Supreme Court allows appeal against eviction judgment for unclear property ownership claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of a property ownership claim. The appellants argued their ownership was established through inheritance and specific acts of possession, while the lower court rejected the suit as vague. The Court found the lower court erred in applying the rule regarding quantitative vagueness, ruling the appeal admissible and remanding the case for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArt. 8 § 3 of the Law on Forced Expropriation of Real Estate (N. 2882/2001); Art. 331 of the Code of Civil Procedure; Art. 559 § 14 of the Code of Civil Procedure: A claim for ownership in forced expropriation proceedings is not barred by res judicata, and a judgment dismissing it for quantitative vagueness is subject to appeal if the factual basis is sufficiently detailed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 120 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 120/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρί Δεργαζαριάν - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Β. του Ε. και 2) Π. Β. του Ε., αμφοτέρων κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Λεβεντάκο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Σ. του Γ., κατοίκου ... και 2) Σ. Ν. του Ι., κατοίκου .... Ο πρώτος αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσακίρη και ο δεύτερος αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Γκέλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-2-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4262/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 83/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-7-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 § 3 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (Ν. 2882/2001), με την καταβολή της αποζημίωσης στον δικαιούχο που αναγνωρίστηκε δικαστικώς, το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση και ευθύνη απέναντι σε οποιονδήποτε τρίτο διεκδικητή ή δικαιούχο, ενώ ευθύνη απέναντι σε αυτούς έχει εκείνος που εισέπραξε την αποζημίωση.
Με την απόφαση δε του μονομελούς πρωτοδικείου, με την οποία γίνεται η αναγνώριση δικαιούχων κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, δεν δημιουργείται δεδικασμένο, κατά το άρθρο 331 ΚΠολΔ, και για το δικαίωμα κυριότητας, το οποίο κρίνεται παρεμπιπτόντως (ΑΠ 436/1994, ΑΠ 1012/1991). Επίσης, με τη διάταξη του άρθρου 26 παρ.12 του ίδιου νόμου ορίζεται: "Η απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου για την αναγνώριση δικαιούχων δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα..
Διάδικοι ή τρίτοι, που αξιώνουν δικαιώματα στο απαλλοτριωμένο ακίνητο, δύνανται να τα ασκήσουν κατά την τακτική διαδικασία, έστω και αν δεν προβλήθηκαν κατά την ειδική διαδικασία αναγνώρισης δικαιούχων, προς είσπραξη της αποζημίωσης ή αναζήτηση αυτής από εκείνον που την εισέπραξε ή από εκείνον υπέρ του οποίου εκδόθηκε το χρηματικό ένταλμα πληρωμής, χωρίς αυτό να ασκεί επιρροή στη διαδικασία της απαλλοτρίωσης".
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι, αφού συντελεσθεί η απαλλοτρίωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 § 4 Ν. 2882/2001, το δικαίωμα του αληθινού κυρίου του απαλλοτριωθέντος ακινήτου δεν προστατεύεται με τη διεκδικητική αγωγή, αλλά το αντικείμενο της αγωγής αυτής τρέπεται στο εξής από το νόμο σε ενοχική αξίωση πάνω στην αποζημίωση που παρακατέθηκε ή εισπράχθηκε κατ' εκείνου υπέρ του οποίου εκδόθηκε το χρηματικό ένταλμα πληρωμής ή εκείνου που εισέπραξε την αποζημίωση (ΑΠ 922/2009).
Αναγνωρίζεται, συνεπώς, από το νόμο ευθύνη του άνευ δικαιώματος εισπράξαντος την καθορισθείσα αποζημίωση προς απόδοση αυτής στον αληθινό κύριο του απαλλοτριωθέντος ακινήτου (ΑΠ 992/2009, ΑΠ 1724/2017). Η απαίτηση αυτή του αληθινού δικαιούχου της αποζημίωσης μπορεί να στηριχθεί στις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις περί αδικοπραξίας (ΑΠ 626/2011, ΑΠ 1548/2008), στη δίκη δε για τη διεκδίκηση της παραπάνω αποζημίωσης θα ερευνηθεί ως πραγματικό ζήτημα η κυριότητα πάνω στο απαλλοτριωμένο (ΑΠ 243/1999, πρβλ.
