120/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 120 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated120/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 120 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 120 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 120/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Γ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κοσμά, που κατάθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Δ. Δ., δικηγόρου Αθηνών, υπό την ιδιότητα του ως οριστικού συνδίκου της πτώχευσης και νομίμου εκπροσώπου της Ανωνύμου Εταιρίας με την επωνυμία "...ΑΦΟΙ Μ. Τ." που εδρεύει στο ... και επίσης ως συνδίκου της ομάδας των πιστωτών της, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως και δεν κατάθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/4/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1401/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 6739/2013 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14/1/2015 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας ανέγνωσε την από 16/10/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και έκτος λόγοι και να γίνει δεκτός εν μέρει ο πέμπτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο αναιρεσίβλητος την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 648 και 652 του ΑΚ και 6 του Α.Ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την υπ’ αριθμ. 324/1946 Π.Υ.Σ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 Εισ.Ν.ΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος υποβάλλεται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τόπο, χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας και να ασκεί έλεγχο και εποπτεία για τη διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζομένου προς αυτές.
Η υποχρέωση μάλιστα του τελευταίου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του σχετικά με τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξαρτήσεως, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη (ολ.ΑΠ 28/2005, ΑΠ 1153/2012).
Αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές και ειδικότερα αν εκείνος που παρέχει τις υπηρεσίες του δεν υποβάλλεται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, υπό την ανωτέρω έννοια, υπάρχει σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Ο χαρακτήρας της εργασίας ως εξαρτημένης δεν επηρεάζεται από τον τρόπο προσδιορισμού και καταβολής της αμοιβής του εργαζομένου (ΑΠ 1153/2012).
Από τα άρθρα δε 648, 649, 653 και 655 ΑΚ προκύπτει ότι δεν αποτελεί στοιχείο της συμβάσεως εργασίας το ύψος του μισθού που πρέπει να καταβληθεί, το οποίο, σύμφωνα με τα άρθρα 371-373 ΑΚ, μπορεί να αφεθεί να καθορισθεί από το ένα εκ των μερών ή από τρίτον, καθώς και το είδος της αν είναι δηλαδή ορισμένου ή αορίστου χρόνου.
Εξ άλλου η πτώχευση του εργοδότη δεν επιφέρει αυτομάτως τη λύση της συμβάσεως εργασίας, γιατί δεν αποτελεί γεγονός ανωτέρας βίας, αφού μετά την κήρυξή της δεν εκλείπει αναγκαίως η επιχείρηση του πτωχού, αλλά μπορεί να συνεχισθεί από το σύνδικο κατά τα οριζόμενα στον Εμπορικό Νόμο, ενδεχομένως δε και από τον ίδιο τον πτωχό, αν, μετά τον πτωχευτικό συμβιβασμό, επαναλάβει την άσκηση της εμπορίας του.
Από την διάταξη δε του άρθρου 559 του Εμπορικού Νόμου, που είναι εφαρμοστέο στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τα άρθρα 180 και 182 του ν. 3588/2007 "περί Πτωχευτικού Κώδικα", εφόσον οι διαδικασίες της ένδικης πτώχευσης ήταν εκκρεμείς κατά το χρόνο που τέθηκε σε ισχύ ο νέος πτωχευτικός Κώδικας (16.9.2007), κατά την οποίαν ο σύνδικος της πτωχεύσεως μετά από άδεια του εισηγητού εξακολουθεί προσωρινώς την εμπορία του πτωχεύσαντος, προκύπτει ότι σε περίπτωση που ο σύνδικος μετά από άδεια του εισηγητού εξακολουθήσει την εμπορία του πτωχεύσαντος και αποδεχθεί την εργασία των προ της πτωχεύσεως μισθωτών αυτού, δικαιούνται οι μισθωτοί τις δια την μετά την πτώχευση εργασία αποδοχές, χωρίς να είναι αναγκαία προϋπόθεση αυτής της απασχολήσεως ειδική άδεια του εισηγητού και απόφαση του συνδίκου (ΑΠ 255/1991).
Περαιτέρω κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο ως άνω λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν αυτός δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις ίδιες παραδοχές συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.
με εσφαλμένη εφαρμογή (oλΑΠ 31/2009, 7/2006, ΑΠ 939/2013). Σύμφωνα δε με την διάταξη του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την τελευταία αυτή διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθ. 93 παρ. 1 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), όταν δηλ.
δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό της να κριθεί περαιτέρω, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε. Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 26/2015).
Ως αιτιολογίες όμως νοούνται στη διάταξη αυτή μόνον οι επί των αποδεικνυομένων ή μη πραγματικών γεγονότων ουσιαστικές παραδοχές, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του ουσιαστικού νόμου και όχι αυτές που αφορούν ανεπάρκεια ή αντίφαση περί την έννοια των εφαρμοστέων διατάξεων (ΑΠ 1711/2014, 1680/2008, 493/2007).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ολ.ΑΠ 861/1984, AΠ 200/2014, 139/2014, 11/2014). Δεν υπάρχει επίσης ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ολ.
ΑΠ 1/1999, ΑΠ 11/2104). Τέλος από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι για το παραδεκτό του λόγου αναιρέσεως πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον, να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση για σφάλμα που αναφέρεται στο λόγο αυτό. Έτσι, αν το διατακτικό της αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο επάλληλες αιτιολογίες και η μία από τις οποίες δεν προσβάλλεται με λόγο αναιρέσεως ή προσβάλλεται ανεπιτυχώς, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι αλυσιτελής (ΑΠ 528/2014, 799/2013, 960/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Με την από 27.9.2002 σύμβαση μεταξύ του ενάγοντος ήδη εκκαλούντος και της εταιρείας με την επωνυμία "...ΑΦΟΙ Μ. Τ." ο ενάγων ανέλαβε υπό την ιδιότητά του πολιτικού μηχανικού την υποχρέωση να εργαστεί στα έργα που η εταιρία αυτή είχε αναλάβει στο Νομό Αττικής, αντί συμφωνηθείσας ετήσιας αμοιβής 51.327,50 ευρώ, καταβαλλομένης μηνιαίως, δηλαδή έναντι 4.227,30 ευρώ μηνιαίως.
Η σύμβαση είχε διάρκεια ενός έτους και την 27.9.2003 συνήφθη νέα σύμβαση διάρκειας ενός έτους με τους ίδιους όρους εργασίας. Την 23.6.2004 ήτοι πριν τη λήξη της συμβάσεως του ενάγοντα η εργοδότρια εταιρεία κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως με την 755/23.6.2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ορίσθηκε προσωρινή σύνδικος της πτωχεύσεως η Μαρία Μαυραγάνη, δικηγόρος Αθηνών, η οποία κατήγγειλε όλες τις συμβάσεις εργασίας των εργαζομένων της πτωχής πλέον εταιρείας, πλην της συμβάσεως του ενάγοντα ήδη εκκαλούντα, ο οποίος παρέμεινε εργαζόμενος στην εταιρεία, ως απαραίτητος για της συνέχιση της δραστηριότητος της εταιρείας και παρείχε πλέον τις υπηρεσίες του υπό τις οδηγίες του συνδίκου της πτωχεύσεως δια την εξυπηρέτηση των αναγκών αυτής, στα γραφεία της πτωχευσάσης εταιρείας, ....
Με την 1247/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δημοσιεύθηκε την 8.12.2004, ορίστηκε οριστικός σύνδικος της πτώχευσης ο εναγόμενος, ο οποίος συνέχισε να αποδέχεται τις προαναφερόμενες υπηρεσίες του εκκαλούντα. Με αιτήσεις του εναγομένου οριστικού συνδίκου της πτωχευσάσης εταιρείας εκδόθηκε η 714/21.3.2005 έκθεση του εισηγητή των πτωχεύσεων του Πρωτοδικείου Αθηνών που ενέκρινε την απασχόληση του ενάγοντα από Οκτώβριο του 2004 έως και Μάρτιο του 2005 με μηνιαία αμοιβή 4.277 ευρώ και παράλληλα επέτρεπε στο σύνδικο να επαναπροσλάβει και απασχολήσει τον ενάγοντα για το διάστημα από 1.4.2005 έως 30.5.2005 έναντι της ίδιας αμοιβής.
