120/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated120/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι ως άνω διακρίσεις των ακινήτων, σύμφωνα με την Οθωμανική νομοθεσία, διατηρήθηκαν σε ισχύ ως τοπικό δίκαιο, με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 4 του Κτηματολογικού Κανονισμού, που κυρώθηκε με το 132/1929 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη στη Δωδεκάνησο, ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα με το άρθρο 8 παρ. 2 του ν. 510/1947 (30.12.1947).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 120 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 120/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 6η Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...",εδρεύουσα στην …, νομίμως εκπροσωπουμένη, που συγχωνεύτηκε και απορρόφησε την Ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Γιασεμώ Καραγιάννη.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Γιολάντα Παπαρούνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.,.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-8-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 43/2015 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 35/2017 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-4-2017 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 2 παρ.1 στοιχείο α' του ν. 510/1947, που ίσχυσε από τη δημοσίευσή του στην Ε.τ.Κ. (30.12.1947), σύμφωνα με το άρθρο 14 αυτού, εισήχθησαν στη Δωδεκάνησο ο ΑΚ, ο ΕισΝΑΚ και το ν.δ. 7/10.5.1945. Με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ ορίζεται ότι η κτήση της κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος, που επήλθε πριν την εισαγωγή αυτού, κρίνεται κατά το δίκαιο το, οποίο ίσχυε, κατά το χρόνο που έλαβαν χώρα τα προς κτήση αυτού πραγματικά γεγονότα.
Περαιτέρω, η ακίνητη περιουσία στη Δωδεκάνησο ρυθμιζόταν από το Οθωμανικό δίκαιο, πριν την εισαγωγή του Ιταλικού ΑΚ/1865 στη Δωδεκάνησο, η οποία έλαβε χώρα από 1.1.1932 με το υπ' αριθμ. …/31.10.1931 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη. Με το άρθρο 1 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών της 17ης Ραμαζάν 1274 (1856) σε συνδυασμό προς τα άρθρα 2-5, 91-102 και 103-105 του ίδιου νόμου, η ακίνητη ιδιοκτησία διακρίνεται σε:
α) ιδιόκτητες γαίες (μούλκ), στις οποίες έχουν πλήρες και απόλυτο δικαίωμα κυριότητας αυτοί που τις εξουσιάζουν, β) δημόσιες γαίες (εραζί-εμιριέ ή αρζί-μιρί), γ) γαίες αφιερωμένες σε ευαγή σκοπό (μεβκουφέ), δ) γαίες προοριζόμενες για την κοινή και δημόσια χρήση (μετρουκέ), οι οποίες είναι δημόσιες και ε) νεκρές γαίες (μεβάτ), οι οποίες δεν ανήκουν στην κυριότητα ιδιωτών, ούτε είναι δυνατή από τη φύση τους η καλλιέργειά τους και δεν κατέχονται ούτε εξουσιάζονται από κανένα, όπως είναι οι πετρώδεις εκτάσεις, τα βράχια κλπ, οι οποίες είναι επίσης δημόσιες.
Στην κατηγορία των δημόσιων γαιών (εραζί-εμιριέ ή αρζί-μιρί) ανήκουν οι αγροτικές εκτάσεις και συγκεκριμένα οι καλλιεργήσιμοι αγροί, οι χειμερινές και θερινές βοσκές, οι λειμώνες (τσαΐρια), τα δάση, οι εκτάσεις που υπάρχουν δένδρα, τα οποία δεν φυτεύει κανένας κλπ. Οι ως άνω δημόσιες εκτάσεις μπορούσαν να παραχωρηθούν από το Οθωμανικό δημόσιο σε ιδιώτες με την καταβολή δικαιώματος (ταπού) και ετήσιας δόσης, με την έκδοση σχετικού τίτλου (ταπίου).
Με την έκδοση όμως του τίτλου αυτού, οι ιδιώτες δεν αποκτούσαν πλήρες δικαίωμα κυριότητος επί της παραχωρηθείσας δημόσιας έκτασης, αλλά δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης ή "ωφέλιμης κυριότητας" (τεσσαρούφ), ενώ το δικαίωμα ψιλής κυριότητος (ρεκαμπέ) διατηρούσε το Οθωμανικό Δημόσιο, ειδικά δε επί καλλιεργήσιμων αγρών, δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) μπορούσε να αποκτήσει και ο σφετεριστής, οποίος καταλάμβανε, εξουσίαζε και καλλιεργούσε δημόσιες γαίες επί δεκαετία, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, και χωρίς να απαιτείται και η έκδοση "ταπίου" στο όνομά του, το οποίο άλλωστε ήταν αποδεικτικό και όχι συστατικό του δικαιώματος "τεσσαρούφ".
