Legislator Case Law & Legislation
120/2008 AI generated

120/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 120/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21.01.2003 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 23206/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 1897/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 21.10.2006 αίτησή του και τους από 22.06.2007 με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 29.10.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

120/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (ΚΠολΔ 559 αρ. 1) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 120 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 120/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Νικόλαο Λεοντή - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος: ....., τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Ιωάννης Ραχιώτης με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου : ......, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Νικόλαος Μοσχοβάκος.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21.01.2003 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 23206/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 1897/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 21.10.2006 αίτησή του και τους από 22.06.2007 με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 29.10.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 388/23-10-2006 αίτηση αναιρέσεως και τους με ιδιαίτερο, 171/21-6-2007, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, προσβάλλεται η 1897/17-7-2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ,

εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 2291/22.1.2003 ανακοπή ο ανακόπτων και ήδη αναιρεσείων εδίωκε την ακύρωση της 34698/30.12.2002 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε κατά παραδοχή κατ' αυτού απευθυνομένης σχετικής αιτήσεως του καθού η ανακοπή και ήδη αναιρεσιβλήτου, με βάση την διαλαμβανόμενη στις αιτιολογίες της συναλλαγματική, η οποία, λόγω μη νόμιμης χαρτοσημάνσεώς της, ίσχυσε κατά μετατροπή ως αφηρημένη αναγνώριση χρέους. Επί της εν λόγω ανακοπής εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία η απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν 23206/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από έφεση του ανακόπτοντος, η 1897/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με απορριπτική επ' αυτής ομοίως κατ' ουσίαν κρίση. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εκκαλών με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και το δικόγραφο των προσθέτων αυτής λόγων και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια. Και ειδικότερα: Α. Κύριο δικόγραφο.

Ι. Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιό λόγο από τους περιοριστικά αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση, χωρίς η εντεύθεν αοριστία να μπορεί επιτρεπτώς να θεραπευθεί με παραπομπή στο εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο ή τις προτάσεις του αναιρεσείοντος.

Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (ΚΠολΔ 559 αρ. 1) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στη ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, από τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 20/2005). Ομοίως για να είναι ορισμένος, και άρα παραδεκτός, ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αριθμ. 19), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, η έννοια που αποδίδει αυτός στην παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που, φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επί πλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του πραγματικά περιστατικά, Και τούτο για τον λόγο ότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΚΠολΔ 578), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου.

Επομένως η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία προκειμένου να ελεγχθεί αν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα και ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως.

Με τους πρώτο και τέταρτο λόγους αναιρέσεως αποδίδεται στην προβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, ότι ακύρως και κατά παράβαση του άρθρου 624 ΚΠολΔ εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής για απαίτηση που τελούσε υπό τη μη πληρωθείσα αναβλητική αίρεση ότι ο αναιρεσίβλητος, πωλητής προς τον αναιρεσείοντα και τη σύζυγό του διαμερίσματος οικοδομής, θα παρέδιδε τον περιβάλλοντα αυτής χώρο αποπερατωμένο και πλήρως λειτουργικό μέχρι 31.12.2001, πλήττοντας με τον τρόπο αυτό εμμέσως, πλην σαφώς, την αντίθετη περί πραγμάτων ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΚΠολΔ 561 παρ. 1), χωρίς παρά ταύτα να αναφέρονται καθόλου στο αναιρετήριο τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το κατ' ουσίαν αβάσιμο του σχετικού λόγου της ανακοπής, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, με άμεση δικονομική συνέπεια να αξιολογούνται προεχόντως ως αόριστοι και άρα απαράδεκτοι. 'Ομοια αρνητικά αξιολογείται, ως ουσιαστικά αβάσιμος, ο δεύτερος λόγος, με αποδιδόμενη αναιρετική αιτίαση τη μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας του από 17.10.2001 ιδιωτικού εγγράφου (ΚΠολΔ 559 αριθμ. 11), για το οποίο ειδική γίνεται αναφορά στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