Ακολούθησε η 1735/5.7.2005 απόφαση του Εισηγητή των Πτωχεύσεων που ενέκρινε και πάλι την απασχόληση του ίδιου για το διάστημα από 1.6.2005 έως 31.7.2005 έναντι και πάλι μηνιαίας αμοιβής 4.277 ευρώ και στη συνέχεια η 1982/16.9.2005 απόφαση για το διάστημα από 1.8.2005 έως 30.9.2005. Στη συνέχεια ο σύνδικος της πτωχεύσεως υπέβαλε στον εισηγητή πτωχεύσεων την από 9.1.2006 αίτηση του για την έγκριση της πρόσληψης και απασχόλησης του ενάγοντα αντί του ποσού των 4.277 ευρώ το μήνα για το διάστημα από 1.9.2005 έως 31.12.2005, δεδομένου, όπως αναφέρει σε σχετική αίτηση του προς τον εισηγητή, ότι ο ενάγων ήταν απολύτως απαραίτητος για τις περαιτέρω εργασίες της πτώχευσης και αυτός επί καθημερινής βάσεως απασχολήθηκε με το έργο της αποπερατώσεως φακέλων έργων, επιστροφή εγγυητικών επιστολών, την υποβολή συγκριτικών πινάκων κ.λ.π.
Η αίτηση αυτή δεν εγκρίθηκε από τον εισηγητή των πτωχεύσεων. Παρά το γεγονός αυτό όμως από 1.9.2005 έως τον Φεβρουάριο του 2007 ο ενάγων συνέχισε, να παρέχει έργο στην πτωχή εταιρεία, το οποίο ο σύνδικος αποτίμησε μόνος του σε 60.000 ευρώ [περίπου 3.333,33 ευρώ ανά μήνα] και ζήτησε την έγκριση του ποσού των 60.000 ευρώ με την από 20.2.2007 αίτησή του προς την εισηγήτρια των πτωχεύσεων που κατατέθηκε την 21.2.2007.
Η αίτησή αυτή εγκρίθηκε με την 384/28.2.2007 έκθεση της εισηγήτριας των πτωχεύσεων και επετράπη στον σύνδικο να αναλάβει από τον πτωχευτικό λογαριασμό το ποσό των 60.000 ευρώ, προκειμένου να καταβάλλει σε τρεις ισόποσες μηνιαίες δόσεις των 20.000 ευρώ εκάστη στον ενάγοντα ως αμοιβή για το έργο που προσέφερε στην πτώχευση από 1.9.2005 μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2007.
Έκτοτε δεν προκύπτει ότι υπεβλήθη εκ μέρους του συνδίκου της ως άνω πτωχεύσεως αίτημα για έγκριση κάποιου ποσού και ότι εξεδόθη η κατά το νόμο απαραίτητη έγκριση του εισηγητή της συγκεκριμένης πτώχευσης. Μάλιστα στο από 8.3.2010 υπόμνημα που ο σύνδικος κατέθεσε την 8.3.2010 στην εισηγήτρια των πτωχεύσεων, μεταξύ των άλλων αναφέρει επί λέξει ότι "μετά την γενομένη την 3.7.2006 εκποίηση του μηχανολογικού εξοπλισμού της πτωχής και την παύση κάθε δραστηριότητος της, ο κ.
Γ. [ενάγων] από τον Σεπτέμβριο του 2006 ως πολιτικός μηχανικός δεν προσέφερε έργο στην πτωχή". Στο ίδιο υπόμνημα αναφέρει επίσης "ότι προκειμένου να προωθηθούν οι εργασίες της πτώχευσης και να βοηθηθώ στο έργο μου ανέθετα περιοδικώς στον κ. Γ. κατ’ αποκοπή έργο άσχετο με την επαγγελματική του δραστηριότητα".
Υπό τα ως άνω εκτιθέμενα καθίσταται προφανές ότι ο ενάγων πράγματι απασχολήθηκε ως υπάλληλος της πτωχής εταιρείας για την εξυπηρέτηση των αναγκών της πτωχεύσεως υπό τις οδηγίες του συνδίκου για το χρονικό διάστημα από 1.7.2004 έως 28.2.2007, για το οποίο διάστημα και μόνο προκύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ως υπαλλήλου της συγκεκριμένης πτωχεύσεως.
Έκτοτε και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι παρείχε υπηρεσίες ασχολούμενος με διαφορετικό έργο, δεν προκύπτει ότι αυτό έγινε με τη μορφή της συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας και με την νόμιμη διαδικασία, δηλαδή με την παροχή αδείας από τον εισηγητή των πτωχεύσεων, αλλά όπως ο ίδιος ο σύνδικος αναφέρει τον χρησιμοποιούσε αυτός αυτοβούλως αναθέτοντας του περιοδικώς έργο, άσχετο προς την επαγγελματική του ιδιότητα, προκειμένου ο ίδιος ο σύνδικος να βοηθηθεί στη δουλειά του.
