1210/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1210/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τούτο δε, διότι ο εργολάβος ευθύνεται σε κάθε περίπτωση με τις αναγκαστικού δικαίου ως άνω διατάξεις για τη λήψη και τήρηση των μέτρων ασφαλείας και η ανάθεση της εκτέλεσης τμήματος του έργου από αυτόν σε υπεργολάβο, με οποιαδήποτε συμφωνία, δεν απαλλάσσει τον εργολάβο από την υποχρέωση επίβλεψης και ελέγχου του υπεργολάβου ειδικά για τη λήψη και τήρηση των μέτρων ασφαλείας.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1210 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1210/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΠ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ, ΕΜΠΟΡΙΚΗ, ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ, ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ, ΛΑΤΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην .. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαδημητρίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ρ. Ν. του Κ., 2) Α. Ν. του Κ., κατοίκων ..., 3) Μ. (Μ.) Ν. του Τ., 4) Τ. (Π.) Ν. συζ. Τ., κατοίκων ..., 5) Μ. Ν. του Μ., 6) Λ. Ν. του Μ., κατοίκων ..., 7) Π. Ν. του Μ., κατοίκου ..., 8) Λ. Ν. του Μ., 9) Ν. Ν. του Μ., κατοίκων ..., 10) Φ. Ν. του Μ., κατοίκου ... και 11) Μ. Ν. του Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πέτρο Παπανώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-9-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 27-10-2008 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή της ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "Χ. ΑΤΕ", που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη και την από 29-11-2010 προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή της ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΕΛΕΣΙΣ ΑΤΕ", που επίσης δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1545/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2144/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-5-2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου διάβασε την από 7-2-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της 2144/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλο σε μια υπηρεσία ευθύνεται, για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτο παράνομα, κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της πιο πάνω διάταξης προϋποθέτει: α) σχέση πρόστησης, η οποία υπάρχει, όταν ο προστήσας, διατηρεί το δικαίωμα να δίνει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα αντιπρόσωπό του, κατά τη διενέργεια υλικών, κυρίως, ενεργειών σε σχέση με τον τρόπο εκπλήρωσης της υπηρεσίας του ή ο τελευταίος υπόκειται σε συγκεκριμένες υποχρεώσεις, β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια που πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ και γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί, ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 16 παρ. 1 και 3 του ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24ης Ιουλίου/25ης Αυγούστου 1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. με το άρθρο 38 εδ. α` του Εισ.ΝΑΚ, συνδυαζόμενες με τις διατάξεις, των άρθρων 297, 298, 914 και 932 Α.Κ. προκύπτει ότι για να δικαιούται η οικογένεια του θανόντος σε εργατικό ατύχημα χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, αρκεί ότι συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη του θανόντος ή του προστηθέντος από αυτόν (άρθρο 922 Α.Κ.) ή τρίτου, με την έννοια του άρθρου 914 του Α.Κ.
Τέτοιο πταίσμα του εργοδότη μπορεί να θεμελιωθεί από τη μη τήρηση απ` αυτόν των διαγραφομένων από το άρθρο 662 ΑΚ γενικών υποχρεώσεων, κατά το οποίο ο εργοδότης οφείλει να διαρρυθμίζει τα σχετικά με την εργασία και το χώρο της καθώς και τα σχετικά με τη διαμονή, τις εγκαταστάσεις και τα μηχανήματα ή εργαλεία, έτσι ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία του εργαζομένου, όσο κυρίως από τις διατάξεις της ειδικής εργατικής νομοθεσίας, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι διατάξεις:
α) του άρθρου 32 ν. 1568/1985 "Υγιεινή και Ασφάλεια εργαζομένων" κατά το οποίο ο εργοδότης έχει υποχρέωση να λαμβάνει κάθε μέτρο που απαιτείται, ώστε να εξασφαλίζονται οι εργαζόμενοι και οι τρίτοι που παρευρίσκονται στους τόπους εργασίας από κάθε κίνδυνο που μπορεί να απειλήσει την υγεία ή τη σωματική τους ακεραιότητα, να επιβλέπει την ορθή εφαρμογή των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας, να γνωστοποιεί στους εργαζόμενους τον επαγγελματικό κίνδυνο από της εργασία τους, β) των διατάξεων των άρθρων 3 και 5 ν. 1396/83 "Υποχρεώσεις λήψης και τήρησης των μέτρων ασφαλείας στις οικοδομές και λοιπά ιδιωτικά τεχνικά έργα", με παραπομπή, μεταξύ άλλων και στα προβλεπόμενα με το π.δ. 1073/1981 μέτρα ασφάλειας.
