Legislator Case Law & Legislation
1210/2009 AI generated

Supreme Court remands case for retrial due to insufficient reasoning on equal treatment principle application.

Case Number 1210/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece remanded the case for retrial because the Court of Appeals failed to provide sufficient reasoning regarding the application of the principle of equal treatment. The appellant argued that the lower court's decision lacked clarity on which corporate body authorized the voluntary payment and why it continued after 1995. Consequently, the Court found the appellate judgment legally flawed and ordered a new trial with a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 65, 67, 68, 70 of the Civil Code; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure: When a lower court's decision on the application of the principle of equal treatment is vague or lacks essential reasoning regarding the specific facts, the appeal is admissible and the case must be remanded for retrial.

Keywords

AI generated
principle of equal treatment insufficient reasoning remand for retrial voluntary payment corporate representation appellate review legal certainty

Cited Legislation

AI generated
Article 65 of the Civil Code
Article 67 of the Civil Code
Article 68 of the Civil Code
Article 70 of the Civil Code
Article 18(1), (2) of the reorganized Law 2190/1920
Article 22(1), (3) of the reorganized Law 2190/1920
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1210 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1210/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Σαράντη Δρινέα και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Απριλίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΤΟΣΟΗ ΕΛΛΑΣ ΑΒΕ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Βουλκίδη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) .... και 2) ...., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-12-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17361/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 1162/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-6-2008 αίτησή της και τους από 16-2-2009 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 17-3-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου και του πρώτου προσθέτου λόγου και την απόρριψη των λοιπών λόγων τόσο του κυρίου όσο και του δικογράφου των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις προσκομιζόμενες ...., .... και ... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ... προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και των από 16-2-2009 πρόσθέτων λόγων αυτής, με την οικεία πράξη ορισμού δικασίμου για την πιο πάνω δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσιβλήτους.

Επομένως, εφόσον αυτοί δεν παραστάθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, νομίμως έγινε η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.). Επειδή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 65, 67, 68 και 70 του ΑΚ το νομικό πρόσωπο υποχρεώνουν οι δικαιοπραξίες που επιχείρησε μέσα στα όρια της εξουσίας του το όργανο που το εκπροσωπεί.

Η οργανική εκπροσώπηση της ανώνυμης εταιρείας, η οποία αποτελεί νομικό πρόσωπο, ρυθμίζεται από τα άρθρα 18 παρ. 1, 2 και 22 παρ. 1 και 3 του κωδικοποιημένου νόμου 2190/1920. Καθορίζεται ειδικότερα ότι το διοικητικό συμβούλιο αυτής, ενεργώντας συλλογικά, την εκπροσωπεί δικαστικώς και εξωδίκως και ότι το καταστατικό μπορεί να ορίσει ένα ή περισσότερα μέλη του συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα που να εκπροσωπούν την εταιρεία γενικά ή σε ορισμένου είδους πράξεις, ότι το διοικητικό συμβούλιο είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε πράξη που αφορά στη διοίκηση της εταιρείας, στη διαχείριση της περιουσίας αυτής και γενικά στην επιδίωξη των σκοπών της και ότι το καταστατικό μπορεί να ορίσει θέματα, στα οποία η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου ασκείται από ένα ή περισσότερα μέλη του ή από τους διευθυντές της εταιρείας, με ανάλογο περιορισμό της παρ. 2 του άρθρου 18.

Από τις διατάξεις αυτές, που είναι αντίστοιχες με εκείνες των προαναφερομένων άρθρων του ΑΚ, συνάγεται ότι το διοικητικό συμβούλιο αποτελεί το όργανο πού διοικεί και εκπροσωπεί την ανώνυμη εταιρεία και διαχειρίζεται όλες τις υποθέσεις της. Το δικαίωμα αυτής της οργανικής εκπροσωπήσεως της ΑΕ και διαχειρίσεως της περιουσίας της επιτρέπεται κατά τις παραπάνω διατάξεις να μεταβιβαστεί σε τρίτον ολικά ή εν μέρει αν αυτό ορίζεται στο καταστατικό.

Εξάλλου, από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, που απορρέει από τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, κατά την οποία, ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, αλλά ευρίσκει έρεισμα και στα άρθρα 4 παρ. 1 και 2, 22 παρ. 1 του Συντάγματος και 119 της Συνθήκης της ΕΟΚ, προκύπτει ότι, στα πλαίσια της εργασιακής συμβάσεως δεν επιτρέπεται η άνιση από τον εργοδότη μεταχείριση των μισθωτών της αυτής εκμεταλλεύσεως, που έχουν τα ίδια προσόντα και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες υπό τις αυτές συνθήκες, εκτός αν δικαιολογείται η απόκλιση εξαιτίας επαρκούς αντικειμενικού λόγου.

Βάσει αυτής της αρχής ο εργοδότης οφείλει να επεκτείνει σε όλους τους εργαζόμενους που παρέχουν την ίδια εργασία υπό τις αυτές συνθήκες με τα αυτά προσόντα, τις μισθολογικές και άλλες υπηρεσιακές παροχές, είτε πρόκειται για μονομερείς οικειοθελείς παροχές είτε πρόκειται για παροχές που έχει αναλάβει συμβατικώς έναντι ορισμένων εργαζομένων.

