιφανείας 76 τ.μ, από την εκμίσθωση του οποίου λαμβάνει μίσθωμα 180 ευρώ μηνιαίως, ενώ είναι επικαρπώτρια αγροτεμαχίου στο ..., το οποίο είναι απρόσοδο.

Τα ως άνω περιουσιακά στοιχεία διέθετε κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης και καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα. Άλλα εισοδήματα ή περιουσία δεν διαθέτει. Σύμφωνα με τα παραπάνω, κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων το κύριο βάρος συντήρησης της οικογένειας έφερε ο εναγόμενος, καλύπτοντας με τα εισοδήματά του το σύνολο των οικογενειακών αναγκών, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να απολαμβάνει μέρος των εισοδημάτων του συζύγου της, αφού συμμετείχε με μικρότερο ποσό στην αντιμετώπιση των οικογενειακών τους αναγκών.

Η ενάγουσα, επομένως, υπό καθεστώς έγγαμης συμβίωσης εδικαιούτο διατροφής ως οικονομικά ασθενέστερη, τη διατροφή δε αυτή εξακολουθεί να δικαιούται και μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής της με τον εναγόμενο, καθόσον οι περιστάσεις αναγόμενες στο καθεστώς της έγγαμης συμβίωσής τους δεν έχουν μεταβληθεί ουσιωδώς, ώστε να αποκλεισθεί το προς διατροφή δικαίωμά της.

Κατ' ακολουθίαν, με βάση τις οικονομικές δυνάμεις των διαδίκων, όπως αυτές καθορίζονται από τα ως άνω εισοδήματά τους και την περιουσία τους, σε συσχετισμό με τις δυνάμεις του καθενός προς το άθροισμα των δυνάμεων και των δύο και με βάση τις διατροφικές ανάγκες της ενάγουσας, όπως αυτές διαμορφώθηκαν κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης, από τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής, αφού συνεκτιμηθούν και οι νέες συνθήκες, το δικαστήριο κρίνει ότι η ενάγουσα δικαιούται σε χρήμα συμπληρωματική διατροφή από τον εναγόμενο, ανερχομένη στο ποσό των 1.100 ευρώ το μήνα.

Το προαναφερόμενο ποσό είναι αναγκαίο για την κάλυψη των αναγκών διατροφής της ενάγουσας, στις οποίες περιλαμβάνονται οι ανάγκες τροφής, ένδυσης, ύδρευσης, φωτισμού, θέρμανσης, ψυχαγωγίας και συμμετοχής της στην κοινωνική ζωή. Συγκεκριμένα, το μέτρο κάλυψης των αναγκών αυτών είναι εκείνο που υπαγορεύουν ειδικότερα η ηλικία, καθώς και το επίπεδο διαβίωσης που υπήρχε κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης και το παραπάνω ποσό είναι εκείνο που θα εξασφαλίσει στην ενάγουσα το ίδιο επίπεδο διαβίωσης, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα (από 5.6.2010 έως 31.12.2013), μετά τη διακοπή της συμβίωσής της με τον εναγόμενο".

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, έκανε δεκτή την από 5-12-2016 έφεση της αναιρεσίβλητης, και αφού εξαφάνισε την 199/2015 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε καθορίσει στο ποσό των 800 ευρώ μηνιαίως την δικαιούμενη από αυτή διατροφή, έκανε εν μέρει δεκτή την από 15-3-2013 αγωγή της και ανεγνώρισε ότι, ο αναιρεσείων υποχρεούται να της προκαταβάλλει εντός του πρώτου τριημέρου κάθε μήνα, ως διατροφή το ποσό των 1.100 ευρώ ,για το χρονικό διάστημα από 5-6-2010 έως 21-12-2013,νομιμοτόκως από την καθυστέρηση πληρωμής κάθε δόσης Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ,δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με σαφήνεια και πληρότητα το πραγματικό των εφαρμοστέων, αναφερομένων στην αρχή της παρούσας, διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα αυτής του άρθρου 1493ΑΚ,(ανεξάρτητα από την μη ρητή αναφορά τους)ως προς τον καθορισμό των αναγκών της αναιρεσίβλητης, όπως αυτές προέκυψαν από τις συνθήκες της οικογενειακής της ζωής και αυτές της χωριστής της πλέον διαβίωσης, οι οποίες ,σε συνδυασμό και με τις οικονομικές δυνάμεις των διαδίκων ,καθορίζουν την επιδικασθείσα σε αυτή διατροφή, έτσι ώστε καθίσταται ευχερής ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής τους.