Προϋπόθεση όμως για την κτήση του ως άνω δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) από τον σφετεριστή είναι όχι μόνον η χωρίς δικαστική αμφισβήτηση κατοχή του αγρού επί μία δεκαετία, αλλά και η καλλιέργεια αυτού. Επομένως δεν είναι δυνατή από τον σφετεριστή, κατά τον ανωτέρω τρόπο, απόκτηση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί δασών, αφού μάλιστα από τις διατάξεις των άρθρων 3,9,19,30,68 και 71 του ως άνω νόμου περί γαιών, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 2 και 3 των οδηγιών της 13 Μωχαρέμ 1927 "περί εξελέγξεως τίτλων δασών", προκύπτει ότι δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί δασών μπορούσε ν' αποκτηθεί μόνο δια ταπίου (Ολ.Α.Π.411/1963).
Περαιτέρω από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 1248 Οθωμανικού Α.Κ., όπου αναφέρονται οι διάφοροι τρόποι κτήσης της κυριότητας, στους οποίους δεν περιλαμβάνεται η χρησικτησία της διάταξης του άρθρου 1660 του Οθωμανικού Α.Κ., που προβλέπει την δεκαπενταετή αποσβεστική παραγραφή υπέρ του κατόχου, χωρίς συγχρόνως να αναγνωρίζει την κτητική παραγραφή (χρησικτησία), προκύπτει ότι δεν είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με χρησικτησία υπό το κράτος του Οθωμανικού δικαίου και μάλιστα τόσο επί των ακινήτων ελευθέρας κυριότητας (μούλκ), όσο και επί των δημόσιων γαιών (εραζί-εμιριέ ή αρζί-μιρί), με την επιφύλαξη των προαναφερθέντων για την κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) από τον σφετεριστή που καλλιέργησε δημόσια γη επί δεκαετία κατά το άρθρο 78 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών.
Οι ως άνω διακρίσεις των ακινήτων, σύμφωνα με την Οθωμανική νομοθεσία, διατηρήθηκαν σε ισχύ ως τοπικό δίκαιο, με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 4 του Κτηματολογικού Κανονισμού, που κυρώθηκε με το 132/1929 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη στη Δωδεκάνησο, ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα με το άρθρο 8 παρ. 2 του ν. 510/1947 (30.12.1947).
Μάλιστα οι διατάξεις 1-8 του Κτηματολογικού Κανονισμού, ως αφορώσες τις διακρίσεις των ακινήτων και το περιεχόμενο των επ' αυτών δικαιωμάτων, έχουν εφαρμογή σε όλες τις νήσους της Δωδεκανήσου και επομένως και στη Σύμη, αφού η εφαρμογή τους δεν έχει ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη και λειτουργία των Κτηματολογικών γραφείων.
Ο θεσμός της χρησικτησίας εισήχθη το πρώτον στη Δωδεκάνησο μετά την εισαγωγή σ' αυτήν του Ιταλικού ΑΚ του 1865 με το με αριθ. 200/31 Οκτωβρίου 1931 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη, από 1.1.1932. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 685, 686, 2105, 2106 και 2135 του Ιταλικού ΑΚ του 1865 προκύπτει ότι ο έχων στη συνεχή, όχι διακεκομμένη, δημόσια, ειρηνική, αναμφίβολη νομή του ακίνητο, με διάνοια κυρίου, αποκτά επ' αυτού εμπράγματο δικαίωμα κυριότητας μετά την πάροδο τριάντα ετών (κτητική παραγραφή).
Η κτητική αυτή παραγραφή εφαρμόζεται και στα ακίνητα που ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία του Κράτους κατά το άρθρο 2114 του Ιταλικού ΑΚ του 1865. Η παραπάνω διάταξη του Κτηματολογικού Κανονισμού όμως, ως εκ της θέσης της στο άρθρο 63 αυτού, που προβλέπει την δεκαπενταετή κτητική παραγραφή "από της γενομένης καταγραφής" δεν εφαρμόζεται στη νήσο Σύμη (όπως και οι λοιπές του Κτηματολογικού Κανονισμού, πλην των άρθρων 1-8 αυτού), αφού ουδέποτε καταρτίσθηκε κτηματολόγιο.
Περαιτέρω, ως προς το ζήτημα της χρησικτησίας, μετά την εφαρμογή του Ιταλικού ΑΚ του 1942 από 21.4.1942 με το υπ' αριθ. 170/1942 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 1140 και 1158 του Ιταλικού ΑΚ του 1942, από τις οποίες προκύπτει ότι είναι δυνατή η κτήση κυριότητας επί πράγματος μετά την πάροδο εικοσαετίας στη φυσική εξουσία του από το νομέα αυτού, ο οποίος ασκεί σ' αυτό διανοία κυρίου δραστηριότητες που ανταποκρίνονται προς την ενάσκηση της επ' αυτού κυριότητας.