ΙΙ. Με το άρθρο 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ οριζόταν πριν από την τροποποίησή του με το ν. 2915/2001, ότι ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, "χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη" (περ. β'). Μέσω της διατάξεως αυτής ήταν δυνατή η άσκηση αναιρετικού ελέγχου για τη συμμόρφωση των δικαστηρίων της ουσίας προς την υποχρέωσή τους να διατάσσουν απόδειξη για κάθε αμφισβητούμενο γεγονός με τα αποδεικτικά μέσα του ΚΠολΔ, το πεδίο εφαρμογής της οποίας είχε μειωθεί σημαντικά μετά τον σταδιακό περιορισμό της προδικαστικής αποφάσεως με τους ν.2207/1994 και 2479/1997 (ΚΠολΔ 226 ΙΙ, 270 VΙ, 341 Ι), αφού για την ίδρυσή του πρέπει το δικαστήριο να ήταν υποχρεωμένο για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.

Ήδη, μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως (άρθρο 14 Ι του ν.2915/2001) και την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις, με το άρθρο 17 ΙΙ του ιδίου νόμου διαγράφηκαν οι λέξεις "ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά", καταργηθέντος, ως στερούμενο νοήματος, του προβλεπομένου για την περίπτωση αυτού αναιρετικού λόγου, τον οποίο αβασίμως επικαλείται ο αναιρεσείων με τον τρίτο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε υπό την ισχύ του νομικού καθεστώτος του ν.2915/2001.

Υπό την αυτή αρίθμηση των λόγων αναιρέσεως γίνεται κατά τρόπο γενικό και αόριστο αναφορά στη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, πλήττοντας στην πραγματικότητα τις ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, αποδίδοντας εσφαλμένη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων. Με τον τελευταίο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως κατά τρόπο αντιφατικό υποστηρίζεται ότι το δικαστήριο της ουσίας ουδόλως έλαβε υπόψη την εκδοθείσα σε δεύτερο βαθμό 28592/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και παράλληλα, χωρίς διατύπωση επικουρικότητας, ότι εσφαλμένα εκτίμησε την εν λόγω απόφαση.

Κατά τον αυτό αντιφατικό τρόπο διαλαμβάνεται στη συνέχεια ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη το απορρέον από την εν λόγω απόφαση δεδικασμένο και συγχρόνως, χωρίς διατύπωση επικουρικότητας, ότι σιωπηρά απέρριψε τον περί τούτου ισχυρισμό του, με αναφορά στις αντιφατικές αναιρετικές αιτιάσεις του άρθρου 559 αριθμ. 8 και 16 ΚΠολΔ, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι παράλληλα ιστορείται ότι η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε μεταξύ του ήδη αναιρεσιβλήτου και τρίτων και επομένως δεν συντρέχει η υποκείμενη προϋπόθεση για την ενέργεια του δεδικασμένου της ταυτότητας των προσώπων (ΚΠολΔ 324).

Σε κάθε περίπτωση δεν προσκομίζεται η επικαλούμενη 28592/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αναγκαία για την αξιολόγηση των λόγων αυτών αναιρέσεως και τον έλεγχο της βασιμότητάς τους.

Β. Δικόγραφο προσθέτων λόγων Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 349 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει την δικανική του πεποίθηση συνεκτιμά ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους. Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφασή του, ν' αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, όχι όμως και να κάμει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.

Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καθίσταται αδίστακτα βέβαιο ότι ως προς το σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως του δικαστηρίου επί ενός ουσιώδους ζητήματος δεν λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίσθηκαν, τότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ.

Με τον πρώτο κατά σειρά πρόσθετο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, η πλημμέλεια ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη τα αμέσως παρακάτω αναφερόμενα έγγραφα, τα οποία προσκομίσθηκαν με επίκληση προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού και αντίστοιχου λόγου ανακοπής ότι η απαίτηση, για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, τελούσε από τη μη πληρωθείσα αναβλητική αίρεση της παραδόσεως αποπερατωμένου και πλήρως λειτουργικού του περιβάλλοντος χώρου της οικοδομής.

Και ειδικότερα α. το από 11.4.2005 πρακτικό των συγκυρίων σε ποσοστό 92,7/οο της οικοδομής, β. την από 17.10.2002 εξώδικη δήλωση του αναιρεσείοντος, της συζύγου του, του υιού του και της συζύγου του τελευταίου, γ. (33) φωτογραφίες του περιβάλλοντος χώρου της οικοδομής, δ. την 270/13.1.2003 αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και την εκδοθείσα επ' αυτής 3276/2004 απόφασή του και ε.

