1210/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από: 10-6-2006 αγωγή του 2ου ήδη αναιρεσείοντος, την από 8-6-2006 αγωγή των 1ου, 2ου, 3ου, 4ου, 5ου, και 6ου ήδη αναιρεσίβλητων, την από 8-8-2006 αγωγή της 9ης ήδη αναιρεσίβλητης, την από 19-3-2007 αγωγή των 7ου και 8ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 56/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 57/2009 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-9-2009 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated1210/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι τελευταίοι όμως, για τους οποίους δεν χρειαζόταν νέα κλήση τους για εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (άρθρα 226 παρ.4 εδ.γ και 575 εδ.β ΚΠολΔ), δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον αυτού κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το πινάκιο και τη συζήτηση αυτής κατά την παραπάνω δικάσιμο ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίαση αυτού.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1210 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1210/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΗ Α.Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Ν. Δ. του Γ., κατοίκου ..., αμφότεροι εκπροσωπήθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Αργυρώς Γρατσία-Πλατή και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ε. Χ. Χ., κατοίκου ..., 2. Ε. συζ. Ε. Χ., το γένος Γ. Π., κατοίκου ..., 3. Β. Ε. Χ., που εκπροσωπείται από τους γονείς του Ε. Χ. Χ. και Ε. συζ. Ε. Χ., κατοίκου ..., 4. Β. χας Χ. Χ., το γένος Ι. Τ., κατοίκου ..., 5. Γ. Θ. Π., κατοίκου ..., 6. Κ. συζ. Γ. Π., το γένος Β. Μ., κατοίκου ..., 7. Χ. Ε. του Ν., κατοίκου ..., 8. Ν. Ε. του Χ., κατοίκου ..., 9. Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΙΓΑΙΟΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημητρίου Παπαγιαννάκη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από: 10-6-2006 αγωγή του 2ου ήδη αναιρεσείοντος, την από 8-6-2006 αγωγή των 1ου, 2ου, 3ου, 4ου, 5ου, και 6ου ήδη αναιρεσίβλητων, την από 8-8-2006 αγωγή της 9ης ήδη αναιρεσίβλητης, την από 19-3-2007 αγωγή των 7ου και 8ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 56/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 57/2009 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-9-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 6-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες υπ' αρ. 635Β, 634Β, 633Β, 632Β/9-2-2011, 922Β, 923Β/19-4-2011, 1181Β και 1182Β/7-7-2011 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων ... προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης με την πράξη ορισμού της αρχικά ορισμένης δικασίμου αυτής (23-9-2011) και κλήση προς εμφάνιση κατά την ως άνω δικάσιμο, όταν αναβλήθηκε η συζήτηση αυτής για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους (8) πρώτους των αναιρεσιβλήτων.
Οι τελευταίοι όμως, για τους οποίους δεν χρειαζόταν νέα κλήση τους για εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (άρθρα 226 παρ.4 εδ.γ και 575 εδ.β ΚΠολΔ), δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον αυτού κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το πινάκιο και τη συζήτηση αυτής κατά την παραπάνω δικάσιμο ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίαση αυτού.
Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της προκειμένης υπόθεσης παρά την απουσία των οκτώ (8) πρώτων αναιρεσιβλήτων (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος για αναίρεση απόφασης επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εναγόμενου απ' αυτές συμπεράσματος γιατί το δικαστήριο προβαίνει στην κρίση του αυτή, ανέλεγκτα (άρθρο. 561 παρ.1 ΚΠολΔ) εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτόν είναι αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε αναλέγκτως ως προκύψαντα από τις αποδείξεις τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Στις 2-12-2004 και ώρα 18.22' περίπου ο Χ. Ε., οδηγώντας το ... ΕΙΧ αυτοκίνητο, εισήλθε από χωματόδρομο, που βρισκόταν στο 4° χιλιόμετρο στο σημείο της Εθνικής οδού Ιωαννίνων - Άρτας, δεξιά του ρεύματος πορείας προς Άρτα, στο ρεύμα αυτό πορείας, με σκοπό να καταλάβει την αριστερή του λωρίδα κυκλοφορίας και να κατευθυνθεί προς την Άρτα.