Εξάλλου, μετά την έναρξη της ισχύος του Ελληνικού ΑΚ στη Δωδεκάνησο από 30-12-1947 (άρθρο 2 παρ.1 στοιχ. α' ν. 510/1947) εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 1045, 1051 και 974 ΑΚ, από τις οποίες προκύπτει ότι αυτός που έχει τη φυσική εξουσία επί του πράγματος διανοία κυρίου (νομή) και ασκήσει αυτήν για χρονικό διάστημα είκοσι ετών καθίσταται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο της νομής του δικαιοπαρόχου του.
Ενόψει, όμως, του ότι το Οθωμανικό δίκαιο, όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν αναγνωρίζει το θεσμό της χρησικτησίας, χρόνος νομής που διανύθηκε, όταν ίσχυε το Οθωμανικό δίκαιο, ήτοι πριν την 1.1.1932, δεν υπολογίζεται για την συμπλήρωση του χρόνου χρησικτησίας στη Δωδεκάνησο (Α.Π.1741/2002). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εάν κάποιος καταλάβει και καλλιεργήσει δημόσια γη οποτεδήποτε, πριν την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα, δεν είναι δυνατή απ' αυτόν η κτήση κυριότητας του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις του Ιταλικού ΑΚ/1865, του Ιταλικού ΑΚ/1942 και του Ελληνικού Α.Κ., διότι από 1.1.1932, οπότε αρχίζει να τρέχει ο χρόνος χρησικτησίας, μέχρι στις 10.1.1949, οπότε εισάγεται το πρώτον στη Δωδεκάνησο, με το από 31 Δεκεμβρίου 1948/10 Ιανουαρίου 1949 β.δ/γμα, ο α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", ο οποίος απαγορεύει την παραγραφή κάθε δικαιώματος του Δημοσίου επί ακινήτων, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.1 και 2 αυτού, δεν συμπληρώνονται, σύμφωνα και με τις περί τούτου διατάξεις των άρθρων 64 και 65 ΕισΝΑΚ, ο αναγκαίος χρόνος στη νομή του ακινήτου (Α.Π.1602/1991).
Είναι όμως δυνατή η απ' αυτόν κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ), εφόσον αυτός συμπλήρωσε δεκαετία στην καλλιέργεια της δημόσιας γης μέχρι τις 10.1.1949, αφού μετά την ως άνω ημερομηνία τυγχάνει ωσαύτως εφαρμογής το άρθρο 4 παρ. 2 του α.ν. 1539/1938 και αποκλείεται η συμπλήρωση της τυχόν μη εισέτι συμπληρωθείσας δεκαετίας στην καλλιέργεια του ακινήτου για την κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (Α.Π.477/2016).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.7/2006, Ολ.Α.Π.4/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : " Τα επίδικα ακίνητα είναι : α) ακίνητο στην τοποθεσία "…" της νήσου Σύμης Δωδεκανήσου, με ΚΑΕΚ ..., έκτασης 4.168 τ.μ, β) ακίνητο στην τοποθεσία "…" της νήσου Σύμης Δωδεκανήσου, με ΚΑΕΚ ...
έκτασης 4.882 τ.μ, γ) ακίνητο στην τοποθεσία "..." της νήσου Σύμης Δωδεκανήσου, με ΚΑΕΚ ..., έκτασης 844 τ.μ, δ) ακίνητο στην τοποθεσία "..." της νήσου Σύμης Δωδεκανήσου, με ΚΑΕΚ ..., έκτασης 1.067 τ.μ, ε) ακίνητο στην τοποθεσία "...", της νήσου Σύμης Δωδεκανήσου, με ΚΑΕΚ ..., έκτασης 286,38 τ.μ. και στ) τμήμα ακινήτου στην τοποθεσία "..." της νήσου Σύμης Δωδεκανήσου, έκτασης 102,308 τ.μ εκ μείζονος ακινήτου με ΚΑΕΚ ...
ολικής έκτασης 6.600 τ.μ., όπως αυτό εμφαίνεται με στοιχεία γωνιών (...) στο από Αύγουστος 2010 τοπογραφικό διάγραμμα της Αγρονόμου Τοπογράφου Μηχανικού Ε. Β.. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι το με το υπ' αριθμ. .../15.07.1993 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ρόδου Δ. Γ. που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λ Σύμης στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό …, η εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...
ΕΠΕ" απέκτησε λόγω πώλησης από το Ν. Κ. την κυριότητα, των κατωτέρω αναφερομένων ακινήτων, ειδικότερα: α) ενός αγρού που βρίσκεται στη νήσο Σύμη Δωδεκανήσου στη θέση "..." επιφάνειας 5.670,73 τ.μ, που εμφαίνεται με τον αριθμό ένα (1) και περικλείεται από τα γράμματα ... στο από Ρόδος 17.06.1993 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα τοο Πολ.