Έτσι, κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του νόμου αυτού, "ο εργολάβος και υπεργολάβος ολοκλήρου του έργου, ανεξάρτητα εάν αυτό εκτελείται ολικά ή κατά τμήματα με υπεργολάβους, είναι συνυπεύθυνοι και υποχρεούνται να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν ολόκληρο το έργο", κατά δε το άρθρ. 5 παρ. 1 του ίδιου νόμου, ο εργολάβος και ο υπεργολάβος τμήματος του έργου είναι συνυπεύθυνοι και υποχρεούνται να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφάλειας που αφορούν στο τμήμα του έργου που ανέλαβαν, ανεξάρτητα εάν αυτό εκτελείται ολόκληρο ή κατά τμήματα με υπεργολάβους, γ) των διατάξεων του άρθρου 111 ΠΔ 1073/1981 "Περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν εργασιών εις εργοτάξια οικοδομικών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητος Πολιτικού Μηχανικού, ε) των διατάξεων του άρθρου 2 Π.Δ. 305/96 "Ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας που πρέπει να εφαρμόζονται στα προσωρινά ή κινητά εργοτάξια σε συμμόρφωση με την οδηγία 92/57/ΕΟΚ".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι σε αντίθεση με τον κύριο του έργου, που δεν ευθύνεται ως προστήσας για τις παράνομες πράξεις ή παραλείψεις του εργολάβου, αν δεν επεφύλαξε για τον εαυτό του τη διεύθυνση και επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου, ο εργολάβος και ο υπεργολάβος ολοκλήρου ή τμήματος έργου, ανεξαρτήτως αν αυτό εκτελείται ολόκληρο ή κατά τμήματα με υπεργολάβους, είναι συνυπεύθυνοι και υποχρεούνται, μεταξύ των άλλων, να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν ολόκληρο το έργο ή τα τμήματα αυτού που ανέλαβαν να εκτελέσουν, έστω και αν ο εργολάβος, που ανέθεσε την εκτέλεση τμήματος αυτού σε υπεργολάβο, δεν επιφύλαξε για τον εαυτό του το δικαίωμα διεύθυνσης και επίβλεψης του τμήματος που ανέθεσε στον υπεργολάβο ή και αν συμφώνησαν ότι δεν θα έχει ο εργολάβος την διεύθυνση και επίβλεψη του τμήματος που ανέλαβε να εκτελέσει ο υπεργολάβος.
Τούτο δε, διότι ο εργολάβος ευθύνεται σε κάθε περίπτωση με τις αναγκαστικού δικαίου ως άνω διατάξεις για τη λήψη και τήρηση των μέτρων ασφαλείας και η ανάθεση της εκτέλεσης τμήματος του έργου από αυτόν σε υπεργολάβο, με οποιαδήποτε συμφωνία, δεν απαλλάσσει τον εργολάβο από την υποχρέωση επίβλεψης και ελέγχου του υπεργολάβου ειδικά για τη λήψη και τήρηση των μέτρων ασφαλείας.
Εκ τούτων συνάγεται αφενός μεν ότι τα μέτρα ασφαλείας αποσκοπούν στην προστασία κάθε εμπλεκομένου στην εκτέλεση του έργου, αφετέρου δε ότι, εάν ο εργολάβος και ο υπεργολάβος παραλείψουν υπαιτίως να λάβουν τα επιβαλλόμενα μέτρα ασφαλείας, επισυμβεί δε ατύχημα, αιτιωδώς συνδεόμενο με την παράλειψη αυτή, ουδόλως αποκλείεται η ευθύνη του ετέρου, ούτε φυσικά η συνευθύνη τους.