ΟλΑΠ 7/2007). Τα ίδια ισχύουν και επί απαλλοτριώσεων που κηρύχθηκαν με βάση το ν.δ. 797/1971 "περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων". Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 7, 8 & 5 και 9 & 3 του ως άνω ν.δ. 797/1971, συνάγεται ότι η παρακατάθεση της αποζημιώσεως στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ή η είσπραξή της με οποιοδήποτε τρόπο από εκείνον που με απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου ορίσθηκε δικαιούχος, επιφέρει συντέλεση της απαλλοτριώσεως ανεξάρτητα από το αν ο αναγραφόμενος ως δικαιούχος στην απόφαση του μονομελούς είναι ή όχι ο πραγματικός κύριος του απαλλοτριωθέντος.
Ο αληθινός κύριος, αν δεν συμπίπτει με τον δικαιούχο, έχει ενοχική αξίωση κατά του τελευταίου που εισέπραξε την αποζημίωση. Η απαίτησή του αυτή μπορεί να στηριχθεί στις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις περί αδικοπραξίας. Περαιτέρω, για να υπάρξει αδικοπραξία και ως εκ τούτου υποχρέωση αποζημιώσεως του παθόντος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, πρέπει μεταξύ των άλλων η ζημία να έχει προξενηθεί από τον δράστη παράνομα και υπαίτια.
Παράνομη είναι και η προσβολή του ενοχικού δικαιώματος ως αυτοτελούς αγαθού που γίνεται με επέμβαση τρίτου, αμέτοχου του ενοχικού δεσμού, στον σύνδεσμο του δικαιώματος με τον φορέα του και την παρεμπόδιση της εντάξεώς του στην περιουσία του τελευταίου, όπως συμβαίνει στην περίπτωση κατά την οποία ο τρίτος εμφανίζεται, χωρίς να είναι, δικαιούχος μιας απαιτήσεως και την εισπράττει από τον οφειλέτη, με αποτέλεσμα να χάσει την απαίτησή του ο πραγματικός δικαιούχος, καθώς και στην περίπτωση του ιδιώνυμου αδικήματος του άρθρου 30 παρ. 1 του ν.δ.797/1971, που ορίζει ότι, "ο εκ προθέσεως υποδεικνύων ψευδή όρια ή προσάγων εικονικούς τίτλους ή παρεμβαίνων εις σχετικήν δίκην υφ` οιανδήποτε ιδιότητα, προς υποστήριξιν ανύπαρκτων δικαιωμάτων επί απαλλοτριωθέντος ακινήτου, είτε αυτού είτε άλλου, τιμωρείται με φυλάκισιν και χρηματικήν ποινήν".
Στην περίπτωση αυτή της παράνομης και υπαίτιας είσπραξης της αποζημιώσεως από τρίτο μη δικαιούχο, όπως συνάγεται από τα άρθρα 340, 345 και 346 ΑΚ, ο εν λόγω τρίτος καθίσταται υπερήμερος οφειλέτης, ως προς την καταβολή της αποζημιώσεως στον πραγματικό δικαιούχο και, άρα, υπόχρεος καταβολής σ` αυτόν των σχετικών νόμιμων τόκων, όχι από την παράνομη είσπραξη της αποζημιώσεως, αλλά από την επίδοση της οικείας καταψηφιστικής αγωγής, διότι η διάταξη του άρθρου 934 ΑΚ, κατά την οποία αυτός που οφείλει πράγμα που αφαιρέθηκε με παράνομη πράξη είναι υπερήμερος από τον χρόνο της αφαιρέσεως, αναφέρεται σε οφειλές αυτούσιου ενσώματου πράγματος που αφαιρέθηκε παράνομα και δεν εφαρμόζεται επί χρηματικής οφειλής (ΑΠ 626/2011, ΑΠ 1548/2008).
