Legislator Case Law & Legislation
120/2010 AI generated

120/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 120/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/7/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 136/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 368/2007 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7/7/2008 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

120/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως νομίμου βάσεως, λόγω ελλείψεως αιτιολογίας και λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας επί των ανωτέρω ζητημάτων, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, όπως κατ' άρθρο 562§4 του Κ.Πολ.Δ.

Keywords

AI generated
medically certified work incapacity unfit notwithstanding health condition occupational disability benefits sick leave post-service health impairment adapted work capacity
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 120 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 120/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Σοφία Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ελευθέριου Παπαδημητρίου και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, κατοίκου ..., 2) Ομόρρυθμης Εμπορικής Εταιρείας με την επωνυμία "Ψ2 ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, 3) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "COMMERCIAL VALUE AAE" ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "NORDSTERN COLONIA HELLAS", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στάθη Γιώτα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/7/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 136/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 368/2007 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7/7/2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καραχάλιου ανέγνωσε την από 6/11/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, όπως συμπληρώνεται από την Εισηγήτρια, και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Eπειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 576§1 του Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε την συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες υπ' αριθμ. ... και .../14-4-2009 εκθέσεις επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητού του Πρωτοδικείου Άρτας, ..., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη, με την οποία ορίσθηκε αρμοδίως δικάσιμος αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, και κλήση για συζήτηση κατ' αυτή, επιδόθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, προς τους πρώτο και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων (Ψ1 και Ο.Ε., υπό την επωνυμία "Ψ2 και ΣΙΑ Ο.Ε"), με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος. Επομένως, εφ' όσον οι τελευταίοι δεν εμφανίσθηκαν, κατά την δικάσιμο αυτή, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο, νομίμως, στη σειρά της, και δεν παραστάθηκαν με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση κατ' άρθρο 242§2 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία αυτών.

Επειδή, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένως.

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 931 ΑΚ "σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθική βλάβης. Αυτό ισχύει, ιδίως, για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι εις περίπτωση προσβολής της υγείας προσώπου παρέχεται στο δικαστήριο η δυνητική ευχέρεια να επιδικάσει στον παθόντα χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, το ύψος της οποίας καθορίζει με βάση τους οικείους προσδιοριστικούς παράγοντες, μεταξύ των οποίων είναι το πταίσμα του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος, η ηλικία και το φύλο αυτού, το είδος της προσβολής και η ένταση του άλγους του, καθώς και η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών.

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου ή παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας (άρθρ. 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.).

Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ," η αναπηρία ή παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπ' όψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Από τον συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς τις διατάξεις των άρθρων 929, 932, 298, 299 και 914 ΑΚ, συνάγεται ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση που προξενείται στον παθόντα, ανεξαρτήτως φύλου, εκτός από την επίδραση που μπορεί να ασκήσει στο ύψος των οποιωνδήποτε χρηματικών ποσών, τα οποία θα στερείται ο παθών στο μέλλον ή θα ξοδεύει επί πλέον, εξ αιτίας της αυξήσεως των δαπανών του, σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας του (αρθρ. 929) ή στη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης από την σωματική αναπηρία ή παραμόρφωση (άρθρ. 932 ΑΚ), μπορεί να θεμελιώσει και ιδιαίτερη αξίωση αποζημιώσεως, αν επιδρά στο μέλλον του, υπό την έννοια της επαγγελματικής, οικονομικής και κοινωνικής εξελίξεώς του, η οποία δεν καλύπτεται με τις παροχές που προβλέπονται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 929 και 932 ΑΚ.

Ο προσδιορισμός του εν λόγου χρηματικού ποσού της αποζημιώσεως αυτής έχει αφεθεί στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, το οποίο λαμβάνει υπ' όψη κυρίως την αναπηρία ή παραμόρφωση, σε συνδυασμό με άλλες παραμέτρους, όπως η ηλικία, το φύλο, οι κλήσεις του προσώπου. Η κρίση του δικαστηρίου, για τον προσδιορισμό του εν λόγω ποσού της ιδιαίτερης αποζημιώσεως, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, όπως και η κρίση αυτού για τον προσδιορισμό του εν λόγω ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, κατά την διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, όπως προαναφέρθηκε.

