Supreme Court dismisses appeal against dismissal of vague lawsuit citing procedural defect and lack of evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision rejecting a lawsuit for being vague. The appellant argued the lower court lacked legal basis and failed to consider common sense or documentary evidence, but the court found these grounds insufficient. Since the original suit was rejected for vagueness, no factual inquiry occurred, rendering arguments regarding evidence and common sense inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArt. 216(1) CPD; Art. 559(1) CPD: An appeal against a dismissal for vagueness is inadmissible if it relies on grounds requiring a factual inquiry, as no such inquiry took place.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1210 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1210/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Χριστόφορο Κοσμίδη, Προε- δρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεώργιου Γιαννούλη), Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Γεώργιο Αναστασάκο και Σοφία Καρυστηναίου (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Δήμητρας Κοκοτίνη), Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση, στο Κατάστημά του, την 28η Απριλίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Α. Α. του Νικολάου, κατοίκου ... που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αβραάμ Ιορδανίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ (ΔΕΗ) ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Περικλή Κατσαούνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-2-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2311/2010 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 945/2013 Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων με την από 20-12-2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Απόστολος Παπαγεωργίου, ανέγνωσε την από 9-4-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Επειδή, κατά το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός άλλων στοιχείων, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Σε αντίθετη περίπτωση, η αγωγή είναι αόριστη και το δικαστήριο οφείλει να την απορρίψει για το λόγο αυτό, έστω και αν μνημονεύεται ο νομικός κανόνας, με βάση τον οποίο ζητείται η παραδοχή του αιτήματος που υποβάλλεται.
Εξ άλλου, το ορισμένο ή μη του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας. Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση που το δικαστήριο αξιώνει περισσότερα στοιχεία απ’ όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος ή αρκείται σε λιγότερα ή διαφορετικά απ’ αυτά, οπότε υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1 και 3, 3, 4 παρ.1 και 8, 5 παρ.3 και 4 και 42 παρ.4 του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΚΚΠ/ΔΕΗ), που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β’ 1274/1973) με την 2842/1973 απόφαση του Υπουργού Απασχολήσεως, κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν.δ. 210/1974 και επέχει ισχύ νόμου, όπως ισχύει μετά τη δημοσίευση της από 23-3-1990 ΣΣΕ Προσωπικού ΔΕΗ (ΦΕΚ Β’ 227/1990), το προσωπικό συνδέεται με τη ΔΕΗ με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και διακρίνεται σε τακτικό και έκτακτο.
Προσωπικό έκτακτο είναι εκείνο που προσλαμβάνεται με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου για την κάλυψη έκτακτων ή πρόσκαιρων αναγκών και μπορεί να ενταχθεί μετά από διετή υπηρεσία στο τακτικό προσωπικό με απόφαση του διοικητή, μετά από γνώμη του πρωτοβάθμιου συμβουλίου κρίσεως. Το τακτικό προσωπικό κατατάσσεται σε κλάδους, υποδιαιρούμενους σε κατηγορίες, που μπορούν να υποδιαιρεθούν σε βαθμίδες, στις οποίες αντιστοιχούν μισθολογικά κλιμάκια και ποσοστό οργανικών θέσεων, που καθορίζεται για κάθε κατηγορία με απόφαση του γενικού διευθυντή, ανάλογα με τις υπάρχουσες ανάγκες.
Κάθε μισθωτός, κατά την ένταξή του στο τακτικό προσωπικό, κατατάσσεται σε μισθολογικό κλιμάκιο, βαθμίδα, κατηγορία και κλάδο προς πλήρωση οργανικής θέσεως Η κατάταξη σε μισθολογικό κλιμάκιο αποτελεί αποκλειστικά μισθολογική διαβάθμιση και δεν παρέχει δικαίωμα ασκήσεως καθηκόντων ορισμένης θέσεως στη διάρθρωση των υπηρεσιών της επιχείρησης.
