Legislator Case Law & Legislation
1209/2020 AI generated

1209/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1209/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1209/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6β § Ια Ν. 489/1976 (όπως προστέθηκε με το άρθρο 4 του Ν. 3557/2007), εξαιρούνται από την ασφάλιση ζημίες που προκαλούνται, μεταξύ άλλων, και από οδηγό ο οποίος στερείται, κατά το χρόνο του ατυχήματος, της άδειας οδήγησης που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του αυτοκινήτου οχήματος που οδηγεί.

Keywords

AI generated
right of insurer termination of insurance benefits interim accident insurance reinstatement of insured status fraudulent insurance claim insurance certificate
AI generated
925/2015
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.
27/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-11-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 18-9-2006 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2815/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2047/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-6-2010 αίτησή της.
625/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
2020/2014
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.
1535/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31 Οκτωβρίου 2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3085/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2791/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12 Μαϊου 2006 αίτησή της.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1209 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1209/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεόντιο Σφαιρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Μ. του Κ., 2) Ι. Μ. του Κ., 3) Δ. Μ. του Κ. και 4) Μ. Μ. του Κ., κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αργυρώ Γρατσία Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-9-2014 αγωγή προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 2-4-2015 προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 834/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 429/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-5-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 12-5-2019 (αρ. κατ.4591/418/2019) αίτηση αναίρεσης κατ' της υπ' αρ. 429/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (αρθ.•591 και 614 παρ.6) έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3. 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 εδάφ. γ' του ν. 3557/ 2007, η ισχύς του οποίου άρχισε από 14-5-2007, καταργήθηκε η Κ4/585/5-4-1978 απόφαση του Υπουργού Εμπορίου (ΦΕΚ 795, τ. ΑΕ και ΕΠΕ), ενώ με τη διάταξη του άρθρου 4 του ίδιου νόμου προστέθηκε το άρθρο 6β στο π.δ. 237/1986 (που κωδικοποίησε το ν. 489/1976 "περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης"), το οποίο ορίζει ότι: 1.

Εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται: α) από οδηγό, ο οποίος στερείται της άδειας οδήγησης που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του αυτοκινήτου οχήματος που οδηγεί, β) από οδηγό, ο οποίος, κατά το χρόνο του ατυχήματος, τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ν. 2696/1999, ΦΕΚ 57 Α' ), όπως εκάστοτε ισχύει, εφόσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος..., γ) από αυτοκίνητο όχημα, του οποίου γίνεται διαφορετική χρήση από αυτή που καθορίζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και στην άδεια κυκλοφορίας, εφόσον η χρήση αυτή τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος.

Οι προαναφερόμενες νομοθετικές ρυθμίσεις που απαρτίζουν, περιοριστικά πλέον, τους τρεις (3) λόγους εξαίρεσης από την ασφάλιση, αποτελούν λόγους απαλλαγής του ασφαλιστή έναντι του ασφαλισμένου του, με την επισήμανση ότι επιτρέπεται με τη σύμβαση ασφάλισης να ορίζονται, πέραν των περιπτώσεων αυτών, και άλλες περιπτώσεις εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, εφόσον αυτές αφορούν μόνο προαιρετική ασφαλιστική κάλυψη (άρθρ. 6β παρ. 2 του ίδιου π.δ/τος).

Τα παραπάνω έχουν νομική αξία στις σχέσεις ασφαλιστή και ασφαλισμένου στη λεγόμενη δίκη αναγωγής του πρώτου κατά του δεύτερου, κατά την οποία παρέχεται το δικαίωμα στον ασφαλιστή να εναγάγει τα αναφερόμενα στο άρθρο 11 παρ. 1 του π.δ. 237/1986 πρόσωπα και να ζητήσει απ' αυτά ό,τι κατέβαλε ή θα καταβάλει σε εκείνον που ζημιώθηκε από το τροχαίο ατύχημα.