Μηχανικού, Ι. Α., και συνορεύει βόρεια με θάλασσα, ανατολικά με ιδιοκτησία Ν. Κ., νότια με ιδιοκτησία αγνώστων, και δυτικά με ιδιωτικό δρόμο και ιδιοκτησία Ν. Β. και Κ. Μ., β) ενός αγρού που βρίσκεται στη νήσο Σύμη Δωδεκανήσου στη θέση "...", επιφάνειας 6.063,13 τ.μ. που εμφαίνεται με τον αριθμό δύο (2) και περικλείεται από τα γράμματα ...
στο ίδιο ως άνω αναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα το οποίο συνορεύει βόρεια με θάλασσα, ανατολικά με ιδιοκτησίες Ε. Π. και Ν. Π., νότια με ιδιοκτησία αγνώστων και δυτικά με ιδιοκτησία Ν. Κ.. Η ανωτέρω εταιρία κατόπιν τροποποίησης του Καταστατικού της, με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων εγκριθείσα με την υπ' αριθ.
ΕΜ …/4.01.2010 απόφαση της Διεύθυνσης Εμπορίου της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Δωδεκανήσου μετασχηματίσθηκε σε Ανώνυμη Εταιρία με την επωνυμία ((... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (ενάγουσα) και το διακριτικό τίτλο "...)), εν τέλει δε, ότι η εταιρία αυτή συγχωνεύθηκε με την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...". Ότι στο Κτηματολογικό Γραφείο Σύμης τα επίδικα ακίνητα έχουν χωριστεί στα ανωτέρω αναφερόμενα έξι ανεξάρτητα ακίνητα :
α) αγρός στην τοποθεσία "..." της νήσου Σύμης Δωδεκανήσου, με ΚΑΕΚ ..., έκτασης 4.168 τ.μ, β) αγρός στην τοποθεσία "..." της νήσου Σύμης Δωδεκανήσου, με ΚΑΕΚ ... έκτασης 4.882 τ.μ, γ) αγρός στην τοποθεσία "..." της νήσου Σύμης Δωδεκανήσου, με ΚΑΕΚ ..., έκτασης 844 τ.μ, δ) αγρός στην τοποθεσία "..." της νήσου Σύμης Δθ3δεκανήσου, με ΚΑΕΚ ..., έκτασης 1.067 τ.μ, ε) αγρός στην τοποθεσία "...", της νήσου Σύμης Δωδεκανήσου, με ΚΑΕΚ ..., έκτασης 286,38 τ.μ.
και στ) τμήμα αγρού στην τοποθεσία "..." της νήσου Σύμης Δωδεκανήσου, έκτασης 102,308 τ.μ εκ μείζονος ακινήτου με ΚΑΕΚ ... ολικής έκτασης 6.600 τ.μ., όπως αυτό εμφαίνεται με στοιχεία γωνιών (...) στο από Αύγουστος 2010 τοπογραφικό διάγραμμα της Αγρονόμου Τοπογράφου Μηχανικού. Ε. Β.. Ότι ο δικαιοπάροχος της ενάγουσας Ν.
Κ. είχε αποκτήσει την κυριότητα των επίδικων ακινήτων με δωρεά από τη μητέρα του Φ. συζ. Μ. Κ., το γένος Ι. Κ., ειδικότερα το πρώτο ακίνητο με το υπ' αριθ. .../14.10.1976 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Πειραιώς Γ. Μ., που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Σύμης στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό … και το δεύτερο ακίνητο με το υπ' αριθ. .../03.09.1980 συμβόλαιο δωρεάς του ως άνω ιδίου συμβολαιογράφου, το οποίο μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Σύμης στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό … και ότι στον άμεσο και στους απώτερους δικαιοπαρόχους της περιήλθε η κυριότητα των επιδίκων με πρωτότυπο τρόπο, δυνάμει έκτακτης χρησικτησίας, αφού το νέμονταν διαδοχικά τουλάχιστον από το έτος 1878.
Ουδόλως, όμως, αποδείχθηκε ότι τα επίδικα ακίνητα ανήκουν στα κτήματα ελευθέρας ιδιοκτησίας (μουλκ), ώστε να χωρεί επ' αυτών έκτακτη χρησικτησία. Ειδικότερα, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ως ακίνητα ελευθέρας ιδιοκτησίας (μουλκ) αναγνώριζε το Οθωμανικό δίκαιο μόνο τα αστικά ακίνητα (οικόπεδα, αυλές, κήπους, οικίες και γενικότερα οικοδομήματα), καθώς και τα καρποφόρα δένδρα που βρίσκονται στις πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά.
