Supreme Court dismisses appeal against lease dispute judgment, ruling evidence admissible under old law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment in a lease dispute. The appellant argued the appellate court erred by admitting witness testimonies and notarized certificates, claiming they violated procedural time limits. The court rejected this, holding that the old evidence rules applied to the contract's formation date permitted the admission of such proof.
Legislator headnote
AI generatedArticles 650, 393 of the Code of Civil Procedure; The appellate court may admit witness testimonies and notarized certificates in lease disputes if the contract was formed before the current restrictive evidence rules came into force.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1209 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1209/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" (πρώην "..."), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και δ.τ. "... ΑΕ", που έδρευε στον Ασπρόπυργο Αττικής, διά απορροφήσεως του κλάδου των καυσίμων, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Καλλιόπη Σέρελη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Π. του Κ., κατοίκου Γλυφάδας Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Κατσιλιέρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-7-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1792/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2693/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-11-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 22-11-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 9298/1146/26-11-2021) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 2693/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (μισθωτική διαφορά - άρθρα 614 περ. 1, 615 επ. Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2693/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 4-7-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 40688/1428/12-7-2016 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε ότι η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...", της οποίας η ίδια είναι καθολική διάδοχος, με το από 23-12-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό, υπομίσθωσε από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ένα πρατήριο υγρών καυσίμων, στην ..., με δωδεκαετή διάρκεια από 1-10-2008 μέχρι 30-9-2020, αντί μηνιαίου μισθώματος ποσού 2.707 ευρώ, και προκατέβαλε το ποσό των 159.408 ευρώ, που αντιστοιχούσε σε μέρος του μηνιαίου μισθώματος, ύψους 1.107 ευρώ, για ολόκληρη τη μισθωτική περίοδο (144 μισθωτικοί μήνες), ώστε το καταβαλλόμενο μηνιαίο μίσθωμα να είναι αντιστοίχως μειωμένο κατά το άνω ποσό, ανερχόμενο συνεπώς, κατά το πρώτο έτος της μίσθωσης, στο ποσό των 1.600 ευρώ, το οποίο θα υπέκειτο σε ετήσιες αναπροσαρμογές κατά ποσοστό 5% επί του προηγουμένως καταβαλλομένου μισθώματος.
Ότι η ως άνω υπομισθώτρια εταιρία (ενάγουσα - αναιρεσείουσα) με την από 10-12-2013 εξώδικη δήλωσή της, η οποία επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 19-12-2013, κατήγγειλε την ένδικη μισθωτική σύμβαση, κατ' άρθρο 43 του Π.Δ/τος 34/1995 και τον κάλεσε να προσέλθει προς παραλαβή του μισθίου μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας των τριών μηνών, ζητώντας ταυτόχρονα την καταβολή του ποσού των 88.037,72 ευρώ, που αντιστοιχούσε στα προκαταβληθέντα μισθώματα των ογδόντα δύο (82) μηνών, από τη λύση της σύμβασης υπομίσθωσης έως τη λήξη της συμφωνημένης διάρκειάς της και στη δοθείσα κατά τη σύναψη της υπομίσθωσης εγγύηση, ποσού 10.200 ευρώ, μετά το γενόμενο με την ως άνω εξώδικη καταγγελία συμψηφισμό της προαναφερόμενης αξίωσης της ενάγουσας με την ανταπαίτηση του εναγόμενου για την καταβολή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 43 του π.δ/τος 34/1995, αφενός της νόμιμης αποζημίωσης, ίσης με ένα μηνιαίο μίσθωμα, ανερχόμενο, μετά τις συμφωνημένες αναπροσαρμογές, στο ποσό των 3.149,05 ευρώ και αφετέρου των μισθωμάτων τριών μηνών μέχρι τη λήξη της σύμβασης, συνολικού ποσού 9.787, 23 ευρώ (3.262, 41 ευρώ Χ 3 μήνες).
Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 587 του Α.Κ., άλλως, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, ως προς τα μη δεδουλευμένα μισθώματα, να της καταβάλει νομιμοτόκως το παραπάνω ποσόν των 88.037,72 ευρώ.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 1792/2017 απόφασή του, αφού απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένσταση περί μερικής εικονικότητας της σύμβασης υπομίσθωσης ως προς το ύψος του ποσού του μηνιαίου μισθώματος και ως προς την προκαταβολή μισθωμάτων, την οποία προέβαλε παραδεκτά ο εναγόμενος, ισχυριζόμενος ότι η προκαταβολή μισθωμάτων υποκρύπτει κατά την αληθινή βούληση των μερών την πραγματική σύμβαση περί καταβολής του ποσού των 159.408 ευρώ, ως "αέρα", ακολούθως δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα νομιμοτόκως το ποσόν των 73.393,23 ευρώ.
Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε την από 8-12-2017 έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2693/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δικάζον αντιμωλίαν των διαδίκων, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την άνω πρωτόδικη απόφαση και αφού δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ανωτέρω ένσταση περί μερικής εικονικότητας της σύμβασης υπομίσθωσης, που είχε προβάλει πρωτοδίκως ο εναγόμενος και επανέφερε στο Εφετείο με σχετικό λόγο έφεσης, απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη την αγωγή.
Από τις διατάξεις των άρθρων 138, 139 και 180 ΑΚ, προκύπτουν τα εξής: Δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά, παρά μόνο φαινομενικά, χαρακτηρίζεται ως εικονική και είναι άκυρη, θεωρούμενη σαν να μην έγινε. Εικονική είναι η δήλωση βούλησης, η οποία, σε γνώση του δηλούντος, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Σκοπός της εν λόγω δήλωσης είναι να δημιουργηθεί στους άλλους η εντύπωση μεταβολής νομικής κατάστασης, χωρίς να υπάρχει πράγματι στο δηλούντα πρόθεση τέτοιας μεταβολής. Εικονική μπορεί να είναι η δικαιοπραξία, όχι μόνο όταν είναι μονομερής, αλλά και όταν είναι σύμβαση, στην τελευταία δε αυτή περίπτωση για την ακυρότητα της σύμβασης απαιτείται γνώση της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενο (ΑΠ 236/2023, ΑΠ 1092/2023, ΑΠ 648/2019, ΑΠ 1882/2017).
Για την ακυρότητα, ως εικονικής, μιας σύμβασης, ουσιώδες στοιχείο είναι η γνώση και η συμφωνία όλων των, κατά το χρόνο της κατάρτισής της, συμβαλλομένων, για το ότι η συναφθείσα σύμβαση είναι εικονική και δεν παράγει έννομες συνέπειες. Για την εικονικότητα δηλαδή, της δικαιοπραξίας αρκεί το γεγονός, ότι η δηλωθείσα βούληση των δικαιοπρακτούντων βαρύνεται με ελάττωμα, που συνίσταται στο ότι δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των εννόμων αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας που καταρτίζεται.
Ως εκ τούτου, δεν είναι ανάγκη να προκύπτει ο σκοπός ή τα αίτια που οδήγησαν στην ελαττωματική αυτή δήλωση, εκτός αν υποκρύπτει άλλη δικαιοπραξία και μόνο για την έρευνα του κύρους ή μη αυτής κατά τη δεύτερη διάταξη του άρθρου 138 ΑΚ (ΑΠ 789/2023, ΑΠ 236/2023, ΑΠ 1396/2022, ΑΠ 752/2020, ΑΠ 502/2018), ούτε αυτά αποτελούν στοιχεία, που πρέπει να αποδεικνύονται, προκειμένου το δικαστήριο να αποφανθεί ότι η δικαιοπραξία είναι εικονική, ενδεχομένως δε να αποτελέσουν τεκμήρια ή επιχειρήματα, τα οποία υποβοηθούν το δικαστήριο, κατά την έρευνα της συναλλακτικής πρόθεσης των συμβαλλόμενων, να συναγάγει το αποδεικτικό του πόρισμα σχετικά με το αν η δήλωση των δικαιοπρακτούντων ήταν φαινομενική ή σοβαρή (ΑΠ 1396/2022, ΑΠ 1360/2018, ΑΠ 1045/2013, ΑΠ 1153/2011).
Η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 138 ΑΚ δεν είναι προσδιοριστική της, κατά την πρώτη παράγραφο του ιδίου άρθρου, εικονικότητας, υπό την έννοια ότι οριοθετεί απλώς την έκταση και την ενέργειά της, αλλά έχει αυτοτέλεια, διότι στηρίζεται σε νέα πραγματικά γεγονότα, διαφορετικά από εκείνα που απαρτίζουν την εικονικότητα της εμφανούς δικαιοπραξίας (Ολ.
ΑΠ 32/1998, ΑΠ 236/2023, ΑΠ 1427/2017, ΑΠ 365/2015). Με τις παραπάνω διατάξεις γίνεται διάκριση της εικονικότητας σε απόλυτη, η οποία επιφέρει την ακυρότητα ολόκληρης της εικονικής δικαιοπραξίας, και σε σχετική, η οποία επιφέρει την ακυρότητα της φανερής δικαιοπραξίας, που δεν έγινε στα σοβαρά, όχι όμως και εκείνης που κρύβεται κάτω απ` αυτή, η οποία είναι έγκυρη, αν συντρέχουν οι όροι που ορίζει η διάταξη, δηλαδή αν την ήθελαν τα μέρη και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της (ΑΠ 236/2023, ΑΠ 831/2022, ΑΠ 1175/2021, ΑΠ 648/2019, ΑΠ 1882/2017, ΑΠ 1105/2017, ΑΠ 429/2015).
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την απόλυτη ή σχετική εικονικότητα μιας δικαιοπραξίας, σχηματιζόμενη από την εκτίμηση των αποδείξεων και αναφερόμενη στη αληθή βούληση των δικαιοπρακτούντων, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, γιατί αφορά κρίση περί τα πράγματα, εκτός αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (ΑΠ 934/2023, ΑΠ 1175/2021, ΑΠ 1671/2000).
Εξάλλου, εικονική μπορεί να είναι όχι μόνο σύμβαση μίσθωσης κατά την έννοια του άρθρου 573 επ. ΑΚ, αλλά και εμπορική μίσθωση, διεπόμενη από τον Ν. 813/1978 και ήδη Π.Δ. 34/1995 (ΑΠ 1092/2023, ΑΠ 789/2023, ΑΠ 1995/2017, ΑΠ 382/2009). Περαιτέρω, η άυλη εμπορική αξία είναι η αξία της επιχείρησης, η οποία οφείλεται σε ορισμένες ευμενείς καταστάσεις, που δεν επιδέχονται ακριβή χρηματική αποτίμηση (π.χ.
φήμη, πελατεία). Η αξία αυτή συνδέεται κατά ένα μέρος με τον τόπο άσκησης της επιχείρησης, δηλαδή το μίσθιο. Παραδείγματος χάριν, η μετεγκατάσταση του μισθωτή λόγω λήξης της μίσθωσης, θα μπορούσε να τον επηρεάσει αρνητικά όσον αναφορά το κόστος αναδιοργάνωσης της επιχείρησης και την απώλεια της πελατείας, που είχε αποκτήσει στο συγκεκριμένο μίσθιο.