Συνεπώς για το διάστημα μετά την 28.2.2007 και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι ο ενάγων απασχολείτο με κάποιο έργο που είχε σχέση με την πτώχευση, δεν προέκυψε ότι η απασχόληση του ήτο συνεχής υπό την μορφή παροχής εξαρτημένης εργασίας, αλλά, όπως ο σύνδικος υποστηρίζει, ήτο περιοδική. Σε κάθε περίπτωση δε αυτό έγινε με πρωτοβουλία και απόφαση του συνδίκου και όχι με άδεια του εισηγητή των πτωχεύσεων, είχε συνεπώς σχέση με την εξυπηρέτηση και την υποβοήθηση του εναγομένου [προσωπικά και όχι υπό την ιδιότητα του ως συνδίκου της συγκεκριμένης πτωχεύσεως] και οποιαδήποτε αξίωσή του δεν βαρύνει την πτώχευση και τον σύνδικο υπό την ιδιότητά υπό την οποία ενάγεται, δηλαδή ως οριστικός σύνδικος της πτωχεύσεως και ως σύνδικος και εκπρόσωπος της ομάδος των πιστωτών.
Συνακόλουθα των όσων προαναφέρθηκαν ο ενάγων δικαιούται των συμφωνημένων μισθών για το διάστημα που προκύπτει ότι εργάσθηκε στην πτώχευση. Συγκεκριμένα για το διάστημα από 1.7.2004 έως 31.7.2004 και από 1.8.2005 έως 1.9.2005, που ο εισηγητής με σχετικές αποφάσεις του ενέκρινε το ποσό των 4.277 ευρώ μηνιαίως, ο ενάγουν έπρεπε να λάβει το ποσό των 59.878 ευρώ [ήτοι 14 μήνες Χ 4.277 μηνιαίως].
Άλλα ποσά για καταβολή Φ.Π.Α. και δέσμευση πτυχίου δεν προκύπτει ότι εγκρίθηκαν. Για το διάστημα από 1.9.2005 έως 28.2.2007 έπρεπε να λάβει το ποσό των 60.000 ευρώ [ήτοι 18 μήνες Χ 3.333,33 ευρώ]. Συνολικά δε έπρεπε να λάβει 119.878 ευρώ. Ο ενάγων συνομολογεί ότι εισέπραξε τμηματικά από 1.4.2005 έως 23.12.2008 το συνολικό ποσό των 161.270 ευρώ.
Το ποσό αυτό υπερκαλύπτει τις απαιτήσεις του για αμοιβή από τη σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ως υπάλληλος της συγκεκριμένης πτώχευσης για το διάστημα που αναφέρθηκε πιο πάνω και συνεπώς ουδέν δικαιούται για την απασχόληση του έως 28.2.2007 οπότε και παύει η σύμβαση του και η σχέση του ως υπαλλήλου της πτώχευσης και κάθε αξίωση του για το διάστημα από 28.2.2007 και εντεύθεν, αν ήθελε προκύψει, δεν υποχρεώνει τον σύνδικο υπό την ιδιότητά του ως συνδίκου της συγκεκριμένης πτωχεύσεως.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δέχθηκε κατ’ ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, με την οποία είχε κριθεί ότι η μεταξύ ενάγοντος και εναγομένου συνδίκου σύμβαση ήταν σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών και ερευνώντας την αγωγή έκρινε ότι δικαιούται ο αναιρεσείων τους με αυτή αιτούμενους δεδουλευμένους μισθούς για το χρονικό διάστημα από 1.7.2004 έως 28.2.2007, απέρριψε όμως την αγωγή ως προς αυτό της το κονδύλιο, διότι δέχθηκε εξόφληση των οφειλομένων, ενώ την απέρριψε για τα αιτούμενα ποσά του ΦΠΑ επί της αμοιβής αυτής και την αμοιβή για την παροχή της χρήσης του πτυχίου του από την πτωχή εταιρία για τον ίδιο χρόνο και τέλος την απέρριψε για όλα τα αιτούμενα κονδύλια για το μετά την 28.2.2007 χρονικό διάστημα, δεχθέν ότι για το διάστημα αυτό δεν υπήρξε σύμβαση εργασίας μεταξύ ενάγοντος και εναγομένου, υπό την ιδιότητα του συνδίκου, υπό την οποία και ενάγεται.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, με το να δεχθεί δηλαδή ότι μεταξύ ενάγοντος και προσωρινής συνδίκου αρχικά και του εναγομένου, ως οριστικού συνδίκου πτωχεύσεως στη συνέχεια καταρτίσθηκαν οι ορισμένου χρόνου αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας κατά το χρονικό διάστημα από 1.7.2004, έως 28.2.2007, για το οποίο υπήρξαν αντίστοιχες εγκρίσεις του εισηγητή της πτωχεύσεως στην πραγματικότητα για τη συνέχιση της εμπορίας από την πτωχή εταιρία και την εκπλήρωση γενικώς των σκοπών του άρθρου 559 του Εμπορικού Νόμου, δραστηριότητας δηλαδή στα πλαίσια της οποίας και λειτούργησαν οι επίδικες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η τελευταία από τις οποίες έληξε την 28.2.2007, καθώς και ότι το ύψος του συμφωνηθέντος μισθού για το μετά την 1.9.2005 χρονικό διάστημα, αφέθηκε στην κρίση του εναγομένου συνδίκου, ο καθορισμός του οποίου δεν υποστηρίζεται ότι δεν έγινε κατά δικαία κρίση, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. 669, 671 ΑΚ και 559 του Εμπορικού Νόμου.
