Legislator Case Law & Legislation
1210/2017 AI generated

1210/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1210/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Με το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ ιδρύονται, αντιστοίχως, λόγοι αναιρέσεως, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, ιδίως δε αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Περαιτέρω κατά την έννοια του εδαφ.

Legislator headnote

AI generated

1210/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η έννοια της διευθυντικής θέσης, ανεξαρτήτως του αν ο εργαζόμενος έχει ή όχι τον τίτλο του κατόχου αυτής, προσδιορίζεται, με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια της καλής πίστης, της κοινής πείρας και της λογικής από τη φύση και το είδος των παρεχόμενων υπηρεσιών που κρίνονται ενιαίως καθώς και από την ιδιάζουσα σχέση εκείνου που τις παρέχει τόσο προς τον εργοδότη όσο και προς τους λοιπούς εργαζόμενους.(Α.

Keywords

AI generated
unpaid work pay policy part-time gainful activity administrative status of officials gainfully employed persons reintegration into employment
AI generated
196/2008
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
1103/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/3/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 88/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 138/2012 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18/5/2012 αίτησή της.
436/2010
Αναίρεση. Απαράδεκτη, ως προς τους διαδίκους για τους οποίους δε περιέχει λόγο αναιρέσεως. Εργασία τις Κυριακές. Καταβάλλεται, ανεξαρτήτως του κύρους για την απασχόληση, προσαύξηση του ημερομισθίου, η οποία υπολογίζεται επί του νομίμου μισθού και ισούται με το 75% ενός ημερομισθίου. Σε περίπτωση δε που στερείται και την εβδομαδιαία ανάπαυση ο εργαζόμενος αυτός δικαιούται και το 1/25 του καταβαλλομένου μισθού του ως αποζημίωση του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
1130/2015
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση, στο Κατάστημά του, την 12η Μαϊου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
524/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1210 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1210/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Σ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Ανδρουτσόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε" και με διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην Αθήνα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στεφανογιάννη Οικονόμου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/5/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2464/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 5753/2014 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/11/2015 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Μιχολιάς ανέγνωσε την από 31/1/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ ιδρύονται, αντιστοίχως, λόγοι αναιρέσεως, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, ιδίως δε αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Περαιτέρω κατά την έννοια του εδαφ.

α του άρθρου 2 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ουάσιγκτον "περί περιορισμού των ωρών εργασίας εν ταις βιομηχανικαίς επιχειρήσεσιν", που κυρώθηκε με το Ν. 2269/1920, ως πρόσωπα, τα οποία κατέχουν θέσεις εποπτείας ή διευθύνσεως ή εμπιστοσύνης, επί των οποίων, κατά την εν λόγω σύμβαση, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις αυτής, θεωρούνται εκείνα στα οποία λόγω των εξαιρετικών προσόντων τους ή της ιδιάζουσας εμπιστοσύνης του εργοδότη προς αυτά, ανατίθενται καθήκοντα γενικότερης διεύθυνσης της όλης επιχείρησης ή σημαντικού τομέα της και εποπτείας του προσωπικού, εις τρόπον ώστε όχι μόνο να επηρεάζουν αποφασιστικά τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη της επιχείρησης, αλλά και να διακρίνονται εμφανώς από τους άλλους υπαλλήλους λόγω της άσκησης των δικαιωμάτων του εργοδότη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και η πρόσληψη και η απόλυση του προσωπικού, έναντι του οποίου επέχουν θέση εργοδότη διαθέτουν πρωτοβουλία και επωμίζονται ενίοτε και ποινικές ευθύνες για την τήρηση διατάξεων που έχουν θεσπιστεί για το συμφέρον των εργαζομένων, λαμβάνουν σημαντικές αποφάσεις για την επίτευξη των σκοπών της επιχείρησης και εκπροσωπούν την επιχείρηση (μέσα στα πλαίσια του τομέα τους) έναντι των Δημοσίων Αρχών και τρίτων ιδιωτών, αμειβόμενοι συνήθως με μισθό που υπερβαίνει κατά πολύ τα νόμιμα ελάχιστα όρια και τις καταβαλλόμενες στους λοιπούς υπαλλήλους αποδοχές.