Περαιτέρω, με την παρ. 6 του άρθρου 5 του ν. 1418/1984 "περί δημοσίων έργων και ρυθμίσεων συναφών θεμάτων" όπως η παρ. 6 συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2229/1994, ορίζονται τα ακόλουθα: "Η υποκατάσταση τρίτου στην κατασκευή μέρους ή όλου του δημοσίου έργου απαγορεύεται χωρίς την έγκριση του φορέα της κατασκευής του έργου.
Αν διαπιστωθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο ότι έχει γίνει άμεση ή έμμεση υποκατάσταση του αναδόχου από άλλη εργοληπτική επιχείρηση, ο κύριος του έργου - φορέας κατασκευής κηρύσσει έκπτωτο τον ανάδοχο, μετά από γνώμη του αρμοδίου Τεχνικού Συμβουλίου Δημοσίων Έργων. Σε κάθε περίπτωση υποκατάστασης ο ανάδοχος ευθύνεται μαζί με τον υποκατάστατο εις ολόκληρον προς τον κύριο του έργου, το προσωπικό του έργου και οποιονδήποτε τρίτο.
Κατ' εξαίρεση μπορεί να εγκριθεί η υποκατάσταση με απαλλαγή του αναδόχου από την ευθύνη του προς τον κύριο του έργου, αν αυτό επιβάλλεται από το συμφέρον του έργου και ο ανάδοχος βρίσκεται σε προφανή αδυναμία να περατώσει το έργο. Με προεδρικό διάταγμα καθορίζονται τα προσόντα του υποκατάστατου, οι συνέπειες για τον ανάδοχο, η διαδικασία έγκρισης της υποκατάστασης, τα θέματα που σχετίζονται με την υποκατάσταση μέλους αναδόχου κοινοπραξίας και κάθε σχετική λεπτομέρεια".
Σε εκτέλεση της διάταξης αυτής εκδόθηκε το Π.Δ. 609/1985, στο άρθρο 51 του οποίου ορίζεται: "1. Η υποκατάσταση άλλης εργοληπτικής επιχείρησης στην κατασκευή του έργου σύμφωνα με την παράγραφο 6 του άρθρου 5 του Ν. 1418/1984 προτείνεται από την Διευθύνουσα Υπηρεσία και εγκρίνεται από την Προϊσταμένη Αρχή. Για να εγκριθεί η υποκατάσταση, πρέπει η εργοληπτική επιχείρηση, που θα υποκαταστήσει τον ανάδοχο, να έχει τα ίδια προσόντα που απαιτήθηκαν για την ανάληψη του έργου από τον ανάδοχο και να παρέχει τα απαραίτητα εχέγγυα για την κατασκευή του έργου κατά την κρίση της Προϊσταμένης Αρχής, που λαμβάνει υπόψη της και τα σχετικά στοιχεία του Μ.Ε.Ε.Π. 2.
Για να εγκριθεί η υποκατάσταση με απαλλαγή από την ευθύνη του αρχικού αναδόχου, σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 5 Ν. 1418/1984, στην αίτηση του αναδόχου προσδιορίζεται το τμήμα της εργολαβίας για το οποίο ζητείται η υποκατάσταση με απαλλαγή από την ευθύνη και η πιστοποίηση, μετά την οποία όλες οι πληρωμές θα διενεργούνται απ` ευθείας στο νέο ανάδοχο ...
Με την απόφαση έγκρισης της υποκατάστασης με απαλλαγή καθορίζεται το τμήμα της εργολαβίας για το οποίο καθορίζεται η υποκατάσταση, αν η υποκατάσταση δεν γίνεται για το σύνολο του έργου, η πιστοποίηση μετά την οποία όλες οι πληρωμές θα διενεργούνται στο νέο ανάδοχο, οι εγγυήσεις του νέου αναδόχου και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια.