Επομένως, για να χαρακτηριστούν τα επίδικα ως ελευθέρας ιδιοκτησίας, θα έπρεπε να ανήκουν σε μία από τις παραπάνω κατηγορίες. Από το προσκομιζόμενο από την ενάγουσα προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα προκύπτει ότι τα επίδικα ακίνητα βρίσκονται έξω από τα όρια του οικισμού της νήσου της Σύμης. Η ενάγουσα, άλλωστε, δεν επικαλείται ότι τα επίδικο ήταν αστικά ακίνητά, αλλά ισχυρίζεται ότι είναι αγροί πετρώδεις, χέρσοι και ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της ήδη από το έτος 1878 και μέχρι τη μεταβίβασή τους στην δικαιοπάροχο εταιρεία "...
ΕΠΕ", το έτος 1993, καλλιεργούσαν τα επίδικα ακίνητα με σιτάρι, καπνά και κηπευτικά. Από τα ανωτέρω, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, το Δικαστήριο οδηγείται στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για ακίνητα που κατά την ισχύ του Οθωμανικού δικαίου στη νήσο Σύμη δεν βρισκόταν εντός των ορίων του οικισμού και δεν αποτελούσαν αστικά ακίνητα.
Τούτα ανήκαν στην κατηγορία των δημοσίων γαιών (εραζί εμιριέ ή αρζί μιρί), επί των οποίων δεν χωρούσε κτήση με χρησικτησία κατά το Οθωμανικό δίκαιο, αλλά ήταν δυνατό να αποκτηθεί δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούψ), το οποίο θα ετρέπετο, σύμφωνα με το άρθρο 9 του ν. 2100/1952, σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας, κατά τα προεκτεθέντα.
Πλην όμως, για την απόκτηση δικαιώματος διηνεκούς εξουσιάσεως απαιτείτο, είτε η έκδοση σχετικού τίτλου (ταπίου) είτε, αν επρόκειτο για καλλιεργήσιμη έκταση, η χωρίς δικαστική αμφισβήτηση κατοχή του αγρού επί μία δεκαετία από το σφετεριστή και η καλλιέργεια αυτού για τον ίδιο χρόνο. Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, δεν αποδείχθηκε ότι οι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας κατείχαν σχετικό τίτλο (ταπίο).
Εξάλλου, από το προσκομισθέν μετ'επικλήσεως από .../3-10-2013 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Δωδεκανήσου μεγάλα τμήματα των επιδίκων δεν ήταν δεκτικά καλλιέργειας δεδομένου ότι πρόκειται για πετρώδεις και βραχώδεις χορτολιβαδικές εκτάσεις, κατά την έννοια του άρθρου 3παρ. 6β και 6γ του ν. 998/1979, οι οποίες διέπονται από τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας και ως μη εποικιστικές διαχειρίζονται από τη Διεύθυνση Δασών Δωδεκανήσου.
Μόνη η ύπαρξη τοίχων εντός των επιδίκων, δεν αποδεικνύει την καλλιέργεια των ακινήτων, εφόσον αυτά εχρησιμοποιούντο απλώς για περίφραξη. Ούτε, τέλος η χρήση των επίδικων, ως βοσκότοπου, αποδεικνύει την καλλιέργεια των επίδικων, αντίθετα υποδηλώνει την παντελή εγκατάλειψη αυτών. Άλλωστε, ακόμη και η ίδια η ενάγουσα στην αγωγή της αναφέρει ότι τα επίδικα ακίνητα είναι πετρώδεις χέρσοι αγροί, γεγονός που έρχεται σε αντίφαση με τον ισχυρισμό της για καλλιέργεια σιτηρών σ' αυτόν πριν τον πόλεμο, για την απόδειξη του οποίου επικαλούνται τις μη πειστικές στο σημείο αυτό καταθέσεις των μαρτύρων που περιλαμβάνονται στις προσκομισθείσες από αυτήν με επίκληση προαναφερθείσες ένορκες συμβολαιογραφικές βεβαιώσεις.
Η ενάγουσα, όλως αορίστως και αναποδείκτως διατείνεται, ότι όλοι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της νεμόμενοι τα επίδικα διανοία κυρίου από το έτος 1878 μέχρι την μεταβίβασή τους στην δικαιοπάροχο εταιρεία "... ΕΠΕ", το έτος 1993, είχαν αποκτήσει την 10-1-1949 δικαίωμα ωφέλιμης κυριότητας έναντι του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, χωρίς, όμως το μεν να προσδιορίζει τα καλλιεργήσιμα τμήματα των επίδικων εκτάσεων, επί των οποίων και μόνον μπορούσε να αποκτηθεί δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως, δεδομένου μάλιστα ότι δεν ήταν δυνατή η καλλιέργεια των επιδίκων, σε όλη την επιφάνεια τους λόγω του πετρώδους - βραχώδους του εδάφους, όπως προκύπτει από το προαναφερθέν έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Δωδεκανήσου, το δε δεν αναφέρει στο πρόσωπο ποίου των δικαιοπαρόχων της συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις για την απόκτηση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης, ώστε να καταστεί δυνατή η απόκτηση δικαιώματος πλήρους κυριότητας.
