120/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated120/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 22 παρ. 1 β΄ του Συντάγματος, που έχει εφαρμογή στους βάσει συμβάσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου απασχολουμένους, όλοι οι εργαζόμενοι ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1 στοιχ.
Full text
Απόφαση 120 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 120/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών. Εκπροσωπήθηκε από την Ιωάννα Λεμπέση, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ., η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: .... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Πελαντάκη βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ρεθύμνου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 63/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 62/1916/ΠΤ/158/2000 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 23-2-2002 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, διάβασε την από 28-9-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, όπως με τα άρθρα 90 και 94 του ν.2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού" ορίζεται προκειμένου για την έναντι του Δημοσίου προβλεπόμενη διετή παραγραφή των από αποδοχές αξιώσεων των υπαλλήλων του.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 560 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. πρώτος λόγος αναιρέσεως ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνης, που δίκασε ως Εφετείο, παρά την υποχρέωσή του να εξετάσει αυτεπαγγέλτως την παραγραφή των αγωγικών αξιώσεων του αναιρεσιβλήτου για λήψη οικογενειακού επιδόματος κατά τη χρονική περίοδο από 1.1.1996 έως 31.1.1996, παρέλειψε να το πράξει, είναι απαράδεκτος αφού δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι ο ως άνω περί παραγραφής ισχυρισμός προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας.
Κατά το άρθρο 22 παρ. 1 β΄ του Συντάγματος, που έχει εφαρμογή στους βάσει συμβάσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου απασχολουμένους, όλοι οι εργαζόμενοι ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1 στοιχ.
α΄ της Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας 100/1951, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν.46/1975, 119 παρ. 2 της Συνθήκης ΕΟΚ, στην οποία η Ελλάδα προσχώρησε με την από 28.5.1979 Συνθήκη, που κυρώθηκε με το Ν.945/1979, 1 της Οδηγίας 75/117 της 19.2.1975 του Συμβουλίου της ΕΟΚ και 4 παρ. 2 του Ν.14141/1984 συνάγεται, ότι στην έννοια της αμοιβής περιλαμβάνονται και τα παρεχόμενα στον εργαζόμενο οικογενειακά επιδόματα (γάμου και παιδιών), τα οποία καταβάλλονται λόγω της εργασιακής σχέσεως για την παροχή της εργασίας και αποτελούν μέρος του μισθού, υπό την έννοια που αναφέρεται στα άρθρα 648, 649, 653 και 655 του Α.Κ.
Επομένως, ανεξάρτητα από το ενδοοικογενειακό ζήτημα αν ο ένας ή και οι δύο σύζυγοι οφείλουν να αντιμετωπίζουν τα βάρη του γάμου, την έναντι του εργοδότη απαίτηση για τα οικογενειακά επιδόματα έχουν στον ακέραιο και οι δύο, εφόσον αμφότεροι εργάζονται, βάσει της εργασιακής τους συμβάσεως, γιατί τα εν λόγω επιδόματα είναι τμήμα της αμοιβής που δικαιούνται και συνεπώς δεν συγχωρείται, ως προς αυτά καμία διάκριση για παρεχόμενη εργασίας ίσης αξίας.
Εξάλλου η θεμελιώδης διάταξη του άρθρου 119 της Συνθήκης της Ρώμης, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη τυπική ισχύ, εφαρμόζεται όχι μόνο στους μισθωτούς του ιδιωτικού αλλά και του δημόσιου τομέα, όπως δέχθηκε και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στις υποθέσεις με αριθμό 248/1983 και 58/1981. Τέλος, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου.