Εξάλλου, με τις σχετικές διατάξεις του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), όπως αυτές ίσχυαν κατά το χρόνο του ατυχήματος, που ενδιαφέρουν στην εξεταζόμενη υπόθεση, ορίζονται τα εξής: α) άρθρο 13 παρ. 2 εδάφ. α' : "Ο οδηγός επιβάλλεται να έχει την, κατά τις σχετικές διατάξεις, προβλεπόμενη άδεια οδήγησης και την αναγκαία σωματική και διανοητική ικανότητα και να βρίσκεται σε κατάλληλη κατάσταση για να οδηγεί, οφείλει δε κατά το χρόνο της οδήγησης να είναι σε θέση να ελέγχει το όχημά του ή τα ζώα του", β) άρθρο 94 παρ. 3: "Απαγορεύεται η οδήγηση αυτοκινήτων ή μοτοσικλετών από πρόσωπα τα οποία δεν κατέχουν ισχύουσα ελληνική άδεια οδήγησης της κατάλληλης κατηγορίας ή υποκατηγορίας, σύμφωνα με όσα ορίζονται στις παραγράφους του παρόντος άρθρου", η οποία, κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου, απαιτείται να είναι Κατηγορίας Β, για την οδήγηση επιβατηγού αυτοκινήτου, του οποίου ο μέγιστος αριθμός θέσεων καθημένων (χωρίς τη θέση του οδηγού) δεν υπερβαίνει τις οκτώ, γ) άρθρο 95 παρ. 1, εδάφ.

α' - ε' : "Οι άδειες οδήγησης των κατηγοριών Α, Β και των υποκατηγοριών ΑΙ και Β1 ισχύουν χρονικά μέχρι να συμπληρώσουν οι κάτοχοι τους το εξηκοστό πέμπτο (65) έτος της ηλικίας τους. Οι άδειες οδήγησης των κατηγοριών Β+Ε, Γ, Γ+Ε, Δ, Δ+Ε και της κατηγορίας Β, όταν αυτές χρησιμοποιούνται για την οδήγηση επιβατηγών αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης, ισχύουν για πέντε (5) χρόνια από την ημερομηνία έκδοσης ή της προηγούμενης ανανέωσής τους.

Με τη λήξη πενταετούς ισχύος των αδειών αυτών λήγει συγχρόνως και η ισχύς των αδειών οδήγησης των κατηγοριών Α, Β και των υποκατηγοριών ΑΙ και Β1 που είναι ενσωματωμένες στο έντυπο της άδειας οδήγησης. Μετά τη συμπλήρωση της ηλικίας των εξήντα πέντε (65) ετών οι άδειες οδήγησης ανανεώνονται κάθε τρία (3) χρόνια από την έκδοση ή την προηγούμενη ανανέωσή τους.

Η ανανέωση των αδειών οδήγησης γίνεται μετά από ιατρική εξέταση", δ) άρθρο 95 παρ. 3: "Η ανανέωση της άδειας οδήγησης μπορεί να γίνει οποτεδήποτε όχι όμως προ του διμήνου, το οποίο προηγείται της ημερομηνίας λήξης της (εδάφ. α' )... Η ανανέωση γίνεται χωρίς θεωρητική και πρακτική εξέταση, έπειτα από ιατρική εξέταση, κατά την οποία πρέπει να κριθεί ότι ο ενδιαφερόμενος πληροί τις ελάχιστες απαιτούμενες προϋποθέσεις υγείας (εδάφ.

γ')" και ε) άρθρο 95 παρ. 5: "Η άδεια οδήγησης επιτρέπεται να ανανεωθεί και μετά τη λήξη της ισχύος της, αν υπάρχουν οι νόμιμες, προς τούτο, προϋποθέσεις. Η άδεια οδήγησης θεωρείται ότι δεν ισχύει: α. αν έληξε ο χρόνος ισχύος της, β. αν έχει φθαρεί ή αλλοιωθεί, σε τέτοιο βαθμό που να είναι δυσχερής ο έλεγχος της και γ.

αν έπαψαν να ισχύουν οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες χορηγήθηκε ή ανανεώθηκε" (ΑΠ 958/2015, ΑΠ 1628/2013, ΑΠ 242/2011). Από όλα τα παραπάνω και ενόψει της γενικής διατύπωσης της παρ. 6β παρ 1α του ν. 489/1976, η οποία συνδέει τον αποκλεισμό της ευθύνης του ασφαλιστή με την έλλειψη άδειας ικανότητας οδηγού, χωρίς να διακρίνει μεταξύ της περίπτωσης κατά την οποία ο οδηγός δεν είχε ποτέ ζητήσει και λάβει τέτοια άδεια και εκείνης, κατά την οποία είχε μεν λάβει τέτοια άδεια, αλλά μεταγενέστερα για κάποιο λόγο η άδεια ανακλήθηκε ή έληξε η διάρκεια της ισχύος της, προκύπτει, ότι στην περίπτωση αποκλεισμού της ευθύνης του ασφαλιστή, που προβλέπεται από την πιο πάνω διάταξη, και κατ' ακολουθίαν και του τυχόν υπάρχοντος απαλλακτικού όρου, που συμπεριελήφθη στο ασφαλιστήριο από την εν λόγω διάταξη, περιλαμβάνονται, κατ' αρχήν και οι δύο παραπάνω περιπτώσεις, και συνεπώς και η αναφερόμενη στην παρ. 5 εδ.