Και στις δύο δε αυτές περιπτώσεις (του άρθρου 932 και 931 ΑΚ), η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ούτε από απόψεως παραβιάσεως ή μή της αρχής της αναλογικότητας, η οποία εισάγεται ως νομικός κανόνας, με την διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 25 του Συντάγματος. Και τούτο, διότι ο δικαστικός έλεγχος της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας περιορίζεται στον έλεγχο της συνταγματικότητας διατάξεως νόμου, και συγκεκριμένα, αν ο νομοθετικός περιορισμός ενός συνταγματικώς προστατευομένου δικαιώματος σέβεται ή όχι την αρχή της αναλογικότητας.

Δηλαδή, ο έλεγχος, από απόψεως τηρήσεως της αρχής αυτής, γίνεται μεταξύ αφ' ενός μεν της συνταγματικής διατάξεως, που προστατεύει κάποιο δικαίωμα, αφ' ετέρου δε της νομοθετικής διατάξεως που περιορίζει το δικαίωμα αυτό. Έξω, όμως από το πεδίο αυτό, τα δικαστικά όργανα δεν έχουν εξουσία να εφαρμόζουν απ' ευθείας την αρχή της αναλογικότητος, κατά την ενάσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας των, σε συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά εφαρμόζουν την οικεία διάταξη νόμου, η οποία αναθέτει σε αυτά να αποφασίζουν.

Κατά συνέπειαν, ο τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος τους, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να καθορίσει, αντιστοίχως: α) την εύλογη χρηματική ικανοποίηση του ενάγοντος, στο ασήμαντο ποσό των 20.000 Ευρώ, αντί του ποσού των 300.000 Ευρώ και β) την ιδιαίτερη αποζημίωση αυτού, λόγω της επικαλουμένης αναπηρίας του, στο ασήμαντο ποσό των 50.000 Ευρώ, αντί του αιτηθέντος ποσού των 150.000 Ευρώ, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 25 του Συντάγματος και την θεσπιζομένη με αυτή αρχή της αναλογικότητας, πρέπει να απορριφθούν, ως απαράδεκτοι.

Οι αυτοί λόγοι αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος τους, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση της ελλείψεως νομίμου βάσεως της αποφάσεως, λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας, πρέπει, επίσης, να απορριφθούν, ως απαράδεκτοι, διότι ανάγονται αποκλειστικώς στον προσδιορισμό του ύψους των ποσών, από τις ανωτέρω αιτίες (άρθρ. 932 και 931 ΑΚ), η επί του οποίου κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν ελέγχεται αναιρετικώς, συμφώνως προς όσα εκτίθενται στην μείζονα πρόταση της παρούσας σκέψεως.

Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 914, 929, 298 ΑΚ, προκύπτει ότι, σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, η αποζημίωση αυτού περιλαμβάνει και οτιδήποτε θα στερείται στο μέλλον (διαφυγόν κέρδος). Έτσι, σε περίπτωση βλάβης της υγείας ή του σώματος εργαζομένου, ο οποίος κατέστη ανίκανος προς εργασία, η αποζημίωση αυτού περιλαμβάνει και το ποσό το οποίο θα στερείται στο μέλλον, συνεπεία του ότι αδυνατεί να ασκήσει την επαγγελματική δραστηριότητα, την οποία ασκούσε προηγουμένως και την οποία, μετά πιθανότητος, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα ασκούσε, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, εάν δεν ελάμβανε χώρα ο τραυματισμός του.

Εξ άλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως και όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε.