Κατά την πραγματοποίηση, όμως, του ελιγμού του αυτού, δεν παραχώρησε προτεραιότητα στα οχήματα, τα οποία κινούνταν στο ανωτέρω ρεύμα πορείας, στο οποίο εισήλθε, όπως ήταν υποχρεωμένος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 5 εδ.β' του ΚΟΚ. Αντίθετα, παρενεβλήθη και απέκλεισε την πορεία των οχημάτων αυτών, μεταξύ των οποίων και το ...
ΕΙΧ αυτοκίνητο, το οποίο έβαινε στη δεξιά λωρίδα του ρεύματος πορείας προς Άρτα, με κατεύθυνση προς τα εκεί, απέχοντας από τον ίδιο τριάντα (30) περίπου μέτρα, όταν αυτός άρχισε να εισέρχεται στην ανωτέρω οδό και το οποίο οδηγούσε ο Ν. Δ., πλην, όμως, χωρίς σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και χωρίς να ασκεί πλήρη έλεγχο και εποπτεία σ' αυτό, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, όπως ήταν υποχρεωμένος σύμφωνα με τα άρθρα 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1, 2 και 3 του ΚΟΚ, διότι δεν είχε μειώσει την μέχρι τότε ταχύτητα του των 100 χιλιομέτρων την ώρα, καίτοι στο παραπάνω σημείο το ανώτατο όριο ταχύτητας που επιτρεπόταν για το όχημά του ήταν 70 χιλιόμετρα την ώρα (άρθρο 20 παρ. 1 ΚΟΚ).
Αποτέλεσμα των παραπάνω ενεργειών των οδηγών που προαναφέρθηκαν, ήταν να συγκρουσθούν τα δύο οχήματα, αφού το ... αυτοκίνητο έπεσε με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του στην πίσω πλευρά και, κυρίως, στο δεξιό τμήμα αυτής, του ... αυτοκινήτου. Κατά τη σύγκρουση αυτή, έσπασε το πίσω παρ μπριζ και μετατοπίστηκε προς τα εμπρός το πορτ μπαγκάζ του ...
αυτοκινήτου. Το όχημα αυτό, μετά τη σύγκρουση, σύρθηκε, με λοξή δεξιά κατεύθυνση, προς τη νησίδα ασφαλείας που χώριζε τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας της ανωτέρω οδού και, αφού διάνυσε απόσταση 12,50 μέτρων, προσέκρουσε στην εν λόγω νησίδα με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος του και τελικά ακινητοποιήθηκε σε απόσταση 7,10 περίπου μέτρων από το σημείο αυτό πρόσκρουσης, στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας προς Άρτα, με λοξή κατεύθυνση προς τα Ιωάννινα.
Ο Ν. Δ., βλέποντας το ... αυτοκίνητο να παρεμβάλεται στην πορεία του, για να αποφύγει τη σύγκρουση, επιχείρησε ελιγμό αλλαγής κατεύθυνσης του οχήματος του προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του. Παρά τον ελιγμό του, όμως, αυτό, το όχημα του έπεσε με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του στην πίσω πλευρά του άλλου αυτοκινήτου.
Μετά τη σύγκρουση, το αυτοκίνητο του Ν. Δ. σύρθηκε προς τα δεξιά σε σχέση με την παραπάνω κατεύθυνση του και, αφού διάνυσε, με λοξή δεξιά κατεύθυνση, απόσταση 7,30 περίπου μέτρων μέσα στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας προς Άρτα, εξήλθε του οδοστρώματος της οδού και εισήλθε στο χωμάτινο πεζοδρόμιο που υπήρχε δεξιά του ρεύματος πορείας προς Άρτα και, αφού διάνυσε μέσα σ' αυτό απόσταση 52,70 περίπου μέτρων, ακινητοποιήθηκε κάθετα στην οδό, με κατεύθυνση προς το ανωτέρω πεζοδρόμιο, μισό στο οδόστρωμα και μισό στο πεζοδρόμιο.
Στο σημείο του ατυχήματος, η ανωτέρω εθνική οδός ήταν ευθεία σε μήκος 500 τουλάχιστον μέτρων. Το οδόστρωμα του ρεύματος πορείας προς Άρτα είχε πλάτος 9,80 μέτρα και χωριζόταν σε δυο τμήματα με διαγράμμιση από μονή διακεκομμένη γραμμή. Ο χωματόδρομος που προαναφέρθηκε, είχε πλάτος 9,80 μέτρα. Η σύγκρουση των δυο οχημάτων έγινε στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας προς την Άρτα, σε μικρή απόσταση από το μέσον αυτής, προς την παραπάνω διαγράμμιση του οδοστρώματος.