Οι οικειοθελείς παροχές μπορούν να διακοπούν οποτεδήποτε από τον εργοδότη αν αυτός επιφύλαξε ρητώς το δικαίωμα ανακλήσεώς τους. Η αρχή δε αυτή έχει εφαρμογή και στην περίπτωση που ο εργοδότης προβαίνει σε οικειοθελή παροχή προς ορισμένους μισθωτούς για λόγους ανεξάρτητους από το είδος της εργασίας τους, αλλά σχετιζόμενους με άλλες περιστάσεις όπως λ.χ.

η απομάκρυνση ή αποχώρηση αυτών από την υπηρεσία λόγω συνταξιοδοτήσεως, οπότε αν οι ίδιες περιστάσεις συντρέχουν και για άλλους εργαζόμενους, ο εργοδότης βάσει της αρχής αυτής οφείλει να επεκτείνει την εν λόγω οικειοθελή παροχή και σ' αυτούς. Τέτοια περίπτωση υπάρχει και όταν ο εργοδότης χωρίς να έχει συμβατική ή νόμιμη υποχρέωση καταβάλλει οικειοθελώς στους εργαζόμενους που απομακρύνονται ή αποχωρούν από την εργασία τους, επειδή συμπλήρωσαν τις προϋποθέσεις να λάβουν σύνταξη γήρατος, ολόκληρη την από τις διατάξεις των ν. 2112/1920 και 3198/1955 προβλεπόμενη αποζημίωση απολύσεως και όχι τη μειωμένη που ορίζεται από το άρθρο 8 εδ.

β' του ν. 3198/1955, όπως τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ. 1 του ν. 435/1976. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχτηκε τα ακόλουθα: Η αναιρεσείουσα, που διατηρεί στην περιοχή της... εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρολυτικού διοξειδίου του μαγγανίου, προσέλαβε στις 25-6-1977 την πρώτη αναιρεσίβλητη και στις 29-2-1988 τον δεύτερο αναιρεσίβλητο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να εργαστούν ως μαγείρισσα και θερμαστής αντίστοιχα.

Τις υπηρεσίες τους αυτές προσέφεραν μέχρι τις 30-1-1998 και 21-12-1998 αντίστοιχα, οπότε η αναιρεσείουσα κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας τους επειδή είχαν συμπληρώσει τις προϋποθέσεις για λήψη συντάξεως γήρατος από τον κύριο ασφαλιστικό του φορέα (δηλ. το ΙΚΑ). Κατέβαλε δε σ' αυτούς ως αποζημίωση, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 2 ν. 3198/1955, ποσοστό 40% της προβλεπόμενης από το ν. 2112/1920 για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη, αποζημιώσεως.

Από το έτος 1990 και εφεξής, η αναιρεσείουσα, παρά το γεγονός ότι το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής δεν έλαβε νόμιμα τέτοια απόφαση ή δεν δεσμεύθηκε συμβατικά, κατέβαλε πλήρη αποζημίωση σε όσους εργαζόμενους αποχώρησαν από την εργασία τους συμπληρώνοντας τις νόμιμες προϋποθέσεις σύνταξης και όχι το 40% αυτής, όπως έπραξε με τους αναιρεσιβλήτους.

Συγκεκριμένα, κατά τα έτη 1990-1995, κατέβαλε την πιο πάνω πλήρη αποζημίωση στους συναδέλφους των τελευταίων, ..., ... ..., ... και ..., που αποχώρησαν ή απομακρύνθηκαν από την εργασία λόγω συνταξιοδοτήσεως. Για να δικαιολογήσει δε την προς αυτούς καταβολή πλήρους αποζημιώσεως, κατήγγειλε τυπικά τις συμβάσεις εργασίας τους, ενώ κατ' ουσίαν επρόκειτο όχι για καταγγελία, αλλά για αποχώρηση λόγω συνταξιοδοτήσεως.

Την οικειοθελή αυτή παροχή η αναιρεσείουσα για πρώτη φορά αρνήθηκε να καταβάλλει στους αναιρεσιβλήτους και σε όσους άλλους αποχώρησαν έκτοτε λόγω συνταξιοδοτήσεως (..., ..., ..., .... και ....). Η παροχή που δόθηκε στους παραπάνω πέντε εργαζόμενους (η καταβολή δηλαδή πλήρους αποζημιώσεως ), χωρίς ειδική συμφωνία ή συμβατική δέσμευση, ήταν μονομερής οικειοθελής και δεν ήταν περιορισμένης διάρκειας.

Δεν είχε δε η αναιρεσείουσα επιφυλάξει στον εαυτό της τη δυνατότητα να ανακαλέσει την παροχή αυτή. Βέβαια, το έτος 1995 η αναιρεσείουσα ανακοίνωσε στους εργαζόμενους πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου με την καταβολή πλήρους αποζημιώσεως και επιπλέον ποσού 12 μηνιαίων μισθών. Η εφαρμογή δε του προγράμματος αυτού είχε συγκεκριμένη διάρκεια προς αντιμετώπιση ειδικών οικονομικών δυσχερειών ...