Συνεπώς, όταν η ικανοποίηση της αξιώσεως αυτής επιδιώκεται με αγωγή, για την κατά το άρθρο 216 παρ. 1 στοιχ. α' και β' πληρότητα και το ορισμένο του δικογράφου αυτής, εκτός των άλλων, απαιτείται αφενός μεν πλήρης και συγκεκριμένη περιγραφή του ακινήτου, αφετέρου δε του τρόπου κτήσεως της επ' αυτού κυριότητας, όπως επί διεκδικητικής αγωγής, αφού αληθές αντικείμενο της δικαστικής έριδας, που τίθεται στην κρίση του Δικαστηρίου, είναι η επικαλουμένη κυριότητα επί του απαλλοτριωθέντος ακινήτου.
Για να είναι ορισμένη η διεκδικητική (ή αναγνωριστική) αγωγή της κυριότητας ακινήτου, του οποίου η κυριότητα αποκτήθηκε με παράγωγο τρόπο, (δηλαδή με μεταβίβαση), πρέπει ο ενάγων να αναφέρει, εκτός των άλλων και ότι κατέστη κύριος του επίδικου ακινήτου με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή και ότι ο άμεσος δικαιοπάροχός του ήταν κύριος του πράγματος που μεταβίβασε.
Ο τρόπος κτήσης της κυριότητας επί του επιδίκου από τον δικαιοπάροχο του ενάγοντος δεν είναι στοιχείο της αγωγής και δεν χρειάζεται σε πρώτη φάση να αναφερθεί. Μόνο αν ο εναγόμενος αμφισβητήσει την κυριότητα του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος και των προ αυτού κτητόρων του επιδίκου, υποχρεούται ο ενάγων για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρει, είτε με την αγωγή καθ' υποφοράν είτε με τις προτάσεις του, ορισμένο νόμιμο τρόπο, με τον οποίο ο δικαιοπάροχός του έγινε κύριος του ακινήτου, τέτοιος δε τρόπος μπορεί να είναι, εκτός από τον παράγωγο τρόπο, και εκείνος της κτήσης της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία.
Για την κτήση της κυριότητας ακινήτου από κληρονομική διαδοχή απαιτείται, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1193, 1195, 1198, 1199 και 1846 ΑΚ, η αποδοχή της κληρονομιάς με δημόσιο έγγραφο και η μεταγραφή αυτού, αφού δε γίνει η μεταγραφή θεωρείται ότι περιήλθε η κυριότητα στον κληρονόμο από τον θάνατο του κληρονομουμένου, ενόψει του ότι ο κληρονόμος αποκτά αυτοδικαίως την κληρονομιά μόλις γίνει η επαγωγή.
Ειδικότερα, η μεταγραφή αξιώνεται για λόγους δημοσιότητας και εξασφάλισης της συνέχειας των μεταβιβάσεων στα βιβλία μεταγραφών και δεν έχει την έννοια ότι πριν από τη μεταγραφή η κυριότητα επί του κληρονομιαίου ακινήτου δεν έχει αποκτηθεί από τον κληρονόμο από την επαγωγή. Αντίθετα, γίνεται παγίως δεκτό ότι ο κληρονόμος από την επαγωγή και διά της επαγωγής αποκτά την κυριότητα (ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα) επί του κληρονομιαίου ακινήτου, αλλά η κτήση αυτή τελεί υπό τη νομική αίρεση της μεταγραφής, μέχρις ότου δε αυτή συντελεστεί, η κυριότητα του ακινήτου είναι μετέωρη.