Περαιτέρω, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες οι οποίες στηρίζουν επαρκώς το αποδεικτικό του πόρισμα και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχό της, ως προς την ορθή εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, ειδικότερα δε με σαφήνεια, πληρότητα (έστω και συνοπτικά) και χωρίς αντίφαση αποφάνθηκε ότι η τελευταία από τις διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου του αναιρεσείοντος με τον αναιρεσίβλητο σύνδικο της πτωχεύσεως, υπό την ιδιότητά του αυτή, έληξε την 28.2.2007 και δεν απαιτείτο άλλη αιτιολογία για τη λήξη της συμβάσεως κατά το χρόνο αυτό.
Επομένως, είναι αβάσιμοι οι πρώτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και έκτος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση με τον μεν πρώτο ευθεία παράβαση των ανωτέρω διατάξεων, με τον δε δεύτερο (έκτο) εκ πλαγίου παράβαση των ίδιων διατάξεων.
Η περαιτέρω αναφορά στην προσβαλλομένη απόφαση, σε σχέση με την απασχόληση του αναιρεσείοντος από τον αναιρεσίβλητο, κατά το μετά την 28.2.2007 χρονικό διάστημα, ότι "έκτοτε (δηλαδή μετά την 28.2.2007) και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι παρείχε υπηρεσίες ασχολούμενος με διαφορετικό έργο, δεν προκύπτει ότι αυτό έγινε με τη μορφή της συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας και με την νόμιμη διαδικασία, δηλαδή με την παροχή αδείας από τον εισηγητή των πτωχεύσεων, αλλά όπως ο ίδιος ο σύνδικος αναφέρει τον χρησιμοποιούσε ο ίδιος αυτοβούλως αναθέτοντας του περιοδικώς έργο, άσχετο προς την επαγγελματική του ιδιότητα, προκειμένου ο ίδιος ο σύνδικος να βοηθηθεί στη δουλειά του.
Συνεπώς για το διάστημα μετά την 28.2.2007 και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι ο ενάγων απασχολείτο με κάποιο έργο που είχε σχέση με την πτώχευση, δεν προέκυψε ότι η απασχόληση του ήτο συνεχής υπό την μορφή παροχής εξαρτημένης εργασίας, αλλά, όπως ο σύνδικος υποστηρίζει, ήτο περιοδική. Σε κάθε περίπτωση δε αυτό έγινε με πρωτοβουλία και απόφαση του συνδίκου και όχι με άδεια του εισηγητή των πτωχεύσεων, είχε συνεπώς σχέση με την εξυπηρέτηση και την υποβοήθηση του εναγομένου [προσωπικά και όχι υπό την ιδιότητα του ως συνδίκου της συγκεκριμένης πτωχεύσεως] και οποιαδήποτε αξίωσή του δεν βαρύνει την πτώχευση και τον σύνδικο υπό την ιδιότητά υπό την οποία ενάγεται, δηλαδή ως οριστικός σύνδικος της πτωχεύσεως και ως σύνδικος και εκπρόσωπος της ομάδος των πιστωτών", αποτελεί επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλομένης, η οποία αλυσιτελώς προσβάλλεται, εφόσον η προαναφερομένη κυρία αιτιολογία στηρίζει επαρκώς το διατακτικό της.