Στις περιπτώσεις της παραγράφου αυτής ο υποκατάστατος του αναδόχου επέχει στο εξής θέση αναδόχου και αναλαμβάνει όλες τις ευθύνες για το σύνολο του έργου ή για τα τμήματα του έργου που προσδιορίζονται στην απόφαση έγκρισης της υποκατάστασης με απαλλαγή του αρχικού αναδόχου. Επίσης, αναλαμβάνει και τις υποχρεώσεις του αρχικού αναδόχου προς το προσωπικό που εργάστηκε στο έργο τους τελευταίους τρεις μήνες.
Οι εγγυήσεις επ` ονόματι του αρχικού αναδόχου ή το μέρος τους, που ορίζεται με την εγκριτική απόφαση, αποδίδονται αφού προηγουμένως κατατεθούν νέες ισόποσες εγγυήσεις από το νέο ανάδοχο. Μόνο με την κατάθεση αυτή επέρχεται η απαλλαγή του αρχικού αναδόχου από την ευθύνη του. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι προβλέπεται υποκατάσταση του αναδόχου από άλλη εργοληπτική επιχείρηση στην εκτέλεση δημοσίου έργου, μόνο ύστερα από την τήρηση των προαναφερόμενων προϋποθέσεων και εφόσον εγκριθεί η υποκατάσταση από το φορέα κατασκευής του έργου, διαφορετικά ο τελευταίος κηρύσσει έκπτωτο τον ανάδοχο, μετά από γνώμη του αρμοδίου Τεχνικού Συμβουλίου Δημοσίων Έργων (Ολ.ΣτΕ 971/ 1998).
Περαιτέρω, με τον όρο "υποκατάσταση τρίτων" νοείται η μεταβίβαση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του εργολάβου από την εργολαβική σύμβαση σε τρίτον, όσον αφορά το όλον ή μέρος του αναληφθέντος έργου, κατά τρόπον ώστε να υπεισέρχεται ο τρίτος στη μεταξύ φορέα του έργου και εργολάβου σχέση.
Συνεπώς, ως υποκατάσταση τρίτου, κατά την έννοια του άνω νόμου, δεν νοείται η υπεργολαβία, δηλαδή η σύμβαση με την οποία ο εργολάβος αναθέτει με αμοιβή την εκτέλεση ορισμένων εργασιών σε τρίτον, ο οποίος δεν συνδέεται με νομικό δεσμό με τον εργοδότη, έναντι του οποίου μόνος υπεύθυνος για τις εκτελούμενες από τον εργολάβο εργασίες παραμένει ο εργολάβος.
Στην περίπτωση που δεν υπάρχει νόμιμη υποκατάσταση, οι σχέσεις υπεργολάβου και εργολάβου, δεν καταλαμβάνονται από τις διατάξεις του ν. 1418/1984 περί δημοσίων έργων. Επομένως, ως προς τις μεταξύ του υπεργολάβου και εργολάβου σχέσεις, εφαρμόζεται ο ν. 1396/1983 και οι ειδικοί εργατικοί νόμοι. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα:
Δυνάμει των από 9-6-2003 και 10-6-2003 εργολαβικών συμφωνητικών, που υπεγράφησαν μεταξύ της πρώτης εναγομένης (σημ: εδώ αναιρεσείουσας) και της δεύτερης (σημ: εδώ μη διαδίκου), η πρώτη ανάδοχος - εργολάβος του έργου "ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΕΡΓΟΥ ΠΑΡΑΚΑΜΨΗ ΦΟΥΡΝΑΣ" στο νομό Ευρυτανίας ανέθεσε την εκτέλεση των εργασιών κατά ποσοστό 69% και 31% αντίστοιχα στη δεύτερη εναγομένη.
Σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας ο υπεργολάβος υποχρεούταν να τηρεί όλες τις εντολές και οδηγίες του κυρίου του έργου και του εργολάβου αναφορικά με τις υπεργολαβικές εργασίες, που θα είχαν ως σκοπό την εξασφάλιση της εμπρόθεσμης και άρτιας εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του υπεργολάβου που απορρέουν από την κύρια σύμβαση.