Στην παρούσα περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, το εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, εν σχέσει προς το ζήτημα της απωλείας μελλοντικού εισοδήματος του ενάγοντος-αναιρεσείοντος, συνεπεία της αναπηρίας του, από το ένδικο ατύχημα, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά: "Διά της υπ' αριθμ. 18/2000 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, και της επί εφέσεως κατ' αυτής εκδοθείσης υπ' αριθμ. 36/2002 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων, κρίθηκε με ισχύ δεδικασμένου ότι αποκλειστικός υπαίτιος του εν λόγω ατυχήματος και των εξ αυτού δυσμενών επιπτώσεων στην υγεία του παθόντος-εκκαλούντος, τυγχάνει ο πρώτος των εφεσιβλήτων.

Δια της εν λόγω αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων, η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την από 11-5-1999 αγωγή του εκκαλούντος, πλέον των λοιπών αγωγικών κονδυλίων που ζητούσε δι' αυτής ο εκκαλών, ως αποζημίωση για το χρονικό διάστημα από του τραυματισμού του κατά το ως άνω τροχαίο ατύχημα (13-7-1998) μέχρι την άσκηση της αγωγής (11-5-1999), του επεδίκασε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής του βλάβης το ποσό των 2.000.000 δραχμών.

Στον προσδιορισμό του ως άνω χρηματικού ποσού, προέβη η ως άνω δικαστική απόφαση, λαμβάνοντας υπόψη την σοβαρότητα του τραύματος και την μέχρι της ασκήσεως της αγωγής πορεία ιάσεώς του, ενόψει του ότι παρετέθη ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, ότι για την αντιμετώπιση του ως άνω τραυματισμού του, εγένοντο χειρουργικές επεμβάσεις στο Π.Π.Γ.

Νοσοκομείο Ιωαννίνων, ήτοι οστεοσύνθεση με ήλο Amdi 140o.90 mm, 12 οπών και με δέκα βίδες στο δεξί πόδι του, καθήλωση με αγκράφα του κνημιαίου κυρτώματος, συρραφή των συνδεσμικών στοιχείων του δεξιού γόνατος και εξήλθε την 23-7-1998 με οδηγίες για λήψη φαρμακευτικής αγωγής, αφαίρεση ακολούθως υλικών σύγκλισης δέρματος, μερική κίνηση με πατερίτσες, φυσιοθεραπείες και επανεξέταση, με την προσδοκία ότι μετά πάροδο ικανού χρόνου θα επήρχετο ίαση του τραύματός του.

Όμως, μετά την άσκηση της ως άνω πρώτης αγωγής κατά το στάδιο αποθεραπείας του, το τραύμα του στο δεξιό πόδι παρουσίασε ανεπιθύμητες και μη προβλέψιμες επιπλοκές, ήτοι αργή πώρωση του κατάγματος, δημιουργία ψευδαρθρώσεως δεξιού μηριαίου, βασεοαυχενικό και διπολικό δεξιό μηριαίου. Έτσι, υπεβλήθη σε νέα εγχείρηση την 26-5-1999, του εγένετο αφαίρεση ολισθαίνοντα ήλου-πλάκας 10 οπών και εγγράφας από κνημιαίο κύρτωμα, εσωτερική οστεοσύνθεση με πλάκα ACP 14 οπών και μοσχεύματα από το λαγόνιο.

Μάλιστα, κατά την εγχείρηση, η οποία ήταν σύνθετος, επίπονη και μεγάλης διάρκειας, κινδύνεψε η ζωή του, λόγω αιφνιδίου πτώσεως της πιέσεως. Μετά την εγχείρηση και την παραμονή του στο Π.Π.Γ. Ν. Ιωαννίνων συνεστήθη ακινησία επί μακρόν και μετά 8μηνο βάδιση με βακτηρίες και ακολούθως συνεχής παρακολούθηση της πορείας του τραύματος.

Μετά ταλαιπωρία πολλών μηνών, εισήλθε για έλεγχο στο ίδιο Νοσοκομείο την 19-4-2000, όπου διαπιστώθηκε μικρή βελτίωση της καταστάσεως του τραύματος, αλλά παρατηρήθηκε βράχυνση του δεξιού ποδιού του και 5 εκατοστά, του συστήθηκε να κινείται με δύο βακτηρίες και στη συνέχεια από Νοέμβριο 2000 με μα βακτηρία και με τη βοήθεια ετέρου βοηθού, προκειμένου να επιτευχθεί σταδιακά ίαση του τραύματος.

