Legislator Case Law & Legislation
120/2011 AI generated

120/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 120/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Πολιτική δικονομία. Αίτηση αναίρεσης. Σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης. Όροι της μίσθωσης ότι α) η εκμισθώτρια δικαιούται να καταγγείλει τη μίσθωση σε περίπτωση υποβολής αίτησης κήρυξης της μισθώτριας σε πτώχευση, β)επί καταγγελίας της μίσθωσης η μισθώτρια οφείλει να καταβάλει ως αποζημίωση τα μέχρι της συμφωνημένης λήξεως της μισθώσεως μισθώματα και γ) είναι δυνατή η συναινετική λύση της μίσθωσης με καταβολή αποζημίωσης από την μισθώτρια. Υποβολή από την μισθώτρια δήλωσης αναστολής των πληρωμών της. Αναζήτηση από την εκμισθώτρια των μισθίων και απόδοσή τους ενόψει της επικείμενης καταγγελίας της μίσθωσης με σκοπό την εκμίσθωση των σε τρίτους με μετριασμό της οφειλόμενης από την μισθώτρια αποζημίωσης. Δεν συνιστά λύση της μίσθωσης. Λόγοι αναίρεσης από τους αριθ. 1, 11 β’ και 19 του Κ.Πολ.Δ. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι (Απορρίπτει αναίρεση κατά της 797/2008 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.

Legislator headnote

AI generated

120/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, τα εξής αναφορικά με την προβληθείσα από την ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα ένσταση συναινετικής λύσης της μίσθωσης πριν από την καταγγελία της από την αναιρεσίβλητη : " Η καθής η ανακοπή είναι ανώνυμη εταιρία με αποκλειστικό σκοπό τη σύναψη συμβάσεων χρηματοδοτικών μισθώσεων κινητών και ακινήτων και διέπεται από τις διατάξεις του ν. 1665/1986, όπως ισχύει μετά το ν. 2367/1995.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 120 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Πολιτική δικονομία. Αίτηση αναίρεσης. Σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης. Όροι της μίσθωσης ότι α) η εκμισθώτρια δικαιούται να καταγγείλει τη μίσθωση σε περίπτωση υποβολής αίτησης κήρυξης της μισθώτριας σε πτώχευση, β)επί καταγγελίας της μίσθωσης η μισθώτρια οφείλει να καταβάλει ως αποζημίωση τα μέχρι της συμφωνημένης λήξεως της μισθώσεως μισθώματα και γ) είναι δυνατή η συναινετική λύση της μίσθωσης με καταβολή αποζημίωσης από την μισθώτρια. Υποβολή από την μισθώτρια δήλωσης αναστολής των πληρωμών της. Αναζήτηση από την εκμισθώτρια των μισθίων και απόδοσή τους ενόψει της επικείμενης καταγγελίας της μίσθωσης με σκοπό την εκμίσθωση των σε τρίτους με μετριασμό της οφειλόμενης από την μισθώτρια αποζημίωσης. Δεν συνιστά λύση της μίσθωσης. Λόγοι αναίρεσης από τους αριθ. 1, 11 β’ και 19 του Κ.Πολ.Δ. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι (Απορρίπτει αναίρεση κατά της 797/2008 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.

Αριθμός 120/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Μ. Σ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Βρέλλο.

Της αναιρεσίβλητης: "ΕFG EUROBANK ERGASIAS ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ ΑΕ" και τον διακριτικό τίτλο "Eurobank Ergasiaς leasing AE" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ηλία Μαρινάκο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-2-2006 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1911/2007 του ίδιου Δικαστηρίου, 171/2008 μη οριστική και 797/2008 οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 24-3-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 4-11-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης, ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, τα εξής αναφορικά με την προβληθείσα από την ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα ένσταση συναινετικής λύσης της μίσθωσης πριν από την καταγγελία της από την αναιρεσίβλητη : " Η καθής η ανακοπή είναι ανώνυμη εταιρία με αποκλειστικό σκοπό τη σύναψη συμβάσεων χρηματοδοτικών μισθώσεων κινητών και ακινήτων και διέπεται από τις διατάξεις του ν. 1665/1986, όπως ισχύει μετά το ν. 2367/1995.