Ο εργολάβος [ανάδοχος] ... μπορούσε να ελέγχει τον υπεργολάβο στα θέματα ποιότητας υλικών, τήρησης χρονοδιαγράμματος, τήρησης των διατάξεων του νόμου, ενώ ο υπεργολάβος (β' εναγόμενος) είναι αποκλειστικά υπεύθυνος έναντι του προσωπικού του και έναντι οιουδήποτε τρίτου για την αυστηρή τήρηση των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας ...
ακόμη θα είναι αποκλειστικά υπεύθυνος για ...αποζημιώσεις ατυχημάτων. Με το από 7-6-2005 υπεργολαβικό συμφωνητικό η β' εναγομένη με δύο έγγραφα συμφωνητικά εκ των οποίων το ένα αφορούσε το 69% και το άλλο το 31% των υπολειπομένων εργασιών του έργου, ανέθεσε στη γ' εναγομένη (σημ: εδώ μη διάδικο) την εκτέλεση των εργασιών που είχε αναλάβει υπεργολαβικώς, ενώ η τελευταία αποδεχόταν τους όρους και τις προϋποθέσεις, που αναφερόταν στη σύμβαση μεταξύ αναδόχου και Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ευρυτανίας, ως και τους δεσμευτικούς όρους που είχε αποδεχθεί η αντισυμβαλλόμενή της.
Η β' εναγομένη, όπως και η ίδια έναντι της α' εναγομένης, διατηρούσε το δικαίωμα να ελέγχει την τήρηση της νομιμότητας, να παρεμβαίνει σε θέματα ποιότητας υλικών και τήρησης χρονοδιαγράμματος, ενώ έναντι του προσωπικού της, όπως και στην προηγούμενη συμφωνία αποκλειστικά υπεύθυνη θα ήταν η τρίτη εναγομένη.
Στο προσωπικό που απασχολούσε η τρίτη εναγομένη περιλαμβανόταν ο τέταρτος εναγόμενος (σημ: εδώ μη διάδικος) και ο Ν. Κ., πατέρας των δύο πρώτων εναγόντων, υιός της τρίτης και τετάρτου και αδελφός των λοιπών (σημ: εδώ αναιρεσιβλήτων). Στις 18-8-2006 και περί ώρα 15.00' ο τέταρτος εναγόμενος, ο Ν. Κ. και ο Α. Π., κατ' εντολή εκπροσώπου της τρίτης εναγομένης επιχείρησαν να εκφορτώσουν δύο μεγάλα σιδερένια πλαίσια βαρέος τύπου από την καρότσα του ...
φορτηγού αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας της τρίτης εναγομένης, που είχαν μεταφερθεί ... στο χώρο του εργοταξίου ... βάρους 9 τόνων το πρώτο και 4,5 τόνων το δεύτερο ... Κάτω από τα δύο πλαίσια βρισκόταν 22 μεταλλικά πλέγματα ... έτσι τα πόδια του δευτέρου πλαισίου, ύψους 1,90 μ., άλλα πατούσαν πάνω στα σιδερένια πλέγματα και άλλα βρίσκονταν στο κενό ...
Επειδή τα πλαίσια είχαν μήκος μεγαλύτερο από την καρότσα του φορτηγού, εξείχαν από το πίσω μέρος της κατά 40 εκ. περίπου ... Κατά τη μεταφορά συγκρατούνταν από κάτω με ασφάλειες και ήταν δεμένα με τρείς ιμάντες ... Ο Α. Π., οδηγός του φορτηγού, τράβηξε από κάτω τις ασφάλειες και έλυσε τους ιμάντες, προετοιμάζοντας την εκφόρτωση.
Στη συνέχεια, ανήλθαν με το Ν. Κ. στον κουβά ενός μηχανήματος έργου (τσάπας), που οδηγούσε ο δ' εναγόμενος, προκειμένου να πλησιάσουν το κάσωμα της καρότσας του φορτηγού, ν' αποκτήσουν πρόσβαση στα πλαίσια και να τα δέσουν με σκοπό να τα κατεβάσουν στο έδαφος με τη τσάπα, αφού θα τα έδεναν με ιμάντες, τους οποίους θα είχαν προσαρμόσει στον κουβά της τσάπας (σαμπανιάρισμα).