Όμως, κατά την προσπάθειά του να ανασηκωθεί για να κινηθεί με τις βακτηρίες και τη βοήθεια της συζύγου του, ένιωσε δυνατή ζάλη, έχασε την ισορροπία του και έπεσε στο δάπεδο. Εξ αυτής της πτώσεώς του, όπως διαπιστώθηκε από τον θεράποντα ιατρό του στο Π.Π.Γ. Ν. Ιωαννίνων, υπέστη ρωγμώδες κάταγμα δεξιού μηριαίου σε έδαφος χειρουργημένης ψευδάρθρωσης με αδυναμία κάλυψης και έκτασης του δεξιού ποδιού, ήτοι στο πόδι που προηγουμένως δύο φορές είχε χειρουργηθεί.

Του εγένετο δερματική έλξη με σιδερένιο βάρος δύο κιλών, του συστήθηκε αυστηρός κλινοστατισμός επί 45 ημέρες και ακολούθως σταδιακή κίνηση με βακτηρίες και αποχή εκ της εργασίας επί 6μηνο τουλάχιστον και επανέλεγχο. Όταν του εγένετο επανέλεγχος του συνεστήθη κίνηση με βακτηρίες και αποχή εκ της εργασίας του επί 4μηνο.

Όταν του εγένετο επανέλεγχος την 6-7-2001 διαπιστώθηκε βράχυνση ποδός κατά 5 εκατοστά και του συνεστήθη βάδιση με βακτηρίες επί 6 μήνες ακόμη. Με βάση τα νέα αυτά πραγματικά περιστατικά, ο εκκαλών άσκησε κατά των ιδίων εφεσιβλήτων αγωγή, με την οποία ζητούσε αφενός αποζημίωση (θετική και διαφυγόν κέρδος) για τη ζημία που συνεχίζει να υφίσταται από την άσκηση της προηγούμενης αγωγής του (11-5-1999) μέχρι την άσκηση της αγωγής του αυτής (27-7-2001), αφετέρου πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ως εκ της απροβλέπτου δυσμενούς πορείας του τραυματισμού του.

Επί της αγωγής του αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 57/2003 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, η οποία έκανε μερικά δεκτή την αγωγή αυτή του εκκαλούντος και επεδίκασε σ' αυτόν πλέον της αποζημιώσεως και πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης συνεπεία δυσμενούς και απροβλέπτου εξελίξεως του τραυματισμού του, το ποσό των 5.000.000 δραχμών.

Η εν λόγω απόφαση κατέστη τελεσίδικος, ως εκ της μη ασκηθείσης κατ' αυτής εφέσεως. Όμως, και μετά την άσκηση της, ως άνω, δευτέρας αγωγής του εκκαλούντος, η πορεία ιάσεως του τραύματός του, αντί να βελτιώνεται, ως προεβλέπετο κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από τους θεράποντες ιατρούς του, παρουσίασε ραγδαία και μη προβλέψιμη επιδείνωση.

Συγκεκριμένα την 10-1-2002 όταν εισήχθη στο Π.Π.Γ.Ν. Ιωαννίνων, διαπιστώθηκε και πάλιν ψευδάρθρωση δεξιού μηριαίου και του εγένετο καθαρισμός των παλαιών υλικών εσωτερικής οστεοσύνθεσης και ψευδοαρθρωσικού ιστού, τοποθέτηση 1 ήλου, νέων μοσχευμάτων από λαγώνιο και του συνεστήθη λήψη αντιπηκτικών φαρμάκων, βάδιση με βακτηρίες και αποχή από την εργασία επί 6μηνο.