Η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι με τις λειτουργικές ανάγκες της(κοινής) κατοικίας των διαδίκων, επιβαρύνονται αμφότεροι, με την έννοια της από κοινού συμβολής σε αυτές, δεν είναι αντιφατική. Επομένως, όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον δεύτερο από το άρθρο 559αριθμ.19ΚΠολΔ λόγο της κρινόμενης αίτησής του είναι αβάσιμα.

Επισημαίνεται ότι με τον αναιρετικό αυτό λόγο κρίνεται η επάρκεια στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου και όχι αυτής του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ,ενώ η επανάκριση της υπόθεσης από το Εφετείο δεν προϋποθέτει σφάλμα στην αιτιολογία της εκκαλούμενης απόφασης ,η οποία και δεν χρειάζεται να παρατίθεται ,αλλά σφάλμα στην εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Επομένως, η περιλαμβανόμενη στον ίδιο, δεύτερο, από το άρθρο 559αριθμ.19ΚΠολΔ λόγο, αιτίαση, με την οποία ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο, διότι "δεν παραθέτει τα στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι η πρωτόδικη απόφαση δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη",είναι απαράδεκτη.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, αρκεί δηλαδή η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου που έλαβε υπόψη το δικαστήριο.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά το άρθρο 561παρ.1ΚΠολΔ(ΑΠ 100/2007). Για να είναι ορισμένος δε ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται, α) ποίες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας, κατά τρόπο που να προσδιορίζεται η ταυτότητά τους, να καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός ,το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη η (ΑΠ 526/2017, 204/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559αριθμ.11γΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, ότι προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, για την οικονομική του κατάσταση, δεν έλαβε υπόψη τριάντα επτά έγγραφα που αναφέρονται στις ενώπιον αυτού προτάσεις του, από τα οποία προέκυπτε ότι τα εισοδήματά του έβαιναν διαρκώς μειούμενα.

Ο ανωτέρω λόγος είναι προεχόντως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, αφού ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει με το αναιρετήριο τα κατ' αυτόν μη ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, ούτε το περιεχόμενο αυτών, χωρίς η αοριστία να καλύπτεται από την παραπομπή στις προτάσεις του. Σε κάθε περίπτωση, είναι και αβάσιμος, διότι από τη ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι "έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται",σε συνδυασμό με τις προεκτεθείσες αιτιολογίες και παραδοχές τη ς, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, προς σχηματισμό του σχετικού αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που ο αναιρεσείων είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει ενώπιον του.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (αρθρ.176, 183) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, ενόψει του ότι, όπως προκύπτει από την από 19-10-2017 έκθεση κατάθεσης της κρινόμενης αίτησης, ο αναιρεσείων κατέθεσε το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 495παρ.1ΚΠολΔ παράβολο ,καίτοι δεν είχε τέτοια υποχρέωση, κατά την παρ.3 εδάφιο τελευταίο του ίδιου άρθρου, εφόσον επρόκειτο για διαφορά υπαγόμενη στη διάταξη του άρθρου 592αριθμ.3ΚΠολΔ,πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή αυτού στον ίδιο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18 Οκτωβρίου 2017 αίτηση του Χ. Ν. για αναίρεση της 2859/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