Ο μάρτυρας Ε. Κ. του Κ., στην προαναφερομένη υπ' αριθμ. .../14-11-2012 ένορκη βεβαίωση καταθέτει γενικά και αόριστα επί λέξει ότι " .. ότι γνωρίζω προσωπικά ότι τα χωράφια αυτά ανήκαν στη Φ. συζ. Μ. Κ. μου τα είχε παραχωρήσει στις αρχές δεκαετίας του 60 για να καλλιεργώ... Εγώ από τότε που θυμάμαι, έβλεπα τη Φ. να τα καλλιεργεί μαζί με το άνδρα της Μ.
Κ., με σιτάρι και καπνά ενώ δεν έχει προσωπική αντίληψη για τους απώτερους δικαιοπαρόχους για τους οποίους στηρίζει τη γνώση του σε αφηγήσεις τρίτων. Ο εν λόγω μάρτυρας ουδέν περιστατικό κατέθεσε, σχετικό με την καλλιέργεια των επιδίκων για το κρίσιμο χρονικό διάστημα της δεκαετίας πριν την εισαγωγή του α.ν. 1539/1938 στη Δωδεκάνησο.
Ακόμη η κατάθεση δε του ετέρου των μαρτύρων Γ. Τ. του Γ., στη με αριθμ. .../14-11-2012 ένορκη εξέταση του ενώπιον της συμβολαιογράφου Σύμης Ε. Μ., (γεννηθέντος το έτος 1950) ουδέν κρίσιμο αποδεικτικό στοιχείο προσφέρει, δεδομένου ότι αναφέρεται σε γεγονότα αναγόμενα σε έτη μετά την ισχύ του ν. 2100/1952. Να σημειωθεί ότι η εφεσίβλητη ενώ ισχυρίζεται στην αγωγή της ότι απέκτησε από τον Δ.
Κ. του Μ. δύο ακίνητα εμβαδού 4.352 τ.μ. και 5.763 τ.μ. κατά δε νεώτερη εμβαδομέτρηση 5.670,73τ.μ. και 6.063,13 τ.μ. αντίστοιχα, συνολικά 11.734 τ.μ., ζητά να αναγνωρισθεί κυρία επί των επίδικων ΚΑΕΚ, συνολικού εμβαδού 17.847 τ.μ.. Με βάση τα παραπάνω το Δικαστήριο οδηγείται στο συμπέρασμα ότι τα επίδικα ουδέποτε καλλιεργήθηκαν αλλά πρόκειται για βραχώδεις εκτάσεις, επί των οποίων δεν είναι δυνατή η καλλιέργεια και η απόκτηση δικαιώματος τεσσαρούφ.
Με βάση τα ανωτέρω, οι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας δεν απέκτησαν δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) επί των επιδίκων, αφού, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, μόνο επί καλλιεργήσιμων αγρών ήταν δυνατόν να αποκτηθεί τέτοιο δικαίωμα, το οποίο μπορούσε να τραπεί σε κυριότητα. Περαιτέρω, ούτε με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία μπορούσαν να αποκτήσουν κυριότητα οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, δεδομένου ότι μέχρι την 1.1.1932 το Οθωμανικό δίκαιο δεν αναγνώριζε το θεσμό της χρησικτησίας, ενώ από την 1.1.1932 μέχρι την 10.1.1949, που εισήχθη στη Δωδεκάνησο ο ΑΝ. 1539/1938, με τον οποίον απαγορεύεται η παραγραφή κάθε δικαιώματος του Δημοσίου επί ακινήτων (άρθρ. 4 παρ.1, 2), δεν συμπληρώνεται ο αναγκαίος χρόνος νομής επί του ακινήτου, ούτε της τριακονταετίας του ΙΑΚ 1865, ούτε της εικοσαετίας του ΙΑΚ 1942, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας.