Με την 007434/17-2-2005 σύμβαση γενικών όρων σύναψης χρηματοδοτικών μισθώσεων, την 007434-10/17-2-2005 συμφωνία ειδικών όρων και το 07434-10-0001/3-3-2005 παράρτημα που αποτελούν ενιαία σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, η καθής η ανακοπή εκμίσθωσε στην ανακόπτουσα εταιρία με την επωνυμία "Sarlis Containers Services SA", (μη διάδικο εν προκειμένω), 325 εμπορευματοκιβώτια (containers).

Η οριστική αξία των μισθίων συμφωνήθηκε σε 403.367 ευρώ. Τα μισθώματα ορίστηκαν σε 60 μηνιαία και το τίμημα εξαγοράς 50 ευρώ. Ο ανακόπτων εγγυήθηκε εγγράφως ως αυτοφειλέτης την εμπρόθεσμη και προσήκουσα εκπλήρωση των υποχρεώσεων της εταιρίας από την εν λόγω σύμβαση, ευθυνόμενος εις ολόκληρον με αυτήν. Στο άρθρο 20 της σύμβασης αυτής ορίζεται ότι η εκμισθώτρια δικαιούται να καταγγείλει εγγράφως τη σύμβαση, μεταξύ των άλλων και σε περίπτωση κατάθεσης αίτησης πτώχευσης της μισθώτριας.

Ορίστηκε επίσης ότι με την καταγγελία δικαιούται να αφαιρέσει με δαπάνη της μισθώτριας, τα μίσθια, οπουδήποτε και αν βρίσκονται και να επιδιώξει την είσπραξη, αφενός των μέχρι την καταγγελία της σύμβασης ληξιπρόθεσμων μισθωμάτων, με τόκο υπερημερίας και αφετέρου όλων των μέχρι τη λήξη της διάρκειας της μίσθωσης συμφωνημένων μισθωμάτων, τα οποία καθίστανται ληξιπρόθεσμα και απαιτητά.

Η καθής παρέδωσε τα εμπορευματοκιβώτια στην μισθώτρια στις 3-3-2005 και η χρηματοδοτική μίσθωση λειτούργησε ομαλά μέχρι τον μήνα Οκτώβριο 2005 και μισθώτρια εταιρία κατέβαλε εμπρόθεσμα όλα τα μισθώματα μέχρι το μήνα εκείνο. Την 1/11/2005 η μισθώτρια κατέθεσε στο Πρωτοδικείο Πειραιώς την με αριθμ. κατάθ. 8418/2005 αίτηση κήρυξης πτώχευσης-δήλωση_ αναστολής πληρωμών.

Με αυτήν εξέθετε ότι λόγω της κάθετης σύμπραξης της ανταγωνίστριας εταιρίας MSC (Mediteranean Shipping Services) με τον κατέχοντα δεσπόζουσα θέση στην αγορά ΟΛΠ, η ίδια έχει τεθεί εκτός αγοράς παρά τις προσπάθειες της να αντιδράσει και να μπορέσει να παραμείνει εύρωστη, οι οποίες δεν καρποφόρησαν. Η κατάσταση αυτή, που την οδήγησε τελικά στην κατάθεση της δήλωσης αναστολής των πληρωμών, είχε διαμορφωθεί αρκετούς μήνες πριν και ήταν γνωστές στην καθής η ανακοπή, τόσο οι προσπάθειες της να κρατηθεί στην αγορά, όσο και η διαρκώς διαγραφόμενη καθοδική πορεία των εργασιών της και κατ' επέκταση και η οικονομική της αδυναμία.

Για το λόγο αυτό, η καθ' ης με την από 4-11-2005 καταγγελία της, που επιδόθηκε αυθημερόν στους ανακόπτοντες, κατήγγειλε τη σύμβαση και επικαλούμενη το προαναφερθέν άρθρο 20 των γενικών όρων συνάψεως χρηματοδοτικών μισθώσεων, ζήτησε να της καταβληθούν το μίσθωμα του μηνός Νοεμβρίου, ποσού 9.140,43 ευρώ, το οποίο, κατά τη σύμβαση ήταν καταβλητέο στις 3-11-2005 και όλα τα πέραν της καταγγελίας της σύμβασης και μέχρι τη λήξη της μισθώματα, ήτοι από 3-12-2005 έως 3-3-2010, συνολικού ύψους 353.013,12 ευρώ.