δεν έγινε σε ανάκληση ή αντικατάσταση της πιο πάνω οικειοθελούς παροχής και ήταν ανεξάρτητη από αυτή. Η ως άνω παροχή της καταβολής πλήρους αποζημιώσεως χορηγήθηκε οικειοθελώς ως γενικό μέτρο, ανεξάρτητα από τη φύση της εργασίας εκάστου, προς τους προαναφερόμενους εργαζομένους της αναιρεσείουσας, χωρίς νομική υποχρέωση της, χωρίς δηλαδή υποχρέωση της από το νόμο ή τη συλλογική σύμβαση εργασίας ή άλλη εξομοιούμενη κανονιστική διάταξη από την οποία να δεσμεύεται.

Δεν συνιστά επίσης επιχειρησιακή συνήθεια ούτως ώστε να αποτελέσει τη βάση συμβατικής δεσμεύσεως και να αφαιρέσει από την πράξη αυτή το χαρακτήρα της μονομερούς και συνεπώς ελευθέρως ανακλητής θελήσεως, γιατί δεν λήφθηκε νόμιμα τέτοια απόφαση από το διοικητικό Συμβούλιο της αναιρεσείουσας, ούτε χορηγήθηκε με βάση σχετική εξουσιοδότηση τέτοια εξουσία σε αρμόδιο όργανο της από το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής, αλλά οικειοθελής παροχή έπρεπε η αναιρεσείουσα για όσο χρόνο τη χορηγούσε στο προσωπικό της να μην εξαιρεί με βάση την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως κάποιον εργαζόμενο, ανεξάρτητα αν έχει δημιουργηθεί ή όχι συμβατική δέσμευση χορήγησης και στο μέλλον.

Καταλήγοντας το Εφετείο έκρινε ότι η εξαίρεση των αναιρεσιβλήτων από την οικειοθελή αυτή παροχή δεν δικαιολογείται από κάποιο ειδικό και σοβαρό λόγο και συνεπώς δεν είναι δίκαιη και εύλογη κατ' αντικειμενική κρίση. Μετά ταύτα, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή κατά την κύρια βάση αυτής, με την οποία οι αναιρεσίβλητοι επικαλούμενοι συμβατική ρύθμιση ζητούσαν να λάβουν ολόκληρη την αποζημίωση, απέρριψε την ως άνω κύρια βάση, καθώς και την πρώτη επικουρική βάση με την οποία ζητούσαν το ίδιο ποσό με βάση επικαλούμενη επιχειρησιακή συνήθεια και δέχτηκε την αγωγή κατά τη δεύτερη επικουρική βάση της με την οποία ζητούσαν πλήρη αποζημίωση με βάση την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.

Με όσα παραπάνω δέχτηκε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς τη συνδρομή στην προκειμένη περίπτωση των προϋποθέσεων εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, που αποτελεί ζήτημα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, και έτσι κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των προαναφερόμενων διατάξεων.

Ειδικότερα, δεν προσδιορίζεται στην απόφαση, ενόψει και της αρνήσεως από την αναιρεσείουσα της ως άνω οικειοθελούς παροχής, ποιο όργανο αποφάσισε την καταβολή της εν λόγω παροχής, ήτοι αν η σχετική απόφαση λήφθηκε από το Διοικητικό Συμβούλιο της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας ή από άλλο πρόσωπο, μέλος του ΔΣ ή τρίτο στο οποίο ανατέθηκε νομίμως η οργανική εκπροσώπηση αυτής.

Επίσης, δεν διευκρινίζεται ποιο όργανο της αναιρεσείουσας αποφάσισε να δοθεί η ως άνω φερόμενη ως οικειοθελής παροχή στους αναφερόμενους πέντε συναδέλφους τους και για ποιο λόγο και από ποίον αποφασίστηκε να γίνει εικονική καταγγελία των συμβάσεων αυτών. Επίσης, ενώ αναφέρεται ότι η πιο πάνω οικειοθελής παροχή ήταν ελευθέρως ανακλητή πλην όμως η αναιρεσείουσα δεν επεφύλαξε στον εαυτό της δικαίωμα ανακλήσεως δεν αναφέρει τον τρόπο και το χρόνο που λήφθηκε η εν λόγω απόφαση και πόθεν προέκυψε η μη επιφύλαξη ανακλήσεως της ως άνω παροχής από την αναιρεσείουσα, καθώς και ότι ενώ αναφέρεται ότι διεκόπη το έτος 1995, η οικειοθελής αυτή παροχή μη χορηγηθείσα έκτοτε σε κανέναν άλλο εργαζόμενο απομακρυνθέντα ή αποχωρήσαντα από την εργασία του στην εταιρεία λόγω συνταξιοδοτήσεως, δεν διευκρινίζεται γιατί η παροχή αυτή έπρεπε να συνεχίσει να καταβάλλεται.

Επομένως, οι, πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου αναιρέσεως, καθώς και ο πρώτος πρόσθετος λόγος αυτής αληθώς από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Μετά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1162/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και,

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