Έκτοτε, οι πράξεις νομής τόσο των δικαιοπαρόχων όσο και της ίδιας της ενάγουσας δεν οδηγούν σε κτήση κυριότητας επί των ακινήτων, αφού μετά την εφαρμογή του Α.Ν. 1539/1938 στη Δωδεκάνησο, την 10.1.1949, όπως προεκτέθηκε, δεν χωρεί κτητική παραγραφή εις βάρος του Δημοσίου. Επομένως, αφού δεν αποδείχθηκε ότι ο άμεσος και οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας απέκτησαν κυριότητα στα επίδικα ακίνητα με έκτακτη χρησικτησία, ούτε και η ενάγουσα απέκτησε κυριότητα επ' αυτών, ως εκ τούτου δεν καταλύθηκε η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου στα επίδικα ακίνητα, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας".
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι τα επίδικα ακίνητα, τα οποία δεν βρίσκονταν εντός των ορίων του οικισμού της Σύμης και δεν αποτελούσαν αστικά ακίνητα, δεν ανήκουν στα κτήματα ελευθέρας ιδιοκτησίας (μουλκ), ώστε να χωρεί επ' αυτών έκτακτη χρησικτησία. Κατόπιν τούτου, δέχθηκε ως κατ' ουσία βάσιμη την από 17-4-2015 έφεση του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου και ήδη αναιρεσίβλητου κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ.43/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου και ακολούθως, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε κρίνει αντίθετα, δικάζοντας την από 16-8-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί η κυριότητά της επί των επίδικων ακινήτων και να διορθωθεί η ανακριβής πρώτη κτηματολογική εγγραφή στα οικεία κτηματολογικά βιβλία, σύμφωνα με τα οποία φέρεται τα ακίνητα αυτά ως ανήκοντα στην κυριότητα του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, ώστε να αναγραφεί η ίδια ως ιδιοκτήτρια αυτών, απέρριψε αυτήν ως αβάσιμη κατ' ουσία.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ειδικότερα ότι τα επίδικα ακίνητα, κείμενα στη νήσο Σύμη, ανήκαν από την εποχή της Τουρκοκρατίας στην κατηγορία των δημόσιων γαιών (εραζί εμιριέ ή αρζί μιρί), επί των οποίων δεν χωρούσε κτήση με χρησικτησία κατά το Οθωμανικό δίκαιο και συνεπώς με βάση το τελευταίο δεν ήταν δεκτικά χρησικτησίας μέχρι την 1-1-1932, ενώ μετά και μέχρι στις 10-1-1949, που εισήχθη στη Δωδεκάνησο ο α.ν. 1539/1938, με τον οποίο απαγορεύεται η παραγραφή κάθε δικαιώματος του Δημοσίου επί ακινήτων, δεν συμπληρώνεται ο αναγκαίος χρόνος νομής επί των επιδίκων, ούτε της τριακονταετίας του Ιταλικού ΑΚ/1865, ούτε της εικοσαετίας του Ιταλικού ΑΚ/1942 και ότι ο άμεσος και οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της αναιρεσείουσας δεν απέκτησαν κυριότητα στα επίδικα ακίνητα με έκτακτη χρησικτησία, ούτε και η ίδια απέκτησε κυριότητα επ' αυτών ώστε να καταλυθεί η κυριότητα του αναιρεσίβλητου σ' αυτά, ορθώς το νόμο και ειδικότερα τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Κτηματολογικού Κανονισμού και του Οθωμανικού δικαίου ερμήνευσε και εφάρμοσε και όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
της ευθείας παραβίασης των διατάξεων αυτών, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, σε εσφαλμένη προϋπόθεση στηρίζεται και είναι απαράδεκτη η αποδιδόμενη με τον ίδιο λόγο πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των διατάξεων του άρθρου 9 παρ. 1 εδ. α' του ν.2100/1952, αφού το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με την εφαρμογή τους, ούτε ήταν εφαρμοστέες με βάση τις παραδοχές του ότι τα επίδικα ήταν νομικής φύσης δημοσίων γαιών (εραζί εμιριέ ή αρζί μιρί) και δεν είχαν παραχωρηθεί κάποτε σε ιδιώτες με παραχωρητήρια (ταπία) για την ωφέλιμη κυριότητα "τεσσαρούφ" πριν από την ισχύ του α.ν. 539/1938, και όχι κτήματα ελεύθερης ιδιοκτησίας (μουλκ).-
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 ΚΠολΔ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ.Α.Π.2/2008, Ολ.Α.Π.42/2002).
Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, διότι έτσι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π.1784/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ., προβάλλει αιτιάσεις ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο απέρριψε κατ' ουσίαν την από 16-8-2010 αγωγή της, δεν έλαβε υπόψη και δεν εκτίμησε τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκόμισε και επικαλέστηκε με τις από 23-9-2016 προτάσεις της στο Δικαστήριο της ουσίας κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προς απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής της, σε σχέση με τη διενέργεια διακατοχικών πράξεων στο επίδικο ακίνητο από την ίδια και της ταυτότητας αυτού, ήτοι : 1) το υπ' αριθμ.