Από τη διάταξη αυτή έπεται ότι ο κοινός νομοθέτης οφείλει να ρυθμίζει τις ουσιωδώς όμοιες σχέσεις, δικαιώματα και καταστάσεις κατά τρόπο ισόνομο. Άνιση νομοθετική μεταχείρισή τους είναι αντίθετη προς τη συνταγματική αυτή επιταγή, η παράβαση της οποίας ελέγχεται δικαστικώς. Με το άρθρο 4 του Ν.1414/1984 "εφαρμογή της αρχής της ισότητας των φύλών στις εργασιακές σχέσεις και άλλες διατάξεις", που έχει εφαρμογή, σύμφωνα με το άρθρο 1 αυτού, στους εργαζόμενους με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ή με σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και σε όσους ασκούν ελευθέρια επαγγέλματα, ορίζεται ότι δικαιούχος των επιδομάτων γάμου είναι η οικογένεια και των επιδομάτων παιδιών τα παιδιά (παρ. 4) και ότι τα επιδόματα γάμου και παιδιών, που καθιερώνονται για πρώτη φορά ή επαναρυθμίζονται, χορηγούνται στο εξής στο ακέραιο, σε κάθε εργαζόμενο σύζυγο ή γονέα ανεξαρτήτως φύλου (παρ. 5).
Με τη μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 13 παρ.1 του ίδιου νόμου, η οποία καθορίζει τον τελικό δικαιούχο του επιδόματος μέχρι την υλοποίηση της παραπάνω διατάξεως του άρθρου 4, ορίζεται ότι αν και οι δύο σύζυγοι ή γονείς εργάζονται τα επιδόματα γάμου και παιδιών, που προβλέπονται κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού (2.2.1984), καταβάλλονται σ΄ εκείνον που υποδεικνύεται με κοινή δήλωσή τους προς τον εργοδότη που επιλέγουν και, αν οι σύζυγοι ή γονείς δεν συμφωνούν ή αδυνατούν να υποβάλουν την παραπάνω κοινή δήλωση, ο κάθε εργοδότης καταβάλλει το 50% του προβλεπόμενου επιδόματος γάμου ή παιδιών στο σύζυγο ή γονέα που απασχολεί.
Εξάλλου, ο Ν.1505/1984 "αναδιάρθρωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", που εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 1 αυτού, στους μονίμους και δοκίμους πολιτικούς υπαλλήλους του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ., στους εκπαιδευτικούς λειτουργούς καθώς και στο μόνιμο και δόκιμο προσωπικό των Ο.Τ.Α., ορίζει με το άρθρο 11, στη μεν παρ. 1 το ύψος του οικογενειακού επιδόματος, στην δε παρ. 6, όπως αντικαταστάθηκε από την 80013/8592/8-8 20.9.1985 (ΦΕΚ Β΄ 498) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 52 παρ. 11 εδ.
γ΄ του ν.1591/1986, τα ακόλουθα: "Στην περίπτωση που και οι δύο σύζυγοι είναι υπάλληλοι του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α. ή συνταξιούχοι των υπηρεσιών αυτών, ο καθένας θα παίρνει το μισό από το προβλεπόμενο κατά περίπτωση επίδομα στην παρ. 1 του άρθρου αυτού. Αν ο ένας από τους συζύγους είναι υπάλληλος ή συνταξιούχος των Υπηρεσιών του προηγουμένου εδαφίου και ο άλλος υπάλληλος ή συνταξιούχος:
α) του υπολοίπου δημοσίου τομέα, όπως αυτός οριοθετήθηκε με τη διάταξη της παρ. 6 άρθρου 1 του ν.1256/1982, β) των Ν.Π.Ι.Δ. που δεν περιλαμβάνονται στην έννοια του δημοσίου τομέα της προηγουμένης περίπτωσης, πλην όμως λειτουργούν με μορφή οργανισμού κοινής ωφέλειας ή κρατικής επιχείρησης, γ) των ιδιωτικών τραπεζών εν γένει και δ) είναι δικαιούχος επιδόματος οικογενειακών βαρών από τον Διανεμητικό Λογαριασμό Οικογενειακών Επιδομάτων Μισθωτών (ΔΛΟΕΜ) του ΟΑΕΔ ως υπάλληλος ή συνταξιούχος οποιασδήποτε από τις παραπάνω υπηρεσίες, τότε το επίδομα καταβάλλεται στον ένα από αυτούς κατ΄ επιλογή τους".