Για την παύση της ως άνω μετέωρης κατάστασης απαιτείται η μεταγραφή της αποδοχής της κληρονομιάς, η οποία (αποδοχή) πρέπει να προκύπτει από δημόσιο έγγραφο (άρθρο 1195 εδ. α' ΑΚ), αν δε από τη μεταγραφόμενη πράξη δεν προκύπτει η ταυτότητα του ακινήτου και το εμπράγματο δικαίωμα στο οποίο αναφέρεται η αποδοχή, πρέπει να παραδίνεται στο γραφείο μεταγραφών και έκθεση που να περιέχει τα ελλείποντα στοιχεία (άρθρο 1197 ΑΚ).
Αν δε ο τρόπος κτήσης της κυριότητας στηρίζεται σε έκτακτη χρησικτησία, πρέπει ο ενάγων να αναφέρει υλικές πράξεις νομής πάνω στο ακίνητο, με τις οποίες φανερώνεται η βούλησή του να το έχει σαν δικό του, δυνάμενος να συνυπολογίσει, στον χρόνο της δικής του νομής και τον χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (ΑΠ 812/2010, ΑΠ 96/2010, ΑΠ 1631/2009, ΑΠ 1272/1997).
Τις υλικές αυτές πράξεις, που πρέπει να αναφέρει στην αγωγή του ο ενάγων που επικαλείται τη χρησικτησία, εφόσον αμφισβητούνται, αποδεικνύονται από αυτόν και δεν αρκεί η έκφραση ότι ο ενάγων νεμόταν το ακίνητο με διάνοια κυρίου χωρίς αναφορά των υλικών πράξεων που ενήργησε στο ακίνητο. Μπορεί, όμως, να συμπληρώσει παραδεκτά την αγωγή με τις προτάσεις του κατά την πρώτη συζήτηση στον πρώτο βαθμό όσον αφορά τις υλικές πράξεις που ενήργησε στο ακίνητο, θεραπεύοντας, έτσι, την (ποσοτική - ποιοτική) αοριστία αυτής (ΑΠ 1389/2014).
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από τον νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή ένστασης.
Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου. Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ` αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. (ΑΠ 538/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη, από 1-2-2016, αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ήδη αναιρεσείοντες, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του δικογράφου, εξέθεσαν τα εξής: Ότι είναι συγκύριοι του περιγραφόμενου σ'αυτή ακινήτου, κείμενου στα ... Αττικής, ήτοι:
Ενός οικοπέδου στην θέση "..." έναντι δημοτικού σταδίου, εντός του υπ' αριθμ. ..., το οποίο έπειτα από νεώτερη και ακριβέστερη καταμέτρηση του διπλωματούχου τοπογράφου μηχανικού Α. Ε. Τ., είναι εκτάσεως μέτρων τετραγωνικών πεντακοσίων ογδόντα πέντε και 0,01 (585,01) με τα ευρισκόμενα εντός αυτού επτά (7) ελαιόδενδρα, φαίνεται δε με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία ΑΒΓΔΕΖΗΑ στο από Ιανουάριου 2014 τοπογραφικό διάγραμμα του διπλωματούχου τοπογράφου μηχανικού Α.
Ε. Τ., το οποίο φέρει τη δήλωση του Ν. 651/1977 ότι το άνω γήπεδο βρίσκεται εντός σχεδίου πόλεως ... ..., εντός ΓΠΣ και είναι μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις και συνορεύει ΒΟΡΕΙΑ σε πλευρά Α Β, μήκους μέτρων δέκα οκτώ και 0,22 (18,22) με ιδιοκτησία αγνώστου, ΝΟΤΙΑ, σε πλευρά Ε Δ μήκους μέτρων τεσσάρων (4,00) και σε πλευρά Δ Γ μήκους μέτρων δέκα πέντε και 0,20 (15,20) κατά δήλωσή τους με πρώην ιδιοκτησία Ν.