Το μηχάνημα της τσάπας χρησιμοποιείτο αντί γερανού που ενδείκνυτο για τη συγκεκριμένη εκφόρτωση, καθότι δεν υπήρχε στο χώρο του εργοταξίου γερανός. Με τους χειρισμούς του δ' εναγομένου ο κουβάς της τσάπας έφθασε στο ύψος της καρότσας του φορτηγού από δεξιά και ακουμπώντας την "πάτησε" πάνω στα εξέχοντα πλαίσια, ενώ ταυτόχρονα ο Ν.
Κ. ανέβηκε στην καρότσα. Την ίδια στιγμή το πρώτο πλαίσιο άρχισε να ολισθαίνει αφενός λόγω της πίεσης που δέχθηκε από τον κουβά, αφετέρου γιατί είχε απασφαλισθεί και είχαν λυθεί οι ιμάντες προτού δεθεί με την τσάπα με ιμάντες που θα το συγκρατούσαν και θα απέτρεπαν την περαιτέρω πορεία του, με συνέπεια ο Ν.
Κ. να παρασυρθεί απ' αυτό, να πέσει στο έδαφος και το πλαίσιο, αφού προσέκρουσε στην αριστερή ερπύστρια της τσάπας, άλλαξε πορεία και συρόμενο προς το μέρος του τον χτύπησε στο κεφάλι με αποτέλεσμα να τον καταπλακώσει στο κεφάλι και στο θώρακα επιφέροντας το θάνατό του. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα:
Το ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα των προστηθέντων υπαλλήλων της τρίτης εναγομένης, οι οποίοι ενεργώντας κατ' εντολή της, επιχείρησαν την εκφόρτωση του φορτηγού χωρίς να επιδείξουν την επιμέλεια και προσοχή που απαιτούσαν οι περιστάσεις και συγκεκριμένα δεν έλαβαν υπόψη την επικινδυνότητα του φορτίου (βαρέως τύπου), τον ελλιπή τρόπο μεταφοράς του (ακατάλληλο φορτηγό με προεξέχον φορτίο), την κακή στοιβασία των πλαισίων (μεταλλικά πλέγματα από κάτω, που επέτειναν την ολισθηρότητα των μεταλλικών πλαισίων) και απασφάλισαν το φορτίο, χωρίς να φροντίσουν προηγουμένως την ασφαλή πρόσδεσή του στον κουβά, αποτρέποντας ενδεχόμενη ολίσθηση ...
Δηλαδή το ένδικο ατύχημα οφείλεται κυρίως στην αμελή συμπεριφορά του προστηθέντος της τρίτης εναγομένης, χειριστή της τσάπας, τετάρτου εναγομένου ... αλλά και στη μη τήρηση των όρων ασφαλείας από την τρίτη εναγομένη εργοδότρια που επιβάλλονται από την κοινή αντίληψη, την υποχρέωση πρόνοιας και την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια ...
από τη γενική ρήτρα του άρθρου 662 ΑΚ αλλά και από τη διάταξη του άρθρου 32 του Ν. 1568/1985, που εκδόθηκε σε συμμόρφωση με την 89/39/1989 οδηγία της ΕΟΚ, σύμφωνα με την οποία ο εργοδότης έχει υποχρέωση να λαμβάνει κάθε μέτρο που απαιτείται, ώστε να εξασφαλίζεται ο εργαζόμενος από κάθε κίνδυνο που μπορεί να απειλήσει την υγεία ή τη σωματική του ακεραιότητα, καθόσον η τελευταία δεν χρησιμοποίησε γερανό κατά την εκφόρτωση ...