Όταν την 3-2-2002 επανεισήχθη στο ίδιο Νοσοκομείο διαγνώσθηκε φλεγμονή στο έδαφος ψευδάρθρωσης, του εγένοντο συνεχείς καθαρισμοί, νεαροποίηση και σύγκλιση τραύματος μετά δύο μήνες, εξήλθε δε του Νοσοκομείου την 10-4-2002, ήτοι μετά δύο μήνες. Την 9-5-2002 λόγω ψυχικών διαταραχών εισήχθη στην ψυχιατρική κλινική, ως εκ της καταθλίψεως του, λόγω της ψυχικής του ταλαιπωρίας εκ του τραυματισμού του.

Την 20-5-2003 εξεταζόμενος και πάλιν διαπιστώθηκε βράχυνση του δεξιού ποδός του κατά δύο ακόμη εκατοστά, ήτοι συνολικά 7 εκατοστά και εξωτερική στροφή του δεξιού άκρου ποδός και του δηλώθηκε πλέον ότι, η κατάσταση αυτή είναι μη αναστρέψιμη. Επί τη γνώσει αυτού περιέπεσε σε κατάθλιψη ο εκκαλών και την 28-5-2003 εισήχθη στην ψυχιατρική κλινική του Νοσοκομείου όπου παρέμεινε υπό ιατρική παρακολούθηση και φροντίδα μέχρι την 11-6-2003.....

Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: εξ αιτίας της επιδεινώσεως της υγείας του εκκαλούντος, ως προελέχθη, αυτός πλειστάκις εισήχθη στο Π.Π.Γ.Ν. Ιωαννίνων είτε για να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση, είτε για εξετάσεις και έλεγχο είτε για ψυχιατρική υποστήριξη ...

Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του ... από 10-1-2002 έως 18-1-2002 και από 3-2-2002 έως 10-4-2002 απαιτήθηκε δαπάνη ... Ακόμη αποδείχθηκε, ότι μετά την έξοδό του εκ του Νοσοκομείου, στον εκκαλούντα συνεστήθη, ως προεξετέθη, πλήρης ακινησία και κλινοστατισμός επί 40 ημέρες και μετέπειτα και μέχρι 6 μήνες συνολικά σταδιακή απόπειρα κινήσεως με βακτηρίες....

Περαιτέρω από τα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών, επί ένα εξάμηνο μετά την έξοδό του εκ του Νοσοκομείου, ήταν αδύνατον να εργαστεί, ως πρότερον εργάζονταν, στην εταιρία "Ψ3 και Σια Ο.Ε." στο ..., παρέχοντας στην εταιρία αυτή, της οποίας ήταν και ομόρρυθμο μέλος, την προσωπική του εργασία, για την οποία αμείβονταν με 1000 ευρώ μηνιαίως.

Έτσι, απώλεσε κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα, το ποσό των 6000 ευρώ (6 μήνες Χ 1000 ευρώ μηνιαίως) και το οποίο θα πρέπει να του επιδικασθεί. Για το μετέπειτα χρονικά διάστημα, ενόψει του ότι η εταιρία αυτή ασχολείται με την πώληση οικοδομικών υλικών, τα οποία φορτώνονται με ειδικά μηχανήματα και του ότι ο εκκαλών ηδύνατο πλέον να κινείται έστω και με βακτηρίες, μπορούσε πλέον να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην εταιρία όπερ και έπραττε ..." Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο απέρριψε τον σχετικό λόγο της εφέσεως, που είχε ασκήσει ο ενάγων, ήδη αναιρεσείων, και αφορούσε στο ανωτέρω κεφάλαιο, επικυρώνοντας, κατά το κεφάλαιο αυτό, την πρωτόδικο απόφαση, με την οποία είχε επιδικασθεί αποζημίωση για χρονικό διάστημα εξ μηνών, κατά μερική παραδοχή της αγωγής, ως προς την αξίωση αποζημιώσεως λόγω διαφυγόντων κερδών.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, για έλλειψη σαφούς αιτιολογίας, ως προς το ζήτημα της ανικανότητος ή μη του ενάγοντος προς εργασία, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και κατέστησε ανέφικτο τον ακυρωτικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των προαναφερομένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.