β' περ. α' του άρθρου 95 του Ν. 2696/1999 περίπτωση, κατά την οποία η άδεια οδήγησης θεωρείται ότι δεν ισχύει, αν έληξε ο χρόνος ισχύος της (Α.Π.268/2019). Περαιτέρω κατά το άρθρο 281 ΑΚ, "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος".

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που εφαρμόζεται σε όλα τα δικαιώματα του ιδιωτικού δικαίου, είτε πηγάζουν άμεσα από το νόμο είτε από δικαιοπραξία, είτε προέρχονται από κανόνες ενδοτικού δικαίου είτε από κανόνες δημόσιας τάξης, άρα και στο δικαίωμα αναγωγής του ασφαλιστή κατά των ασφαλισμένων προσώπων σε περίπτωση συνδρομής λόγου απαλλαγής του από την ασφαλιστική κάλυψη (ΑΠ 18/2010, ΑΠ 1436/2009, ΑΠ 515/2009), το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, δεν καθιστούν ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου για το δίκαιο και την ηθική, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηριστεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση που δημιουργήθηκε απ' αυτόν, η οποία επάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, επιπλέον, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, με βάση τις οποίες και την αδράνεια του δικαιούχου, η άσκηση του δικαιώματος, που επακολουθεί και που τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που έχει δημιουργηθεί υπό τις πιο πάνω ειδικές συνθήκες και έχει διατηρηθεί για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται από τα όρια που ορίζονται στην εν λόγω διάταξη.

Η αδράνεια αυτή του δικαιούχου πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην συντομότερο από εκείνο που προβλέπεται στο νόμο για την παραγραφή του δικαιώματος, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του αυτό. Το ζήτημα αν οι συνέπειες (που δεν είναι απαραίτητο να είναι αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο, αλλά αρκεί η επέλευση και δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων), που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της άσκησης του δικαιώματος του.

Γίνεται, δηλαδή, σε τελική ανάλυση στάθμιση των αντίθετων συμφερόντων των μερών και προκρίνονται εκείνα τα συμφέροντα που παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη σπουδαιότητα για την κοινωνική τάξη και ευρυθμία (ΑΠ 1724/2014). Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και, συνεπώς, καταχρηστική και απαγορευμένη (ΑΠ Ολομ., 6/2016, 10/2012, 5/2011, 8/2001).

Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανέλεγκτα από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του όμως αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.

Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν τη νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ 1666/2010, ΑΠ 1189/2009, ΑΠ 493/2008, ΑΠ 1287/ 2007). Για τη διαπίστωση αυτή, ήτοι αν έγινε εσφαλμένη (ψευδής) ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία αν το δικαστήριο της ουσίας που κατέληξε στο πιο πάνω νομικό συμπέρασμα διέλαβε σ' αυτό πανηγυρικά τη φρασεολογία και διατύπωση του νόμου, αλλά αν τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα έγιναν δεκτά συνιστούν στη συγκεκριμένη περίπτωση την έννοια της κατάχρησης δικαιώματος (ΑΠ 362/2007, Α.Π 474/2017).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007) Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 10-9-2014 και με αρ. κατάθεσης 116921/5086/2014 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι ενάγοντες Α.

Λ., Ά. Λ. και Χ. Λ. στρεφόμενοι κατά της ήδη αναιρεσείουσας ισχυρίστηκαν, ότι την 29-10-2009 και στο … χιλ της … οδού ... ο Κ. Μ., ηλικίας τότε 70 ετών, οδηγώντας το με αρ. κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκίνητο, στο οποίο επέβαινε ως συνεπιβάτης το μέλος της οικογένειας τους Κ. Λ., προξένησε τροχαίο ατύχημα οφειλόμενο σε αποκλειστική του υπαιτιότητα με αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό του ίδιου και της παραπάνω συνεπιβάτιδος συγγενούς τους και ζήτησαν, μετά την τροπή του αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί, ότι η εναγόμενη υποχρεούται να καταβάλει σε κάθε έναν από αυτούς τα αναφερόμενα σε αυτή ποσά ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.