Ακόμη η αναφορά στην εκκαλουμένη ότι "έκτοτε (δηλαδή από 28.2.2007 και μετά) δεν προκύπτει ότι υπεβλήθη εκ μέρους του συνδίκου της ως άνω πτωχεύσεως αίτημα για έγκριση κάποιου ποσού και ότι εξεδόθη η κατά το νόμο απαραίτητη έγκριση του εισηγητή της συγκεκριμένης πτώχευσης. Μάλιστα στο από 8.3.2010 υπόμνημα που ο σύνδικος κατέθεσε την 8.3.2010 στην εισηγήτρια των πτωχεύσεων και έλαβε αριθμό 630, μεταξύ των άλλων αναφέρει επί λέξει ότι "μετά την γενομένη την 3.7.2006 εκποίηση του μηχανολογικού εξοπλισμού της πτωχής και την παύση κάθε δραστηριότητος της ο κ.
Γ. [ενάγων] από τον Σεπτέμβριο του 2006 ως πολιτικός μηχανικός δεν προσέφερε έργο στην πτωχή". Στο ίδιο υπόμνημα αναφέρει επίσης ότι προκειμένου να προωθηθούν οι εργασίες της πτώχευσης και να βοηθηθώ στο έργο μου ανέθετα περιοδικώς στον κ. Γ. κατ’ αποκοπή έργο άσχετο με την επαγγελματική του δραστηριότητα", αναφέρεται στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού για να καταλήξει το δικαστήριο της ουσίας στην κρίση ότι η σύμβαση εργασίας έληξε την 28.2.2007 και δεν συνιστά ανεπαρκή ή αντιφατική αιτιολογία.
Αξιολόγηση των αποδείξεων και όχι ελλιπή αιτιολογία, ως προς τα αιτούμενα κονδύλια του ΦΠΑ και της αμοιβής για την παραχώρηση της χρήσης του πτυχίου του εκ μέρους του αναιρεσείοντος προς την πτωχή εταιρία, αποτελεί και η αναφορά στην εκκαλουμένη ότι " άλλα ποσά για καταβολή ΦΠΑ και δέσμευση πτυχίου δεν προκύπτει ότι εγκρίθηκαν (από τον εισηγητή πτωχεύσεων)", με την έννοια ότι δεν αποδείχθηκε συμφωνία για τα κονδύλια αυτά εφόσον δεν υποβλήθηκαν προς έγκριση και δεν εγκρίθηκαν από τον εισηγητή χρηματικά ποσά για τις αιτίες αυτές, όπως συνέβη με τις καταβολές του συμφωνηθέντος βασικού μισθού.
O από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και επομένως στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγο έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο, ισχυρισμοί (ΑΠ 8/2015, 1905/2011, 1731/2010).
Δεν είναι επίσης πράγματα, υπό την άνω έννοια, τα νομικά επιχειρήματα που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του νόμου (ολ ΑΠ3/1997). Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και συγκεκριμένα:
α) δέχθηκε ότι απαραίτητο στοιχείο για την ύπαρξη έγκυρης συμβάσεως εργασίας μεταξύ αναιρεσείοντος και του εναγομένου συνδίκου της πτωχεύσεως κατά τη διάρκεια της πτωχεύσεως, αποτελούσε η άδεια προς τούτο του εισηγητή της πτωχεύσεως και ότι τέτοια άδεια δεν υπήρχε στην ένδικη περίπτωση και β) δέχθηκε ότι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας που υπήρχε μεταξύ αναιρεσείοντος και αναιρεσιβλήτου μέχρι του Φεβρουαρίου 2007, μετατράπηκε στη συνέχεια σε άλλης μορφής απασχόληση και δεν συνέχισε να αποτελεί σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, χωρίς να έχουν υποβληθεί αντίστοιχοι ισχυρισμοί από τον αναιρεσίβλητο.
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι ο εν λόγω φερόμενος ως ισχυρισμός κατά το υπό στοιχείο α’ σκέλος του αναφέρεται στην ορθή ερμηνεία του άρθρου 559 του Εμπορικού Νόμου, ενώ κατά το υπό στοιχείο β’ σκέλος του είναι αρνητικός της ένδικης αγωγής που θεμελιώνεται στην ύπαρξη συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα και επομένως επουσιώδης στο σύνολό του και η λήψη υπόψη του από το Εφετείο δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ.
