Supreme Court dismisses appeal on tort damages where lower court did not exceed statutory discretion limits.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision awarding 50,000 euros in damages for a workplace accident. The appellant argued the amount exceeded legal discretion limits, but the Court found the lower court's assessment reasonable given the specific circumstances of the injury and parties' liability. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the appellants.
Legislator headnote
AI generatedArticles 914, 932, 300 of the Civil Code; Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure: An appellate court may only review the determination of damages if the lower court exceeded the extreme limits of its discretionary power, as the assessment of moral damage and the specific amount awarded are generally subject to judicial evaluation without legal error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1209 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1209/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Τσιαμπαλή, που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", με το διακριτικό τίτλο "... S.A." που εδρεύει στη .... και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2)Ι. Μ. του Γ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μάνο, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/4/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 278/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 180/2017 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/9/2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με την υπό κρίση από 15ης Σεπτεμβρίου 2017 αίτηση διώκεται η αναίρεση της υπ' αριθμόν 180/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λαρίσης. Αρχικώς ο αναιρεσείων άσκησε κατά των αναιρεσιβλήτων την από 28ης Απριλίου 2014 αγωγή, αφορώσα επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως ποσού 500000 ευρώ λόγω ηθικής βλάβης εξ αιτίας εργατικού ατυχήματος, η οποία έγινε εν μέρει δεκτή, ως προς το ποσόν των 120000 ευρώ, με την υπ' αριθμόν 278/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαρίσης. Κατά της εν λόγω αποφάσεως ο αναιρεσείων και οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν τις από 20ής Ιουλίου 2015 εφέσεις, μετά συνεκδίκαση των οποίων εξεδόθη αντιμωλία των διαδίκων η προαναφερομένη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαρίσης, με την οποία απερρίφθη η έφεση του αναιρεσείοντος, ενώ έγινε δεκτή η έφεση των αναιρεσιβλήτων και μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, ως προς το ποσόν των 50000 ευρώ. Εν συνεχεία ο αναιρεσείων άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Η εν λόγω αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564, 566 και 569 ΚΠολΔ και πρέπει κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 914, 932 εδ. α' και β' και 300 εδ. α' ΑΚ ορίζονται αντιστοίχως τα εξής: "'Οποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του" και "Αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της". Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση ένεκα ηθικής βλάβης οφείλεται κατά πάσα περίπτωση επί εργατικού ατυχήματος, εφ' όσον συνετέλεσε στην επέλευση τούτου πταίσμα του εργοδότη, όμως, εάν στην γένεση ή την έκταση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του παθόντος, το δικαστήριο δύναται να μην επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση ή να μειώσει το ποσόν αυτής.
Η έννοια της συνυπαιτιότητος είναι νομική και ως εκ τούτου η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ύπαρξη ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος σχετικώς με την επέλευση της ζημίας ή την έκταση αυτής, το οποίο λαμβάνεται υπ' όψιν προς προσδιορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως, και δη εάν τα περιστατικά, τα οποία το δικαστήριο της ουσίας εδέχθη ανελέγκτως ως αποδειχθέντα συγκροτούν ή όχι την έννοια της συνυπαιτιότητος, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ.
Αφ' ετέρου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται εάν η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και ιδίως εάν στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Τούτο συμβαίνει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται παντελώς πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, τα οποία απαιτούνται προς εφαρμογή της εφαρμοσθείσης διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου, ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους.
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο εδέχθη τα εξής: "Η πρώτη εναγομένη - εκκαλούσα - εφεσίβλητη ανώνυμη εμπορική εταιρία δραστηριοποιείται στην παραγωγή πλαστικών αρδευτικών συστημάτων. Στην επιχείρηση αυτή, εκτός από την παραγωγή νέων πλαστικών αρδευτικών σωλήνων, από ετών, γινόταν και αξιοποίηση παλαιών αρδευτικών σωλήνων, που περιλάμβανε την κοπή αυτών με πριονοκορδέλα, τον τεμαχισμό τους σε σκραπομηχανή και τη συλλογή του τεμαχισμένου πλαστικού υλικού, ώστε να ανακυκλωθεί εκτός της επιχείρησης.