Παράλληλα, όμως, με την κύρια αγωγή) η κυρίως εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία και ήδη αναιρεσείουσα είχε ασκήσει την από 2-4-2015 (αρ. κατ. 41521/2254/2015) παρεμπίπτουσα εξ αναγωγής αγωγή, εναντίον των καθολικών διαδόχων του αποβιώσαντος οδηγού, ήδη αναιρεσιβλήτων, του ασφαλισμένου ζημιογόνου ΙΧΕ αυτοκινήτου, η οποία, ας σημειωθεί, αφορά την παρούσα αναιρετική δίκη.

Με την αναγωγή η παρεπιμπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία ισχυρίστηκε ότι, σύμφωνα και με συμβατικό όρο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου εξαιρείται από την ασφαλιστική κάλυψη του ασφαλισμένου από αυτήν ΙΧΕ αυτοκινήτου, όταν ο οδηγός δεν κατέχει την άδεια οδήγησης, που προβλέπεται για την κατηγορία του οχήματος, που οδηγεί και ότι στην ένδικη περίπτωση πληρώθηκε ο όρος αυτός και άρα απαλλάσσεται, διότι η άδεια οδήγησης του θανόντος οδηγού είχε λήξει στις 24-2-2009, δηλαδή πριν το ατύχημα που συνέβη μετά, στις 29-10-2009, χωρίς αυτή να ανανεωθεί.

Με το ιστορικό αυτό η παρεμπιπτόντως εξ αναγωγής ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ζητούσε να αναγνωριστεί (μετά την μετατροπή του καταψηφιστικού αγωγικού αιτήματος), ότι οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι υποχρεούνται να της καταβάλουν το ποσό των 550.000 ευρώ, άλλως όποιο ποσό αυτή θα υποχρεωθεί να καταβάλει αντίστοιχα στους κυρίως ενάγοντες κατά το λόγο της κληρονομικής τους μερίδας (1/4 ο κάθε ένας).

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την με αρ.834/2017 απόφαση του δέχτηκε μερικά την κύρια αγωγή ενώ απέρριψε την παρεμπίπτουσα αγωγή. Κατόπιν ασκηθεισών εφέσεων κατά της παραπάνω απόφασης α) από την ήδη αναιρεσείουσα κατά των αρχικά κυρίως εναγόντων (μη διαδίκων στην παρούσα δίκη) και των κληρονόμων του θανόντος ήδη αναιρεσιβλήτων και β) από τους αρχικά κυρίως ενάγοντες κατά της ήδη αναιρεσείουσας εκδόθηκε η με αρ. 429/2019 προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε η δεύτερη πιο πάνω έφεση, έγινε δεκτή η πρώτη έφεση μόνο κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του Χ.

Λ. ενώ απορρίφτηκε κατά το μέρος που στρεφόταν κατά των λοιπών εφεσιβλήτων. Ειδικότερα κατά το μέρος που στην προκειμένη περίπτωση ερευνάται και αφορά την εξ αναγωγής αγωγή, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 429/2019 απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα:

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6β § Ια Ν. 489/1976 (όπως προστέθηκε με το άρθρο 4 του Ν. 3557/2007), εξαιρούνται από την ασφάλιση ζημίες που προκαλούνται, μεταξύ άλλων, και από οδηγό ο οποίος στερείται, κατά το χρόνο του ατυχήματος, της άδειας οδήγησης που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του αυτοκινήτου οχήματος που οδηγεί.

Η θέσπιση της ανωτέρω εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη δεν απαλλάσσει μεν τον ασφαλιστή από την υποχρέωση να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα τρίτο, παρέχει όμως σ'αυτόν (ασφαλιστή) το δικαίωμα να εναγάγει τον ασφαλισμένο και τον οδηγό και να ζητήσει από αυτούς ό,τι κατέβαλε στο ζημιωθέντα τρίτο για την αποκατάσταση της ζημίας του (άρθρα 6β § 3 και 11 § 1 του Ν. 489/1976).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 95 § 1 του ΚΟΚ (Ν. 2696/1999), που ίσχυε κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος, "Οι άδειες οδήγησης των κατηγοριών Α, Β και των υποκατηγοριών ΑΙ και Β1 ισχύουν χρονικά μέχρι να συμπληρώσουν οι κάτοχοι τους το εξηκοστό πέμπτο (65) έτος της ηλικίας τους", κατά δε την § 5 του ως άνω άρθρου του ΚΟΚ, "Η άδεια οδήγησης επιτρέπεται να ανανεωθεί και μετά τη λήξη της ισχύος της, αν υπάρχουν οι νόμιμες προς τούτο προϋποθέσεις.