Το χωμάτινο πεζοδρόμιο που προαναφέρθηκε, είχε πλάτος 3,30 περίπου μέτρα. Κατά το χρόνο του ατυχήματος, στο ... αυτοκίνητο επέβαιναν, εκτός του οδηγού του, ο Ε. Μ. στη θέση του συνοδηγού και στο πίσω κάθισμα, πίσω από τον οδηγό, ο Ν. Κ. και, πίσω από τον συνοδηγό, ο Χ. Χ.. Εξαιτίας της σύγκρουσης των οχημάτων, ο ανωτέρω Χ.
Χ. εκτινάχτηκε έξω από το αυτοκίνητο και κατέπεσε στο οδόστρωμα της οδού, κοντά στη νησίδα ασφαλείας που προαναφέρθηκε. Κατά το ατύχημα αυτό τραυματίστηκε θανάσιμα ο εν λόγω Χ. Χ., ο οποίος υπέστη, ειδικότερα, κακώσεις κεφαλής, αυχένα και θώρακα, από τις οποίες, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατος του.
Επίσης, τραυματίστηκαν οι οδηγοί των παραπάνω οχημάτων, ενώ καταστράφηκαν ολοσχερώς τα οχήματα αυτά, σύμφωνα με όσα εκτίθενται ειδικότερα παρακάτω. Με βάση τα παραπάνω, το ατύχημα και τα αποτελέσματα του οφείλονται σε αμέλεια τόσον του Χ. Ε. σε ποσοστό 80%, όσον και του Ν. Δ. σε ποσοστό 20%. Και τούτο, διότι ο πρώτος εισήλθε από το χωματόδρομο που προαναφέρθηκε, στο τμήμα του οδοστρώματος της ανωτέρω οδού που προοριζόταν για την κυκλοφορία προς την Άρτα και κατέλαβε το τμήμα τούτο, χωρίς να παραχωρήσει προτεραιότητα, όπως ήταν υποχρεωμένος, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΟΚ που προαναφέρθηκαν, στα οχήματα που κινούνταν μέσα στο τμήμα αυτό, μεταξύ των οποίων και το αυτοκίνητο του Ν.
Δ., με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί και να αποκλείσει την πορεία του εν λόγω οχήματος. Ο Χ. Ε. προέβη στην ανωτέρω ενέργεια του, επειδή δεν οδηγούσε το παραπάνω όχημα με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, όπως ήταν υποχρεωμένος σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 1 του ΚΟΚ. Αυτό είχε ως συνέπεια να μην ελέγξει, πριν εισέλθει στο οδόστρωμα της ανωτέρω οδού, αν κινούνται οχήματα σ' αυτό.
Έτσι, δεν αντιλήφθηκε ότι εντός του εν λόγω οδοστρώματος κινούταν, πολύ κοντά σ' αυτόν, το αυτοκίνητο του Ν. Δ. και, συνεπώς, ότι, ενόψει της απόστασης του εν λόγω οχήματος από τον ίδιο και της ταχύτητας του, δεν είχε επαρκή χρόνο να πραγματοποιήσει με ασφάλεια τον ανωτέρω ελιγμό του και ότι, για να πράξει τούτο, θα έπρεπε προηγουμένως να επιτρέψει τη διέλευση του εν λόγω οχήματος, παραχωρώντας του την προτεραιότητα, την οποία είχε από το νόμο.
Αποτέλεσμα του αποκλεισμού της πορείας του τελευταίου αυτού οχήματος ήταν, να συγκρουσθεί τούτο με το αυτοκίνητο του ίδιου, με τις ανωτέρω συνέπειες. Επίσης, ο Ν. Δ., λόγω του ότι δεν είχε μειώσει την ταχύτητα του στα όρια που προβλεπόταν στο συγκεκριμένο σημείο της οδού για το όχημα του, δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του, με αποτέλεσμα, όταν το άλλο αυτοκίνητο εισήλθε, κατά τα παραπάνω, στο ρεύμα πορείας του, να μη μπορέσει να το αποφύγει με ελιγμό ακινητοποίησης του οχήματός του πριν απ' αυτό.