Ο δεύτερος εναγόμενος, ως νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγόμενης, θέλοντας να δημιουργήσει μια ολοκληρωμένη μονάδα ανακύκλωσης εντός του βιομηχανικού χώρου της επιχείρησης που στεγάζεται στο .... χλμ της ε.ο. ..., το Σεπτέμβριο του 2012 προέβη σε μια σοβαρή επένδυση συμπληρωματικού μηχανολογικού εξοπλισμού.
Ειδικότερα, εκτός από το υφιστάμενο μηχανολογικό εξοπλισμό που περιλάμβανε την κοπή των πλαστικών σωλήνων και τον τεμαχισμό τους σε σπαστήρα, αγόρασε πλυντήριο καθαρισμού του τεμαχισμένου υλικού ώστε να απομακρύνονται χώματα και ξένα σωματίδια, φυγόκεντρο στεγνωτήριο για αφαίρεση του νερού - στέγνωμα και τμήμα αναγέννησης, στο oποίο από το καθαρό και στεγνωμένο τεμαχισμένο πλαστικό υλικό, να ξαναγίνεται πρώτη ύλη για τις ανάγκες της παραγωγής πλαστικών σωλήνων, που ήταν και η κύρια παραγωγική της δραστηριότητα.
Αμέσως μετά την παραλαβή του συμπληρωματικού εξοπλισμού της γραμμής ανακύκλωσης, οι μηχανικοί της πρώτης εναγομένης, με τη συνδρομή και των εργαζομένων της επιχείρησης, ανέλαβαν την εγκατάσταση των μηχανημάτων. Στη διαδικασία αυτή συμμετείχε και ο ενάγων, ο οποίος είχε την ειδικότητα του ηλεκτρολόγου ηλεκτρονικών εγκαταστάσεων κτιρίων και βιομηχανικών χώρων και είχε προσληφθεί από την πρώτη εναγομένη την 1.7.2005, ως εργάτης, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Ειδικότερα, μέχρι το έτος 2009 εργαζόταν εντός του χώρου του εργοστασίου στη θέση του χειριστού ανέμων - COILER - με αντικείμενο το δέσιμο των κουλούρων, οι οποίες παράγονταν από τις μονάδες παραγωγής των νέων αρδευτικών σωλήνων, ενώ από το 2009 και εντεύθεν απασχολούνταν στην κοπή των σωλήνων με πριονοκορδέλα και στην τροφοδοσία του σπαστήρα (σκραπομηχανή) με τεμάχια παλαιών σωλήνων άρδευσης.
Στις 6.11.2012 οι εργασίες ολοκληρώθηκαν και δημιουργήθηκε μια πλήρης γραμμή ανακύκλωσης του τεμαχισμένου πλαστικού υλικού εντός της επιχείρησης. Η διαδικασία ανακύκλωσης περιλάμβανε τα παλαιά στάδια κοπής των πλαστικών σωλήνων και τον τεμαχισμό τους στον σπαστήρα, στη συνέχεια δε το τεμαχισμένο πλαστικό υλικό εισερχόταν στο νέο πλυντήριο καθαρισμού υλικού για την απομάκρυνση των ξένων σωματιδίων και πλυμένο έβγαινε από το πλυντήριο, έπεφτε σε χοάνη και προωθείτο στο φυγοκεντρικό στεγνωτήριο για την αφαίρεση των υγρών στοιχείων, μέσω κοχλία προώθησης υλικού που βρισκόταν στο κάτω μέρος της χοάνης.
Στο κάτω μέρος της χοάνης, κάτω από τον κοχλία, υπάρχει διάτρητη θυρίδα, ώστε το υλικό να στραγγίζεται από το πλεονάζον νερό, προτού εισέλθει στο φυγοκεντρικό στεγνωτήριο. Η θυρίδα αυτή μπορεί να ανοίξει χωρίς τη χρήση εργαλείων μέσω δύο (2) κουμπωμάτων και επιτρέπει την άμεση πρόσβαση στον περιστρεφόμενο κοχλία προώθησης.
Η νέα γραμμή παραγωγής απαιτεί μια μόνο θέση εργασίας, που είναι η τροφοδοσία του τεμαχιστή (σκραπομηχανής) με παλαιούς πλαστικούς σωλήνες άρδευσης, καθόσον όλη η υπόλοιπη γραμμή θεωρείται αυτοματοποιημένη. Αφού εγκαταστάθηκε η νέα αυτή γραμμή ανακύκλωσης, στις 6.9.2012 ξεκίνησε η δοκιμαστική της λειτουργία.