Ειδικότερα, ενώ δέχεται, ότι το χρονικό διάστημα της ανικανότητος του ενάγοντος προς εργασία, συνεπεία της επιδεινώσεως της καταστάσεως της υγείας του, εκ των σωματικών βλαβών που υπέστη από το ένδικο ατύχημα είναι μόνον αυτό των εξ μηνών "από της εξόδου του από το νοσοκομείο" (για το οποίο και επιδίκασε αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη), ενώ για το υπόλοιπο είναι ικανός προς εργασία, δεν αποσαφηνίζει" ποια έξοδο από το νοσοκομείο", λαμβάνει υπ' όψη, εφ' όσον τέτοιες υπήρξαν πολλές, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί η ύπαρξη ή μη τέτοιας ανικανότητος, με βάση τις παραδοχές του, για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα.

Σε περίπτωση δε κατά την οποία "ως έξοδο από το νοσοκομείο" θεωρεί αυτή της 10-4-2002, μετά παραμονή σ' αυτό δύο μηνών, δεν διαλαμβάνει στην απόφασή του καμία αιτιολογία περί της ικανότητος ή μη του ενάγοντος προς εργασία, κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα της ενδίκου αγωγής (από 7-7-2001). Εξ άλλου, ενώ δέχεται ότι μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο, συνεστήθη στον ενάγοντα "πλήρης ακινησία επί 40 ημέρες και μετέπειτα μέχρι 6 μήνες συνολικά σταδιακή απόπειρα κινήσεως με βακτηρίες", ακολούθως δέχεται (με έναρξη το αυτό χρονικό σημείο) ότι αυτός ήταν ανίκανος προς εργασία μόνον για έξι μήνες και ικανός για το μετέπειτα χρονικό διάστημα, στο οποίο, όμως, κατά τις παραδοχές του, περιλαμβάνεται και χρονικό διάστημα, κατά το οποίο αυτός ευρίσκετο "σε σταδιακή απόπειρα κινήσεως με βακτήριες", χωρίς να διαλαμβάνει πραγματικά περιστατικά στην απόφασή του, με τα οποία να αιτιολογείται η ικανότητα αυτή.

Ακόμη, ενώ δέχεται ότι μετά το χρονικό διάστημα των εξ μηνών από της εξόδου του από το νοσοκομείο, ο ενάγων είναι ικανός προς παροχή της εργασίας, την οποία και πρότερον παρείχε στην εταιρεία "Ψ3 και Σια O.E.", στο ..., δεν αποσαφηνίζει σε ποιο χρονικό διάστημα αφορά η εργασία, που αυτός" παρείχε πρότερον" και σε τι συνίστατο αυτή, παραθέτοντας περιστατικά τα οποία να στηρίζουν την κρίση του, περί της δυνατότητας παροχής αυτής από τον ενάγοντα, υπό τις νέες συνθήκες, ήτοι με βράχυνση του δεξιού του ποδιού κατά επτά εκατοστά και στηριζόμενο σε δύο βακτηρίες.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως νομίμου βάσεως, λόγω ελλείψεως αιτιολογίας και λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας επί των ανωτέρω ζητημάτων, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, όπως κατ' άρθρο 562§4 του Κ.Πολ.Δ.

συμπληρώνεται από την Εισηγήτρια Αρεοπαγίτη. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το αμέσως ανωτέρω αναφερόμενο κεφάλαιό της (περί διαφυγόντων κερδών) και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, εφ' όσον είναι δυνατή η συγκρότηση αυτού από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως, να καταδικασθούν δε οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας των, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).

Εξ άλλου, εφ' όσον αναιρείται η απόφαση, κατά το, ως άνω, κεφάλαιο, παρέλκει η έρευνα του πρώτου λόγου αναιρέσεως (από τον αριθμό 10 και 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.), που αφορά στο ίδιο κεφάλαιο αυτής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 368/2007 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, κατά το κεφάλαιό της, που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας (περί διαφυγόντων κερδών).

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το ανωτέρω κεφάλαιο, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Και,

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Δεκεμβρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιανουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