δεν όρισε επιβλέποντα κατά την εκφόρτωση, που θα εκτιμούσε τον κίνδυνο και θα κατηύθυνε την εργασία της εκφόρτωσης. Επί πλέον ευθύνεται η τρίτη εναγομένη (β' υπεργολάβος) για την υπαιτιότητα του προστηθέντος της τετάρτου εναγομένου, η δεύτερη εναγομένη (α' υπεργολάβος) ως προστήσασα την τρίτη, καθόσον διατηρούσε το δικαίωμα να δίνει οδηγίες και εντολές σ' αυτήν και να ελέγχει τη νομιμότητα των εργασιών, αλλά και η πρώτη ανάδοχος - εργολάβος για τους ίδιους λόγους, καθόσον διατηρούσε το δικαίωμα να δίνει εντολές και οδηγίες κατά την εκτέλεση του έργου σε σχέση με θέματα ποιότητας υλικών, εργασιών, τήρησης των νόμων, τήρησης χρονοδιαγράμματος.
Όλοι οι πιο πάνω εργοδότρια του θανόντος, ανάδοχος - εργολάβος και υπεργολάβοι ευθύνονται και αντικειμενικά εις ολόκληρον σύμφωνα με τις διατάξεις περί ευθύνης των που προαναφέρθηκαν. Όσα υποστηρίζει η πρώτη εναγομένη στην έφεσή της, ότι αντισυμβατικά η προστηθείσα απ' αυτήν δεύτερη εναγομένη ανέθεσε στην υποπροστηθείσα τρίτη εναγομένη την εκτέλεση του έργου δεν την απαλλάσσουν από την ευθύνη της έναντι των τρίτων, γιατί η συμφωνία αυτή αφορά τις μεταξύ τους σχέσεις.
Ως εκ τούτου ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί η από 1.12.2010 υπεύθυνη δήλωση του εκπροσώπου της δεύτερης εναγομένης σύμφωνα με την οποία η "Κ Π ΤΕΧΝΙΚΗ ..." αγνοούσε τις υπεργολαβικές συμβάσεις. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 6 Ν. 1418/1984 και 51 ΠΔ 609/1985 ως ανάδοχος του έργου ευθύνεται μαζί με τους υποκατάστατους, δεύτερη και τρίτη εναγομένη, εις ολόκληρον με τους λοιπούς έναντι του προσωπικού και των τρίτων, εφόσον δεν επικαλείται έγκριση της υποκατάστασης με την τήρηση της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 51 παρ. 2 του ΠΔ 609/1985 ...".
Υπό τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο, το οποίο, κατά παραδοχή τεσσάρων εφέσεων, που συνεκδικάσθηκαν, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δέχθηκε μερικώς την αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, απέρριψε την ένσταση των εναγομένων περί συνυπαιτιότητας του παθόντος, στην επέλευση του θανατηφόρου ατυχήματος και υποχρέωσε τους εναγομένους, εις ολόκληρο καθένα, να καταβάλουν σε κάθε ενάγοντα τα αναφερόμενα (μικρότερα των πρωτοδίκως επιδικασθέντων) χρηματικά ποσά, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα στις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 662, 922, 914, 932 ΑΚ, των ν. 1568/1985, 1396/1983, π.δ. 1073/1981 και 305/96 που εφάρμοσε, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, δεχόμενο ευθύνη της αναιρεσείουσας - αναδόχου του έργου.