Αντίθετα, θα μπορούσε να λειτουργήσει θετικά για τον εκμισθωτή, ο οποίος θα απολάμβανε την αύξηση της μισθωτικής αξίας του μισθίου του για τον εξής λόγο: Θα μπορούσε να μισθώσει το συγκεκριμένο ακίνητο για να ασκηθεί όμοια επιχείρηση με την προηγούμενη με υψηλότερο μίσθωμα, εκμεταλλευόμενος βέβαια ο νέος μισθωτής την πελατεία, που είχε δημιουργήσει ο προηγούμενος μισθωτής.
Για την εξισορρόπηση της παραπάνω κατάστασης, ο νομοθέτης προέβλεψε την συγκεκριμένη αποζημίωση, προς εξασφάλιση του μισθωτή. Ο εκμισθωτής όφειλε στο μισθωτή ορισμένη αποζημίωση για την άυλη εμπορική αξία, όταν ο τελευταίος απέδιδε το μίσθιο κατά τη λήξη της μίσθωσης, η οποία είχε ως λόγο την συμπλήρωση της δωδεκαετίας (ΑΠ 686/2020, ΑΠ 39/2015).
Η άυλη εμπορική αξία ρυθμιζόταν από τα άρθρα 60 και 61 του π.δ. 34/1995. Με το άρθρο 13 παρ. 3 ν. 4242/2014 καταργήθηκαν τα εν λόγω άρθρα και πλέον ο εκμισθωτής δεν υποχρεούται σε αποζημίωση έναντι του μισθωτή για την άυλη εμπορική αξία. Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, που ορίζει ότι προς σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, σύμβαση, καθιερώνει τον κανόνα ότι η ιδιωτική αυτονομία μπορεί να παράγει ενοχικά δικαιώματα και υποχρεώσεις, κατ' αρχάς, μόνο μέσω σύμβασης και δεν αρκεί αντίθετα μονομερής δικαιοπραξία, αφού το να αποκτά ένα άτομο δικαιώματα και πολύ περισσότερο υποχρεώσεις με βάση τη βούληση άλλου ατόμου και χωρίς τη δική του συναίνεση, προσκρούει στην αυτοδιάθεση και στην ισότητα των πολιτών, ως συνταγματικά κατοχυρωμένα ατομικά δικαιώματα (άρθρα 2 παρ. 1, 4 παρ. 1, 2 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος).
Συνέπεια άμεση της αρχής της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης είναι η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, που έμμεσα καθιερώνεται με την αυτή διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ ως έκφραση της οικονομικής ελευθερίας, που αποτελεί και αυτή ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρ. 5 παρ. 1 του Συντάγματος (Ολ. ΑΠ 4/1998).
Ελευθερία των συμβάσεων σημαίνει: α) ελευθερία του ατόμου να συνάπτει ή να μη συνάπτει σύμβαση, τόσο γενικά όσο και με συγκεκριμένο πρόσωπο ως αντισυμβαλλόμενο (ελευθερία επιλογής του αντισυμβαλλομένου) και β) ελευθερία καθορισμού του περιεχομένου της σύμβασης (ΑΠ 686/2020, ΑΠ 1518/2013, ΑΠ 1519/2013). Απόρροια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων και ιδίως της ελευθερίας προσδιορισμού του περιεχομένου τους αποτελεί και η σύμβαση καταβολής από το μισθωτή στον εκμισθωτή ενός χρηματικού ποσού, πέραν του ποσού της εγγυοδοσίας, ο αποκαλούμενος "αέρας".
Το ποσό αυτό καταβάλλεται συνήθως ως κίνητρο για να δελεασθεί ο εκμισθωτής και να προτιμήσει ως μισθωτή του μισθίου το συγκεκριμένο άτομο και να μην το εκμισθώσει σε τρίτο. Η τυχόν απόκρυψη από τον εκμισθωτή του εισοδήματος από "αέρα" μπορεί να αποτελεί φορολογική παράβαση και ενδεχομένως και ποινική παράβαση (φοροδιαφυγή), όμως δεν επιδρά στο κύρος της σύμβασης.
Η συμφωνία αυτή για την καταβολή στον εκμισθωτή του αποκαλούμενου "αέρα", που συνηθίζεται στις συναλλαγές, προκειμένου να επιτευχθεί η κατάρτιση μισθωτικής σύμβασης ακινήτου για τη χρήση του ως καταστήματος, είναι μεν νόμιμη, κατ' αρχάς, από άποψη αστικού δικαίου (άρθρο 361 ΑΚ), αλλά μπορεί να προσβληθεί για ακυρότητα, αν αντίκειται στα χρηστά ήθη.
Το ποσό του "αέρα", δεν αποδίδεται στο μισθωτή μετά τη λήξη της μίσθωσης, αλλά παραμένει σε όφελος του εκμισθωτή και δεν μπορεί να αναζητηθεί απ' αυτόν, κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ του αδικαιολόγητου πλουτισμού (εκτός αν πρόκειται για αιτία που δεν επακολούθησε), αφού η καταβολή του γίνεται με νόμιμη αιτία, δηλαδή τη σχετική συμφωνία, έστω και προφορική, μεταξύ μισθωτή και εκμισθωτή (ΑΠ 686/2020, ΑΠ 634/2018, ΑΠ 403/2017, πρβλ.
επίσης, ΑΠ 1298/2010, ΑΠ 5/2002).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς".
Κατά τη διάταξη αυτή ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή διατακτικού.
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφτηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 164/2021, ΑΠ 1034/2020, ΑΠ 130/2016). Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά, που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεις των μερών.
Ειδικότερα, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως. Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. (Ολ.
ΑΠ 26/2004). Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία ναι μεν μπορεί να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αρκεί όμως να προκύπτει και έμμεσα από αυτήν, όταν παρά τη μη ρητή αναφορά της διαπίστωσης, ή ακόμα και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης.
Περίπτωση τέτοιας έμμεσης, αλλά σαφούς διαπίστωσης περί ύπαρξης κενού σε κάποια σύμβαση ή αμφιβολίας, ως προς τις βουλήσεις των συμβληθέντων, συντρέχει, μεταξύ άλλων και όταν το δικαστήριο της ουσίας προς σχηματισμό της κρίσης του για τη μορφή και το περιεχόμενο κάποιας σύμβασης καταφεύγει σε έγγραφα και λοιπά στοιχεία, που βρίσκονται εκτός της σύμβασης ή γενικώς του εγγράφου, με το οποίο καταρτίστηκε σύμβαση (ΑΠ 1034/2020, ΑΠ 6/2019, ΑΠ 1059/2018, ΑΠ 1321/2017).
Πάντως, μόνη η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αναφέρει ρητά στην απόφασή του ότι για την εξεύρεση της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων προσφεύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των παραπάνω διατάξεων του ΑΚ, δεν συνιστά παραβίαση των εν λόγω διατάξεων, αν στην απόφαση εκτίθενται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών (ΑΠ 799/2020, ΑΠ 413/2015).
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν, από όσα δέχεται το δικαστήριο, δεν διευκρινίζεται η θέση του ως προς το αν υπάρχει κενό ή ασάφεια, αφού, από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό, εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι πιο πάνω ερμηνευτικές διατάξεις (ΑΠ 799/2020, ΑΠ 1399/2019, ΑΠ 1636/2018, ΑΠ 763/2016, ΑΠ 215/2016).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020).
Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ. ΑΠ 15/2006, ΑΠ 78/2020, 38/2020, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 98/2017).
Συνεπώς ως αιτιολογία που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.
Δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης και δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι πλήρες και σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.
ΑΠ 1/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1323/2023, ΑΠ 979/2023, ΑΠ 354/2022, ΑΠ 53/2021, ΑΠ 414/2019). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται απλώς με την συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα, των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1112/2020, ΑΠ 797/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 565/2018, ΑΠ 813/2017).
Εξάλλου, εκ πλαγίου παραβίαση, κατά την προεκτιθέμενη έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, μπορεί να συντελεστεί και επί των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ειδικότερα, τέτοια παραβίαση υπάρχει: α) όταν δεν διευκρινίζεται επαρκώς αν υπάρχει ή όχι κενό στη δικαιοπραξία, αν το δικαστήριο έχει προβεί στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων και αν δεν παραθέτει σαφώς τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, β) όταν η απόφαση περιέχει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την εφαρμογή ή όχι των διατάξεων αυτών του ουσιαστικού δικαίου και γ) όταν το δικαστήριο έσφαλε κατά την υπαγωγή των περιστατικών, που έγιναν δεκτά, στην έννοια του νόμου (ΑΠ 799/2020, ΑΠ 870/2017, ΑΠ 529/2017, ΑΠ 527/2008).
Με τους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους (άρθρο 559 αριθμός 1 και 19 ΚΠολΔ) δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 992/2023, ΑΠ 53/2020, ΑΠ 634/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017).
Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, καθόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1095/2023, ΑΠ 992/2023, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 90/2020, ΑΠ 22/2020, ΑΠ 145/2019).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για την απόδειξη και ανταπόδειξη ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Έτσι, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 344/2020, ΑΠ 620/2019, ΑΠ 1169/2019, ΑΠ 70/2008, ΑΠ 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
ΑΠ 42/2002), διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 781/2020, ΑΠ 1169/2019, ΑΠ 1/2018, ΑΠ 1874/2008), εφόσον, βέβαια, προτάθηκαν παραδεκτά στο Δικαστήριο της ουσίας, πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο (ΑΠ 1126/2020). Ωστόσο δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους.
Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός (Ολ.
ΑΠ 2/2008) και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (ΑΠ 1328/2023, ΑΠ 1370/2023, ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 1167/2019). Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 1167/2019, ΑΠ 798/2010 ΑΠ 22/2005), όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 781/2020, ΑΠ 427/2020, ΑΠ 345/2020, ΑΠ 1167/2019).
Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ.
ΑΠ 8/2016, ΑΠ 1320/2023, ΑΠ 1126/2020). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ.
ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1328/2023, ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 1034/2020, ΑΠ 412/2019). Εξάλλου ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ή ότι το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1370/2023, ΑΠ 688/2021, ΑΠ 1110/2020, ΑΠ 1113/2019, ΑΠ 75/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 2693/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι το Εφετείο αυτό δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, που αναφέρει, τα ακόλουθα: "Με το από 24-9-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης ο εναγόμενος μίσθωσε από τη Σ.