Οι ανακόπτοντες, με την από 7-11-2005 εξώδικη απάντηση τους, ισχυρίστηκαν, ότι η μίσθωση είχε λήξει συναινετικά, πριν από την επίδοση της καταγγελίας της και ότι, με ηλεκτρονικά μηνύματα της έχουν γνωρίσει που βρίσκονται τα εμπορευματοκιβώτια, και ότι δεν τίθεται θέμα καταβολής των άληκτων μισθωμάτων, λόγω του συναινετικού τρόπου λήξης της μίσθωσης.

Στις 29-11-2005, η καθής συνήψε τη με αρ. 008053/29-11-2005 σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης των ίδιων εμπορευματοκιβωτίων με την εταιρία με την επωνυμία "MEDTAINER Ανώνυμη Μεταφορική και Ναυτιλιακή εταιρία", συνολικής αξίας 250.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ. Ακολούθως η καθής υπέβαλε, ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, την από 9-1-2006 αίτηση της με τα αναφερόμενα σ' αυτήν έγγραφα, για έκδοση διαταγής πληρωμής.

Με την αίτηση ζήτησε, εκτός από το ληξιπρόθεσμο μίσθωμα του μήνα Νοεμβρίου 2005, όλα τα πέραν της καταγγελίας της σύμβασης και μέχρι τη λήξη της μίσθωσης συμφωνηθέντα μισθώματα, ήτοι τα πενήντα δύο μισθώματα από 3-12-2005 έως 3-03-2010, από 7.678 ευρώ το καθένα, τα οποία ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 399.256 ευρώ. Ωστόσο, ως εξέθετε στην αίτηση, το ποσό αυτό των άληκτων μισθωμάτων προεξόφλησε, κατά τα προβλεπόμενα στην σύμβαση της χρηματοδοτικής μίσθωσης, με το προβλεπόμενο σ' αυτήν προεξοφλητικό επιτόκιο και κατ' αυτόν τον τρόπο μειώθηκε το ύψος των άληκτων μισθωμάτων στο ποσό των 353.013,12 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α.

Ακολούθως, ως εξέθετε, από το ποσό αυτό η καθής αφαίρεσε και το οικονομικό αντάλλαγμα της νέας σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης (250.000 ευρώ), που είχε ήδη συνάψει με την MEDTAINER με αντικείμενο τον ίδιο εξοπλισμό. Έτσι η αξίωση από το σύνολο των άληκτων μισθωμάτων περιορίστηκε στο ποσό των 103.013.12 ευρώ (353.013,12-250.000), που αποτελεί τη διαφορά ανάμεσα στα μισθώματα, τα οποία θα αποκόμιζε σε περίπτωση ομαλής λειτουργίας της σύμβασης με την ανακόπτουσα και τα μισθώματα, τα οποία θα εισπράξει πλέον με βάση την νέα σύμβαση, πλέον Φ.Π.Α.

Συνολικά, επομένως, ζήτησε το ποσό των 112.243 ευρώ (9.140,43 και 103,013,12 ευρώ). Πράγματι, το ποσό αυτό της επιδικάστηκε με την 71/2006 Διαταγή πληρωμής, το οποίο υποχρεώθηκαν οι ανακόπτοντες να της καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας. Κατά της άνω Διαταγής πληρωμής οι ανακόπτοντες άσκησαν την προαναφερθείσα με αρ. εκθ.

κατ. 1606/2006 ανακοπή, με την οποία ζήτησαν ν' ακυρωθεί, για τους αναφερόμενους σ' αυτήν λόγους. Η ανακοπή, όπως προαναφέρθηκε, απορρίφθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση. Με το μοναδικό λόγο της έφεσής του, παραπονείται ο ανακόπτων, για την απόρριψη από την εκκαλούμενη του λόγου της ανακοπής περί συναινετικής λύσης της χρηματοδοτικής μίσθωσης με νεότερη συμφωνία, οποία αποτελεί ένσταση καταλυτική της αξίωσης της εκμισθώτρια-καθής για καταβολή μισθωμάτων, μεταγενέστερων της συμφωνίας.

