Legislator Case Law & Legislation
120/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility when lower court rejects claim as vague before examining evidence.

Case Number 120/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Second Instance Court's decision rejecting their lawsuit as legally and substantively vague. The appellants argued the Second Instance Court erred by refusing to examine evidence and violated substantive laws regarding their employment status with the public utility company. The Court ruled that since the lower court did not enter the stage of evidence examination, appeals regarding evidence inadmissibility or failure to consider documents are procedurally inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19), 559(9), 559(11), 559(11b) of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging inadmissibility of evidence or failure to consider documents is inadmissible if the court of first instance rejected the claim as legally or substantively vague without entering the stage of evidence examination.

Keywords

AI generated
inadmissibility of appeal vague claim rejection evidence examination stage procedural inadmissibility substantive law violation

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 559(9) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11b) of the Code of Civil Procedure
Article 118(4) of the Code of Civil Procedure
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 120 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 120/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων : 1) Χ1, κατοίκου ......, 2) Χ2, κατοίκου ...... και 3) Χ3, κατοίκου ......, τους οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Κωνσταντίνος Αδάμης.

Της αναιρεσιβλήτου: Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (Δ.Ε.Η), που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Περικλής Κατσαούνης.

Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος του πρώτου αναιρεσείοντος δήλωσε ότι διορθώνει το όνομα αυτού στο ορθό "......" αντί του εσφαλμένου '......' που αναγράφεται στην αίτηση αναιρέσεως.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28.09.2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1147/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 7408/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21.10.2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος ανέγνωσε την από 14.11.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου είναι δυνατόν να έχει ως περιεχόμενο την αιτίαση ότι η αγωγή επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή ως αόριστη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο σύμφωνα με τον συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου.

Πρέπει, όμως, στην περίπτωση αυτή, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, και συνεπώς να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, να αναφέρεται στο αναιρετήριο με πληρότητα η ιστορική βάση της αγωγής που απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή ως αόριστη, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων στην αγωγή του για τη στήριξη συγκεκριμένου αιτήματος παροχής έννομης προστασίας.

Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονος προτάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως σε ζήτημα που ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας της.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο και έκτο, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, για παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, λόγους αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, που, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, δεν απεφάνθη επί της ουσίας της διαφοράς, αλλά απέρριψε την από 28.9.2001 αγωγή τους εν μέρει ως μη νόμιμη και εν μέρει ως αόριστη και εντεύθεν απαράδεκτη, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση με την οποία, αντιθέτως, είχε γίνει δεκτή αυτή ως ορισμένη και νομικά και ουσιαστικά βάσιμη, την πλημμέλεια της παραβιάσεως των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 57, 59, 281, 288, 361, 648 επ., 904 επ., 932 ΑΚ, 10 παρ. 2 και 15 παρ. 3 του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού της ΔΕΗ, που κυρώθηκε με το ΝΔ 210/1974, 3 του υπό στοιχείο 1 κεφαλαίου της από 7.5.1984 ΕΣΣΕ προσωπικού ΔΕΗ, 1 παρ. 1 του Ν. 435/1976, 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1β του Συντάγματος και 110 της Συνθήκης της ΕΟΚ.

Δεν παρατίθεται όμως στο αναιρετήριο, όπως για το ορισμένο του πιο πάνω λόγου αναιρέσεως απαιτείται από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, με πληρότητα και σαφήνεια η ιστορική βάση της αγωγής που απορρίφθηκε βασικά ως μη νόμιμη και ως προς μία από τις σωρευόμενες βάσεις της ως αόριστη, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση νομική πλημμέλεια.

Επομένως, οι λόγοι αυτοί ως προς την ανωτέρω αιτίασή τους είναι αόριστοι. Οι ίδιοι λόγοι, ως προς την εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ αιτίαση για έλλειψη νόμιμης βάσεως, λόγω των περιεχομένων στην προσβαλλόμενη απόφαση ασαφών και ανεπαρκών αιτιολογιών, είναι απαράδεκτοι, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δεν εισήλθε στην κατ' ουσίαν διερεύνηση της υποθέσεως, αλλά απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη και αόριστη.

Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 9 και 11β ΚΠολΔ, αποδίδουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του τα προσκομισθέντα από την αναιρεσίβλητη έγγραφα, μολονότι δεν είχε γίνει από την τελευταία νόμιμη επίκλησή τους. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δεν εισήλθε στο στάδιο της αποδεικτικής διαδικασίας, αλλά απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη και αόριστη.

Ο λόγος αναιρέσεως που προβλέπεται στο άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ πλήττει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας κατά το δεύτερο στάδιο της διαδικαστικής πορείας, δηλαδή κατά το στάδιο της αλήθειας των πραγματικών περιστατικών.

Συνεπώς, αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στο στάδιο της αποδεικτικής διαδικασίας, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των αποδεικτικών μέσων, αλλά απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Επομένως, ο έβδομος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 9 και 11γ ΚΠολΔ, μέμφονται το Εφετείο ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα (έντυπα μηχανογραφημένων καταστάσεων εργασίας τους), τα οποία αυτοί νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είναι απαράδεκτος, διότι στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δεν εισήλθε στο στάδιο της αποδεικτικής διαδικασίας, αλλά απέρριψε την υπό δίκη αγωγή ως μη νόμιμη και αόριστη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-10-2007 αίτηση του Χ1, κλπ περί αναιρέσεως της 7408/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