χα Δ. Σ. ένα πρατήριο υγρών καυσίμων, στην ... με δωδεκαετή διάρκεια από 1-10-2008 μέχρι 30-9-2020, αντί μηνιαίου μισθώματος 1.600 ευρώ πλέον του τέλους χαρτοσήμου 3,6% αναπροσαρμοζόμενου ετησίως κατά ποσοστό 5% επί του εκάστοτε κατά το προηγούμενο έτος καταβαλλόμενου μηνιαίου μισθώματος, σε περίπτωση δε που ο ετήσιος πληθωρισμός υπερέβαινε το ποσοστό του 5% η ετήσια αύξηση θα προσδιοριζόταν από το ύψος του ετήσιου πληθωρισμού του προηγούμενου έτους, προσαυξημένο κατά μία ποσοστιαία μονάδα.
Ακολούθως ο εναγόμενος κάνοντας χρήση της δυνατότητας υπεκμίσθωσης του ως άνω μισθίου, που του είχε δοθεί με τον υπό στοιχείο 7 όρο προαναφερόμενου ιδιωτικού συμφωνητικού, με το από 23-12-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό το υπεκμίσθωσε στην εταιρία "... ...", της οποίας η ενάγουσα κατέστη καθολική διάδοχος. Η διάρκεια της υπομίσθωσης ορίστηκε δωδεκαετής με έναρξη την 1-10-2008 και λήξη την 30-9-2020 έναντι μηνιαίου μισθώματος 2.707 ευρώ, μέρος του οποίου, ύψους 1.107 ευρώ, συμφωνήθηκε να προκαταβληθεί από την υπομισθώτρια για όλα τα μισθωτικά έτη.
Η διαφορά δε αυτή για τα δώδεκα μισθωτικά έτη, συνολικού ποσού 159.408 ευρώ, καταβλήθηκε στον εναγόμενο μετά την έκδοση της άδειας λειτουργίας του πρατηρίου. Το υπόλοιπο μηνιαίο μίσθωμα των 1.600 ευρώ, συμφωνήθηκε να αναπροσαρμόζεται, μετά το πρώτο μισθωτικό έτος, κατά ποσοστό 5% ετησίως, ενώ σε περίπτωση που ο ετήσιος πληθωρισμός υπερέβαινε το ποσοστό του 5% η ετήσια αύξηση θα προσδιοριζόταν από το ύψος του ετήσιου πληθωρισμού του προηγούμενου έτους, προσαυξημένο κατά μία ποσοστιαία μονάδα.
Συμφωνήθηκε επίσης ότι το τέλος χαρτοσήμου θα βαρύνει εξ ολοκλήρου την υπομισθώτρια. Στη συνέχεια η υπομισθώτρια εταιρία επέδωσε στον εναγόμενο στις 12-2-2013 την από 29-1-2013 (αρ.έκθ.κατ. ΓΑΚ 15221/ΕΑΚ 319/2013) αγωγή, που ασκήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζητώντας τη μείωση του μισθώματος από το ποσόν των 3.051, 81 ευρώ (μη συμπεριλαμβανομένου του τέλους χαρτοσήμου) στο ποσόν των 1.983, 68 ευρώ.
Την επίδοση της παραπάνω αγωγής, από την οποία παραιτήθηκε η υπομισθώτρια, ακολούθησε η επίδοση στον εναγόμενο στις 10-10-2013 της από 30-9-2013 εξώδικης δήλωσης της υπομισθώτριας, την οποία κοινοποίησε και στην εκμισθώτρια, και με την οποία ζητούσε να καθοριστεί ως νέο μηνιαίο μίσθωμα το ποσόν των 800 ευρώ. Τέλος, η υπομισθώτρια εταιρία με την από 10-12-2013 εξώδικη δήλωσή της προς τον εναγόμενο, που επέδωσε σ' αυτόν στις 19-12-2013, κατήγγειλε την ένδικη υπομίσθωση πριν από την παρέλευση της συμβατικής της διάρκειας, επικαλούμενη ως αιτία της καταγγελίας αυτής το άρθρο 43 του Π.Δ. 34/1995, και του δήλωσε ότι μπορούσε να προσέλθει αμέσως για να παραλάβει το μίσθιο χωρίς να αναμένει δηλαδή την πάροδο τριμήνου από την καταγγελία και την επέλευση των εννόμων αποτελεσμάτων αυτής (λύση της υπομίσθωσης), καλώντας αυτόν να της επιστρέψει τα προκαταβληθέντα μισθώματα, χρηματικού ποσού 90.774 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο 2014, οπότε θα ελύετο η υπομίσθωση, έως τη συμφωνημένη λήξη της διάρκειας της συμβάσεως μισθώσεως.
Συγχρόνως, αφού του δήλωσε ότι συμψηφίζει την εν λόγω αξίωσή της, καθώς και εκείνη για επιστροφή της δοθείσας εγγύησης, ποσού 10.200 ευρώ, με την ανταπαίτηση του εναγομένου για την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, ίσης με ένα μηνιαίο μίσθωμα, ανερχόμενο στο ποσό των 3.149, 05 € (χωρίς τέλος χαρτοσήμου) και των μισθωμάτων των τριών μηνών, που μεσολαβούσαν έως την επέλευση των αποτελεσμάτων της επίμαχης καταγγελίας, συνολικού ποσού 9.787,23 ευρώ (=3.262, 41 ευρώ το μηνιαίο μίσθωμα συμπεριλαμβανομένου του τέλους χαρτοσήμου Χ 3 μήνες), ζητούσε από τον εναγόμενο την καταβολή του ποσού των 88.037, 72 ευρώ, στο οποίο διαμορφωνόταν η αξίωσή της από την επίδικη υπομίσθωση.
Ο εναγόμενος με την από 23-12-2013 απαντητική δήλωσή του, που επιδόθηκε στην υπομισθώτρια στις 27-12-2013, ισχυρίστηκε ότι το συμφωνημένο μηνιαίο μίσθωμα ανερχόταν στο ποσόν των 1.600 ευρώ και περαιτέρω αρνήθηκε ότι το καταβληθέν ποσόν των 159.408 ευρώ αντιστοιχεί σε προκαταβληθέντα μισθώματα. Η επίδικη υπομίσθωση λύθηκε λόγω της παραπάνω καταγγελίας τον Απρίλιο του 2014, αφού είχε προηγηθεί στις 24-3-2014 η απόδοση της χρήσης του μισθίου στον πληρεξούσιο δικηγόρο της εκμισθώτριας Σ.
χας Δ. Σ., ο οποίος το παρέλαβε ενεργώντας κατ' εντολή και για λογαριασμό της, ενώ η παράδοση των κλειδιών του μισθίου στον εναγόμενο έλαβε χώρα αργότερα και συγκεκριμένα στις 18-4-2014 λόγω της άρνησής του να το παραλάβει μέχρι τότε, μολονότι είχε κληθεί προς τούτο με την προαναφερόμενη εξώδικη καταγγελία της υπομίσθωσης.
Ο εναγόμενος με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης έφεσής του, με τον οποίο επαναφέρεται παραδεκτά ο πρωτοδίκως προβληθείς ισχυρισμός του, ισχυρίζεται ότι η συμφωνία για το ύψος του μισθώματος στο ποσόν των 2.707 ευρώ και την προκαταβολή μέρους αυτού για όλα τα μισθωτικά έτη, συνολικού ποσού 159.408 ευρώ, ήταν εικονική, και η αληθής βούληση των συμβαλλομένων μερών ήταν διαφορετική, αφού αυτοί ήθελαν το ύψος του μισθώματος να ανέρχεται σε 1.600 ευρώ, ενώ το επιπλέον ποσόν των 1.107 ευρώ που καταβλήθηκε για τα δώδεκα (12) έτη της υπομίσθωσης κάλυπτε για φορολογικούς λόγους τον συμφωνηθέντα και καταβληθέντα "αέρα" ως αντίτιμο των μεταβιβαζομένων από τον ίδιο άυλων αγαθών για την υπομίσθωση του πρατηρίου υγρών καυσίμων.
Από τα ως άνω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα προκύπτει ότι το αναφερόμενο ως μηνιαίο μίσθωμα των 2.707 ευρώ υπερβαίνει κατά πολύ την πραγματική μηνιαία μισθωτική αξία του μισθίου, η οποία ενόψει της θέσης του δεν υπερέβαινε το ποσόν των 1.600 ευρώ. Ενισχυτικό της κρίσης αυτής είναι ότι με την προαναφερόμενη αγωγή, που είχε ασκήσει η υπομισθώτρια κατά του εναγομένου, ζητώντας την αναπροσαρμογή του μηνιαίου μισθώματος των 2.707 ευρώ στο ποσόν των 1.983,68 ευρώ, ισχυρίστηκε ότι τα πρατήρια υγρών καυσίμων της ίδιας περιοχής κατέβαλαν μικρότερα μισθώματα και συγκεκριμένα το ευρισκόμενο απέναντι από το μίσθιο πρατήριο της ...
το ποσόν των 1.000 ευρώ μετά από μείωση του αρχικώς καταβαλλόμενου των 2.500 ευρώ, το πρατήριο ... το ποσόν των 1.500 ευρώ, το πρατήριο της ΕΛΙΝ το ποσόν των 800 ευρώ, το πρατήριο της AVIN το ποσόν των 1.300 ευρώ μετά από μείωση του αρχικώς καταβαλλόμενου των 2.000 ευρώ και το πρατήριο της REVOIL το ποσόν των 1.500 ευρώ. Στη συνέχεια μάλιστα, όπως αναφέρεται πιο πάνω ότι αποδείχθηκε, η υπομισθώτρια ζήτησε εξωδίκως από τον εναγόμενο την περαιτέρω μείωσή του στο ποσόν των 800 ευρώ.
Περαιτέρω το μηνιαίο μίσθωμα, που συμφωνήθηκε να καταβάλει ο εναγόμενος στην ιδιοκτήτρια του επίδικου πρατηρίου, ανερχόταν στο ποσόν των 1.600 ευρώ και συνεπώς με βάση τους κανόνες της λογικής δεν θα μπορούσε να το υπομισθώσει αντί ποσού σημαντικά υπέρτερου του ανωτέρω, όπως ήταν το αναγραφόμενο στην επίμαχη, σύμβαση υπομίσθωσης (2,707 ευρώ) και ιδίως σε μία έμπειρη σε αυτού του είδους τις συναλλαγές υπομισθώτρια που δραστηριοποιείται στον χώρο αυτόν, όπως συνέβαινε στην κρινόμενη περίπτωση.
Η εκμισθώτρια μάλιστα με το από 14-4-2014 σημείωμά της που κατέθεσε σε δίκη αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, την οποία άσκησε η υπομισθώτρια εταιρία κατ' αυτής και του εναγομένου, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ναυπλίου ζητώντας την παράδοση της νομής του ευρισκόμενου στο επίδικο πρατήριο κινητού εξοπλισμού, αναφερόμενη στο υπομίσθωμα που κατέβαλε η υπομισθώτρια το χαρακτήρισε συμβολικό.
Η κρίση ότι το μηνιαίο υπομίσθωμα, που συμφωνήθηκε ήταν υπέρτερο της μισθωτικής αξίας του πρατηρίου προσεπιβεβαιώνεται και από το ύψος των μισθωμάτων, που είχε συμφωνηθεί να καταβάλλονται για τη μίσθωσή του από τους προηγούμενους μισθωτές. Ειδικότερα με το από 1-10-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης η Κ.