Δεν είναι όμως αναγκαίο να συντρέχουν όλες οι ανωτέρω ή και άλλες περιστάσεις για να χαρακτηρισθεί κάποιος εργαζόμενος ως διευθύνων υπάλληλος, αφού η έννοια του διευθύνοντος υπαλλήλου αποδίδεται με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια της καλής πίστεως και της κοινής πείρας και λογικής από τη φύση των παρεχομένων υπηρεσιών, καθώς και την ιδιάζουσα θέση εκείνου που τις παρέχει, τόσο προς τον εργοδότη όσο και προς τους λοιπούς εργαζομένους Γι αυτό και τα πρόσωπα αυτά αν και δεν παύουν να είναι μισθωτοί, εξαιρούνται της εφαρμογής των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας που αφορούν υπερεργασία, υπερωριακή απασχόληση, εργασία κατά τις Κυριακές και εορτές, εβδομαδιαία ανάπαυση νυκτερινή εργασία, ετήσια χορήγηση άδειας.

Επομένως οι υπάλληλοι αυτοί δε δικαιούνται να λαμβάνουν πρόσθετη αμοιβή ή αποζημίωση είτε πρόκειται για ώρες εργασίας που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως υπερεργασία, ως υπερωρία, νόμιμη ή παράνομη μη έχοντας για την τελευταία αξίωση απόδοσης της ωφέλειας του εργοδότη τους, κατά το άρθρο 904 ΑΚ, αφού αυτή δεν οφείλεται σε παράνομη αιτία, είτε πρόκειται για νυκτερινή εργασία ή εργασία κατά τις Κυριακές και σε ημέρες εβδομαδιαίας ανάπαυσης καθώς επίσης και για αποδοχές, επίδομα και αποζημίωση λόγω υπαίτιας μη χορήγησης της ετήσιας άδειας ανάπαυσης.

Η έννοια της διευθυντικής θέσης, ανεξαρτήτως του αν ο εργαζόμενος έχει ή όχι τον τίτλο του κατόχου αυτής, προσδιορίζεται, με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια της καλής πίστης, της κοινής πείρας και της λογικής από τη φύση και το είδος των παρεχόμενων υπηρεσιών που κρίνονται ενιαίως καθώς και από την ιδιάζουσα σχέση εκείνου που τις παρέχει τόσο προς τον εργοδότη όσο και προς τους λοιπούς εργαζόμενους.(Α.

Π 1047/2007, Α.Π. 117/206, Α.Π. 1511/2004).

Στην προκείμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, κρίνοντας επί της έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της 2464/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε απορρίψει ως αβάσιμη την αγωγή του τελευταίου με την οποία αυτός ζητούσε να του καταβάλει η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία το ποσό των 85.959,68 ευρώ από τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας για απαιτήσεις του από την εργασία του που της προσέφερε την περίοδο από 1-1-2005 έως 14-10-2008 τα Σαββατοκύριακα και τη νύχτα, για υπερεργασία και παράνομες υπερωρίες και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα: "Ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) την 25-2-2002 προσελήφθη δυνάμει συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας από την εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) ως ταμίας στο εστιατόριο - καφετέρια στην Πλάκα της τελευταίας.

Ο ενάγων -εκκαλών εργάστηκε στην επιχείρηση αυτή συνεχώς μέχρι την 14-10-2008, όταν η εναγομένη δι' εγγράφου καταγγελίας τον απέλυσε με την καταβολή αποζημιώσεως. Ο ανωτέρω προΐστατο των υπαλλήλων, τους υποδείκνυε τα εκάστοτε καθήκοντά τους, έκλεινε τα ταμεία του καταστήματος, παραδίδοντας τις εισπράξεις στους εκπροσώπους της εταιρείας, ήταν υπεύθυνος για τις παραγγελίες του καταστήματος και υπέγραφε για τις παραλαβές αυτών, προγραμμάτιζε τις άδειες του προσωπικού και εν γένει δεν είχε αυστηρό ωράριο εργασίας (κατάθεση μάρτυρα Κ.

Μ. " ... έβγαζε πρόγραμμα εργασίας προσωπικού ...όταν ήθελα άδεια αυτός μου έδινε..."). Ο ενάγων όμως από 1-1-2005 ελάμβανε μηνιαίο μισθό 2.121,04 ευρώ (μικτά, και καθαρά το ποσό των 1500 ευρώ), γεγονός που δεν αμφισβητείται από το σύνολο των διαδίκων μερών. Ο μηνιαίος μισθός των εργαζομένων σύμφωνα με τις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασία για το προσωπικό των τουριστικών και επισιτιστικών καταστημάτων της χώρας κατά την περίοδο της καταγγελίας ανερχόταν στο ποσό των 727,07 ευρώ.