Μ., ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ, σε πλευρά Γ Β , μήκους μέτρων είκοσι οκτώ και 0,06 (28,06) κατά δήλωσή τους με ιδιοκτησία Γ. Α. Β. και ΔΥΤΙΚΑ σε πλευρά Ε Ζ, μήκους μέτρων πέντε (5,00), σε πλευρά Ζ Η, μήκους μέτρων δέκα τριών και 0,16 (13,16), με ιδιοκτησία αγνώστου σε πλευρά Η Α, μήκους μέτρων δέκα επτά και 0,03 (17,03) κατά δήλωσή τους με ιδιοκτησία Α.
χήρας Ι. Ν.. Ότι το ως άνω ακίνητο περιήλθε σε αυτούς λόγω κληρονομικής διαδοχής. Συγκεκριμένα στις 7-12-1965 απεβίωσε στην Αθήνα ο πατέρας τους Ε. Β. του Γ. και Α. κάτοικος … ο οποίος κατέλειπε ως πλησιέστερους συγγενείς την σύζυγό του Κ. Β., την θυγατέρα του Α. Β. και τους δύο γιούς του, ενάγοντες, ως μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους κατά 1/4 εξ αδιαιρέτου έκαστος.
Ότι στην συνέχεια λόγω επισυμβάντος θανάτου της μητέρας τους Κ. Β. (21-9-1975) και κατόπιν παραιτήσεως από το κληρονομικό δικαίωμα της Α. Β. (θυγατρός) κατέστησαν αποκλειστικοί συγκληρονόμοι, νομείς και συγκάτοχοι κατά ποσοστό 1/2 έκαστος. Προσέτι συντάχθηκε η υπ' αριθ. ... δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών ...
νομίμως μεταγραφείσας σε τόμο ... και αριθμό .... Ότι στον δικαιοπάροχό τους είχε περιέλθει το ως άνω ακίνητο κατόπιν προφορικής και ατύπου παραχωρήσεως εκ μέρους του πατέρα τους Γ. Β. του Π. και Μ., ο οποίος απεβίωσε το 1953. Ότι ο δικαιοπάροχός τους νεμόταν το ακίνητο, μάζευε τις ελιές και το διακατείχε περισσότερο από είκοσι χρόνια χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κάποιον.
Ότι περιοχή ..., η οποία είναι έναντι του δημοτικού σταδίου ... απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά με την υπ' αριθμ. ... απόφαση του Νομάρχη Δυτικής Αττικής με την οποία κυρώθηκε η με αριθμό ... πράξη εφαρμογής του σχεδίου της πόλης των .... Ότι στο συγκεκριμένο ακίνητο υπάρχουν 7 ελαιόδεντρα, που καλλιεργούν συνεχώς και αδιαλείπτως από το 1965 μέχρι και σήμερα.
Ότι το 2004 πληροφορήθηκαν ότι η περιοχή απαλλοτριώνεται και ότι ερχόμενοι σε επαφή με τον Δήμο ... πληροφορήθηκαν ότι είχε ολοκληρωθεί η απαλλοτρίωση της περιοχής .... Προσέτι δε πληροφορήθηκαν ότι το συγκεκριμένο ακίνητό τους φέρεται στον πίνακα πράξης εφαρμογής ότι είναι ιδιοκτησίας εν μέρει (537,62 τ.μ. ) αγνώστου (κωδ.
ιδιοκτησίας ...) και εν μέρει (47,39 τ.μ.) Σ. Ν. του Ι. (κωδ. ιδιοκτησίας ...), ακολούθως δε, κατόπιν διορθωτικής πράξεως, στον κωδικό ιδιοκτησίας ... φέρεται ως ιδιοκτήτης ο πρώτος εναγόμενος Ι. Σ.. Ότι αμφότεροι οι ανωτέρω φερόμενοι ως ιδιοκτήτες του ακινήτου τους, Ι. Σ. (κωδ. ιδιοκτησίας ...) και Σ. Ν. του (κωδ. ιδιοκτησίας ...) έχουν εισπράξει το ποσό της αποζημίωσης που καθορίστηκε με την 8881/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και δη ο πρώτος το ποσό των 123.652 ευρώ και ο δεύτερος το ποσό των 10.899 ευρώ.