Ν. και Β. Π. ορίστηκε να καταβάλουν στην ιδιοκτήτρια Σ. Σ. το ποσόν των 1.700 ευρώ, με το από 1-10-2004 όμοιο ορίστηκε να καταβάλλεται στην ως άνω ιδιοκτήτρια από τον Ε. Κ. ως μηνιαίο μίσθωμα το ποσόν των 1.100 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-10-2004 έως 31-9-2016, με το από 6-8-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό υπομίσθωσης με υπεκμισθωτή τον Ε.
Κ. και υπομισθώτρια την Ά. Φ. ορίστηκε το μηνιαίο μίσθωμα στο ποσόν των 500 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 6-8-2003 έως 6-8-2008 και με το από 30-7-2003 συμφωνητικό μίσθωσης συμφωνήθηκε να καταβάλλεται στην ως άνω ιδιοκτήτρια από τον Ε. Κ. το ποσόν των 880 ευρώ ως μηνιαίο μίσθωμα. Όπως δε βεβαίωσε ενόρκως ο μάρτυρας Ν.
Λ., ο οποίος έχει άμεση αντίληψη λόγω της ιδιότητάς του ως επιθεωρητής πωλήσεων λιπαντικών της υπομισθώτριας εταιρίας από το έτος 2005 και στη συνέχεια από το έτος 2009 ως επιθεωρητής πωλήσεων της ίδιας εταιρίας, στο πλαίσιο της οποίας του ανατέθηκε η διαχείριση του επίμαχου πρατηρίου, η υπομισθώτρια εταιρία επεδίωκε την περαιτέρω υπομίσθωσή του αντί μηνιαίου καταβαλλόμενου ενοικίου ποσού 1.650 ευρώ, γεγονός που υποδηλώνει ότι η ίδια κατέβαλε μικρότερο ποσόν ως υπομίσθωμα, διότι διαφορετικά η εκμετάλλευση του επίδικου πρατηρίου θα είχε μεγαλύτερο κόστος από την απόδοσή του.
Ο ίδιος μάρτυρας βεβαίωσε ότι το καταβληθέν ποσόν των 159.408 ευρώ δεν αποτελούσε προκαταβολή ενοικίων, όπως αναφέρεται στο συμφωνητικό υπομίσθωσης, αλλά "αέρα" και κατά την πάγια τακτική της υπομισθώτριας, όπως και όλων των εταιριών εμπορίας πετρελαιοειδών, εμφανίστηκε έτσι για λόγους φορολογικούς, ώστε να αποσβεστεί ως έξοδο κατά τη διάρκεια των δώδεκα ετών της υπομίσθωσης.
Την παραπάνω τακτική επιβεβαιώνει και ο μάρτυρας Ε. Κ.ς, ο οποίος από το έτος 2003 έχει διατελέσει επιθεωρητής πωλήσεων σε διάφορες εταιρίες εμπορίας πετρελαιοειδών, επιπλέον δε βεβαιώνει ότι και ο ίδιος κατέβαλε ως "αέρα" για το επίδικο πρατήριο, το οποίο είχε μισθώσει κατά το έτος 2003 από την ιδιοκτήτρια του Σ.
Σ., το ποσόν των 15.000.000 ευρώ στον μέχρι τότε μισθωτή Ι. Τ., το οποίο ήταν μειωμένο, διότι είχε αναλάβει το κόστος ανακαίνισής του. Περαιτέρω βεβαιώνει ότι στον ίδιο καταβλήθηκε ως "αέρας" το ποσόν των 100.000 ευρώ από την επόμενη μισθώτρια ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... Ο.Ε.", η οποία μίσθωσε το πρατήριο από 1-10-2006 έως την 30-9-2018.
Ο ισχυρισμός του δε αυτός επιρρωνύεται από την εξόφληση των οφειλών προς την εταιρία εμπορίας πετρελαιοειδών ... της Ά. Φ., στην οποία αυτός είχε υπομισθώσει το επίδικο πρατήριο από 6-8-2003 έως 6-8-2008, πλην, όμως, κατόπιν σχετικής εξουσιοδότησης ενεργούσε ο ίδιος ό,τι ήταν αναγκαίο για τη λειτουργία του. Η εξόφληση αυτή έγινε κατά το ποσόν των 70.000 ευρώ από την ως άνω μισθώτρια ομόρρυθμη εταιρία, χάριν καταβολής του οποίου είχε αποδεχθεί 35 συναλλαγματικές, ποσού 2.000 ευρώ η καθεμία σε διαταγή της Ά.
Φ. και κατά το υπόλοιπο ποσόν των 30.000 ευρώ από τον εναγόμενο για λογαριασμό της θυγατέρας του Β. Π., η οποία μετά τη λύση της τότε μισθώτριας ομόρρυθμης εταιρίας στις 28-5-2008 και την αυθημερόν μεταβίβαση στην ίδια των μισθωτικών δικαιωμάτων της δεύτερης ομόρρυθμης εταίρου Κ. Ν., ήταν η μοναδική μισθώτριά του.
Για το λόγο αυτόν ο εναγόμενος εξέδωσε τις έξι (6) προσκομιζόμενες τραπεζικές επιταγές σε διαταγή του Ε. Κ., και συγκεκριμένα τις 61620384-5/30-1-2007, 61620383-7/30-3-2007, ποσού 3.000 ευρώ η καθεμία, την 61620379-9/30-4-2007, ποσού 6.000 ευρώ, την 61620380-2, ποσού 4.000 ευρώ και τις 61620382-9/15-6-2007 και 61620381 -1/30-6-2007, ποσού 7.000 ευρώ η καθεμία. Ενόψει τούτων εύλογο και αναμενόμενο είναι, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών που ισχύουν σε τέτοιου είδους επαγγελματικές μισθώσεις, ο εναγόμενος, προκειμένου να παραχωρήσει για υπομίσθωση το πρατήριο, στο οποίο μέχρι τότε στεγαζόταν η επιχείρηση, που ασκούσε ο ίδιος και προηγουμένως η θυγατέρα του Β.
Π. με την οποία συνεργάζονταν, να ζητήσει και να λάβει από το νέο μισθωτή "αέρα" κατά την έννοια που αναφέρεται στην υπό στοιχείο II νομική σκέψη. Περαιτέρω και από το περιεχόμενο του ίδιου του μισθωτηρίου συμβολαίου, ερμηνευόμενο, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και, όπως απαιτεί η καλή πίστη και αφού ληφθούν υπόψη τα κρατούντα συναλλακτικά ήθη σε τέτοιου είδους επαγγελματικές μισθώσεις, κρίνεται ότι οι συμβληθέντες στην επίμαχη σύμβαση υπομισθώσεως κατά τον χρόνο καταρτίσεώς της γνώριζαν και συμφωνούσαν ότι η συναφθείσα υπ' αυτών σύμβαση είναι εικονική ως προς το ύψος του μισθώματος στο ποσόν των 2.707 ευρώ και την προκαταβολή μέρους αυτού για όλα τα μισθωτικά έτη, συνολικού ποσού 159.408 ευρώ, και ότι η αληθής βούλησή τους ήταν το ύψος του μισθώματος να ανέρχεται σε 1.600 ευρώ, ενώ το επιπλέον ποσόν των 1.107 ευρώ που καταβλήθηκε για τα δώδεκα (12) έτη της υπομίσθωσης να αντιστοιχεί στον "αέρα".
Και τούτο διότι σ' αυτό (4ος όρος), υπήρχε πρόβλεψη για ετήσια αναπροσαρμογή μόνον του ποσού των 1.600 ευρώ, επιπλέον δε σε αυτό το ποσόν και μόνο υπολογιζόταν το καταβλητέο τέλος χαρτοσήμου και όχι επί του συμφωνηθέντος μισθώματος, ποσού 2.707 ευρώ, όπως γίνεται στις συμβάσεις μίσθωσης. Επιπλέον, όπως είχε συμφωνηθεί με τον υπό στοιχείο 3 όρο αυτού, καταβαλλόταν απευθείας στην ιδιοκτήτρια Σ.
Σ. χωρίς τη διαμεσολάβηση του εναγομένου, ο οποίος μετά την είσπραξη του "αέρα" είχε πρακτικά απεμπλακεί από την ένδικη υπομίσθωση. Για το ότι η αληθής βούληση των συμβαλλομένων μερών ήταν η παραπάνω, αφού ήθελαν να ισχύσει αυτή ως σύμβαση καταβολής "αέρα", ποσού 159.408 ευρώ, για την υπομίσθωση του καταστήματος, κατέθεσε εξ ιδίας αντιλήψεως η μάρτυρας Β.
Π., επεξηγώντας ότι επιλέχθηκε αυτή η λύση κατόπιν απαιτήσεως της υπομισθώτριας εταιρίας για λόγους φορολογικής και λογιστικής διευκόλυνσής της, χωρίς να αναιρείται η κατάθεσή της αυτή από εκείνη του μάρτυρα Ε. Κ., ο οποίος δεν είχε συμμετάσχει στην κατάρτιση της επίδικης υπομίσθωσης και πληροφορήθηκε από συνάδελφό του το περιεχόμενο της συμφωνίας.
Και αυτός πάντως επιβεβαίωσε ότι σε ορισμένες περιπτώσεις συναλλαγών, όπως η επίμαχη, δίδεται "αέρας". Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά κρίνεται ότι η επίδικη υπομίσθωση είναι εικονική και άκυρη για το ύψος του μισθώματος και την προκαταβολή μέρους αυτού, πλην, όμως, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην υπό στοιχείο I νομική σκέψη, είναι έγκυρη η καλυπτόμενη από αυτήν σύμβαση καταβολής "αέρα" ποσού 159.408 ευρώ, την οποία ήθελαν και είχαν συμφωνήσει αμφότεροι οι συμβληθέντες, προκειμένου να αποχωρήσει από το μίσθιο ο εναγόμενος, που ήταν μέχρι τότε υπομισθωτής αυτού.
Ενόψει δε του ότι ο "αέρας", σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην υπό στοιχείο II νομική σκέψη, δεν αποδίδεται στο μισθωτή μετά τη λήξη της μίσθωσης, αλλά παραμένει σε όφελος του εκμισθωτή, δεν μπορεί να ζητηθεί η επιστροφή του στην προκειμένη περίπτωση από τον εναγόμενο. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση του δέχθηκε εν μέρει την αγωγή απορρίπτοντας την προβληθείσα ένσταση μερικής εικονικότητας της επίδικης σύμβασης υπομίσθωσης εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, όπως βάσιμα ισχυρίζεται ο εκκαλών με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης έφεσης.
