Legislator Case Law & Legislation
1210/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to specify factual basis for alleged violation of interpretation rules.

Case Number 1210/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal filed by ILBAU Gmbh and related entities against a Nafplio Court of First Instance decision. The appellants alleged violations of interpretation rules under the Civil Code but failed to detail the specific factual circumstances the lower court accepted as the basis for its ruling. Consequently, the court found the appeal inadmissible because the grounds for appeal were vague and did not sufficiently link the alleged legal error to the established facts.

Legislator headnote

AI generated

Articles 118(4), 566(1), 577(3), 578 of the Code of Civil Procedure; Article 559(1) and 19 of the same Code: An appeal alleging a violation of interpretation rules is inadmissible if the appellant fails to specify the factual circumstances accepted by the court of first instance as the basis for its decision.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code Appeal Admissibility Interpretation Rules Factual Basis Requirement Civil Code Articles 173 Inadmissible Appeal Legal Grounds Specification

Cited Legislation

AI generated
Articles 118(4), 566(1), 577(3), 578 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure
Articles 173 and 200 of the Civil Code
Articles 281 and 288 of the Civil Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1210 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1210/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1. Εταιρεία με την επωνυμία "ILBAU Gmbh" που εδρεύει στη Γερμανία και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΘΕΜΕΛΗ ΑΕ" που εδρεύει στη Ν. Ιωνία Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 3. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΕΓΕΚ-ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΩΝ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ, ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΣΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ" που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 4. Κοινοπραξίας των ως άνω εταιρειών με την επωνυμία "Κ/Ξ ILBAU Gmbh- ΘΕΜΕΛΗ ΑΕ- ΑΕΓΕΚ" πρώην Κ/Ξ ILBAU Gmbh- ΘΕΜΕΛΗ ΑΕ- ΠΟΛΥΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ") που εδρεύει στην Ν. Ιωνία και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φιλιώ Μέντη.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΓΑ ΟΣΕ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λασπονίκο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-7-2000 προσφυγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Εφετείου Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 304/2002 προδικαστική και 617/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 13-6-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα ανέγνωσε την από 24-9-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι αν η αγωγή ή άλλη αυτοτελής αίτηση ή ανταίτηση κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αρ. 1 και 19) δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υπόθεσης, η έννοια που αποδίδει αυτός στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή μη της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αίτησης ή ανταίτησης).

Διότι η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 578), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία προκειμένου να ελεγχθεί είτε αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παραβίαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό, είτε αν τα πραγματικά γεγονότα που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της απόφασης (ΑΠ 1353/2001, 651/2002).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης, και όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ειδικότερα το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν, καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείψει να προσφύγει, για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών, και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας.

Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο μετά την ερμηνεία κατέληξε το δικαστήριο, δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 229/2004). Για να είναι τέλος ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξίων των άρθρων 179 και 200 ΑΚ πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι το δικαστήριο της ουσίας ενώ είχε διαπιστώσει αμέσως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες ή καίτοι δεν είχε διαπιστώσει κενό παρά ταύτα προσέφυγε στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες, αλλιώς είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και δεύτερο λόγους του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση της παραβίασης των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ως και αυτών των άρθρων 281, 288 ΑΚ ενώ επίσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 19 του ίδιου άρθρου αναιρετική πλημμέλεια της στέρησης νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης λόγω έλλειψης αιτιολογιών άλλως ανεπαρκών αιτιολογιών. Στο αναιρετήριο, όμως, δεν αναφέρουν οι αναιρεσείουσες για το ορισμένο των από το άρθρο 559 αριθ. 1 λόγων αναίρεσης ότι το δικαστήριο της ουσίας, διαπιστώσαν κενό ως προς τις βουλήσεις των συμβαλλομένων μερών, προσέφυγε στις ερμηνευτικές ως άνω διατάξεις τις οποίες και παρεβίασε, ή, καίτοι μη διαπιστώσαν κενό, παρά ταύτα προσέφυγε στις ερμηνευτικές αυτές διατάξεις και σε τί συνίσταται η παραβίαση αυτών, ως και των λοιπών διατάξεων των άρθρων 281, 288 ΑΚ, ενώ εκθέτουν μόνο, και πάλι αορίστως, τους πραγματικούς ισχυρισμούς τους, χωρίς να αναφέρουν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να στηρίξει την νομική κρίση του περί συνδρομής των όρων των διατάξεων που εφάρμοσε.

Συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ τμήμα αυτού είναι απαράδεκτος. Αναφορικά, εξάλλου, με τις εκ του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚπολΔ αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη αιτιάσεις, ο ίδιος ως άνω δεύτερος κατά το έτερο τμήμα του και ο πρώτος λόγοι αναίρεσης, πέραν της αντιφατικότητάς τους, αφού η αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες αντιφάσκει προς την αιτίαση για πλήρη έλλειψη αιτιολογίας, είναι κατά το πρώτο μέρος τους αβάσιμοι, διότι η προσβαλλόμενη, όπως από αυτή προκύπτει, έχει αιτιολογίες στις οποίες το Εφετείο στήριξε την κρίση του περί του κατ' ουσίαν αβάσιμου της ένδικης προσφυγής, κατά το δεύτερο μέρος τους είναι αόριστοι και εντεύθεν απαράδεκτοι διότι, οι αναιρεσείοντες δεν παραθέτουν στο αναιρετήριο τις κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλ' ούτε εκθέτουν ποίες είναι οι ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους και τι θα έπρεπε να αναφέρεται επί πλέον για την επάρκεια αυτών.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-6-2006 αίτηση των εταιριών με την επωνυμία: 1) ILBAU Gmbh, 2) ΘΕΜΕΛΗ ΑΕ, 3) ΑΕΓΕΚ - Ανώνυμη Εταιρία Γενικών Κατασκευών, και Ναυτιλιακών, Τουριστικών, Γεωργικών και Δασικών Επιχειρήσεων και 4) Κοινοπραξία ILBAU Gmbh -ΘΕΜΕΛΗ ΑΕ - ΑΕΓΕΚ, για αναίρεση της 617/2003 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου. Και

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαΐου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουνίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