Από την διάταξη του εδαφίου α’ της παρ.1 του άρθρου 671 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, όταν κατά την εκδίκαση της υποθέσεως τηρείται η ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη όλα τα προσκομιζόμενα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, ακόμη και εκείνα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, δηλαδή και έγγραφα άκυρα ή ιδιωτικά ανυπόγραφα ή ιδιωτικά υπέρ του εκδότη τους (ΑΠ 311/2010 691/2007, 1563/2006) ή έγγραφα που έχουν εκδοθεί από τον επικαλούμενο αυτά διάδικο (ΑΠ 326/1991, 933/1987) και γενικά κάθε είδους έγγραφα, μεταξύ των οποίων και εκείνα που είναι χρήσιμα για έμμεση απόδειξη.
Επομένως ο από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην Εφετείο η πλημμέλεια ότι με την προσβαλλομένη απόφαση του παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη για τον σχηματισμό της κρίσεώς του περί απορρίψεως της αγωγής, μεταξύ άλλων και το από 8.3.2010 υπόμνημα του εναγομένου αναιρεσιβλήτου, υπό την ιδιότητα του συνδίκου, προς τον εισηγητή της πτωχεύσεως, παρά το ότι εκδόθηκε και προσκομίσθηκε από αυτόν (αναιρεσίβλητο), είναι προεχόντως απαράδεκτος.
Kατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.20 του ΚΠολΔ παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από κακή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου, στο οποίο αποκλειστικώς ή προεχόντως στήριξε την κρίση του, απέδωσε σ’ αυτό περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό.
Παραμόρφωση όμως με την παραπάνω έννοια δεν υπάρχει, όταν το δικαστήριο ανέγνωσε σωστά το έγγραφο και αξιολογώντας το περιεχόμενό του οδηγήθηκε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, αφού η κρίση του αυτή αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων που εκφεύγει κατ’ άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ τον αναιρετικό έλεγχο.
Έγγραφα δε είναι μόνο αυτά τα οποία προβλέπονται ως αποδεικτικά μέσα από τα άρθρα 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου (ΑΠ 218/2013, 374/2013). Με τον τέταρτο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι με την προσβαλλομένη απόφασή του παραμόρφωσε το περιεχόμενο του αναφερομένου ως άνω στον τρίτο λόγο αναιρέσεως εγγράφου και συγκεκριμένα προβάλλεται η αιτίαση ότι ενώ στο εν λόγω έγγραφο κατά την παρατιθέμενη αυτολεξεί περικοπή του εκθέτει ο εναγόμενος απευθυνόμενος προς τον εισηγητή της πτωχεύσεως "ότι προκειμένου να προωθηθούν οι εργασίες της πτώχευσης και να βοηθηθώ στο έργο μου ανέθετα περιοδικώς στον κ.
Γ. (αναιρεσείοντα) κατ’ αποκοπή έργο άσχετο με την επαγγελματική του δραστηριότητα" το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, συνήγαγε ότι από το έγγραφο αυτό αποδείχθηκε ότι "η παρασχεθείσα οποιαδήποτε απασχόλησή [εργασία] μετά την 28.2.2007 του εργαζομένου ενάγοντος είχε σχέση με την εξυπηρέτηση και την υποβοήθηση του εναγομένου προσωπικά και όχι υπό την ιδιότητα του ως συνδίκου της συγκεκριμένης πτωχεύσεως και οποιαδήποτε αξίωση του δεν βαρύνει την πτώχευση ή τον σύνδικο υπό την ιδιότητα υπό την οποία ενάγεται, δηλαδή ως οριστικός σύνδικος της πτωχεύσεως και ως σύνδικος και εκπρόσωπος της ομάδος των πιστωτών", ενώ εκ του ως άνω παρατεθέντος περιεχομένου του εγγράφου αυτού, προκύπτει κατά την άποψη του αναιρεσείοντος ακριβώς το αντίθετο συμπέρασμα, αυτού στο οποίο κατέληξε το Δικαστήριο, προκύπτει δηλαδή ότι τις όποιες εργασίες προσέφερε αυτός στην πτώχευση και τον σύνδικο της μετά την 28.2.2007, τις προσέφερε, προς προώθηση των πτωχευτικών εργασιών και για να βοηθηθεί ο σύνδικος στην διεκπεραίωση και προώθηση αυτών και όχι "για την εξυπηρέτηση και υποβοήθηση του εναγομένου προσωπικά και όχι υπό την ιδιότητά του ως συνδίκου της συγκεκριμένης πτωχεύσεως".