Ως εκ τούτου, η κρινόμενη έφεση πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη. Ακολούθως, αφού κρατηθεί η υπόθεση κατ' άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ και δικαστεί από το παρόν Δικαστήριο κατά την ίδια παραπάνω ειδική οιαδικασία η αγωγή, που είχε ως αίτημα την επιστροφή των προκαταβληθέντων μισθωμάτων μετά τον γενόμενο εξώδικο συμψηφισμό, που προαναφέρθηκε, πρέπει να απορριφθεί κατά παραδοχή της προαναφερόμενης ένστασης μερικής εικονικότητας που προέβαλε ο εναγόμενος.
Κατόπιν τούτου, παρέλκει η έρευνα του δεύτερου λόγου της έφεσης περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, διότι οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα". Με βάση τις προεκτιθέμενες παραδοχές, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2693/2021 απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 8-12-2017 έφεση του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 1792/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών [με την οποία είχε γίνει κατά ένα μέρος δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας και είχε υποχρεωθεί ο εναγόμενος - αναιρεσίβλητος να καταβάλει στην ενάγουσα - αναιρεσείουσα το ποσόν των 73.393,23 ευρώ] και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη αυτή απόφαση απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή.
Ήδη, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του: 1) την από 10-12-2013 εξώδικη δήλωση - καταγγελία της προς τον αναιρεσίβλητο με την οποία κατήγγειλε τη μίσθωση και αφού ανέφερε την καταβολή σ' αυτόν του ποσού των 159.408 ευρώ, ως προκαταβολή μισθωμάτων, ζήτησε την επιστροφή του ποσού των 88.037,72 ευρώ, που αντιστοιχούσε στο ποσό των προκαταβληθέντων μισθωμάτων για το μετά τη λήξη της μίσθωσης χρόνο και 2) το από 23-12-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό υπεκμίσθωσης, στον όρο 4 του οποίου ρητά αναφέρεται και αμοιβαίως συμφωνήθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος έλαβε το ποσό των 159.408 ευρώ ως προκαταβολή μισθώματος.
Στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπησή της, όσον αφορά τα επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, τα οποία λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο για την κατάστρωση του αποδεικτικού του πορίσματος, αναφέρονται κατ' ακριβή λεκτική αντιγραφή, τα ακόλουθα: "Από την επανεκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων Ε.
Κ. και Β. Π., που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με πρόταση της ενάγουσας και του εναγομένου αντίστοιχα, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδρίασης του και εκτιμώνται ανάλογα με το λόγο γνώσης και το βαθμό αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά και σε συνδυασμό μεταξύ τους, τις 12.253/20-9-2019 και 12.260/23-9-2019 ένορκες βεβαιώσεις του Ε.
Κ. και του Ν. Λ., που λήφθηκαν ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Β., με επιμέλεια του εκκαλούντος, απουσία της εφεσίβλητης, κατόπιν όμως νομίμου κλητεύσεώς της, όπως προκύπτει από τις 7688Δ' και 7702Δ'/2019 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Μ. Α. αντίστοιχα, και οι οποίες λήφθηκαν μετά την έκδοση της πρωτόδικης εκκαλουμένης αποφάσεως και πριν τη συζήτηση της υπό κρίση εφέσεως και παραδεκτά λαμβάνονται υπόψη από το παρόν Δικαστήριο ως νέο αποδεικτικό μέσο, κατ' άρθρο 529 παρ. 1 α' του ΚΠολΔ, καθόσον κρίνεται από το Δικαστήριο τούτο ότι δεν προσκομίσθηκαν στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας, ούτε από βαριά αμέλεια, αλλά προσκομίζονται για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προς ενίσχυση των λόγων της εφέσεως ..., τις ομολογίες των διαδίκων που περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις τους, από όλα, χωρίς εξαίρεση, τα έγγραφα, έστω και μη ειδικά μνημονευόμενα πιο κάτω, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, τα οποία λαμβάνονται υπόψη, αυτεπαγγέλτους, από το παρόν Δικαστήριο [άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ] αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ... ".
Από την ανωτέρω ρητή και σαφή βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι στην περί των πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη του όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό και με όλες τις προεκτεθείσες αιτιολογίες και παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, που περιέχονται στην ελάσσονα σκέψη της, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλά αντίθετα, καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι, το Εφετείο, προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα ανωτέρω φερόμενα ως αγνοηθέντα αποδεικτικά έγγραφα και ειδικότερα: 1) την από 10-12-2013 εξώδικη δήλωση - καταγγελία της αναιρεσείουσας προς τον αναιρεσίβλητο ως προς την οποία, εκτός από την ανωτέρω γενική αναφορά της προσβαλλόμενης απόφασης ότι λήφθηκαν υπόψη "όλα, χωρίς εξαίρεση, τα έγγραφα ..., τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", γίνεται και ειδικότερη ρητή και αναλυτική αναφορά, σχετικά με το περιεχόμενό της, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα στη δεύτερη σελίδα του τέταρτου φύλλου αυτής και 2) το από 23-12-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό υπεκμίσθωσης, το οποίο [πέραν, επίσης, της ανωτέρω γενικής αναφοράς της προσβαλλόμενης απόφασης ότι λήφθηκαν υπόψη " όλα, χωρίς εξαίρεση, τα έγγραφα.., τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι ..."], ρητά αναφέρεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και συγκεκριμένα στην πρώτη και δεύτερη σελίδα του τέταρτου φύλλου αυτής, με ειδικότερη μνεία και της περιεχόμενης στο συμφωνητικό αυτό και επικαλούμενης από την αναιρεσείουσα συμφωνίας περί καταβολής από την υπομισθώτρια του ποσού των 159.408 ευρώ ως προκαταβολή μισθωμάτων.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και, ως εκ τούτου, απορριπτέος, καθόσον από το περιεχόμενό του σαφώς προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα δεν διατυπώνει παράπονο για τη μη λήψη υπόψη από το Εφετείο των ανωτέρω αποδεικτικών εγγράφων, όπως απαιτεί για τη θεμελίωσή του ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος, αλλά παραπονείται επειδή το Εφετείο, από το περιεχόμενο των αποδεικτικών αυτών εγγράφων, κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από αυτό το οποίο η ίδια θεωρεί ως ορθό.
Δηλαδή, οι προβαλλόμενες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, ανάγονται στην πραγματικότητα σε παραγνώριση της αποδεικτικής αξίας και σε εσφαλμένη αποδεικτική αξιολόγηση των ως άνω εγγράφων και αποτελούν ουσιαστικές, εκ μέρους της, προσεγγίσεις, που εκτιμά διαφορετικά το περιεχόμενο των αποδεικτικών αυτών μέσων, οι οποίες όμως απαραδέκτως προβάλλονται, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, με το δεύτερο αναιρετικό λόγο, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 138 και 361 Α.Κ., με εσφαλμένη υπαγωγή στις διατάξεις αυτές των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε, αναφορικά με τη συμφωνία περί καταβολής "αέρα".
Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η εσφαλμένη υπαγωγή έγκειται στο γεγονός ότι οι νομικές σκέψεις περί εικονικότητας της μίσθωσης και περί συμφωνίας για την καταβολή "αέρα", αφορούν την περίπτωση, όπως η πληττόμενη απόφαση αναφέρει, που καταβάλλεται το ποσό του "αέρα" ως κίνητρο για να δελεασθεί ο εκμισθωτής και να προτιμήσει ως μισθωτή του μισθίου το συγκεκριμένο πρόσωπο, που προτείνει την καταβολή αέρα και να μην το εκμισθώσει σε τρίτο, πλην όμως στην ένδικη περίπτωση δεν συντρέχουν, όπως υποστηρίζει, οι ανωτέρω προϋποθέσεις διότι ο αναιρεσίβλητος ήταν ήδη μισθωτής και αφού το λειτουργούσε, το υπομίσθωσε στην αναιρεσείουσα και για το λόγο αυτό έλαβε προκαταβολή μισθωμάτων και δεν υπήρχε περίπτωση δελεασμού του από αυτή, για να μη το υπομισθώσει σε τρίτο, αφού δεν υπήρχε τρίτος ανταγωνιστής, ούτε το μίσθιο ήταν ελεύθερο προς μίσθωση από την ιδιοκτήτρια αρχική εκμισθώτρια, ούτε το είχε λειτουργήσει για πολύ καιρό ο αναιρεσίβλητος, ώστε να προκύψουν τέτοια κέρδη, που να οδηγούν την αναιρεσείουσα στο να θέλει να το λειτουργήσει αυτή και να δελεάσει προς τούτο τον αναιρεσίβλητο και, ως εκ τούτου, το Εφετείο, με το να υπαγάγει τα επίδικα πραγματικά περιστατικά στις διατάξεις που αφορούν τη σύμβαση για καταβολή "αέρα", τις οποίες επικαλέστηκε, προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή και εφαρμογή κατ' άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, στις διατάξεις αυτές, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, πληρούσαν το πραγματικό των προαναφερόμενων διατάξεων και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους και την, κατά τις διατάξεις αυτές, ορθότητα του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος και δη ότι η επίδικη υπομίσθωση είναι εικονική και άκυρη ως προς την προκαταβολή μέρους του μισθώματος, πλην όμως, είναι έγκυρη η καλυπτόμενη από αυτή σύμβαση καταβολής "αέρα", ποσού 159.408 ευρώ, την οποία ήθελαν και είχαν συμφωνήσει αμφότεροι οι συμβληθέντες, προκειμένου να υπεκμισθώσει ο αναιρεσίβλητος το μίσθιο ακίνητο στην αναιρεσείουσα - υπομισθώτρια.
Ειδικότερα, με τις προαναφερθείσες παραδοχές του το Εφετείο, αναφορικά με τη συμφωνία για την καταβολή ως "αέρα" του ποσού των 159.408 ευρώ, ορθά υπήγαγε τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, στις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον πληρούσαν το πραγματικό αυτών, όπως αναλύθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας και τούτο διότι, στη μεταξύ των διαδίκων συμβατική σχέση ο αναιρεσίβλητος ενήργησε ως υπεκμισθωτής, ως προς τον οποίο ισχύουν, σχετικά με τη συμφωνία για την καταβολή "αέρα", όσα ισχύουν και για τον εκμισθωτή και όχι ως μισθωτής, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα, ενώ η τελευταία ενήργησε ως υπομισθώτρια, ως προς την οποία ισχύουν, σχετικά με την ανωτέρω συμφωνία, όσα ισχύουν και για το μισθωτή, οπότε η άνω ουσιαστική κρίση του Εφετείου [και δη ότι συμφωνήθηκε η καταβολή του άνω ποσού ως "αέρα", προκειμένου ο αναιρεσίβλητος - υπεκμισθωτής να προτιμήσει να προβεί στην κατάρτιση της σύμβασης υπομίσθωσης με την αναιρεσείουσα ως υπομισθώτρια (και όχι με άλλον υπομισθωτή) και να παραχωρήσει σε αυτήν το μίσθιο - πρατήριο, η οποία προτίθετο και συμφωνούσε στην καταβολή αυτή του "αέρα"], υπαγόταν και πληρούσε το πραγματικό των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες, κατόπιν των παραδοχών αυτών, ορθά εφάρμοσε.