Την ημέρα εκείνη και ώρα 14.00' ο ενάγων έφθασε στην επιχείρηση, ώστε να ξεκινήσει την απογευματινή βάρδια. Εκεί ενημερώθηκε από τον προηγούμενο εργαζόμενο Ν. Τ., ο οποίος είχε ξεκινήσει τη δοκιμαστική λειτουργία στη συγκεκριμένη θέση εργασίας κατά την πρωινή βάρδια, για τα προβλήματα που είχε αντιμετωπίσει.
Το βασικότερο πρόβλημα, κατά τη μαρτυρία του Ν. Τ. στην Επιθεωρήτρια Ασφάλειας και Υγείας Σ. Α., που επισκέφθηκε τις εγκαταστάσεις της ανωτέρω επιχείρησης στις 7.11.2012, αφορούσε το στόμωμα των φίλτρων του φυγοκεντρικού στεγνωτηρίου από φύρα, το οποίο προκαλούσε την πτώση του θερμικού διακόπτη στον ηλεκτρολογικό πίνακα.
Στην περίπτωση αυτή, τα φίλτρα του στεγνωτηρίου θα έπρεπε να καθαριστούν από το υλικό και το στεγνωτήριο να τεθεί και πάλι σε λειτουργία από τον ηλεκτρολογικό πίνακα. Όμως, από την κατάθεση του παθόντος προέκυψε ότι κατά τη βάρδια του εμφανίστηκε και άλλο πρόβλημα που αφορούσε τη συγκέντρωση υλικού στη διάτρητη θυρίδα πρόσβασης που απαιτούσε τον καθαρισμό της.
Ειδικότερα, ο ενάγων λίγα λεπτά αφότου ξεκίνησε την τροφοδοσία του τεμαχιστή (σκραπομηχανής) με κομμένους παλαιούς αρδευτικούς σωλήνες, φορώντας δερμάτινα γάντια εργασίας, σταμάτησε την εργασία του και ακολούθησε την πορεία της γραμμής ανακύκλωσης, ώστε να επιθεωρήσει τη λειτουργία της. Φτάνοντας στο σημείο του φυγοκεντρικού στεγνωτηρίου, παρατήρησε ότι στο κάτω μέρος της χοάνης διέρρεε υλικό από το μπροστινό μέρος της διάτρητης θυρίδας, διότι ο αριστερός μεντεσές είχε χαλάσει.
Βλέποντας τη θυρίδα γεμάτη από τρίμματα πλαστικού υλικού και το υλικό να διαφεύγει από την αριστερή πλευρά, έβγαλε το αριστερό του γάντι και με το αριστερό του χέρι άνοιξε το μεντεσέ που συγκροτούσε τη θυρίδα. Ακολούθως, χωρίς να σταματήσει τη λειτουργία του κοχλία μεταφοράς, επιχείρησε με το δεξί του χέρι να καθαρίσει τη θυρίδα από πλεονάζον υλικό, χωρίς να αντιληφθεί την ύπαρξη του κοχλία.
Κατά την προσπάθειά του όμως αυτή, το δερμάτινο γάντι εργασίας που εξακολουθούσε να φοράει στο δεξί του χέρι πιάστηκε στον περιστρεφόμενο κοχλία μεταφοράς, ο οποίος άρχισε να το τραβά προς τα μέσα. Ο ενάγων καλούσε σε βοήθεια ώστε κάποιος από τους εργαζομένους να σταματήσει τον κοχλία, αλλά ο έντονος θόρυβος που προερχόταν από γραμμή της ανακύκλωσης καθιστούσε δύσκολο να ακουστεί ο παθών, ο οποίος δεν είχε ούτε οπτική επαφή με κάποια από τις υπόλοιπες θέσεις εργασίας της επιχείρησης.
Μη μπορώντας να απεγκλωβίσει το χέρι του, το οποίο είχε ήδη εισέλθει στον κοχλία, το τράβηξε με δύναμη, με αποτέλεσμα αυτό να κοπεί ολοσχερώς σε σημείο μεταξύ του αγκώνα και του καρπού. Στη συνέχεια διακομίστηκε στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο της ..... όπου διαπιστώθηκε ο ακρωτηριασμός του. Εκεί παρέμεινε νοσηλευόμενος μέχρι και την 10.11.2012, οπότε και εξήλθε, ανίκανος προς εργασία.