Από το προαναφερθέν όμως αποδεικτικό υλικό δεν αποδείχθηκε η επικαλούμενη συναινετική λύση της χρηματοδοτικής μίσθωσης. Η επίδικη μίσθωση λύθηκε με την καταγγελία της από την καθής, η οποία είχε συμβατικό δικαίωμα προς τούτο μετά την υποβολή από τη μισθώτρια της δήλωσης για παύση των πληρωμών της. Όπως προαναφέρθηκε, η δυσμενής κατάσταση της ανακόπτουσας που τελικά την οδήγησε στην κατάθεση της δήλωσης παύσης των πληρωμών, είχε διαμορφωθεί αρκετούς μήνες πριν και ήταν γνωστή στην καθής η ανακοπή.

Η καθής, διαβλέπουσα την επερχόμενη πτώχευση της ανακόπτουσας, με δική της πρωτοβουλία ήλθε σε επαφή με την ανακόπτουσα και είχαν ρυθμίσει τον τρόπο εντοπισμού και παράδοσης των απανταχού στην Μεσόγειο ευρισκομένων εμπορευματοκιβωτίων. Η συνεργασία όμως στο πλαίσιο της ανεύρεσης και παράδοσης των εμπορευματοκιβωτίων, δεν υποδηλώνει συναινετική λύση της μεταξύ τους σύμβασης με μεταγενέστερη συμφωνία, καταργητική αυτής, όπως ο ανακόπτων διατείνεται, καθόσον οι μεταξύ τους συνεννοήσεις αφορούσαν μόνο τον τρόπο παράδοσης των εμπορευματοκιβωτίων, ώστε να περιορισθεί η ευθύνη των ανακοπτόντων για τα μελλοντικά άληκτα μισθώματα με τη σύναψη άλλης χρηματοδοτικής μίσθωσης, όπως και έγινε με τη σύναψη χρηματοδοτικής μίσθωσης με την εταιρία "MEDTAINER".

Και τούτο διότι ο λόγος πλέον της καταγγελίας και ως εκ τούτου της λύσης της μεταξύ τους σύμβασης ήταν ορατός και επικείμενος. Άλλωστε, αν υποτεθεί αληθής ο ισχυρισμός του ανακόπτοντος, ότι δηλαδή η καθής συνήνεσε στη λύση της μεταξύ τους σύμβασης, τότε βάσει του άρθρου 21 της σύμβασης αυτής θα έπρεπε να καταρτισθεί κοινή έγγραφη συμφωνία τουλάχιστον πριν από ένα μήνα από τη λύση και υπό τον όρο ότι η μισθώτρια θα κατέβαλε στην εκμισθώτρια ένα ποσό (περαιτέρω "Αποζημίωση Πρόωρης Λύσης") που θα κάλυπτε τη θετική και αποθετική ζημία και το διαφυγόν κέρδος (περιλαμβανομένων και των φόρων) που θα υφίστατο η εκμισθώτρια εξ αιτίας της συναίνεσης της για την πρόωρη λύση καθώς και τα μισθώματα και οποιαδήποτε άλλα ποσά χρέους οφειλόταν σύμφωνα με τη σύμβαση.

Τέτοια διαδικασία όμως δεν τηρήθηκε. Αλλά και αν υπήρχε πρόωρη λύση της σύμβασης με πρόταση της μισθώτριας, έστω και χωρίς να τηρηθεί ο έγγραφος τύπος, τότε η τελευταία και πάλι θα όφειλε να καταβάλει στην εκμισθώτρια την προβλεπόμενη στη σύμβαση αποζημίωση και τα οφειλόμενα μισθώματα. Συμφωνία δε παραίτησης της καθής-εκμισθώτριας από τα δικαιώματα της από τη σύμβαση, δεν αποδείχθηκε.

Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι αυτή, όταν διαπίστωσε τη γενική πλέον αδυναμία της πρώτης ανακόπτουσας να πληρώνει τα χρέη της και λίγες ημέρες πριν καταθέσει την δήλωση παύσης των πληρωμών, ήρθε σε επαφή μαζί της προκειμένου να παραλάβει όσο το δυνατόν νωρίτερα τα εμπορευματοκιβώτιά της, ώστε να τα αποχωρήσει από την πτωχευτική περιουσία και αμέσως μετά προέβη και στην τυπική καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης και προχώρησε σε νέα τέτοια σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης με την εταιρία MEDTAINER.