Αντίθετα, αν ο Χ. Ε. είχε συμμορφωθεί με τις παραπάνω διατάξεις του ΚΟΚ και, πριν πραγματοποιήσει τον ανωτέρω ελιγμό του, έλεγξε, αν κινούνται οχήματα στο ρεύμα πορείας της ανωτέρω οδού προς την Άρτα, οπωσδήποτε θα έβλεπε, ότι εντός του ρεύματος αυτού κινείται το άλλο αυτοκίνητο και θα αντιλαμβανόταν ότι, ενόψει της ταχύτητας αυτού και της απόστασης του από τον ίδιο, δεν είχε επαρκή χρόνο να πραγματοποιήσει με ασφάλεια τον παραπάνω ελιγμό του, πριν διέλθει το εν λόγω όχημα, οπότε θα περίμενε να διέλθει αυτό, παραχωρώντας του την προτεραιότητα που του ανήκε και στη συνέχεια θα πραγματοποιούσε την ανωτέρω κίνηση του και έτσι το όχημα του Ν.
Δ. θα διερχόταν ανεμπόδιστα και ακίνδυνα και το επίδικο ατύχημα θα είχε αποτραπεί. Επίσης, αν ο Ν. Δ. είχε μειώσει την ταχύτητα του, σύμφωνα με το ανώτατο όριο ταχύτητας, το οποίο επιτρεπόταν για το όχημα του στο σημείο εκείνο της οδού, θα οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και θα ασκούσε πλήρη έλεγχο στο αυτοκίνητο του, οπότε θα μπορούσε με ελιγμό ακινητοποίησης του οχήματος του, να αποφύγει την πτώση του στο άλλο αυτοκίνητο, οπότε και πάλι το επίδικο τροχαίο ατύχημα θα είχε αποφευχθεί.
Επομένως, οι Χ. Ε. και Ν. Δ. δεν έδειξαν, κατά την οδήγηση των παραπάνω οχημάτων τους, τη συμπεριφορά, που θα έδειχνε ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος του ιδίου τομέα επαγγελματικής δραστηριότητας, αν βρίσκονταν υπό τις συνθήκες υπό τις οποίες βρέθηκαν αυτοί κατά το χρόνο του ατυχήματος, αλλά αντίθετα παραβίασαν τις διατάξεις του ΚΟΚ που προαναφέρθηκαν και η συμπεριφορά τους αυτή βρίσκεται σε άμεση και απόλυτη αιτιώδη συνάφεια με το επίδικο ατύχημα και τα αποτελέσματά του, που επήλθαν χάρις στα συγκλίνοντα πταίσματα και των δύο ... .
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού δεν δέχτηκε, ότι αποδείχτηκαν τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, αλλά αντίθετα έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο του επιδίκου ατυχήματος των ανωτέρω Χ. Ε., εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε. Γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτός και ως βάσιμος στην ουσία ο σχετικός λόγος των υπό κρίση τριών εφέσεων και να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο κατέληξε σε εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης και σε νέο προσδιορισμό της επιδικαζόμενης στους ενάγοντες των από 8-6-2006 και 10-6-2006 ενδίκων αγωγών αποζημίωσης λαμβάνοντας υπόψη και το ποσό συνυπαιτιότητας (20%) του οδηγού Ν. Δ.. Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του αναφορικώς με τα ουσιώδη ζητήματα της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων, όπως επίσης και της υπάρξεως ή όχι αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς τους και των επελθόντων ζημιογόνων σε ανθρώπους και πράγματα αποτελεσμάτων πλήρεις, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, με συνέπεια να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν (ορθή στην προκειμένη περίπτωση).
Ειδικότερα το ως άνω δικαστήριο με πλήρη και επαρκή αιτιολογία δικαιολογεί γιατί εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 300 του ΑΚ όσον αφορά τον δεύτερο αναιρεσείοντα και τη συνδεόμενη με τη συνυπαιτιότητα αυτού συνεύθυνη της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας στην οποία ήταν ασφαλισμένο κατά το χρόνο του ατυχήματος το ζημιογόνο αυτοκίνητο του.