Επομένως, ο εξεταζόμενος δεύτερος αναιρετικός λόγος, κατά το άνω μέρος αυτού, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και, ως εκ τούτου, απορριπτέος. Περαιτέρω, όλες οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που περιλαμβάνονται στο πρώτο σκέλος του ως άνω λόγου [και δη ότι δεν υπήρχε τρίτος ανταγωνιστής, ούτε το μίσθιο ήταν ελεύθερο προς μίσθωση από την ιδιοκτήτρια αρχική εκμισθώτρια, ούτε το είχε λειτουργήσει για πολύ καιρό ο αναιρεσίβλητος, ώστε να προκύψουν τέτοια κέρδη, που να οδηγούν την αναιρεσείουσα στο να θέλει να το λειτουργήσει αυτή και να δελεάσει προς τούτο τον αναιρεσίβλητο], είναι απαράδεκτες, καθόσον με τις αιτιάσεις αυτές και, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων και με την αποδοχή πραγματικών περιστατικών, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Με το δεύτερο αναιρετικό λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τους, ουσιαστικού δικαίου, ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ευθέως, επειδή κατέφυγε σε αυτούς, χωρίς να δέχεται κενό ή ασάφεια και εκ πλαγίου, για το λόγο ότι, όπως ισχυρίζεται, προέβη σε ερμηνεία των όρων της σύμβασης μίσθωσης, χωρίς να διευκρινίζει αν υπάρχει κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βούλησης των μερών και επιπλέον δεν παραθέτει σαφώς τα πραγματικά περιστατικά από όπου προκύπτει η ανάγκη εφαρμογής των ερμηνευτικών αυτών κανόνων.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του δικαιολογούσαν την εφαρμογή των ερμηνευτικών αυτών διατάξεων και υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως έγιναν δεκτά και της εφαρμογής των κανόνων αυτών.
Επίσης, το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, ως προς την ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των ανωτέρω διατάξεων του ΑΚ, για την εξεύρεση της αληθινής βούλησης των συμβληθέντων - διαδίκων μερών, στην από 23-12-2008 σύμβαση υπομίσθωσης, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά την έρευνα του πρώτου λόγου της έφεσης του αναιρεσίβλητου, [με τον οποίο αυτός επέφερε παραδεκτά τον πρωτοδίκως προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό του, ότι η συμφωνία για το ύψος του μισθώματος στο ποσόν των 2.707 ευρώ και την προκαταβολή μέρους αυτού για όλα τα μισθωτικά έτη, συνολικού ποσού 159.408 ευρώ, ήταν εικονική και ότι η αληθινή βούληση των συμβαλλομένων μερών ήταν διαφορετική, γιατί αυτοί ήθελαν το ύψος του μισθώματος να ανέρχεται σε 1.600 ευρώ, ενώ το επιπλέον ποσόν των 1.107 ευρώ, που καταβλήθηκε για τα δώδεκα (12) έτη της υπομίσθωσης, κάλυπτε τον συμφωνηθέντα και καταβληθέντα "αέρα", ως αντίτιμο των μεταβιβαζομένων από τον ίδιο άυλων αγαθών για την υπομίσθωση του πρατηρίου υγρών καυσίμων], εξέτασε και τις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων - διαδίκων μερών, που περιελήφθησαν στο επίμαχο συμφωνητικό υπομίσθωσης, όπου, όπως συνάγεται από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, διαπίστωσε εμμέσως, πλην όμως σαφώς, αμφίβολα σημεία, αφού προς σχηματισμό της κρίσης του κατέφυγε σε μαρτυρικές καταθέσεις, έγγραφα και στοιχεία, που βρίσκονται εκτός του εγγράφου ως άνω συμφωνητικού, οπότε, μετά τη σαφή διαπίστωση αυτή, (η οποία, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, μπορεί να προκύπτει και έμμεσα, όταν παρά τη μη ρητή αναφορά της διαπίστωσης, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης, όπως ακριβώς στην ένδικη περίπτωση), ορθά κατέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άνω διατάξεων του Α.Κ., διαλαμβάνοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση σαφή και επαρκή αναφορά των πραγματικών περιστατικών, που ήταν αναγκαία για την κρίση του περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων εφαρμογής των κανόνων αυτών και από τα οποία προέκυπτε η ανάγκη εφαρμογής τους, συνιστάμενα στη γενόμενη δεκτή με την προσβαλλόμενη απόφαση, αναγκαιότητα της έρευνας της συναλλακτικής βούλησης των συμβληθέντων - διαδίκων μερών, κατά την κατάρτιση του άνω συμφωνητικού υπομίσθωσης, ενόψει του προεκτεθέντος ισχυρισμού του αναιρεσίβλητου, ώστε να συναγάγει το αποδεικτικό του πόρισμα σχετικά με το αν η δήλωση των δικαιοπρακτούντων μερών, όσον αφορά το ύψος του μισθώματος και την προκαταβολή μισθωμάτων, ποσού των 159.408 ευρώ, ήταν φαινομενική ή σοβαρή, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλων αιτιολογιών για τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ερμηνευτικών κανόνων, που ορθά εφάρμοσε και συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Σύμφωνα με τα ανωτέρω, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, τους ουσιαστικού δικαίου ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και συνεπώς ο εξεταζόμενος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση ελέγχεται για παραβίαση από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Σε κάθε περίπτωση ο άνω αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι στην πραγματικότητα με αυτόν και υπό την επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στις διατάξεις των άρθρων 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή από την εφαρμογή των άνω ερμηνευτικών κανόνων, κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από αυτό που η ίδια υποστηρίζει ως ορθό και έτσι πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων και με την αποδοχή πραγματικών περιστατικών.
Με το δεύτερο αναιρετικό λόγο, κατά το τρίτο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκή αιτιολογία, διότι δεν διευκρινίζει, προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τα μέρη ήθελαν να ισχύσει η σύμβαση καταβολής του ποσού των 159.408 ευρώ, ως "σύμβαση καταβολής αέρα, τους λόγους φορολογικής και λογιστικής διευκόλυνσης" της εταιρείας της αναιρεσείουσας, πως λειτουργεί η διευκόλυνση αυτή και πως είναι δυνατόν η εταιρεία της να καταφύγει σε τέτοια εικονική σύμβαση και υποκρυπτόμενη σύμβαση καταβολής "αέρα", για να διευκολυνθεί φορολογικά και λογιστικά.
Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος που αφορά την ανεπάρκεια της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης από τη μη αναφορά των φορολογικών και λογιστικών λόγων διευκόλυνσης της εταιρείας της αναιρεσείουσας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η αναφορά των ως άνω λόγων διευκόλυνσης της εταιρείας της αναιρεσείουσας, συνιστά, όπως διατυπώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, επεξηγηματικό περιεχόμενο της κατάθεσης της μάρτυρος Β.
Π. και δεν συνιστά "αιτιολογία" επί τη βάσει της οποίας διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε η εν λόγω αναφορά να είναι δεκτική μομφής και ελέγχου για ανεπάρκεια αιτιολογίας και συνεπώς δεν ιδρύει την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ ως προς τις λοιπές ανωτέρω αιτιάσεις του, ο λόγος αυτός κατά το άνω σκέλος του, είναι αβάσιμος, καθόσον δεν ήταν αναγκαία για την επάρκεια της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης η αναφορά για το "πως λειτουργεί η διευκόλυνση αυτή και πως είναι δυνατόν η εταιρεία της να καταφύγει σε τέτοια εικονική σύμβαση και υποκρυπτόμενη σύμβαση καταβολής "αέρα", για να διευκολυνθεί φορολογικά και λογιστικά", αφού αυτά συνιστούν απλά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας προς υποστήριξη των απόψεών της περί μη εικονικότητας της σύμβασης και περί μη συμφωνίας για καταβολής "αέρα", ως προς τα οποία το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει ειδική αιτιολογία.
Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ήτοι οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται, αφενός, ότι, κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις και, αφετέρου, ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως (ΑΠ 860/2023).
Με το δεύτερο αναιρετικό λόγο, κατά το τέταρτο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεχόμενο ότι "αφού ληφθούν υπόψη τα κρατούντα συναλλακτικά ήθη σε τέτοιου είδους επαγγελματικές μισθώσεις, κρίνεται ότι οι συμβληθέντες στην επίμαχη σύμβαση υπομισθώσεως κατά τον χρόνο καταρτίσεώς της γνώριζαν και συμφωνούσαν ότι η συναφθείσα υπ' αυτών σύμβαση είναι εικονική ως προς το ύψος του μισθώματος και την προκαταβολή μέρους αυτού για όλα τα μισθωτικά έτη, συνολικού ποσού 159.408 ευρώ, και ότι η αληθής βούλησή τους ήταν το ύψος του μισθώματος να ανέρχεται σε 1.600 ευρώ, ενώ το επιπλέον ποσόν των 1.107 ευρώ που καταβλήθηκε για τα δώδεκα (12) έτη της υπομίσθωσης να αντιστοιχεί στον "αέρα"", παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 200 Α.Κ., που προβλέπει την εφαρμογή των συναλλακτικών ηθών κατά την ερμηνεία των συμβάσεων και τούτο διότι, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, δεν υπάρχουν τέτοια συναλλακτικά ήθη στις επαγγελματικές μισθώσεις, τα οποία να οδηγούν τα συμβαλλόμενα μέρη στην κατάρτιση εικονικών υπομισθώσεων, οι οποίες υποκρύπτουν σύμβαση περί καταβολής "αέρα".
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 200 Α.Κ., την οποία δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον τα ως άνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, πληρούν το πραγματικό της διάταξης αυτής και δικαιολογούν την εφαρμογή της, δεδομένου ότι υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ:
α) των ορθών νομικών σκέψεων της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με τις οποίες η, απορρέουσα από την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, συμφωνία για την καταβολή από το μισθωτή στον εκμισθωτή του αποκαλούμενου "αέρα", συνηθίζεται στις συναλλαγές, προκειμένου να επιτευχθεί η κατάρτιση μισθωτικής σύμβασης ακινήτου για τη χρήση του ως καταστήματος και είναι νόμιμη, η συμφωνία αυτή από άποψη αστικού δικαίου, κατ' άρθρο 361 ΑΚ και β) των ως άνω ουσιαστικών παραδοχών της, κατά τις οποίες το Εφετείο, αφού, όπως προαναφέρθηκε, διαπίστωσε εμμέσως, πλην όμως σαφώς, αμφίβολα σημεία στο επίμαχο συμφωνητικό υπομίσθωσης, προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, όπως και αυτή του άρθρου 200 ΑΚ, και κατόπιν αυτών, ορθώς έλαβε υπόψη του κατά την ερμηνευτική προσέγγιση της σύμβασης αυτής και τα κρατούντα, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, συναλλακτικά ήθη σε τέτοιου είδους επαγγελματικές μισθώσεις, οι ως άνω δε παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό της εν λόγω διάταξης του άρθρου 200 Α.Κ., ως προς την εφαρμογή των συναλλακτικών ηθών.