Ο συνολικός αριθμός των οργανικών θέσεων καθορίζεται κάθε φορά από το διοικητικό συμβούλιο και είναι αντίστοιχος με την εκάστοτε ισχύουσα διάρθρωση της επιχείρησης, ενώ η κατανομή αυτών ενεργείται ανάλογα με τις υφιστάμενες ανάγκες με απόφαση του διοικητή, ο οποίος μπορεί να μεταβάλλει το ποσοστό των οργανικών θέσεων.
Η κατάταξη γίνεται σε μισθολογικό κλιμάκιο της κατώτερης βαθμίδας κάθε κατηγορίας με απόφαση του διοικητή, κατόπιν προτάσεως της ιεραρχίας. Το διοικητικό συμβούλιο μετά από εισήγηση του διοικητή αποφασίζει για την ένταξη των τακτικών μισθωτών σε οποιοδήποτε μισθολογικό κλιμάκιο κάθε κατηγορίας. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι η ένταξη του έκτακτου προσωπικού σε οργανικές θέσεις του τακτικού προσωπικού, μετά τη συμπλήρωση του ελάχιστου χρόνου υπηρεσίας, αποτελεί υποχρέωση της ΔΕΗ, η οποία απορρέει από τις διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ και πρέπει να εκπληρώνεται από αυτήν όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπ’ όψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΚ 288, ΟλΑΠ 4/2007).
Περαιτέρω, όμως, συνάγεται με σαφήνεια ότι κατά την ένταξη του έκτακτου στο τακτικό προσωπικό της ΔΕΗ και την κατάταξή του σε συγκεκριμένο κλάδο, κατηγορία, βαθμίδα και μισθολογικό κλιμάκιο απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί, εκτός των άλλων, η ύπαρξη αντίστοιχης, κενής οργανικής θέσης.
Συνεπώς, στο δικόγραφο αγωγής, με την οποία ζητείται να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της ΔΕΗ να κατατάξει τον ενάγοντα μισθωτό αυτής σε συγκεκριμένη κατηγορία, βαθμίδα και μισθολογικό κλιμάκιο του τακτικού προσωπικού της, με βάση τις προαναφερόμενες διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ, απαιτείται να διαλαμβάνεται, εκτός των άλλων στοιχείων, η ύπαρξη κενής οργανικής θέσης κατά τον αναφερόμενο χρόνο ένταξης, από του οποίου ζητείται η ορθή κατάταξη, διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη και, ως εκ τούτου, απαράδεκτη (ΑΠ 646/2008, ΑΠ 1113/2011, ΑΠ 1596/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι ο αναιρεσείων (ενάγων) με την αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ιστορούσε ότι προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη (εναγομένη) ΔΕΗ με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου την 9-6-1988, ότι στη συνέχεια εργάσθηκε με ανανεούμενες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου έως την 31-10-1993 με την ειδικότητα του εργάτη, πλην της περιόδου από 3-11-1992 έως 31-1-1993, που εργάσθηκε ως τεχνίτης και της περιόδου από 1-2-1993 έως 28-2-1993, που εργάσθηκε ως φύλακας, ότι η τελευταία σύμβαση ορισμένου χρόνου διάρκειας από 1-7-1993 έως 31-10-1993 μετατράπηκε την 21-9-1993 σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου με την υπ’ αριθ. 295/93 απόφαση του ΔΣ της εναγομένης με την οποία τοποθετήθηκε στον ...