Ότι από το θάνατο του πατέρα τους στις 7-12-1965, συνεχώς και αδιαλείπτως, καλλιεργούσαν το συγκεκριμένο ακίνητο κλαδεύοντας τις ελιές και συλλέγοντας τους καρπούς, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από οποιονδήποτε. Ότι έτσι οι εναγόμενοι παρανόμως εισέπραξαν τα ως άνω ποσά, καθόσον κύριοι νομείς και κάτοχοι των επίδικων τμημάτων είναι αυτοί (ενάγοντες) λόγω κληρονομικής διαδοχής".
Με βάση το ανωτέρω ιστορικό, οι ενάγοντες ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν ο μεν πρώτος το ποσό των 123.652 ευρώ, ο δε δεύτερος το ποσό των 10.899 ευρώ, κατ' ισομοιρίαν σε έκαστο, λόγω αδικοπραξίας άλλως επικουρικώς λόγω αδικαιολογήτου πλουτισμού, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως. ...".
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 4262/2017 απόφασή του απέρριψε την αγωγή κατά μεν την επικουρική βάση αυτής ως μη νόμιμη, κατά δε την κύρια βάση αυτής από αδικοπραξία ως ουσιαστικά αβάσιμη. Επί της ασκηθείσας από τους ενάγοντες εφέσεως, το Εφετείο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του, το οποίο, αφού ερεύνησε στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως το ορισμένο της αγωγής, απέρριψε αυτήν ως αόριστη με την ακόλουθη αιτιολογία: "Λαμβανομένου υπόψη ότι οι ενάγοντες επιχειρούν τη θεμελίωση της υπό κρίση αγωγής τους στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, ελλείπει κάθε αναφορά στο αγωγικό δικόγραφο σε παράνομη συμπεριφορά των εναγομένων, ως γενεσιουργού προϋπόθεσης της αδικοπρακτικής τους ευθύνης.
Δοθέντος ότι, σύμφωνα με τα εκτενώς διαλαμβανόμενα στην παρατιθέμενη στην αρχή της παρούσας νομική σκέψη, για την πλήρωση της προϋπόθεσης του παρανόμου απαιτείται συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, ή στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης, μόνη η αναφορά σε "παράνομη είσπραξη από τους εναγομένους της αποζημίωσης απολλοτριωθέντος ακινήτου, στο οποίο οι ενάγοντες διατείνονται ότι είναι κύριοι, νομείς και κάτοχοι δυνάμει κληρονομικής διαδοχής" δεν αρκεί για τη θεμελίωση, στο επίπεδο του ορισμένου, της υπό κρίση αγωγής, καθότι, η εν λόγω αναφορά, η οποία, σημειωτέον, ουδόλως ενισχύεται μέσω της επίκλησης συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, δεν δύναται να υπαχθεί σε κάποιον παραβιασθέντα Κανόνα Δικαίου ή σε παραβιασθείσα γενικότερη δικαιϊκή υποχρέωση των εναγομένων.
Ειδικότερα, δεδομένου ότι τη διεκδικούμενη αποζημίωση απαλλοτρίωσης οι εναγόμενοι την έλαβαν δυνάμει δικαστικής απόφασης , που τους αναγνώρισε κυρίους της απαλλοτριωθείσας έκτασης και δικαιούχους της ορισθείσας αποζημίωσης, δεν δύναται να συναχθεί, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, εάν η επικαλούμενη ζημιογόνος συμπεριφορά αυτών (εναγομένων) έγκειται σε απάτη επί τω δικαστηρίω, ή σε επιλήψιμη ενδεχομένως κατάληψη της νομής του ακινήτου, ή σε καθ' οιονδήποτε τρόπο ψευδή παράσταση από αυτούς των πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν κυριότητα επί του ακινήτου, ώστε να εισπράξουν την επί της απαλλοτριώσεως αυτού αποζημίωση, καθότι η απλή επίκληση και προβολή από τους εναγόμενους δικαιώματος κυριότητας επί του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και διεκδίκηση της επί αυτού αποζημίωσης, από μόνη της δεν στοιχειοθετεί αδικοπρακτική συμπεριφορά.