Και τούτο διότι, πρωτίστως δέχθηκε συνδρομή, στην προκειμένη περίπτωση, των κατ' άρθρο 922 ΑΚ προϋποθέσεων με την παράθεση των αναφερθέντων χαρακτηριστικών γεγονότων για την εξειδίκευση και περιγραφή της έννοιας της πρόστησης και υποπρόστησης, ήτοι: α) διατήρηση από την προστήσασα ανάδοχο του δικαιώματος ν' ασκεί έλεγχο και εποπτεία ολοκλήρου του έργου (69% + 31%) που ανέλαβε η α' υποπροστηθείσα απ' αυτήν και να δίνει τις προς τούτο οδηγίες και εντολές, η οποία (α' υποπροστηθείσα) έπρεπε να κινηθεί μέσα στα καθοριζόμενα από τις συνδέουσες αυτές συμβάσεις πλαίσια, σε σχέση με τον τρόπο εκτελέσεως του συγκεκριμένου έργου, χωρίς να διαλαμβάνει παραδοχή για περιεχόμενους στα ρηθέντα εργολαβικά συμφωνητικά, όρων απαγόρευσης περαιτέρω υποπρόστησης, β) διατήρηση ομοίως, (κατά τρόπο αλυσιδωτό) από τη β' υποπροστηθείσα των ίδιων δικαιωμάτων, ήτοι να ασκεί και αυτή έλεγχο και εποπτεία του τρόπου εκτελέσεως του έργου που είχε αναλάβει η τρίτη εναγομένη - β' υποπροστηθείσα απ' αυτήν, γ) παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του προστηθέντος από την τελευταία τέταρτου εναγομένου και αιτιώδη συνάφεια μεταξύ αυτής και του επελθόντος θανατηφόρου εργατικού ατυχήματος.
Ανεξαρτήτως των ανωτέρω, σε κάθε περίπτωση, η παραδοχή ότι, στη συγκεκριμένη υπόθεση, δεν υφίσταται νόμιμη υποκατάσταση, με απαλλαγή από την ευθύνη της αναιρεσείουσας, αναδόχου - εργολήπτριας δημοσίου έργου, από τη δεύτερη και τρίτη εναγόμενες - εργοληπτικές επιχειρήσεις, στην εκτέλεση αυτού, κατά τις διατάξεις του Ν. 1418/1984 και ΠΔ 609/1985 οπότε, κατά τα εκτεθέντα στην αρχή, οι σχέσεις μεταξύ εργολάβου και υπεργολάβων καταλαμβάνονται από τις ρυθμίσεις των αναγκαστικού δικαίου ειδικών εργατικών νόμων, η γενόμενη δεκτή από την προσβαλλόμενη, με βάση τις εκτεθείσες παραδοχές, αντικειμενική εις ολόκληρο ευθύνη της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με τις εφαρμοσθείσες διατάξεις αναγκαστικού δικαίου των ειδικών εργατικών νόμων, κατά τις οποίες ο εργολάβος ευθύνεται σε κάθε περίπτωση για τη λήψη και τήρηση των μέτρων ασφαλείας που αποσκοπούν στην προστασία κάθε εμπλεκομένου στην εκτέλεση του έργου και η ανάθεση της εκτέλεσης τμήματος του έργου σε υπεργολάβο, με οποιαδήποτε συμφωνία δεν απαλλάσσει τον εργολάβο και στη συγκεκριμένη περίπτωση την αναιρεσείουσα από την υποχρέωση επίβλεψης και ελέγχου του υπεργολάβου, ειδικά για τη λήψη και τήρηση των παραπάνω μέτρων, η μη τήρηση των οποίων εκ μέρους της θεμελιώνει τη ρηθείσα αντικειμενική εις ολόκληρο ευθύνη της στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της.
Συνακόλουθα, τα αντίθετα υποστηριζόμενα με το μοναδικό λόγο της αιτήσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια είναι αβάσιμα. Με τις λοιπές δε διαλαμβανόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις, όπως ότι "ούτε είχαμε συναινέσει, ούτε γνωρίζαμε την ύπαρξη υποπρόστησης στο έργο ..." και εσφαλμένα η προσβαλλόμενη θεώρησε "ότι δεν ασκεί έννομη επιρροή η προσκομισθείσα από 1-12-2010 υπεύθυνη δήλωση του εκπροσώπου της δευτέρας εναγομένης ...", πλήττονται απαραδέκτως οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου.
Κατά συνέπεια, πρέπει η κρινόμενη αίτηση ν' απορριφθεί και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-5-2013 αίτηση, της εταιρείας με την επωνυμία "ΚΠ Ανώνυμη Τεχνική, Εμπορική, Βιομηχανική, Τουριστική, Λατομική και Κτηματική Εταιρεία" για αναίρεση της 2144/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