Επομένως, ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της άνω αναιρετικής πλημμέλειας, η αναιρεσείουσα επιχειρεί να πλήξει την αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων και με το σαφές και πλήρες εκτιθέμενο στην προσβαλλομένη απόφαση αποδεικτικό πόρισμα ότι η επίμαχη σύμβαση υπομίσθωσης είναι εικονική ως προς το ύψος του μισθώματος και την προκαταβολή μέρους αυτού για όλα τα μισθωτικά έτη, συνολικού ποσού 159.408 ευρώ, και ότι η αληθής βούληση των διαδίκων ήταν το ύψος του μισθώματος να ανέρχεται σε 1.600 ευρώ, ενώ το επιπλέον ποσόν των 1.107 ευρώ που καταβλήθηκε για τα δώδεκα (12) έτη της υπομίσθωσης να αντιστοιχεί στον "αέρα".
Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. [που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 Κ.Πολ.Δικ.), αλλά και της αρχής της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.)], ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "πράγματα" είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό μέσο (βάση αγωγής, ανταγωγής), είτε ως αμυντικό μέσο (ένσταση, αντένσταση) και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει.
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά.
Ομοίως δεν συνιστούν "πράγματα" η επίκληση αποδεικτικών μέσων ή του περιεχομένου τους και πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αλλά ούτε και τα συμπεράσματα ή επιχειρήματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.
ΑΠ 14/2004, ΑΠ 1553/2023, ΑΠ 1174/2023, ΑΠ 1162/2022, ΑΠ 24/2021, ΑΠ 5/2020). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 εδαφ. α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ισχυρίζεται ότι έλαβε υπόψη ως θεμελιωτική της βούλησης των διαδίκων μερών, περί εικονικότητας της σύμβασης υπομίσθωσης ως προς το καταβαλλόμενο μίσθωμα, την ύπαρξη λόγων φορολογικής και λογιστικής διευκόλυνσης της αναιρεσείουσας, καθώς και το γεγονός ότι η ίδια η αναιρεσείουσα απαίτησε τη λύση αυτή, χωρίς όμως τα ανωτέρω να προταθούν από τον αναιρεσίβλητο και έτσι δέχθηκε πράγματα, που δεν προτάθηκαν από τον τελευταίο, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια του άρθρου 8 ΚΠολΔ.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και ως εκ τούτου απορριπτέος, καθόσον: α) η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι "Για το ότι η αληθής βούληση των συμβαλλομένων μερών ήταν η παραπάνω, αφού ήθελαν να ισχύσει αυτή ως σύμβαση καταβολής "αέρα", ποσού 159.408 ευρώ, για την υπομίσθωση του καταστήματος, κατέθεσε εξ ιδίας αντιλήψεως η μάρτυρας Β.
Π., επεξηγώντας ότι επιλέχθηκε αυτή η λύση κατόπιν απαιτήσεως της υπομισθώτριας εταιρίας για λόγους φορολογικής και λογιστικής διευκόλυνσης της", επί της οποίας επιχειρεί να θεμελιώσει την ως άνω αναιρετική πλημμέλεια η αναιρεσείουσα, δεν συνιστά "πράγμα" κατά την προεκτεθείσα έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 8 Κ.Πολ.Δ.
και δη παραδοχή αυτοτελούς ισχυρισμού που δεν προτάθηκε, αλλά συνιστά αναφορά σε αποδεικτικό μέσο και δη στην μαρτυρική κατάθεση της Β. Π. και στο περιεχόμενο αυτής, στο οποίο περιλαμβάνεται η από τη μάρτυρα αυτή αναφερόμενη επεξήγηση ότι η λύση να εμφανιστεί το καταβληθέν ποσό των 159.408 ευρώ ως προκαταβολή μισθώματος, επιλέχθηκε κατόπιν απαίτησης της αναιρεσείουσας - υπομισθώτριας εταιρίας για λόγους φορολογικής και λογιστικής διευκόλυνσής της, η αναφορά δε αυτή στην πληττόμενη απόφαση του εν λόγω αποδεικτικού μέσου και του περιεχομένου του και πολύ περισσότερο, η αξιολόγησή του από το Δικαστήριο, δεν αποτελεί, σύμφωνα και με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, "πράγμα" κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 8 Κ.Πολ.Δ.
και β) υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας από το λόγο αυτόν, πλήττεται το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η επίδικη υπομίσθωση είναι εικονική και άκυρη ως προς το ύψος του μισθώματος και ως προς την προκαταβολή μέρους αυτού, πλην όμως, είναι έγκυρη η καλυπτόμενη από αυτήν σύμβαση καταβολής "αέρα" ποσού 159.408 ευρώ, την οποία ήθελαν και είχαν συμφωνήσει αμφότεροι οι συμβληθέντες διάδικοι.
Σε κάθε περίπτωση όμως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., του δικογράφου της από 8-12-2017 έφεσης του αναιρεσίβλητου, ο τελευταίος, όπως προαναφέρθηκε, με τον πρώτο λόγο της έφεσής του αυτής, επανέφερε παραδεκτά τον πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό του, ότι η συμφωνία για το ύψος του μισθώματος στο ποσό των 2.707 ευρώ και την προκαταβολή μέρους αυτού για όλα τα μισθωτικά έτη, συνολικού ποσού 159.408 ευρώ, ήταν εικονική και η αληθής βούληση των συμβαλλομένων μερών ήταν διαφορετική, καθόσον αυτοί ήθελαν το ύψος του μισθώματος να ανέρχεται σε 1.600 ευρώ, ενώ το επιπλέον ποσόν των 1.107 ευρώ, που καταβλήθηκε για τα δώδεκα (12) έτη της υπομίσθωσης, κάλυπτε για φορολογικούς λόγους και για τη λογιστική διευκόλυνση της αναιρεσείουσας, τον συμφωνηθέντα και καταβληθέντα "αέρα" ως αντίτιμο των μεταβιβαζομένων από τον ίδιο άυλων αγαθών για την υπομίσθωση του πρατηρίου υγρών καυσίμων (βλ.
σελίδα 8 του δικογράφου της από 8-12-2017 έφεσης του αναιρεσίβλητου) και επομένως παραδεκτά έχει προταθεί από τον αναιρεσίβλητο ότι η ανωτέρω λύση να εμφανιστεί το καταβληθέν ποσό των 159.408 ευρώ ως προκαταβολή μισθώματος, επιλέχθηκε κατόπιν απαίτησης της αναιρεσείουσας - υπομισθώτριας εταιρίας για λόγους φορολογικής και λογιστικής διευκόλυνσής της.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδαφ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.
ΑΠ 8/2005). Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της διάταξης του εδαφίου β' του αριθμού 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι, στον κανόνα αυτό των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά, ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, που προσκομίστηκαν, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, γιατί στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του Κ.Πολ.Δ., τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (Ολ. ΑΠ 8/2005, ΑΠ 1234/2023, ΑΠ 735/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 1512/2014). Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, δηλαδή η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια, που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε, δ) η κατά τον αναιρεσείοντα προβαλλόμενη, ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα και ε) στην περίπτωση που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση.
Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος ως αόριστος (ΑΠ 1345/2023, ΑΠ 1328/2023, ΑΠ 250/2023, ΑΠ 617/2022, ΑΠ 909/2022, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 1109/2019, ΑΠ 860/2018, ΑΠ 752/2017). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο σχετικός λόγος αναίρεσης στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων προσδίδει σε κάποιο αποδεικτικό μέσο αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη, που ο νόμος καθορίζει δεσμευτικά γι` αυτό. Τέτοια παραβίαση υπάρχει όταν το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα αποδεικτικά μέσα, στα οποία ο νόμος προσδίδει αυξημένη και δεσμευτική γι` αυτό αποδεικτική δύναμη, όπως είναι η δικαστική ομολογία και τα έγγραφα για αποδεικτέα γεγονότα, που παράγουν πλήρη απόδειξη και δεν στηρίζουν απλώς δικαστικά τεκμήρια (άρθρα 352, 438 επ.
και 445 ΚΠολΔ), καθώς και όταν αποδίδει αυξημένη αποδεικτική δύναμη στα λοιπά αποδεικτικά μέσα του άρθρου 339 ΚΠολΔ (μάρτυρες, δικαστικά τεκμήρια κλπ.), τα οποία, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, είναι ισοδύναμα μεταξύ τους και εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο. Αντίθετα, ο αναιρετικός λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο αποδίδει απλώς μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική βαρύτητα ή αξιοπιστία σε κάποιο από τα περισσότερα ισοδύναμα, κατά το νόμο, αποδεικτικά μέσα, που εκτιμώνται ελεύθερα και κυριαρχικά από το δικαστήριο, το οποίο δεν οφείλει να αιτιολογήσει τη σχετική κρίση του (ΑΠ 1091/2023, ΑΠ 1036/2023, ΑΠ 1013/2023, ΑΠ 1381/2022, ΑΠ 2/2022, ΑΠ 47/2020).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 339 και 352 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι δικαστική ομολογία, η οποία παρέχει πλήρη απόδειξη, είναι μόνο εκείνη του διαδίκου που γίνεται προφορικώς ή γραπτώς ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση (ή του εντεταλμένου δικαστή), κάθε δε άλλη ομολογία θεωρείται εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, έστω και αν έγινε ενώπιον δικαστηρίου, αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη στην οποία έγινε επίκλησή της ως αποδεικτικού μέσου.
Απόδειξη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, δεν αποτελεί κάθε ομολογία, αλλά μόνο η γενόμενη με σκοπό αποδοχής του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος.
Συνεπώς, δικαστική ομολογία υπάρχει όταν το ενώπιον του δικαστηρίου αναγνωριζόμενο από το διάδικο επιζήμιο γι` αυτόν γεγονός είναι κρίσιμο και αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης, όχι δε και όταν το γεγονός αυτό αποτελεί τη βάση δικαστικού τεκμηρίου για το αποδεικτέο περιστατικό (ΑΠ 527/2022, ΑΠ 865/2020, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 1416/2007, ΑΠ 115/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδαφ. β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρέβη, κατά την υπαγωγή των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων στους κανόνες των άρθρων 138, 173 και 200 του ΑΚ, τα διδάγματα της κοινής πείρας, διότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, δεν επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ότι το συμφωνηθέν υπομίσθωμα των 2.707 ευρώ, ήταν υπέρτερο της μισθωτικής αξίας του ακινήτου και ειδικότερα υποστηρίζει ότι το Εφετείο, παρέβη τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά τα οποία:
α) η ενδεχόμενη αυξημένη μισθωτική αξία ενός ακινήτου αποδίδεται στην τυχόν μοναδικότητα της θέσης του πρατηρίου, με αντικειμενικά κριτήρια, καθώς ως πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία δεν μπορούν να χαρακτηριστούν οι μισθώσεις, οι οποίες είχαν συναφθεί είτε για το επίδικο ακίνητο πριν καταστεί καίρια η θέση του, είτα για άλλα ακίνητα στην ευρύτερη και όχι στην ίδια περιοχή και β) ότι η οικονομική κρίση που επικράτησε από τις αρχές επηρέασε αρνητικά τη μισθωτική αξία των ακινήτων, στα οποία ασκείται ομοειδής εμπορική δραστηριότητα.