Συνεπώς, η ένδικη αυτή αγωγή είναι αόριστη και τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 και 26 παρ. 12 του ν. 2882/2001, καθόσον με το προεκτεθέν περιεχόμενο και αιτήματα η ένδικη αγωγή περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία στοιχεία, τα οποία πληρούν το πραγματικό των αναφερόμενων στη μείζονα σκέψεων διατάξεων και θεμελιώνουν την αιτούμενη έννομη συνέπεια προς απόδοση στους αναιρεσείοντες της εισπραχθείσας παρανόμως, κατά τα εκτιθέμενα, από τους αναιρεσιβλήτους αποζημίωσης.
Ειδικότερα στο δικόγραφο της αγωγής περιλαμβάνεται α) πλήρης και συγκεκριμένη περιγραφή κατά θέση και όρια του ακινήτου, του οποίου οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι είναι κύριοι, β) ο τρόπος κτήσεως εκ μέρους τους της επ' αυτού κυριότητας, ήτοι από κληρονομία του πατέρα τους Ε. Β., ο οποίος απεβίωσε στις 7-12-1965, αλλά και με έκτακτη χρησικτησία γ) η αποδοχή της κληρονομίας αυτού, μετά και τον θάνατο της συγκληρονόμου μητρός τους Κ.
στις 21-9-1975 και την παραίτηση της συγκληρονόμου αδελφής τους Α. Β. από το κληρονομικό της δικαίωμα, για την οποία συνετάγη το υπ' αριθ. ... συμβολαιογραφικό έγγραφο αποδοχής κληρονομίας το οποίο και μεταγράφηκε νόμιμα, δ) ότι ο κληρονομούμενος πατέρας τους ήταν κύριος του ως άνω ακινήτου δια των προσόντων της εκτάκτου χρησικτησίας, ε) οι υλικές πράξεις νομής πάνω στο ακίνητο, τις οποίες άσκησε τόσο ο κληρονομούμενος όσο και οι ίδιοι οι ενάγοντες και στ) η είσπραξη εκ μέρους των εναγομένων της αποζημιώσεως που αντιστοιχούσε στο απαλλοτριούμενο, του οποίου, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, ήσαν κύριοι, δεδομένου ότι αποτελεί παράνομη πράξη η προσβολή του ενοχικού δικαιώματος ως αυτοτελούς αγαθού που γίνεται με επέμβαση τρίτου, αμέτοχου του ενοχικού δεσμού, στον σύνδεσμο του δικαιώματος με τον φορέα του και την παρεμπόδιση της εντάξεώς του στην περιουσία του τελευταίου.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο, παρά την επαρκή έκθεση στην αγωγή των προαναφερόμενων απαιτούμενων, κατ` άρθρ. 216 παρ.1 ΚΠολΔ, πραγματικών περιστατικών για την ιστορική και νομική της θεμελίωση, απέρριψε αυτήν ως αόριστη, έσφαλε υποπίπτοντας στην πλημμέλεια από τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την οποία ελέγχεται η ποσοτική αοριστία της αγωγής, και ως εκ τούτου ο προβαλλόμενος σχετικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών αναιρετικών λόγων, ως αλυσιτελών, αφού, τυχόν, παραδοχή τους θα οδηγούσε στο ίδιο αποτέλεσμα, με τον προαναφερθέντα, που έγινε δεκτός και, έτσι, αυτοί καλύπτονται από την αναιρετική του εμβέλεια.
Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο, όμως, από άλλο δικαστή από εκείνο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 εδ. β` ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες (άρθρ.495 παρ.3 ΚΠολΔ).
Τέλος πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβληοι στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176,183,189 παρ.1 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 83/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που έχουν καταθέσει.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους να πληρώσουν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Νοεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