Μετά δε την αξιολόγησή του από τη Δευτεροβάθμια Υγειονομική Επιτροπή του ΚΕ.Π.Α. η ανικανότητα προς εργασία μετατράπηκε σε αναπηρία κατά ποσοστό 67%, το οποίο οφείλεται, κατά ποσοστό 50% στην ως άνω ορθοπεδική πάθηση και κατά ποσοστό 35% σε ψυχιατρική πάθηση αμφότερα αποδιδόμενα στο ανωτέρω εργατικό ατύχημα.
Ακολούθως, το ΙΚΑ ενέκρινε τη χορήγηση στον ενάγοντα επιδόματος ανικανότητας για εργασία, ποσού 682,93 ευρώ μηνιαίως...Στην έκθεση αυτοψίας εργατικού ατυχήματος που πραγματοποίησε στις 7.11.2012 στις εγκαταστάσεις της πρώτης εναγομένης η Επιθεωρήτρια Ασφάλειας και Υγείας Α. Σ., προέβη στις ακόλουθες παρατηρήσεις: 1) η διάτρητη θυρίδα μπορούσε να ανοιχτεί με το χέρι και να δώσει πρόσβαση στα επικίνδυνα κινούμενα μέρη του μηχανήματος, ενώ δεν υπήρχε ούτε κατάλληλη προειδοποιητική σήμανση, αλλά ούτε και διάταξη ασφαλείας, η οποία να σταματούσε την περιστροφή του κοχλία σε περίπτωση που κάποιος την άνοιγε, 2) το ένα από τα δύο κουμπώματα που κρατούσαν τη διάτρητη θυρίδα κλειστή είχε χαλάσει, με αποτέλεσμα από την πίεση που δεχόταν το συγκεκριμένο σημείο να διαρρέει υλικό, 3) στο σημείο του ατυχήματος δεν υπήρχε μπουτόν επείγουσας διακοπής λειτουργίας του ηλεκτροκινητήρα που έδινε κίνηση στον κοχλία και κατέληξε ότι το ατύχημα θα είχε αποφευχθεί α) εάν υπήρχαν οι απαιτούμενοι και προβλεπόμενοι μηχανισμοί αποτροπής πρόσβασης στην επικίνδυνη ζώνη του εξοπλισμού εργασίας ή διάταξη ασφαλείας, η οποία θα διέκοπτε τη λειτουργία του κοχλία σε περίπτωση ανοίγματος της θυρίδας, β) εάν υπήρχε στη συγκεκριμένη θυρίδα κατάλληλη προειδοποιητική σήμανση, η οποία να επισημαίνει τον κίνδυνο σε περίπτωση ανοίγματος της θυρίδας, χωρίς προηγουμένως την διακοπή λειτουργίας του μηχανήματος, γ) εάν είχε προηγηθεί κατάλληλη εκπαίδευση του παθόντος προτού ξεκινήσει να δουλεύει στη νέα γραμμή, δ) εάν ο κατασκευαστής ή ο εντολοδόχος του στην Κοινότητα ή ο προμηθευτής είχαν φροντίσει για την τήρηση των ισχυουσών προδιαγραφών ασφαλείας, ε) εάν είχε γίνει λεπτομερής έλεγχος της γραμμής ανακύκλωσης μετά την εγκατάστασή της και πριν την έναρξη της δοκιμαστικής της λειτουργίας, προκειμένου να προκύψουν από τη χρήση της και να ληφθούν τα κατάλληλα διαρθρωτικά μέτρα και να ενημερωθούν σχετικά οι εργαζόμενοι και στ) εάν το συγκεκριμένο μηχάνημα είχε τεθεί εκτός λειτουργίας πριν ο εργαζόμενος ανοίξει τη θυρίδα και αποκτήσει πρόσβαση στην επικίνδυνη ζώνη.
Όσα παρατήρησε η Επιθεωρήτρια Ασφαλείας και Υγείας, πράγματι ισχύουν, καθώς η διάτρητη θυρίδα δεν ήταν απολύτως ασφαλισμένη και θα μπορούσε να ανοίξει με το χέρι, το ένα από τα δύο κλείστρα ασφαλείας ήταν πράγματι χαλασμένο, ενώ δεν υπήρχε μπουτόν διακοπής της περιστροφής του κοχλία πλησίον της διάτρητης θυρίδας, πλην όμως οι ελλείψεις αυτές δεν καθιστούσαν το μηχανικό αυτό στοιχείο του συστήματος ανακύκλωσης επικίνδυνο για τον χειριστή του, καθώς πληρούσε όλες τις προβλεπόμενες στις ευρωπαϊκές οδηγίες προδιαγραφές ασφαλείας, όπως αυτές βεβαιώνονται από το συνοδεύον το μηχάνημα πιστοποιητικό CE.