ως εργάτης με ειδικότητα ... του ΚΚΠ/ΔΕΗ με εισαγωγικό μισθολογικό κλιμάκιο 12, ότι η εναγόμενη, αν και τον προσέλαβε ως εργάτη γενικών καθηκόντων στην κατηγορία ... με τυπικό προσόν ένταξης το απολυτήριο δημοτικού σχολείου, τον χρησιμοποίησε εξ αρχής ως τεχνίτη ηλεκτρολόγο στην ομάδα ηλεκτρολογικής συντήρησης στον ..., καθότι διέθετε όλα τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, γεγονός που γνώριζε η εναγόμενη, ότι, ειδικότερα, ασκούσε από της προσλήψεώς του εργασίες συντήρησης και αποκατάστασης των βλαβών του ηλεκτρολογικού εξοπλισμού του σταθμού υπό την επίβλεψη και τις οδηγίες του εργοδηγού, του αρχιτεχνίτη, του τεχνίτη και βοηθού τεχνίτη ηλεκτρολογικής συντήρησης, ότι αυτός το Σεπτέμβριο του έτους 1993 προσκόμισε στην εναγόμενη, ως δικαιολογητικά, την υπ’ αριθ. 88/1988 άδεια άσκησης επαγγέλματος ραδιοτεχνίτου και το υπ’ αριθ. ...23-9-1985 πτυχίο του Τεχνικού Λυκείου Χαλκίδας του Τμήματος Ηλεκτρονικών Εγκαταστάσεων και Εξοπλισμού, με σκοπό να καταταγεί κατά την ημερομηνία υπογραφής της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου στην κατηγορία ... (ηλεκτροτεχνικοί σταθμών, υποσταθμών) με εισαγωγικό μισθολογικό κλιμάκιο 10, ότι εξαιτίας της μη κατατάξεως του στην κατηγορία ...
από του διορισμού του στην εναγόμενη, αλλά από την 1-11-2009 που μετετάγη στην κατηγορία αυτή, βρίσκεται στο 6ο μισθολογικό κλιμάκιο, ενώ θα έπρεπε από την 1-4-2008 να βρίσκεται στο 4ο μισθολογικό κλιμάκιο, ότι η εναγόμενη είναι υπερήμερη οφειλέτης των μισθολογικών διαφορών που προκύπτουν, καθότι δεν τον κατέταξε στην κατηγορία ...
από την πρόσληψη του την 21-9-1993, με συνέπεια από 21-9-1993 έως 31-12-2008 να του οφείλει ως χρηματικές μηνιαίες διαφορές αποδοχών το συνολικό ποσό των 43.621,10 ευρώ. Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό, ο αναιρεσείων, ζήτησε: Α) να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη όφειλε να τον εντάξει στην κατηγορία ... από 21-9-1993 με μισθολογικό κλιμάκιο 10 με ταυτόχρονη προαγωγή στο 9° μισθολογικό κλιμάκιο, λόγω αναγνώρισης προϋπηρεσίας και στη συνέχεια να τον προαγάγει την 1-4-1996 στο 8° μισθολογικό κλιμάκιο, την 1-4-1999 στο 7° μισθολογικό κλιμάκιο, την 1-4-2002 στο 6° μισθολογικό κλιμάκιο, την 1-5-2005 στο 5ο μισθολογικό κλιμάκιο και την 1-4-2008 στο 4° μισθολογικό κλιμάκιο και Β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 43.621,10 ευρώ για διαφορές αποδοχών και το ποσό των 10.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αδικοπραξία των οργάνων της εναγομένης.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την υπό κρίση αγωγή στο σύνολό της, ως αόριστη, με την αιτιολογία ότι δεν εκτίθεται σ’ αυτήν αν κατά το συγκεκριμένο χρόνο ένταξης του αναιρεσείοντος στο τακτικό προσωπικό της αναιρεσίβλητης, υπήρχε κενή οργανική θέση στην κατηγορία ...
και στο μισθολογικό κλιμάκιο 10, στην οποία ο αναιρεσείων δεν εντάχθηκε, ενώ, κατά τους ισχυρισμούς του, θα έπρεπε από τότε να έχει ενταχθεί. Με την κρίση αυτή, το Εφετείο εφάρμοσε ορθά τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για την κατάταξη των μισθωτών της αναιρεσίβλητης σε συγκεκριμένη κατηγορία, βαθμίδα και μισθολογικό κλιμάκιο του τακτικού προσωπικού αυτής.
Πράγματι, με δεδομένο το ότι για την ένταξη του έκτακτου προσωπικού σε κάποια από τις κατηγορίες του τακτικού προσωπικού και για την εν συνεχεία προαγωγή ή εξέλιξή του απαιτείται η ύπαρξη κενής οργανικής θέσης, η συνδρομή της προϋπόθεσης αυτής, που είναι θεμελιωτική του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, δεν μπορεί να συναχθεί σιωπηρώς.