Η άδεια οδήγησης θεωρείται ότι δεν ισχύει: α) αν έληξε ο χρόνος ισχύος της, β) αν έχει φθαρεί ή αλλοιωθεί σε τέτοιο βαθμό που να είναι δυσχερής ο έλεγχος της και γ) αν έπαψαν να ισχύουν οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες χορηγήθηκε ή ανανεώθηκε". Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η περίπτωση του προαναφερόμενου άρθρου 6β § Ια Ν. 489/ 1976 συντρέχει και όταν, κατά το χρόνο του τροχαίου ατυχήματος, έχει λήξει ο χρόνος ισχύος της άδειας του οδηγού και δεν έχει χωρήσει ανανέωσή της, κατά το άρθρο 95 του ΚΟΚ.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπάρχει και όταν, από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα, που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές, προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή προς τον εγκείμενο στο δικαίωμα κοινωνικό και οικονομικό σκοπό, έτσι ώστε η ενάσκηση του να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΑΠ 495/2015, ΑΠ 18/2010, ΑΠ 1436/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση, αποδείχθηκε ότι με σύμβαση ασφάλισης, που καταρτίσθηκε μεταξύ της παρεμπιπτόντως ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΕΕΓΑ Η ΕΘΝΙΚΗ" και του ως άνω οδηγού του ζημιογόνου υπ' αριθμ. κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκινήτου Κ. Μ., δυνάμει του υπ' αριθμ. … "πολυασφαλιστηρίου συμβολαίου κλάδου αυτοκινήτων", η πρώτη ασφάλισε την έναντι τρίτων αστική ευθύνη του ιδιοκτήτη, κατόχου και οδηγού από την κυκλοφορία του άνω αυτοκινήτου, η ασφαλιστική δε αυτή σύμβαση ανανεώθηκε με το υπ' αριθμ.

…/2009 ανανεωτήριο συμβόλαιο, για την ασφαλιστική περίοδο από 29-9-2009 έως 29-9-2010 και όχι έως 29-9-2009 που προφανώς εκ παραδρομής αναγράφεται στην προσβαλλόμενη απόφαση στην οποία περιλαμβάνεται και ο κρίσιμος χρόνος του ένδικου ατυχήματος (29-10-2009). Στο άρθρο 1 του άνω ασφαλιστηρίου συμβολαίου περιελήφθη μεταξύ άλλων ο όρος ότι η εν λόγω ασφαλιστική σύμβαση "διέπεται από τις διατάξεις του ΝΔ 400/1970, του Ν. 489/1976, όπως κωδικοποιήθηκε με μεταγενέστερους νόμους και ισχύει σήμερα, του Ν. 2496/1997, του Ν. 3651/2008, του Ν. 3746/2009 καθώς και από τους Γενικούς Όρους ασφάλισης και το παράρτημα αυτών για προαιρετικές καλύψεις, που περιέχονται στο έντυπο εγχειρίδιο ή στην ιστοσελίδα ...

και αποτελούν μαζί με την αίτηση ασφάλισης και το ασφαλιστήριο συμβόλαιο ενιαίο και αναπόσπαστο μέρος της ασφαλιστικής σύμβασης

", ενώ στο άρθρο 3 του ιδίου ως άνω συμβολαίου ορίζεται ότι: "Ο ασφαλιζόμενος/λήπτης της ασφάλισης τελεί σε γνώση και αποδέχεται τους όρους ασφάλισης αστικής ευθύνης αυτοκινήτων..." (βλ. προσκομιζόμενο το ως άνω ασφαλιστήριο/ανανεωτήριο συμβόλαιο). Έτσι, η προαναφερόμενη περίπτωση εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη των ζημιών που προξενήθηκαν από οδηγό, ο οποίος, κατά το χρόνο του ατυχήματος, στερείται της άδειας οδήγησης που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του αυτοκινήτου οχήματος που οδηγεί, θεωρείται ως ενσωματωθείσα στην ένδικη σύμβαση ασφάλισης από μόνη την παραπομπή του ασφαλιστηρίου στο νόμο που προβλέπει αυτήν (ήτοι, στις διατάξεις του ν. 489/1976) και έχει καταστεί (πέραν της νομοθετικής πρόβλεψής της) και συμβατικό περιεχόμενο της ένδικης σύμβασης ασφάλισης, υπό την έννοια ότι ο αντισυμβαλλόμενος είχε, αντικειμενικά, τη δυνατότητα, ήδη κατά την κατάρτιση της σύμβασης, να λάβει γνώση του ως άνω απαλλακτικού για την ασφαλιστική εταιρεία όρου.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο άνω ασφαλισμένος (γεννηθείς στις 8-9-1939) κατείχε την υπ'αριθμ. … άδεια ικανότητας οδήγησης, η οποία είχε εκδοθεί στις 29-10-1962, ανανεώθηκε δε στις 24-2-2006, μετά τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του και ίσχυε η ανανέωση αυτή για μία τριετία, ήτοι μέχρι τις 24- 2-2009 (βλ. προσκομιζόμενη σε φωτοαντίγραφο την άνω άδεια οδήγησης), δηλαδή η ισχύς της είχε λήξει κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος (29-10-2009).