Συνεπώς, η οικειοθελής απόδοση των εμπορευματοκιβωτίων δεν συνιστά πρόταση στην εκμισθώτρια προς κατάρτιση σύμβαση λύσης της μίσθωσης και η ανεπιφύλακτη παραλαβή εκ μέρους της εκμισθώτριας δεν συνιστά αποδοχή της πρότασης και ολοκλήρωση αυτής ούτε αποτελεί συμφωνία εκτέλεσης της σύμβασης πρόωρης απόδοσης των μίσθιων πραγμάτων, ως ισχυρίζεται ο ανακόπτων.

Η ημερομηνία που εκδηλώθηκε το ενδιαφέρον της εκμισθώτριας για τον εντοπισμό των εμπορευματοκιβωτίων (31-10-2005) με την απάντηση της ανακόπτουσας και την κατάθεση της δήλωσης παύσης πληρωμών (1-11-2005) και την άσκηση της καταγγελίας (4-11-2004) είναι τόσο κοντινές, ώστε δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι την 1-11-2005 συμφώνησαν για την κατάργηση της σύμβασης και στις 4-11-2005 την κατήγγειλε η εκμισθώτρια.

Άλλωστε η εκμισθώτρια δεν είχε λόγο να απεμπολήσει το συμβατικό της δικαίωμα να αξιώσει τα άληκτα μισθώματα, τα οποία ανήρχοντο στο ύψος των 399.256 ευρώ και μετά την προεξόφληση σε 353.013 ευρώ. Αντίθετα, με την πρωτοβουλία της να ενδιαφερθεί, τρεις ημέρες πριν από την τυπική καταγγελία της σύμβασης, για τον εντοπισμό των εμπορευματοκιβωτίων, απέβλεπε στο να περιορίσει τη ζημία της με το να συνάψει το συντομότερο δυνατό νέα μίσθωση.

Συγχρόνως, όμως, η ενέργειά της αυτή ήταν επωφελής και για την ανακόπτουσα, διότι η εκμισθώτρια εξέπεσε από την αξίωση που είχε κατ' αυτής για τα άληκτα μισθώματα το ποσό των 250.000 ευρώ, το οποίο ήταν το μίσθωμα που συμφώνησε με την εταιρία MEDTAINER. Κατ' ακολουθίαν ο μοναδικός λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος και κατόπιν αυτού ( και η έφεση στο σύνολό της. ".

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 185, 189, 192, 158, 159 παρ. 2 και 361 του Α.Κ. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε σαφώς ότι οι διάδικοι δεν επιδίωξαν τη συναινετική λύση της χρηματοδοτικής μίσθωσης, αλλά συνεργάσθηκαν για τον εντοπισμό, την οικειοθελή παράδοση και την παραλαβή των εμπορευματοκιβωτίων ενόψει και μετά την υποβολή από την αναιρεσείουσα δήλωσης αναστολής των πληρωμών της και την επικείμενη καταγγελία από την αναιρεσίβλητη της μίσθωσης, κατ' ενάσκηση συμβατικού δικαιώματός της, το οποίο και άσκησε στις 4-11-2005 και προς τον σκοπό περιορισμού της ευθύνης της αναιρεσείουσας για τα άληκτα μελλοντικά μισθώματα, δια της εκμισθώσεως μετά την καταγγελία των εμπορευματοκιβωτίων σε τρίτο.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου δεύτερος κατά το δεύτερο μέρος του από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, από τις ως άνω αιτιολογίες και παραδοχές του Εφετείου προκύπτει ότι αυτό δεν διαπίστωσε ούτε άμεσα ούτε έμμεσα κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις βούλησης των διαδίκων αναφορικά με τον σκοπό παράδοσης και παραλαβής των εμπορευματοκιβωτίων, αφού δέχεται σαφώς ότι αποδείχθηκε ότι αυτός συνίστατο στον μετριασμό της ευθύνης της αναιρεσείουσας από την επικείμενη καταγγελία της μίσθωσης από την αναιρεσίβλητη λόγω της δήλωσης από την τελευταία παύσεως των πληρωμών της.