Με τον λόγο όμως αυτόν αποδίδεται στην απόφαση του Εφετείου όχι σφάλμα διαγνωστικό κατά την ανωτέρω έννοια, αλλά σφάλμα περί την εκτίμηση των πραγμάτων και συγκεκριμένα περί την αποδεικτική αξία του εν λόγω εγγράφου, ήτοι για κρίση του αναιρετικώς ανέλεγκτη. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.
Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 9 γ’ ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση νοείται αυτή που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή το αίτημα ή η βάση αγωγής, ανταγωγής, παρεμβάσεως ή ενδίκου μέσου (AΠ 20/2015). Κατά την έννοια της άνω διάταξης για το παραδεκτό του σχετικού λόγου αναιρέσεως πρέπει ο αναιρεσείων να έχει προβάλλει στο δικαστήριο της ουσίας, κατά την συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, το αίτημα που αφέθηκε αδίκαστο (ΑΠ 96/2014).
Ο λόγος αυτός από τον αριθ. 9 της ΚΠολΔ 559 δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο με οποιαδήποτε αιτιολογία απέρριψε την προβληθείσα αίτηση (ΑΠ 145/2014, 96/2014). Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των προσκομιζομένων διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, με την έφεσή του ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ζήτησε την εξαφάνιση της πρωτοδίκου αποφάσεως που είχε απορρίψει την αγωγή του ως αβάσιμη και την παραδοχή αυτής (αγωγής) στο σύνολό της.
Μεταξύ των αγωγικών αιτημάτων περιελάμβανε την καταβολή των ποσών που αντιστοιχούσαν στις εισφορές του προς τα αντίστοιχα ασφαλιστικά ταμεία, που είχε μεταξύ αυτού (αναιρεσείοντος) και αναιρεσιβλήτου συμφωνηθεί να βαρύνουν τον τελευταίο, υπό την ιδιότητα που ενάγεται, καθώς και την καταβολή των επιδομάτων εορτών και άδειας για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα από 1.7.2004 έως 30.4.2010.
Πλην όμως το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού δέχθηκε την έφεση και εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, στη συνέχεια, απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της για όλα της τα αιτήματα που αναφέρονταν στο μετά την 28.2.2007 χρονικό διάστημα, δεχθέν ότι για το διάστημα αυτό δεν υπήρχε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας που να συνδέει τον αναιρεσείοντα με τον αναιρεσίβλητο, υπό την ιδιότητά του του συνδίκου της πτωχεύσεως της αναφερομένης ανωτέρω σε προηγούμενες σκέψεις ανώνυμης εταιρίας, περαιτέρω δε δέχθηκε ότι αποδείχθηκε αντίστοιχη σύμβαση εργασίας για το προγενέστερο διάστημα (από 1.7.2004 έως 28.2.2007) και ενώ ερεύνησε τα λοιπά αιτήματα της αγωγής παρέλειψε να αποφανθεί επί των αγωγικών αυτών αιτημάτων περί των ασφαλιστικών εισφορών και των επιδομάτων εορτών και άδειας, για το χρονικό αυτό διάστημα με αποτέλεσμα να υποπέσει στην πλημμέλεια του αριθμού 9 αρθ.559 Κ.Πολ.Δ.
Επομένως ο σχετικός πέμπτος λόγος αναιρέσεως είναι εν μέρει βάσιμος κατά το μέρος του που αναφέρεται στα αγωγικά αυτά αιτήματα για το μέχρι της 28.2.2007 χρονικό διάστημα, αβάσιμος όμως κατά το μέρος του που αναφέρεται στα ίδια αγωγικά αιτήματα για το μετέπειτα χρονικό διάστημα, για το οποίο το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του απάντησε στο σχετικό αίτημα με την απόρριψη στο σύνολό της της αγωγής για το διάστημα αυτό.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει, κατά παραδοχή ως εν μέρει βασίμου του πέμπτου, από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, ως προς τα αγωγικά κεφάλαια με τα οποία ζητείται η καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών του αναιρεσείοντος, καθώς και των επιδομάτων εορτών και άδειας για το μέχρι της 28.2.2007 χρονικό διάστημα, να γίνει δεκτή η αίτηση, να αναιρεθεί η 6739/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τα εν λόγω κεφάλαια και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ.
Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, ανάλογο με την έκταση της νίκης του (άρθρα 176,178 παρ. 1 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ’ αριθ. 6739/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, ανάλογο με την έκταση της νίκης του, το οποίο ορίζει σε οκτακόσια (800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Φεβρουαρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