Πλην όμως η παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία είχε ήδη προβεί στην ανανέωση της ως άνω ασφαλιστικής σύμβασης, με το προαναφερόμενο υπ'αριθμ. ../2009 ανανεωτήριο συμβόλαιο, στις 29-9-2009, για την ασφαλιστική περίοδο από 29-9-2009 έως 29-9-2010, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δηλαδή ένα μήνα προ του ένδικου ατυχήματος, με την επίδειξη της ως άνω άδειας οδήγησης του ασφαλισμένου της Κ.

Μ. και την εκ μέρους του καταβολή ασφαλίστρων, τα οποία εκείνη εισέπραξε, χωρίς να διαμαρτυρηθεί και να προβάλει αντίρρηση για την ανανέωση της ασφαλιστικής σύμβασης, μολονότι ήλεγξε και διαπίστωσε δια των αρμοδίων υπαλλήλων της (βλ. ιδίως την κατάθεση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου του μάρτυρα των παρεμπιπτόντως εναγομένων Χ.

Μ., παιδικού φίλου του θανόντος και κατοίκου …) και πάντως, σε κάθε περίπτωση, ευχερώς μπορούσε να διαπιστώσει, ως εκ της ηλικίας του ασφαλισμένου της και των σχετικών στοιχείων που εξ αρχής είχε στην κατοχή της, ότι είχε λήξει η ισχύς της ως άνω άδειας οδήγησης, δημιουργώντας, κατ'αυτόν τον τρόπο, δικαιολογημένα στον ασφαλισμένο της την εύλογη πεποίθηση περί μη διεκδικήσεως αξιώσεων και προβολής δικαιωμάτων με βάση τον ως άνω όρο, σε περίπτωση προκλήσεως εκ μέρους του τροχαίου ατυχήματος και εμπλοκής του σ'αυτό, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ειδικά μετά την πάροδο του ως άνω χρονικού διαστήματος, χωρίς να ενοχληθεί καθόλου από την ασφαλιστική του εταιρεία.

Επίσης, στις 26-9-2009 και 1-10-2009, η παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία είχε εκδώσει και χορηγήσει στον ασφαλισμένο της τα υπ'αριθμ. …/26-9-2009 και …/1-10-2009 "πιστοποιητικά διεθνούς ασφάλισης αυτοκινήτου" (βλ. αυτά προσκομιζόμενα), προκειμένου να ταξιδέψει με αυτοκίνητο στο εξωτερικό, όπως είχε πραγματοποιήσει επανειλημμένα τέτοια ταξίδια και στο παρελθόν, πολλές φορές μαζί με τον άνω μάρτυρα των παρεμπιπτόντως εναγομένων (βλ.

την κατάθεση του τελευταίου στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου). Επομένως, η επίκληση από την παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία της ανωτέρω έλλειψης και του αντίστοιχου όρου εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη στην κρινόμενη από 2-4-2015 παρεμπίπτουσα αγωγή της και η άσκηση με αυτή του δικαιώματος της να στραφεί αναγωγικά κατά των παρεμπιπτόντως εναγομένων, μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων (συζύγου και τέκνων) του θανόντος κατά το ένδικο ατύχημα ασφαλισμένου της, ιδιοκτήτη και υπαιτίου οδηγού του ζημιογόνου ΙΧΕ αυτοκινήτου και να ζητήσει από αυτούς ό,τι ποσό θα υποχρεωθεί να καταβάλει στους ζημιωθέντες τρίτους - ενάγοντες της κύριας αγωγής, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά συναλλακτικά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος της, γενομένης δεκτής και ως ουσιαστικά βάσιμης της νόμιμης ένστασης των παρεμπιπτόντως εναγομένων, στηριζομένης στο άρθρο 281 ΑΚ, περί καταχρηστικής εκ μέρους της παρεμπιπτόντως ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας άσκησης της αξίωσής της, που προβλήθηκε παραδεκτά πρωτοδίκως, προβάλλεται δε και τώρα με τις έγγραφες προτάσεις τους.

