Supreme Court allows appeal against first-instance dismissal of contract claim for private school tuition fees.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal filed by the 'Hellenic Education' association against the First Instance Court's dismissal of their claim for tuition fees. The association argued that the First Instance Court incorrectly rejected their supplementary claim based on unjust enrichment, while the opposing parents failed to appear. The Court ruled that the First Instance Court erred in dismissing the supplementary claim because the association did not rely on contract invalidity, thereby violating the principle of contractual force. Consequently, the appeal was allowed regarding the supplementary claim, and the case was remitted for further trial with a new panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; Article 904 of the Civil Code: When a party fails to appear, the court examines ex officio whether the absent party expedited the hearing; if the absent party did not expedite the hearing or if it cannot be determined who did, the appeal is inadmissible. Furthermore, a first-instance court must not dismiss a supplementary claim based on unjust enrichment if the appellant relies solely on the validity of the contract, as this violates the principle of contractual force.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 120 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 120/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρος, με την επωνυμία "Σύλλογος Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ", νομίμως αναγνωρισμένου και εκπροσωπουμένου, το οποίο εδρεύει στην Αθήνα και στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κυριακόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Δ., κατοίκου ..., υπό την τότε ιδιότητά του ως ασκούντος την γονική μέριμνα και ως νομίμου εκπροσώπου επί των τότε ανηλίκων τέκνων του: 1.Ι. Δ., 2Α. Δ., 3Δ. Δ., 4Ά. Δ. και 5 Μ. Δ., πρώην μαθητών στα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια του ανωτέρω συλλόγου, ο οποίος δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16 Δεκεμβρίου 2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, η οποία κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2748/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 7910/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 25 Οκτωβρίου 2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 30 Αυγούστου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν ο δεύτερος και ο τρίτος των λόγων της από 25.10.2012 αίτησης αναίρεσης του σωματείου με την επωνυμία "Σύλλογος Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ", να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αίτησης αυτής και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 7910/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568§§1&2 και 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 407/2004? 1061/2010), εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε κατά το άρθρ. 62 του ν. 4139/2013, που προσέθεσε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 3 του άρθρ. 576 ΚΠολΔ και εφαρμόζεται κατά το άρθρ. 98 του ίδιου νόμου και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον βέβαια αυτές δεν είχαν ήδη συζητηθεί κατά την έναρξη ισχύος του νέου νόμου (20.3.2013), η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί παραδεκτά ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 1361/2013).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση από το αναιρεσείον σωματείο υπ' αριθ. ...'/25.2.2013 έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών … ότι η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 7910/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επισπεύσθηκε με δική του φροντίδα, το οποίο προς το σκοπό αυτό επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της στο Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό πινακίου 42 την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο της 16.9.2013, κατά την οποία ο αναιρεσίβλητος κλήθηκε να παραστεί (άρθρ.122§1, 123, 126§1α, 124§1, 128§§1,2&3, 230§2, 498§2, 568 ΚΠολΔ).
Όμως αυτός δεν παρέστη κατά την εν λόγω δικάσιμο στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτός παρών. 2.
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 7910/2009 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την από 15.2.2008 έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της ερήμην αυτού υπ' αριθ. 2748/2007 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών και αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή, που είχε δεχθεί την εναντίον του από 16.12.2005 αγωγή του αναιρεσείοντος ν.π.ι.δ. (σωματείου) κατά την κύρια βάση της, υποχρεώνοντας τον αναιρεσίβλητο να καταβάλει στο αναιρεσείον νομιμοτόκως το ποσό των 9.989,13 ευρώ για δίδακτρα φοίτησης των ανήλικων τότε παιδιών του στα σχολεία του αναιρεσείοντος, απέρριψε ακολούθως η απόφαση του Πρωτοδικείου την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη κατά την κύρια βάση της, επειδή, απευθυνόμενη η αγωγή αυτή κατά του αναιρεσιβλήτου με την ιδιότητα του ασκούντος τη γονική μέριμνα και ως νόμιμου αντιπροσώπου των ανήλικων τέκνων του Ι., Α., Δ., Ά.
και Μ. Δ., θα έπρεπε να έχει απευθυνθεί και κατά της συνασκούσης τη γονική μέριμνα μητέρας των τέκνων αυτών και συζύγου του αναιρεσιβλήτου Ε. Δ. το γένος Δ. Κ., ενώ κατά την επικουρική βάση της η ένδικη αγωγή απορρίφθηκε με την αυτή απόφαση του Πρωτοδικείου ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας της βάσης αυτής. Η αίτηση αναίρεσης ναι μεν απευθύνεται κατά του αναιρεσιβλήτου υπό την ιδιότητα και πάλι του ασκήσαντος στο παρελθόν τη γονική μέριμνα των εντωμεταξύ ενηλικιωθέντων ως άνω τέκνων του και ως νόμιμου αντιπροσώπου τους, όμως πράγματι απευθύνεται ατομικά κατ' αυτού και όχι ως νόμιμου αντιπροσώπου των τέκνων του, αφού ατομικά αυτός ενέχεται κατά την ένδικη αγωγή έναντι του αναιρεσείοντος από τις μεταξύ τους συμβάσεις φοίτησης, δηλαδή διάδικοι στην αναιρετική δίκη δεν είναι τα τέκνα του αναιρεσιβλήτου, αντιπροσωπευόμενα απ' αυτόν.