σε δεύτερο βαθμό, με τα από έφεση του ήδη αναιρεσίβλητου, 28592/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία υποστηρίζεται ότι κρίθηκε ότι κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα δεν είχαν εκτελεσθεί οι συμφωνηθείσες εργασίες στους κοινόχρηστους χώρους της οικοδομής και τον χώρο σταθμεύσεως των αυτοκινήτων.

Για την τελευταία αυτή απόφαση, όπως προαναφέρθηκε, με το κύριο δικόγραφο αντιφατικά υποστηρίχθηκε παράλληλα ότι εσφαλμένα εκτιμήθηκε. Από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας αναφορικά με τον αξιολογηθέντα ως κατ' ουσίαν αβάσιμο λόγο ανακοπής περί μη πληρώσεως της αναβλητικής αιρέσεως της απαιτήσεως για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, έλαβε υπόψη και εκτίμησε ως δικαστικά τεκμήρια τα χαρακτηριζόμενα με στοιχ. (α) - (γ) έγγραφα, για τα οποία παραδεκτά προτείνεται ο λόγος αναιρέσεως, με άμεση δικονομική συνέπεια να ελέγχεται ως αβάσιμος κατά τούτο και απαράδεκτος, λόγω της αντιφατικής προτάσεως, κατά τα λοιπά.

Στον λόγο αυτό αναιρέσεως προσήκει η αναφορά κατά τη διατύπωση της αναιρετικής αιτιάσεως του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ στο κύριο δικόγραφο, ότι δεν λήφθηκαν επιπροσθέτως υπόψη (1) το ...... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μαρίας Γκουρίτσα και (2) η από ..... τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού ......, έγγραφα για τα οποία ειδική γίνεται αναφορά στις αιτιολογίες της αποφάσεως, στο τελευταίο μάλιστα αναφέρεται η ερευνώμενη στη συνέχεια αναιρετική αιτίαση του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, (3) η .....

συστατική της οροφοκτησίας πράξη, που ομοίως εκτιμάται ότι λήφθηκε υπόψη και αξιολογήθηκε και (4) η συνημμένη εις αυτήν από ..... κάτοψη υπογείου, την οποία δεν επικαλέσθηκε, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση της εφέσεως και των κατά την δευτεροβάθμια δίκη προτάσεων του ήδη αναιρεσείοντος. Ο λόγος αυτός του κυρίου δικογράφου, εκτιμώμενος ως αναιρετική αιτίαση του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, αξιολογείται ως αβάσιμος κατά τα με αριθμούς (1) - (3) έγγραφα και απαράδεκτος κατά τα λοιπά.

ΙΙ. "Πράγμα" κατά την έννοια του προβλεπομένου από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως αποτελεί και ο λόγος εφέσεως που περιέχει αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό και διατυπώνεται δι' αυτού παράπονο κατά την κρίση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Κατά συνέπεια, ο δεύτερος κατά σειρά λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται κατ' εκτίμηση στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση η αναιρετική αιτίαση του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ με την έννοια της μη λήψεως υπόψη του λόγου ανακοπής και του αντιστοίχου λόγου εφέσεως περί μη πληρώσεως της αναβλητικής αιρέσεως, υπό την οποία τελούσε η απαίτηση, ελέγχεται ως αβάσιμος, εφόσον ερευνήθηκε και απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμος.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί, πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ως έγγραφα νοούνται τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις των άρθρων 432 επ. ΚΠολΔ που παρέχουν άμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου του επικαλουμένου και προσκομίζοντος τα εν λόγω έγγραφα.

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 375 ΚΠολΔ σαφώς προκύπτει ότι τα δικαστικά τεκμήρια, δηλαδή, τα συμπεράσματα που συνάγονται κατά τους κανόνες της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας εκ γνωστών πραγμάτων περί αγνώστων, ο δικαστής μπορεί να τα συναγάγει από οπουδήποτε, ακόμη και από έγγραφα άκυρα ή παράτυπα.