Συνακόλουθα, δεν συντρέχει λόγος αποκλεισμού της ασφαλιστικής κάλυψης και πρέπει η κρινόμενη παρεμπίπτουσα αγωγή να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του και με τις σκέψεις που περιέχονται σ' αυτήν, έστω και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται από την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), απέρριψε την παρεμπίπτουσα αγωγή ως αβάσιμη κατ'ουσίαν, κάνοντας δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση που πρόβαλαν οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το ως άνω άρθρο του ΑΚ καθώς επίσης σωστά και προσηκόντως εκτίμησε τις αποδείξεις ως προς την καταχρηστική εκ μέρους της παρεμπιπτόντως ενάγουσας άσκηση του ως άνω δικαιώματος της και πρέπει ο περί του αντιθέτου λόγος της κρινόμενης έφεσης της παρεμπιπτόντως ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του ανεπαρκείς, αντιφατικές και ασαφείς αιτιολογίες, όσον αφορά το ουσιώδες ζήτημα της καταχρηστικής, εκ μέρους της, άσκησης του αναγωγικού δικαιώματος της, δεδομένου ότι:

α) μολονότι δέχεται ότι η εξαίρεση του άρθρου 6β παρ. 1 περ. α' του π.δ. 237/1986 περιλήφθηκε και ως συμβατικός όρος στην ασφαλιστική σύμβαση μεταξύ της αναιρεσείουσας, που εξέδωσε το ασφαλιστήριο και εισέπραττε τα ασφάλιστρα και του θανόντος οδηγού, κυρίου του ασφαλισμένου οχήματος και αντισυμβαλλομένου της και ότι η άδεια ικανότητας οδήγησης του λήπτη της ασφάλισης-αντισυμβαλλομένου της είχε λήξει και δεν είχε ανανεωθεί, γεγονός που η ίδια γνώριζε, δεν διαλαμβάνει στις παραδοχές της α) αν η κατοχή άδειας οδήγησης είναι κατά νόμο αναγκαία προϋπόθεση για την κατάρτιση ασφαλιστικής σύμβασης και αν επιβάλλεται στον ασφαλιστή κατά την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης ο έλεγχος της κατοχής ή όχι άδειας οδήγησης από τον αντισυμβαλλόμενο ως και αν είναι υποχρεωτική ή όχι για τον ασφαλιστή η κατάρτιση ασφαλιστικής σύμβασης όταν ο ασφαλιζόμενος δεν έχει άδεια οδήγησης, β) για ποιο λόγο αυτή ως ασφαλίστρια οφείλει να ελέγχει και να γνωρίζει την εκ μέρους του ασφαλισμένου κατοχή ή μη άδειας οδήγησης αν και ο νόμος επιβάλλει την κατάρτιση ασφαλιστικής σύμβασης μόνο στον 'κύριο ή κάτοχο του αυτοκινήτου και όχι στον κατέχοντα άδεια οδήγησης κύριο ή κάτοχο αυτού ως και αν μόνο ο κύριος ή κάτοχος δύναται να οδηγεί αυτό απαγορευμένης της παραχώρησης του σε τρίτο πρόσωπο το οποίο δεν έχει ελέγξει προληπτικά ο ασφαλιστής γ) δεν διευκρινίζει αν η σύμβαση ασφάλισης αυτοκινήτου είναι σύμβαση ασφάλισης ζημιάς που προκαλείται από την χρήση του ασφαλιζομένου πράγματος ανεξάρτητα ποιός το οδηγεί ή σύμβαση ασφάλισης συγκεκριμένου προσώπου οπότε και θα είχε έννομη συνέπεια η εκ μέρους του προσώπου αυτού κατοχή άδειας οδήγησης.