Την ως άνω διάταξη του ΑΚ το Εφετείο ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, καθόσον τα μεν πραγματικά περιστατικά που αυτό δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος αυτού (δεύτερου αναιρεσείοντος), αφετέρου δε δεν έσφαλε ως προς την ορθή υπαγωγή των αναφερομένων στην προσβαλλόμενη απόφαση περιστατικών (έλλειψη καταβολής της επιβαλλόμενης κατά την οδήγηση προσοχής, υπερβολική ταχύτητα των 100 χ/ων, ήτοι πλέον της επιτρεπόμενης στο σημείο του ατυχήματος των 70 χ/ων και μη χρήσης των φρένων του οχήματος όταν αντιλήφθηκε ότι το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο έβδομος αναιρεσίβλητος παρεμβλήθηκε στην πορεία του δικού του αυτοκινήτου) στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, δηλαδή ότι και αυτά αποτέλεσαν την πρόσφορη αιτία για το επελθόν αποτέλεσμα από τη σύγκρουση των δυο αυτοκινήτων κατά το επίδικο τροχαίο ατύχημα (θάνατος συνεπιβάτη, τραυματισμοί οδηγών και συνεπιβατών και καταστροφή των οχημάτων).
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου τους με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμ. 1 έως 19 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ πλημμέλειες κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος (πρώτος) λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 591 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, και στην ειδική διαδικασία επίλυσης των διαφορών που αναφέρονται στο άρθρο 618 Α του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι ο δικαστής, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λαβαίνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Αυτός θεμελιώνεται όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν βεβαιώνει, ότι έλαβε υπόψη του και τα έγγραφα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά και όταν παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ή ορισμένα από τα έγγραφα αυτά.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, όπως προκύπτει από τις προτάσεις που κατέθεσαν ως εφεσίβλητοι στο Εφετείο κατά τη συζήτηση εφέσεων των αντιδίκων τους κατά της υπ' αριθμ. 56/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, συνεκδικάζοντας τέσσερες (4) συναφείς αγωγές με διαφορές μεταξύ των διαδίκων που προήλθαν από το ίδιο τροχαίο ατύχημα, επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν μεταξύ των άλλων εγγράφων προς απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι αποκλειστικά υπαίτιος του επίδικου τροχαίου ατυχήματος και του θανάσιμου τραυματισμού του Χ. Χ. είναι ο οδηγός του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου Χ. Ε., τα: α )την από 2-12-2004 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος της Τροχαίας Ιωαννίνων, β) την από 21-12-2004 έκθεση ένορκης εξέτασης του μάρτυρα Η. Μ., ενώπιον του ανθυπαστυνόμου Ν. Σ. του τμήματος Τροχαίας Ιωαννίνων και παρουσία του ανθυπαστυνόμου Γ. Ι. του ιδίου τμήματος, γ) την έκθεση του εξετασθέντος στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μάρτυρα Η. Μ., η οποία περιέχεται στα υπ' αριθμ. 56/2008 πρακτικά της συνεδρίασης 7-11-2007 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων και δ) 18 έγχρωμες φωτογραφίες, οι οποίες λήφθηκαν από την Τροχαία Ιωαννίνων αμέσως μετά το ένδικο ατύχημα και απεικόνιζαν τον τόπο του ατυχήματος.
Στην προσβαλλόμενη απόφαση όμως βεβαιώνεται ρητά ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του εκτός των λοιπών μαρτυρικών καταθέσεων, την κατάθεση του μάρτυρα Η. Σ. Μ. ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, την οποία μάλιστα ιδιαίτερα εξαίρει μόνο ως προς την πορεία του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Ν. Δ., όχι όμως και ως προς την ταχύτητα με την οποία τούτο έβαινε κατά το χρόνο του ατυχήματος (επισημαίνοντας ως προς το περιστατικό αυτό μεροληπτική τη θέση του προς τον ανωτέρω οδηγό λόγω της ιδιότητάς του ως συνοδηγού) και "τα έγγραφα και τις φωτογραφίες που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι".
Από τη ρητή αυτή διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι στο υπόλοιπο αιτιολογικό δεν υπάρχει κανένα στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το ως άνω δικαστήριο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω μνημονευόμενα έγγραφα καθώς και τη μαρτυρική κατάθεση του Η.
Μ., γίνεται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα αποδεικτικά αυτά μέσα. Επομένως, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ.γ' του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Κατ' ακολουθίαν όλων των παραπάνω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι στα δικαστικά έξοδα της παριστάμενης τελευταίας αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-9-2009 αίτηση των: 1) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΕΝΩΣΗ ΑΑΕ" και 2) Ν. Δ. του Γ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 57/2009 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της τελευταίας αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