Ο λόγος αυτός, κατά το ανωτέρω πρώτο σκέλος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, πέραν της αοριστίας του, καθόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα της κοινής πείρας, [δηλαδή η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια, που αποδόθηκε από το Δικαστήριο της ουσίας στους συγκεκριμένους κανόνες δικαίου], τα ανωτέρω επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα διδάγματα της κοινής πείρας δεν αφορούν στην ερμηνεία κανόνων ουσιαστικού δικαίου για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας των εν λόγω κανόνων, ούτε στην υπαγωγή των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων της ένδικης διαφοράς σε κανόνες δικαίου, αλλά στην εκτίμηση πραγμάτων για τη διάγνωση αν συντρέχουν ή όχι τα αποδεικτέα περιστατικά, η οποία όμως είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, με τον ίδιο, τέταρτο αναιρετικό λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, διότι δεν προσέδωσε πλήρη αποδεικτική δύναμη στη δικαστική ομολογία του αναιρεσίβλητου, που περιλαμβανόταν στην έφεσή του, ότι το μίσθιο είχε "μεγάλη εμπορική αξία".
Ο λόγος αυτός, κατά το ως άνω δεύτερο σκέλος του, είναι αβάσιμος και, ως εκ τούτου, απορριπτέος, διότι από το ανωτέρω αναφερόμενο στην έφεση του αναιρεσίβλητου ότι το μίσθιο είχε "μεγάλη εμπορική αξία", δεν συνάγεται δικαστική ομολογία, με την προεκτεθείσα έννοια, δηλαδή παραδοχή πραγματικού γεγονότος, που να αναφέρεται αμέσως στο κρίσιμο αποδεικτέο και αμφισβητούμενο στην ένδικη περίπτωση ζήτημα και δη της εικονικότητας ή μη του μισθώματος ως προς το ποσό των 1.107 ευρώ και προκαταβολής μέρους αυτού.
Ειδικότερα, η ανωτέρω αναφορά στην έφεση του αναιρεσίβλητου δεν περιέχει σαφή και συγκεκριμένη αναγνώριση κρίσιμου γεγονότος αναφερόμενου αμέσως στο άνω αμφισβητούμενο θέμα, ώστε να συνιστά δικαστική ομολογία, με την έννοια που προαναφέρθηκε, ενώ η ως άνω αναφορά μόνο ως στοιχείο για συναγωγή δικαστικού τεκμηρίου θα μπορούσε να συνεκτιμηθεί, ως προς τον προσδιορισμό της μισθωτικής αξίας του μισθίου ακινήτου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, τέτοιο δε μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο είναι, κατ' αρχάς, σύμφωνα με το άρθρο 393 παρ. 1 ΚΠολΔ, και οι μάρτυρες για την απόδειξη συμβάσεων και συλλογικών πράξεων, εφόσον η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει το οριζόμενο σε αυτή ποσό (ΑΠ 950/2022).
Από τη διάταξη του άρθρου 650 παρ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, όπως αυτή ίσχυε πριν την κατάργησή της με το άρθρο 1 του ν. 4335/2015, η οποία είχε εφαρμογή και στην εκδίκαση διαφοράς από μίσθωση υποκείμενη στις διατάξεις του ν. 813/1978 και ήδη Π.Δ. 34/1995, συνάγεται ότι κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου και τα οποία εκτιμά ελευθέρως, χωρίς να υποχρεούται να τηρήσει νομικούς κανόνες ως προς την αποδεικτική δύναμη αυτών, με εξαίρεση ως προς τη δικαστική ομολογία και τα δημόσια έγγραφα (ΑΠ 639/2023, ΑΠ 363/2020).
Τούτο είχε ως αποτέλεσμα να κάμπτεται η εφαρμογή του άρθρου 393 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά το οποίο συμβάσεις και συλλογικές πράξεις δεν μπορούν να αποδειχθούν με μάρτυρες, εφόσον η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει το ποσό που αναφέρεται σε αυτό. Εξάλλου, κατά τη γενική αρχή του διαχρονικού αστικού δικονομικού δικαίου, που συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 2 στ.
δ' και 20 ΕισΝΚΠολΔ το επιτρεπτό της απόδειξης με μάρτυρες κρίνεται κατά το ισχύον, κατά το χρόνο της δημιουργίας της αποδεικτέας δικαιολογικής σχέσης, δίκαιο, το οποίο και μόνο μπορούν να έχουν υπόψη τους οι ενδιαφερόμενοι για τη ρύθμιση της απόδειξης της σχέσης αυτής (ΑΠ 639/2023, ΑΠ 950/2022, ΑΠ 364/2012). Με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 αντικαταστάθηκε το ΒΙΒΛΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ-ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ του Κ.Πολ.Δ. (άρθρα 591 έως 681Δ) με τα άρθρα 591 έως 645, με συνέπεια τη σιωπηρή κατάργηση των άρθρων 646 έως 681Δ και, ως εκ τούτου, και του άρθρου 650 του ΚΠολΔ για τις μισθωτικές διαφορές.
Ακόμη, με την παρ. 2 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 αντικαταστάθηκε το άρθρο 340 ΚΠολΔ και ορίζεται σ` αυτό, όπως αντικαταστάθηκε ότι "Το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη του καθενός. Λαμβάνει επίσης υπόψη και εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394".
Δηλαδή και στην ειδική διαδικασία των περιουσιακών-μισθωτικών διαφορών, όπως και στην τακτική διαδικασία, με τις επελθούσες αλλαγές, η λήψη υπόψη και η εκτίμηση αποδεικτικού μέσου, που δεν πληροί τους όρους του νόμου, τελεί υπό την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, στο άρθρο ένατο του άρθρου 1 του ίδιου νόμου και υπό τον τίτλο "μεταβατικές και άλλες διατάξεις" περιλήφθηκε μεταβατική διάταξη, σύμφωνα με την οποία (παρ. 2) "Οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από τις 1-1-2016 ένδικα μέσα και αγωγές", ενώ στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "Κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1-1-2016".
Οι νέες διατάζεις του άρθρου 340 ΚΠολΔ δεν υπάγονται σε ειδική μεταβατική διάταξη του σχετικού άρθρου ένατου ν. 4335/2015. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι ο νομοθέτης δεν εισάγει στο ν. 4335/2015 ειδικό κανόνα διαχρονικού δικαίου αναφορικά με τις νέες ρυθμίσεις για την απόδειξη και από τη γενική αρχή του διαχρονικού αστικού δικονομικού δικαίου (ΕισΝΚΠολΔ 5 παρ. 2 στ.
δ` και 20), σύμφωνα με την οποία το επιτρεπτό της απόδειξης με μάρτυρες κρίνεται, κατά το ισχύον κατά το χρόνο της δημιουργίας της αποδεικτέας δικαιολογικής σχέσης, δίκαιο, συνάγεται ότι συμβάσεις που καταρτίστηκαν υπό την ισχύ της διάταξης του άρθρου 650 ΚΠολΔ, που συγχωρούσε τη χρήση μαρτύρων προς απόδειξή τους, διέπονται από το προηγούμενο ισχύον κατά την κατάρτισή τους, νομοθετικό καθεστώς ως προς τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της απόδειξής τους με μάρτυρες (ΑΠ 639/2023, ΑΠ 950/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την αναιρετική πλημμέλεια: α) από τον αριθμό 11 α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο προκειμένου να οδηγηθεί στην κρίση του περί του περιεχόμενου της καλυπτόμενης από την άκυρη, ως εικονική, κατά το ύψος του μισθώματος και την προκαταβολή μέρους αυτού, επίδικη υπομίσθωση σύμβασης καταβολής "αέρα" ποσού 159.408 ευρώ, έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, δεδομένου του περιορισμού, κατά το άρθρο 393 ΚΠολΔ, του εμμάρτυρου μέσου απόδειξης, λόγω του ποσού της καλυπτόμενης δικαιοπραξίας καταβολής "αέρα", το ποσό της οποίας υπερβαίνει τις 30.000 ευρώ και ειδικότερα έλαβε υπόψη τις με αριθμούς 12.253/20-9-2019 και 12260/23-9-2019 ένορκες βεβαιώσεις του Ε.
Κ. και του Ν. Λ., αντίστοιχα και την κατάθεση της μάρτυρος Β. Π. ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στις 26-5-2017 και β) άλλως, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν κήρυξε έκπτωση από το δικαίωμα εξέτασης από τον αναιρεσίβλητο των ανωτέρω μαρτύρων ή δεν κήρυξε το απαράδεκτο των αποδείξεων, όσον αφορά τις ως άνω μαρτυρικές καταθέσεις.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος, όσον αφορά και τις δύο ανωτέρω προβαλλόμενες αναιρετικές πλημμέλειες, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος και τούτο διότι, το Εφετείο, λαμβάνοντας υπόψη για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος τα ανωτέρω προσκομισθέντα νόμιμα με επίκληση από τον αναιρεσίβλητο αποδεικτικά μέσα και δη την ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου δοθείσα στις 26-5-2017 μαρτυρική κατάθεση της Β.
Π. και τις με αριθμούς 12.253/20-9-2019 και 12260/23-9-2019 ένορκες βεβαιώσεις του Ε. Κ. και του Ν. Λ., αντίστοιχα, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. αριθμ. 11 α' και 14 αναιρετική πλημμέλεια, καθόσον: α) πρόκειται για μισθωτική διαφορά και β) ως εκ του χρόνου, που έγινε ανελέγκτως δεκτό από το Εφετείο ότι καταρτίστηκε η επίμαχη σύμβαση υπομίσθωσης και ειδικότερα στις 23-12-2008, εφαρμοστέα ήταν η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 650 ΚΠολΔ (πριν την κατάργησή της με το ν.4335/2015) αποδεικτική διαδικασία, σύμφωνα με την οποία λαμβάνονταν υπόψη και μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, οπότε ήταν επιτρεπτή η λήψη υπόψη από το Δικαστήριο και του αποδεικτικού μέσου των μαρτυρικών καταθέσεων και ενόρκων βεβαιώσεων, ανεξαρτήτως του περιορισμού του ορίου του άρθρου 393 ΚΠολΔ, η εφαρμογή της οποίας κάμπτεται, με βάση την ισχύουσα, στην ένδικη υπόθεση, διάταξη του άρθρου 650 ΚΠολΔ.
Κατόπιν όλων αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη διάδικος, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-11-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 9298/1146/26-11-2021, αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2693/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