…/1996 πρακτικό και την ταυτάριθμη απόφαση της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Αμφισβητήσεων Δωδεκανήσου, 2) την υπ' αριθμ. .../10-5-1995 απόφαση της Γενικής Διεύθυνσης Αλιείας του Υπουργείου Γεωργίας και 3)την υπ' αριθμ. …/1996 οικοδομική άδεια της Πολεοδομίας Ρόδου. Από τις παραδεκτώς επισκοπούμενες προτάσεις της αναιρεσείουσας (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), που υπέβαλε ενώπιον του Εφετείου, ως εφεσίβλητη, προκύπτει ότι επικαλέστηκε και δήλωσε ότι προσκομίζει τα παραπάνω έγγραφα καθώς και τα αναφερόμενα έγγραφα, που είχε προσκομίσει με επίκληση στις προτάσεις της στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, προς απόδειξη της αγωγής της.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπου ρητά αναφέρει (στην 14η σελίδα) ότι λήφθηκαν υπόψη "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία προσάγουν με επίκληση οι διάδικοι, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αποδεικτικά στοιχεία, είτε ως δικαστικά τεκμήρια", σε συνδυασμό με το σύνολο των αιτιολογιών της, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το Εφετείο, παρά τη μη ειδική αναφορά των ως άνω φερόμενων ως αγνοηθέντων εγγράφων, έλαβε υπόψη αυτά και τα συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος και την απόρριψη της αγωγής της αναιρεσείουσας, χωρίς να υποχρεούται να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών και καθενός εγγράφου.
Η άποψη της τελευταίας ότι η διαφορετική εκτίμηση των επίμαχων αποδεικτικών μέσων, σε συνδυασμό με τις λοιπές αποδείξεις, θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.-
Κατά το άρθρο 559 αρ.8 περ.β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα δε, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ.Α.Π.25/2003), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων και τείνουν σε ενίσχυση ή αποδυνάμωση της βάσης της αγωγής (Ολ.Α.Π.14/2004, 3/1997, 469/1984).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ.8 περ. β' ΚΠολΔ αιτίαση, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο ''λαμβάνοντας υπόψη το προσκομισθέν από το αντίδικο, μετ' επικλήσεως, υπ' αριθμ. πρωτ. .../3-10-2013 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Δωδεκανήσου, δέχθηκε ότι μεγάλα τμήματα των επιδίκων δεν ήταν δεκτικά καλλιέργειας και ότι επρόκειτο για πετρώδεις και βραχώδεις χορτολιβαδικές εκτάσεις, κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 6β' και 6γ' του ν. 998/1979, οι οποίες διέπονται από τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας και ως μη εποικιστικές διαχειρίζονται από τη Διεύθυνση Δασών Δωδεκανήσου, ενώ έπρεπε, λαμβάνοντας υπόψη το υπ' αριθμ.
…/1996 πρακτικό της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Αμφισβητήσεων Δωδεκανήσου, το οποίο κατέστη τελεσίδικο, με το οποίο η Επιτροπή αποχαρακτήρισε τα προαναφερόμενα τμήματα Α και Α' του επίδικου ακινήτου, από χορτολιβαδική έκταση, κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 6β του ν. 998/1979, σε γεωργική έκταση, κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 6 α του ν.998/1979, καθώς και την υπ' αριθμ.
πρωτ. …/30-5-1996 πράξη χαρακτηρισμού του Διευθυντή Δασών Δωδεκανήσου, με την οποία το υπόλοιπο τμήμα (Β) της επίδικης έκτασης χαρακτηρίζεται ως γεωργική έκταση (άρθρ. 3 παρ. 6α ν.998/1979), να δεχθεί ότι η επίδικη έκταση είναι γεωργική, και ως τέτοια ανήκει στην ιδιοκτησία της''. Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι ο επικαλούμενος πιο πάνω ισχυρισμός, που τον στηρίζει, δεν αποτελεί ''πράγμα'' κατά την εκτιθέμενη στη νομική σκέψη έννοια του αριθμού 8 περ.
β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ., αλλά αναφέρεται σε πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από τις αποδείξεις και τείνουν σε αποδυνάμωση της βάσης της ένδικης αγωγής και σε απλά πραγματικά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας στα πλαίσια βασιμότητάς της. Κατ' ακολουθίαν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα διάδικος, να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ.), μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ. 1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 Εισ Ν.
ΚΠολΔ. και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ' αριθ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του Ν.1738/1987, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό .-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-4-2017 αίτηση της Εταιρίας με την επωνυμία ''... Α.Ε.'' και το διακριτικό τίτλο "...". για αναίρεση της υπ' αριθμ. 35/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.-
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων(300) ευρώ.- ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Ιανουαρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