Αρκεί να έχει επιτραπεί η δια μαρτύρων απόδειξη και να μην αμφισβητείται το γεγονός, που συνιστά τη βάση του τεκμηρίου. Εξ άλλου, κατά μεν το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα είναι η ομολογία, η αυτοψία, η πραγματογνωμοσύνη, τα έγγραφα, η εξέταση των διαδίκων, οι μάρτυρες και τα δικαστικά τεκμήρια, κατά δε το άρθρο 390 ΚΠολΔ, γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσάγονται από αυτόν, εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο.

Από το συνδυασμό των εν λόγω διατάξεων προκύπτει ότι οι γνωμοδοτήσεις του άρθρου 390 ΚΠολΔ, εφόσον συντάχθηκαν κατά τις νόμιμες προϋποθέσεις δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλ' έγγραφο, που υποβάλλεται στην ίδια ρύθμιση να εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο (Ολ.ΑΠ 8/2005) και με την έννοια αυτή δεν υπόκεινται στον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.

Επιπρόσθετα για το ορισμένο του λόγου αυτού αναιρέσεως πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο ως το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ότι παραμορφώθηκε εγγράφου, ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση να υπάρχει η δυνατότητα να κριθεί από τον Άρειο Πάγο, αν υφίσταται διαγνωστικό σφάλμα, (β) το γενόμενο δεκτό από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, (γ) το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για το ότι υπάρχουν ή όχι κρίσιμα πραγματικά γεγονότα και (δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο.

Αν ο λόγος αναιρέσεως δεν περιέχει τα παραπάνω αναφερόμενα στοιχεία, είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.12 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως αναφορικά με την παραβίαση του ορισμού του νόμου για την δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μεγαλύτερη από εκείνη, που, δεσμευτικά γι' αυτό, καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση κατά την οποία, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (ΚΠολΔ 340), αποδίδει σε ορισμένη αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα άλλα αποδεικτικά μέσα.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ποιά είναι η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε στο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο από το δικαστήριο της ουσίας και πού έγκειται, ως προς το αποδεικτικό μέσο, το σφάλμα της προσβαλλομένης αποφάσεως. Σε συνέπεια με τις νομικές αυτές παραδοχές οι αποδιδόμενες με τον τρίτο κατά σειρά λόγο αναιρετικές αιτιάσεις του άρθρου 559 αριθμ. 20 και 12 ΚΠολΔ αναφορικά με την αξιολόγηση της συνταχθείσης κατόπιν εντολής του αναιρεσείοντος από ....

τεχνικής εκθέσεως του πολιτικού μηχανικού ....., που αποτελεί την κατά την έννοια του άρθρου 390 ΚΠολΔ ελευθέρως εκτιμωμένη ιδιωτική γνωμοδότηση, ερείδονται επί αναληθούς από νομική άποψη προϋποθέσεως και αξιολογούνται ως απαράδεκτοι, επιπροσθέτως δε παραλείπονται τα αναφερόμενα παραπάνω με στοιχεία (α) - (β) στοιχεία και παράλληλα ποιά είναι η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε στην εν λόγω ιδιωτική γνωμοδότηση από την προσβαλλόμενη απόφαση και το σχετικό σφάλμα αυτής.

IV. Με τον τελευταίο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως του προσθέτου δικογράφου, ο αναιρεσείων πλήττοντας εμμέσως, πλην σαφώς, την από το δικαστήριο της ουσίας αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και την ανέλεγκτη κατ' ουσίαν απορριπτική κρίση του επί του λόγου της ανακοπής, με τον οποίο υποστήριζε ότι η απαίτηση, για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, κατά ένα μέρος της αφορά υπόλοιπο του πράγματι συνομολογηθέντος τμήματος πωλήσεως του διαμερίσματος, επί πλέον του αναγραφομένου στο συνταχθέν προς τούτο συμβόλαιο, επικαλείται κατά τρόπο εντελώς γενικό και αόριστο τις κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 11 και 14 ΚΠολΔ αναιρετικές αιτιάσεις, με άμεση δικονομική συνέπεια ο σχετικός λόγος αναιρέσεως να ελέγχεται ως απαράδεκτος. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 388/23-10-2006 αίτηση αναιρέσεως κατά της 1897/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιανουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