Με τη διευκρίνιση αυτή η αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). 3. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 1510§1 ΑΚ, η μέριμνα για το ανήλικο τέκνο είναι καθήκον και δικαίωμα των γονέων, οι οποίοι την ασκούν από κοινού, περιλαμβάνει δε η γονική μέριμνα την επιμέλεια του προσώπου, τη διοίκηση της περιουσίας και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη, που αφορούν το πρόσωπο ή την περιουσία του.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρ. 1518§1 ΑΚ, η επιμέλεια του προσώπου του τέκνου περιλαμβάνει ιδίως την ανατροφή, την επίβλεψη, τη μόρφωση και την εκπαίδευσή του, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου της διαμονής του. Εξ άλλου κατά την έννοια των άρθρ. 559 και 560 αριθ.1 ΚΠολΔ παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005? 7/2006).
Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι σ' αυτή εκτίθεται ότι ο αναιρεσίβλητος, στο πλαίσιο της γονικής μέριμνας των ανήλικων τότε τέκνων του Ι., Α., Δ., Ά. και Μ. Δ., ζήτησε από το αναιρεσείον σωματείο, που διατηρεί ιδιωτικά σχολικά εκπαιδευτήρια, να δεχθεί τα τέκνα του αυτά ως μαθητές στις σχολικές μονάδες του και ότι μολονότι η αίτησή του έγινε δεκτή και τα εν λόγω τέκνα του γράφτηκαν ως μαθητές στα εκπαιδευτήρια του αναιρεσείοντος και φοίτησαν κανονικά κατά τα σχολικά έτη 1997 - 1998 και 1998 - 1999, εντούτοις ο αναιρεσίβλητος δεν κατέβαλε το σύνολο των συμφωνημένων διδάκτρων, αλλά εξακολουθεί και μετά τις 15.9.2001, που παρατάθηκε με νέα συμφωνία των διαδίκων ο χρόνος εξόφλησης των διδάκτρων, να οφείλει για δίδακτρα το ποσό των 3.403.797 δραχμών και ήδη 9.989,13 ευρώ, κατά το οποίο αυτός κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερος σε βάρος του αναιρεσείοντος.
Με βάση το ιστορικό αυτό το αναιρεσείον σωματείο ζήτησε να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να του καταβάλει το ως άνω ανεξόφλητο ποσό διδάκτρων, με τους νόμιμους τόκους υπερημερίας από 16.9.2001. Σύμφωνα με το παραπάνω περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, ο αναιρεσίβλητος ενήργησε μεν στο πλαίσιο της γονικής μέριμνας για τα ως άνω ανήλικα τέκνα του προκειμένου να ζητήσει από το αναιρεσείον σωματείο την εγγραφή των τέκνων του αυτών ως μαθητών στις σχολικές μονάδες του αναιρεσείοντος, όμως κατά τα λοιπά συμβλήθηκε με το αναιρεσείον σωματείο ατομικά και όχι ως νόμιμος αντιπρόσωπος των τέκνων του, δηλαδή οι σχετικές συμβάσεις για τους όρους φοίτησης των τέκνων του δεσμεύουν αποκλειστικά αυτόν ως αντισυμβαλλόμενο και αυτός μόνον ενέχεται για την καταβολή των διδάκτρων.
Συνεπώς το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή κατά τη συμβατική κύρια βάση της, αφού προς το σκοπό αυτό έκρινε προηγουμένως ότι η αγωγή θα έπρεπε να απευθυνόταν και κατά των δυο γονέων των ως άνω ανήλικων τέκνων, που ασκούσαν από κοινού τότε τη γονική μέριμνα των τέκνων αυτών, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρ. 1510 και 1518 ΑΚ, αφού ναι μεν η επιλογή ιδιωτικού σχολείου για τη φοίτηση των τέκνων αποτελεί εκδήλωση της γονικής μέριμνας για τα ανήλικα τέκνα και πρέπει έτσι να συναποφασίζεται από κοινού από τους γονείς των τέκνων, όμως η σύναψη στη συνέχεια των σχετικών για τα τέκνα αυτά συμβάσεων φοίτησης μπορεί να γίνει ατομικά από οποιονδήποτε των γονέων, ο οποίος ως συμβαλλόμενος πλέον ευθύνεται αποκλειστικά αυτός έναντι του σχολείου για την καταβολή των διδάκτρων και αυτός αποκλειστικά ενάγεται για την καταβολή τους από την επιχείρηση του σχολείου.