δ) δεν διευκρινίζει ποίο νόημα θα είχε η έρευνα από την αναιρεσείουσα του αν ο κύριος του ασφαλιζόμενου αυτοκινήτου κατείχε ή όχι νόμιμη άδεια οδήγησης, καθόσον, σύμφωνα με το νόμο, με την ασφαλιστική σύμβαση ασφαλίζεται η ευθύνη από την κυκλοφορία του αυτοκινήτου, ανεξάρτητα από το ποίος το οδηγεί, και όχι η ευθύνη συγκεκριμένου προσώπου και ποία θα έπρεπε να ήταν η συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, σε περίπτωση που διαπίστωνε ότι ο κύριος του προς ασφάλιση αυτοκινήτου δεν κατείχε νόμιμη άδεια οδήγησης, ώστε να μη θεωρηθεί καταχρηστική η κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης και, ειδικά, αν αυτή όφειλε να αρνηθεί την κατάρτιση και, συνακόλουθα, την έκδοση του ασφαλιστηρίου και ε) για ποιο λόγο ο σφαλιστής οφείλει να ελέγχει προληπτικά αν ο κύριος ή κάτοχος του αυτοκινήτου κατέχει άδεια οδήγησης αν και από τον νόμο επιβάλλεται η κατοχή τέτοιας άδειας στον εκάστοτε οδηγό τον οποίο δεν γνωρίζει ο ασφαλιστής και όχι στον κύριο ή κάτοχο αλλά μη οδηγό.

Ο πιο πάνω λόγος, είναι βάσιμος, καθόσον το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της προπαρατιθέμενης, ουσιαστικού δικαίου, διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία, εκ πλαγίου, παραβίασε, στερώντας την απόφασή του από νόμιμη βάση. Συγκεκριμένα ενώ το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί καταχρηστικής άσκησης εκ μέρους της παρεμπιπτόντως ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας του ένδικου αναγωγικού δικαιώματός της, δέχτηκε ότι η αναιρεσείουσα προχώρησε στην ανανέωση της ένδικη ασφαλιστικής σύμβασης του ζημιογόνου αυτοκινήτου εισπράττοντας τα ασφάλιστρα, εκδίδοντας το σχετικό ασφαλιστήριο και χορηγώντας την οικεία βεβαίωση ασφάλισης αν και "...γνώριζε, και σε κάθε περίπτωση όφειλε και ευχερώς μπορούσε να πληροφορηθεί ότι είχε λήξει η ισχύς της άδειας οδήγησης που είχε ο αντισυμβαλλόμενος της κύριος του αυτοκινήτου, δημιουργώντας κατ' αυτόν τον τρόπο δικαιολογημένα στον αντισυμβαλλόμενο - ασφαλισμένο της την εύλογη πεποίθηση περί μη προβολής αξιώσεών της κατ' αυτού από τον ως άνω όρο, σε περίπτωση προκλήσεως εκ μέρους του τροχαίου ατυχήματος, εν τούτοις για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν προσδιορίζει αν η κατοχή άδειας οδήγησης από τον αντισυμβαλλόμενο της αναιρεσείουσας αποτελούσε αναγκαία προϋπόθεση για την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης και αν επιβαλλόταν σ'αυτήν κατά την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης ο έλεγχος της κατοχής ή όχι άδειας οδήγησης, από τον αντισυμβαλλόμενό της, καθώς και σε καταφατική περίπτωση, από πού προέκυπτε η υποχρέωσή της αναιρεσείουσας να γνωρίζει ή, σε κάθε περίπτωση, να πληροφορηθεί τούτο, προβαίνοντας στην κατάλληλη γι' αυτό προληπτική έρευνα, προκειμένου να προβεί στην κατάρτιση της σχετικής ασφαλιστικής σύμβασης, αν ληφθεί υπόψη ότι, σύμφωνα με το νόμο, ασφαλίζεται η ευθύνη από την κυκλοφορία του οχήματος, ανεξάρτητα από το ποίος το οδηγεί.

Μετά από αυτά, αφού η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης γίνει δεκτή, κατά παραδοχή, ως βάσιμου, του παραπάνω λόγου της, ενώ παρέλκει η έρευνα του πρώτου λόγου αυτής από τον αριθμό I του άρθρου 559 ΚΠολΔ], γιατί η παραδοχή αυτού οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα (αναίρεση της απόφασης ως προς τα ίδια κεφάλαια), πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα κεφάλαιά της που προεκτέθηκαν και κατά το μέρος που αναφέρονται στους διαδίκους της προκείμενης αναιρετικής δίκης.

Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση, κατά τα αναιρούμενα κεφάλαιά της, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (αρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, σε αυτήν (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ.

ε' του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο I άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα). Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι που νικήθηκαν στη δίκη πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη 429/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τα κεφάλαια που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας και ως προς τους διαδίκους της προκείμενης δίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε

την παραπάνω απόφαση.

Διατάζει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που έχει καταθέσει.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 26 Νοεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