Οι επικουρικές αναφορές του Εφετείου ότι και επί πρόωρης λύσης της μίσθωσης είχε συμφωνηθεί αντίστοιχο δικαίωμα αποζημίωσης της εκμισθώτριας, η οποία δεν είχε κανένα λόγο απεμπόλησης του δικαιώματός της αυτού, έγινε προς επιβεβαίωση και μόνο της κύριας παραδοχής του και όχι για την αναζήτηση της αληθούς βουλήσεως των μερών.

Επομένως, εφόσον το Εφετείο δεν διαπίστωσε ούτε έμμεσα κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων δεν υπήρχε ανάγκη να προσφύγει στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. και ο περί του αντιθέτου τρίτος από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρέλειψε να προσφύγει στις ερμηνευτικές ως άνω διατάξεις των δικαιοπραξιών, μολονότι διαπίστωσε, έστω και εμμέσως, κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις βουλήσεως των μερών, άλλως δεν αιτιολογεί ποίους συγκεκριμένους κανόνες της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών έλαβε υπόψη του, είναι αβάσιμος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αλήθειας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα) τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β` Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β, 346 και 453 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενεργείας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Από την ίδια διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. β` ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι αποδείξεις που παρά το νόμο λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να είναι κρίσιμες για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού των διαδίκων, αφού μόνο ένα τέτοιος (ουσιώδης) ισχυρισμός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.ΑΠ 42/2002), δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο στήριξε τη δικανική του πεποίθηση κυρίως σε άλλα αποδεικτικά μέσα.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο από το άρθρο 559 αριθ. 11 β'ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη του α) την 7434/2005 σύμβαση γενικών όρων σύναψης χρηματοδοτικής μίσθωσης, β) 7434-10/2005 συμφωνία ειδικών όρων και γ) το 7434-10-0001/2005 παράρτημα που αποτελούν ενιαία σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, τα οποία εντελώς αόριστα επικαλέσθηκε η αναιρεσίβλητη για την ανταπόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού της αναιρείουσας ( ενστάσεως ) περί συναινετικής (πρόωρης ) λύσης της μεταξύ τους σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι από την προσκομιζόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο την κρίση του ότι δεν αποδείχθηκε ότι καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων άτυπη συμφωνία για λύση της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης δεν στήριξε στα ανωτέρω έγγραφα, τα οποία αποδεικνύουν μόνο την μη αμφισβητούμενη κατάρτιση και τους όρους της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, αλλά σε άλλα αποδεικτικά μέσα και κυρίως στις καταθέσεις των μαρτύρων.

Με τον δεύτερο κατά το πρώτο μέρος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η οικειοθελής απόδοση των εμπορευματοκιβωτίων από την αναιρεσείουσα μισθώτρια δεν συνιστά πρόταση στην εκμισθώτρια προς κατάρτιση σύμβασης λύσης της μίσθωσης και η ανεπιφύλακτη παραλαβή τους εκ μέρους της εκμισθώτριας δεν συνιστά αποδοχή της πρότασης αυτής και ολοκλήρωση αυτής ούτε αποτελεί συμφωνία εκτέλεσης της σύμβασης πρόωρης απόδοσης των μισθίων πραγμάτων, παραβίασε με εσφαλμένη μη εφαρμογή τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 185, 189, 192, 158, 159 παρ. 2 και 361 Α.Κ. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο δέχθηκε οικειοθελή παράδοση από την μισθώτρια και ανεπιφύλακτη από την εκμισθώτρια παραλαβή των μισθίων πραγμάτων με σκοπό λύσης της μίσθωσης, ενώ δέχθηκε το αντίθετο, ότι δηλαδή η ως άνω παράδοση και παραλαβή δεν έγινε με σκοπό λύσης της μίσθωσης, αλλά για τον μετριασμό της ευθύνης της αναιρεσείουσας από την επικείμενη από την αναιρεσίβλητη καταγγελία της μίσθωσης, λόγω υποβολής από την αναιρεσείουσα δήλωσης αναστολής των πληρωμών της, δια της εκμισθώσεως των μισθίων σε τρίτους. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης ( άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-302009 αίτηση του Μ. Σ. του Χ., κατοίκου Πειραιώς, για αναίρεση της υπ' αριθ. 797/2008 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ( 2.700 ) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2011 και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 2011.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