Επομένως, κρίνοντας διαφορετικά το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρ. 560 ΚΠολΔ και πρέπει να γίνει δεκτός ο αντίστοιχος πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, ενώ παρέλκει πλέον η έρευνα του συναρτώμενου με την κύρια επίσης αγωγική βάση δεύτερου λόγου της ίδιας αίτησης από τον αριθμό και πάλι 1 του άρθρ. 560 ΚΠολΔ. 4.
Το άρθρ. 904 ΑΚ ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι αυτό που δόθηκε προς εκπλήρωση υποχρέωσης, η οποία αναλήφθηκε με σύμβαση, δεν δόθηκε χωρίς αιτία και συνεπώς δεν μπορεί να αναζητηθεί κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφού η σύμβαση αποτελεί νόμιμη αιτία, κατά το άρθρ. 361 ΑΚ, και μπορεί κάθε συμβαλλόμενος, εφόσον αυτή είναι ισχυρή, να ασκήσει τα δικαιώματά του απ' αυτή.
Αξίωση έτσι κατά τις διατάξεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό προς αναζήτηση της παροχής που καταβλήθηκε στο πλαίσιο σύμβασης μπορεί να ασκηθεί μόνον αν η σύμβαση είναι ή καταστεί ανίσχυρη ή αν ανατραπούν τα δικαιοπρακτικά της αποτελέσματα από οποιοδήποτε λόγο, όπως στην περίπτωση λύσης της σύμβασης λόγω υπαναχώρησης ή πλήρωσης διαλυτικής αίρεσης ή έκδοσης δικαστικής απόφασης κατά το άρθρ. 388 ΑΚ.
Τα σχετικά, όμως, περιστατικά που συνεπάγονται το ανίσχυρο ή την ανατροπή της σύμβασης και συνιστούν τη βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμού, πρέπει να τα επικαλείται ο ενάγων με την αγωγή του κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, σύμφωνα με το άρθρ. 216 ΚΠολΔ, αλλιώς η αγωγή είναι αόριστη και απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΟλΑΠ 23/2003? ΑΠ 1457/2001? 390/ 2011).
Εξ άλλου η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 των άρθρ. 559 ή αναλόγως 560 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (ΟλΑΠ 18/1998? ΑΠ 1967/2006).
Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1356/2010). Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 963/2006) και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981? ΑΠ 874/1996? 1452/2007).
Για να ιδρύεται πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 571/2004) και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης, που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης.
Στο πλαίσιο αυτό αναγκαίο στοιχείο της αγωγής, για να είναι αυτή ορισμένη, αποτελεί κατά το άρθρ. 216§1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρ. 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, η πληρότητα της ιστορικής βάσης της, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή απέρριψε ως αόριστη την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, κρίνοντας ότι το αναιρεσείον σωματείο, προκειμένου να θεμελιώσει στη βάση αυτή το αίτημά του για καταδίκη του αναιρεσιβλήτου στην καταβολή των συμφωνημένων μεταξύ τους διδάκτρων φοίτησης των ανήλικων τότε τέκνων του αντιδίκου του στις σχολικές μονάδες του, αναπαρήγαγε απλώς το κείμενο του νόμου, χωρίς να επικαλείται τον οποιονδήποτε λόγο ανισχύρου ή ανατροπής των μεταξύ τους συμβάσεων.
Έτσι που έκρινε το Πρωτοδικείο, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 904 ΑΚ, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει πράγματι ότι το αναιρεσείον σωματείο δεν επικαλείται ούτε επικουρικά λόγους ανισχύρου ή ανατροπής των συμβάσεών του με τον αναιρεσίβλητο και αντίθετα θεωρεί αυτές σε κάθε περίπτωση ισχυρές και δεσμευτικές.
Συνεπώς ο αντίθετος τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 560 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά παραδοχή έτσι του πρώτου μόνον λόγου της αίτησης αναίρεσης πρέπει αυτή να γίνει αντίστοιχα δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε την ένδικη αγωγή κατά τη συμβατική κύρια βάση της. Στη συνέχεια πρέπει κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρ. 65 του ν. 4139/2013, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή, ενώ ο αναιρεσίβλητος που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα του τελευταίου, όπως στο διατακτικό ειδικότερα (άρθρ. 176, 178§1, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρ. 12§2 του ν. 4055/2012, η απόδοση στο αναιρεσείον σωματείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε απ' αυτό με το υπ' αριθ. 5445209/2012 διπλότυπο είσπραξης της Δ' ΔΟΥ Αθηνών, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 142/2012 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης στη γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 7910/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το μέρος που απέρριψε την από 16.12.2005 ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος κατά τη συμβατική κύρια βάση της.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την απόδοση στο αναιρεσείον σωματείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε απ' αυτό με το υπ' αριθ. 5445209/2012 διπλότυπο είσπραξης της Δ' ΔΟΥ Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Οκτωβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του 20 Ιανουαρίου στις 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