Επομένως λόγω της θέσεως εποπτείας, διευθύνσεως και εμπιστοσύνης που κατείχε ο ενάγων και των υψηλών αποδοχών του δεν έχει νόμιμες αξιώσεις για αμοιβή υπερεργασίας, παράνομης υπερωριακής απασχολήσεως καθώς και εργασίας Σαββάτων, Κυριακών και νυχτερινών".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την 2464/2010 απόφασή του απέρριψε τη ένδικη αγωγή ως αβάσιμη κατ'ουσίαν, δεχόμενο τα ίδια, δεν έσφαλε ως προς την κρίση του αυτή και κατόπιν τούτου απέρριψε την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατ'αυτής.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες διατάξεις(αρθρ. 2 εδ. Α' της Διεθνούς Συμβάσεως της Ουάσιγκτον που μυρώθηκε με το ν. 2269/1920) και τη διάταξη του αρθρ. 200 Α.Κ., διότι σύμφωνα με τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ανέλεγκτα, δεν διαλαμβάνονται παραδοχές οι οποίες να συνιστούν το πραγματικό του εφαρμοσθέντα κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα δεν διαλαμβάνουν παραδοχές ότι ο αναιρεσείων δεν κατείχε θέση εποπτείας ή διευθύνσεως ή εμπιστοσύνης στην επιχείρηση της αναιρεσίβλητης με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια της καλής πίστης της κοινής πείρας και της λογικής από τη φύση και το είδος των παρεχομένων υπηρεσιών που κρίνονται ενιαίως καθώς και από την ιδιάζουσα σχέση εκείνου που τις παρέχει τόσο προς τον εργοδότη όσο και προς τους λοιπούς εργαζόμενους, αφού δεν γίνεται δεκτό με την προσβαλλόμενη ότι αυτός α) επηρέαζε αποφασιστικά, την κατεύθυνση και την εξέλιξη της επιχείρησης ως προς τους οικονομικούς στόχους της, β) ασκούσε τα δικαιώματα του εργοδότη έναντι του όλου ή σημαντικού μέρους του προσωπικού της αναιρεσίβλητης με αρμοδιότητα πρόσληψης και απόλυσης και ενεργούσε, έναντι των μισθωτών, αντί του εργοδότη, γ) επωμιζόταν ποινικές ευθύνες για την τήρηση των διατάξεων που έχουν θεσπιστεί, προς το συμφέρον των εργαζομένων, δ) λάμβανε σημαντικές αποφάσεις για την επίτευξη των σκοπών της επιχείρησης και ε) εκπροσωπούσε την εταιρεία (μέσα στα πλαίσια του τομέα του) έναντι των Δημοσίων Αρχών και τρίτων ιδιωτών.

Περαιτέρω η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη της Σύμβασης της Ουάσιγκτων που αναφέρεται στην αρχή της μείζονος πρότασης επί του ουσιώδους ζητήματος της ιδιότητας του αναιρεσείοντος ή μη ως υπαλλήλου με ιδιάζουσα θέση εποπτείας, διευθύνσεως ή εμπιστοσύνης, καθώς διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφού δεν αναφέρει κατά ποίο τρόπο η ανατεθείσα στον αναιρεσείοντα θέση του ταμία επηρέαζε τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη των επιχειρήσεων της αναιρεσίβλητης, αλλ' ούτε και καθορίζει τα περιστατικά βάσει των οποίων καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο μηνιαίος μισθός του ήταν υψηλός, αφού δεν προβαίνει στη σύγκριση αυτού με-κάποιον άλλο μισθό (ή με το νόμιμο), που χορηγείται σε άλλο υπάλληλο, ταμία, που έχει τα ίδια προσόντα με τον αναιρερεσίβλητο.

Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί κατά τους βάσιμους σχετικούς από το άρθρο 559 αριθμ.. 1 και 19 του ΚΠολΔ λόγους του αναιρετηρίου, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι εφικτή η σύνθεση αυτού από άλλους δικαστές (αρθρ. 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που δεν κατέθεσε προτάσεις κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου. (άρθρα176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 5753/2014 απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος εκ χιλίων εκατό (1.100) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 29 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