Περαιτέρω, με την παρ. 1 του άρθρου 12 του ισχύοντος από 1.1.997 ν. 2470/1997, που εφαρμόζεται εκτός άλλων στους μονίμους και δοκίμους πολιτικούς υπαλλήλους του Δημοσίου, χορηγείται για την ενίσχυση της οικογενείας των υπαλλήλων μηνιαία οικογενειακή παροχή, προσδιοριζομένη ειδικώς ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση των υπαλλήλων, ενώ με την παρ. 4 ορίζεται ότι "στην περίπτωση που ο ένας από τους δύο συζύγους λαμβάνει οικογενειακό επίδομα από οποιαδήποτε πηγή του δημοσίου ή ιδιωτικού τομέα, δεν καταβάλλεται στον έτερο σύζυγο υπάλληλο η ανωτέρω παροχή" και με την παρ. 5 ότι "στην περίπτωση που και οι δύο σύζυγοι είναι υπάλληλοι του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ.
και των Ο.Τ.Α., η ανωτέρω παροχή καταβάλλεται στον ένα από αυτούς, κατ΄ επιλογή τους, με κοινή υπεύθυνη δήλώση του ν.1599/1986 (ΔΕΚ 75 Α), που υποβάλλεται στους εκκαθαριστές αποδοχών και των δύο συζύγων". Όλες όμως οι ανωτέρω ρυθμίσεις κατά το μέρος που θέτουν ειδικές προϋποθέσεις για την καταβολή των οικογενειακών επιδομάτων στο ακέραιο στους εγγάμους μισθωτούς με σχέση ιδιωτικού δικαίου (μη λήψη των οικογενειακών επιδομάτων από τον έτερο εργαζόμενο σύζυγο) και θεσπίζουν, στην περίπτωση μη συνδρομής των ως άνω προϋποθέσεων, τη μερική καταβολή των επιδομάτων αυτών στους δύο εργαζομένους συζύγους, είναι αντίθετες προς την αρχή της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας παρεχομένη εργασία, που καθιερώνεται με το άρθρο 22 παρ. 1 εδ.
β΄ του Συντάγματος, αφού, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις αυτές, οι εργαζόμενοι με σχέση ιδιωτικού δικαίου, των οποίων ο σύζυγος ή η σύζυγος δεν εργάζεται, λαμβάνουν χωρίς τη συνδρομή καμίας άλλης ειδικής προϋποθέσεως, στο ακέραιο τα οικογενειακά επιδόματα που, κατά τα προεκτεθέντα, αποτελούν μέρος της αμοιβής τους (ΑΕΔ 3/2001, Ολομ.ΑΠ 15/1997).
Στην προκείμενη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, ότι ο αναιρεσίβλητος - ενάγων προσλήφθηκε από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο την 20.12.1991 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ως υπάλληλος σε οργανική θέση του Υπουργείου Δικαιοσύνης και συγκεκριμένα στο Ειρηνοδικείο Ρεθύμνου, όπου και εργάσθηκε μέχρι 31.8.1997 οπότε παραιτήθηκε, και ότι αν και ήταν έγγαμος από 14.4.1993 και πατέρας δύο ανηλίκων τέκνων, που γεννήθηκαν την 14.9.1993 το πρώτο και την 15.3.1995 το δεύτερο, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δεν χορήγησε σ΄ αυτόν το οικογενειακό επίδομα κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1996 έως 31.8.1997, για το λόγο ότι ελάμβανε αυτό η σύζυγος και μητέρα των ανωτέρω τέκνων του που είναι μόνιμη διοικητική υπάλληλος του ΙΚΑ.
Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά έκρινε περαιτέρω, ότι οι δια των εκτεθεισών διατάξεων τιθέμενοι περιορισμοί και προϋποθέσεις στη χορήγηση του οικογενειακού επιδόματος αντίκεινται στην από το άρθρο 22 παρ. 1 εδ. β΄ του Συντάγματος αρχής της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας παρεχόμενη εργασία και ότι με βάση την αρχή αυτή ο αναιρεσίβλητος δικαιούται στο ακέραιο το οικογενειακό επίδομα ως αντάλλαγμα της παρασχεθείσας εργασίας του.
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε τις άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, γι΄ αυτό και ο περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 560 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, χωρίς να επιδικασθούν δικαστικά έξοδα υπέρ του αναιρεσιβλήτου που νικά, λόγω μη υποβολής υπ΄ αυτού σχετικού αιτήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-2-2002 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου περί αναιρέσεως της 62/1916/ΠΤ/158/2000 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