Το γεγονός ότι η επιχείρηση είχε ανάγκη από τις υπηρεσίες του εργαζόμενου, διότι τον απασχολούσε ως έκτακτο, δεν υποδηλώνει και την ύπαρξη αντίστοιχης κενής οργανικής θέσης, αφού σύμφωνα με τον ΚΚΠ/ΔΕΗ το έκτακτο προσωπικό προσλαμβάνεται για την εξυπηρέτηση έκτακτων ή πρόσκαιρων αναγκών για τις οποίες δεν επαρκεί το προσωπικό που καλύπτει τις οργανικές θέσεις.
Και το γεγονός ότι αργότερα η επιχείρηση κατέταξε τον εργαζόμενο στην προσήκουσα κατηγορία, βαθμίδα και μισθολογικό κλιμάκιο, δεν σημαίνει, επίσης, ότι υπήρχε αντιστοίχως κενή οργανική θέση και κατά την προγενέστερη ημερομηνία, από την οποία ο εργαζόμενος επιδιώκει την κατάταξη που αναφέρεται στην αγωγή.
Για το περιστατικό αυτό πρέπει να γίνεται ειδική μνεία στην αγωγή, ώστε να αποτελεί αντικείμενο απόδειξης το ότι, κατά την ημερομηνία της ένταξης, της οποίας η ορθότητα αμφισβητείται, υπήρχε κενή οργανική θέση, στην οποία η διοίκηση της επιχείρησης, ενεργώντας αντίθετα προς την καλή πίστη, παρέλειψε να κατατάξει τον εργαζόμενο.
Επομένως, οι σχετικοί πρώτος και δεύτερος, κατά ένα μέρος, λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια, κατ’ ορθότερη εκτίμηση, του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ (και όχι του άρθρου 559 αρ.14), είναι αβάσιμοι.
2.Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού. Γι’ αυτό προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης και δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη η ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης με την οποία το ένδικο βοήθημα απορρίπτεται ως απαράδεκτο (ΟλΑΠ 3/1997).
Συνεπώς, ο δεύτερος, κατά ένα μέρος, λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, που έκρινε ότι η ένδικη αγωγή ορθώς είχε απορριφθεί πρωτοδίκως ως αόριστη, δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, είναι απαράδεκτος.
3.Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ.β’ ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει με βάση αυτά την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ’ αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς. Για την πληρότητα αυτού του λόγου αναίρεσης απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, καθώς και ο κανόνας δικαίου, του οποίου την ερμηνεία και εφαρμογή τα διδάγματα αυτά αφορούν, γιατί αλλιώς καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος και ο σχετικός λόγος κρίνεται αόριστος. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ.1 εδ.β’ ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης η αιτίαση ότι το Εφετείο παρέλειψε να λάβει υπόψη τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν προσδιορίζεται σ’ αυτόν ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο.
4.Επειδή, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για σφάλματα, τα οποία έχουν γίνει κατά την έρευνα της αλήθειας ή όχι των πραγματικών περιστατικών, δηλαδή για σφάλματα που αναφέρονται στην εφαρμογή των κανόνων με βάση τους οποίους καταστρώνεται η ελάσσων πρόταση του νομικού συλλογισμού. Εξ αυτού έπεται ότι αυτός ο λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να δημιουργηθεί, όταν η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη ή νόμω αβάσιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο της ουσίας δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών. Επομένως, ο τέταρτος και τελευταίος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από αυτόν ένορκες βεβαιώσεις, είναι απαράδεκτος, αφού το Εφετείο, όπως προαναφέρθηκε (βλ. παραπάνω, σκέψη αρ.2), δεν προέβη σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών.
5.Επειδή, σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20-12-2013 αίτηση περί αναιρέσεως της 945/ 2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. -Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 2α Ιουλίου 2015. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 23η Σεπτεμβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