Οι προδιαγραφές αυτές δεν υπολείπονται από τις προβλεπόμενες στο ελληνικό δίκαιο πρόνοιες ασφαλείας των εργαζομένων. Ειδικότερα, 1) πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 9, παράρτημα 1, παρ. 2.13 του άνω ΠΔ, κατά το οποίο "Εάν υπάρχουν κίνδυνοι λόγω επαφής με κινούμενα μηχανικά στοιχεία του εξοπλισμού εργασίας που μπορεί να προκαλέσουν ατυχήματα, πρέπει να είναι εφοδιασμένα με προφυλακτήρες ή με συστήματα που εμποδίζουν την πρόσβαση στις επικίνδυνες ζώνες ή να σταματούν την κίνηση των επικίνδυνων στοιχείων πριν από την πρόσβαση στις επικίνδυνες ζώνες" καθώς και του άρθρου 35 παρ. 3 του ν. 3850/2010, κατά το οποίο "Οι μηχανές, συσκευές και εργαλεία πρέπει να είναι κατασκευασμένα έτσι, ώστε τα κινούμενα στοιχεία τους, που είναι δυνατό να δημιουργήσουν κινδύνους για τους εργαζόμενους, να μην είναι προσιτά ή να αποκλείεται τυχαία επαφή μαζί τους στο μέτρο που αυτό δεν παρακωλύει τη λειτουργία και χρήση τους", καθόσον στην προκειμένη περίπτωση, ο κοχλίας του μηχανήματος ανακύκλωσης δεν ήταν προσιτός, καθώς ήταν εφοδιασμένος με προφυλακτήρα, ασφαλισμένο με δύο κλείστρα, δηλαδή με σύστημα που εμποδίζει την πρόσβαση σ' αυτόν και αφετέρου κανείς εργαζόμενος δεν θα μπορούσε να έλθει τυχαία σε επαφή με αυτόν, παρά μόνο, όπως και συνέβη, εάν ο ίδιος ο εργαζόμενος επενέβαινε και άνοιγε ο ίδιος τα κλείστρα ασφαλείας, 2) δεν υπάρχει υποχρέωση εφαρμογής του άρθρου 22 (παρ. 1,1.2.4.3) του ΠΔ 57/2010, κατά το οποίο "Διακοπή λειτουργίας σε περίπτωση ανάγκης:
κάθε μηχάνημα πρέπει να είναι εξοπλισμένο με μια ή περισσότερες διατάξεις διακοπής της λειτουργίας σε περίπτωση ανάγκης, ώστε να μπορούν να αποφεύγονται επικείμενες ή εν εξελίξει επικίνδυνες καταστάσεις", καθόσον η αυτοματοποιημένη λειτουργία του μηχανήματος, σε συνδυασμό με την ύπαρξη θυρίδας ασφαλείας, η οποία υποδηλώνει την επικινδυνότητα της πρόσβασης σ' αυτή κατά τη λειτουργία του μηχανήματος, δεν καθιστά αναγκαία την τοποθέτηση και μπουτόν επείγουσας διακοπής, αφού είναι προφανές ότι για να προβεί κάποιος στο άνοιγμά της, όταν η μηχανή είναι σε λειτουργία, θα πρέπει πρώτα να διακόψει τη λειτουργία της.
Αντίθετα, με τις προδιαγραφές λειτουργίας του μηχανήματος που ήταν επαρκείς, η πρώτη εναγομένη, από υπαιτιότητα τόσο του δεύτερου εναγόμενου, νομίμου εκπροσώπου της, όσο και των προστηθέντων οργάνων της και δη από αμέλεια τούτων, δεν τήρησε τα απαιτούμενα μέτρα και όρους ασφαλείας που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3, 4, 9 παρ. 1 παρ. 2.13 και 2.23, 11 παρ. 2 του Π.Δ. 395/1994 "Ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας για τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας από τους εργαζόμενους κατά την εργασία τους σε συμμόρφωση με την οδηγία του Συμβουλίου 89/655/ΕΟΚ" [40] 220 Α' / 19-12-1994), σε συνδυασμό με άρθρα 25 παρ. 1 α' Ν. 2224/1994, και 42 παρ. 1, 5, 6 και 7 του Ν. 3850 της 31-5/2-6-2010 "Κύρωση του Κώδικα νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων".
Ειδικότερα, δεν μερίμνησε, για την ασφαλή πρόσβαση και παραμονή του ενάγοντος στο μηχανολογικό εξοπλισμό του τμήματος ανακύκλωσης, αλλά επέτρεψε σ' αυτόν να εκτελέσει εργασίες καθαρισμού σ' αυτόν, καθόν χρόνο ήταν σε λειτουργία ο κοχλίας μεταφοράς υλικού. Όταν ο ενάγων προσήλθε στο χώρο της εργασίας του, ο επιβλέπων μηχανικός της βάρδιας αυτής Ζ.
Τ. ουδόλως τον ενημέρωσε για τα προβλήματα που πιθανόν θα αντιμετώπιζε και τις διαδικασίες που θα έπρεπε να ακολουθήσει για την επίλυσή τους, παρότι είχε την εμπειρία της πρώτης πρωινής βάρδιας, κατά την οποία παρατηρήθηκε το φαινόμενο της στόμωσης των φίλτρων του φυγοκεντρικού στεγνωτηρίου, που προκαλούσε την πτώση του θερμικού υπερφόρτισης και το σταμάτημα του ηλεκτρικού κινητήρα που έδινε κίνηση στο στεγνωτήριο, αλλά και προβλήματα διαρροής τεμαχισμένου πλαστικού υλικού στη θυρίδα ασφαλείας.
Αντ' αυτού, ο ενάγων ενημερώθηκε πλημμελώς από τον ομόλογό του χειριστή στην πρωινή βάρδια Ν. Τ., ο οποίος - παρότι ο ίδιος το αρνείται - του υπέδειξε τον εσφαλμένο τρόπο καθαρισμού της θυρίδας ασφαλείας, ενόσω βρισκόταν σε λειτουργία το μηχάνημα, χωρίς να του επιστήσει την προσοχή στους κινδύνους που εμφιλοχωρούσαν.
Το ανωτέρω εργατικό ατύχημα θα είχε αποτραπεί, εάν κατά τη στιγμή της εμπλοκής του μηχανήματος ήταν παρών ο επιβλέπων μηχανικός Ζ. Τ. ή είχε δώσει ρητές οδηγίες στον ενάγοντα πριν από την ανάληψη των καθηκόντων του περί του τρόπου αντιμετώπισης των προβλημάτων της νέας γραμμής ανακύκλωσης ή του είχε συστήσει την άμεση κλήτευσή του για οποιοδήποτε πρόβλημα παρουσιαζόταν στη θυρίδα ασφαλείας η έστω εάν υπήρχε σαφής σήμανση περί της επικινδυνότητας ανοίγματος της θυρίδας σε περίπτωση λειτουργίας του μηχανήματος.
Ειδικά δε κατά την πρώτη ημέρα λειτουργίας της νέας μονάδας, η συνεχής παρουσία μηχανικού της εταιρίας ήταν άκρως επιβεβλημένη για την ασφάλεια των εργαζομένων, αλλά και την ορθή•λειτουργία του συστήματος. Πέραν όμως τούτου, ο δεύτερος εναγόμενος, ως νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης, δεν φρόντισε να παράσχει στον ενάγοντα ειδική εκπαίδευση πάνω στον τρόπο λειτουργίας της γραμμής ανακύκλωσης, την επικινδυνότητα των τμημάτων του, την αντιμετώπιση των προβλημάτων που θα ανέκυπταν, παρότι γνώριζε ότι έστω και αν η νέα γραμμή ανακύκλωσης ήταν αυτοματοποιημένη, ο εργάτης που τροφοδοτεί τον σπαστήρα με τα τεμαχισμένα υλικά ανακύκλωσης θα έπρεπε να κατέχει βασικές γνώσεις για τον τρόπο λειτουργίας του όλου συστήματος, προκειμένου σε περίπτωση που παρουσιαστούν προβλήματα στην υπόλοιπη γραμμή ανακύκλωσης, να γνωρίζει τον τρόπο αντιμετώπισής τους (άρθρα 1, 5; 6, 7, 8, 9, 10, 12, 17 παρ. 2, 3, 23 παρ. 3 Β.Δ/τος της 16/17 Μαρτίου 1950, όπως τροπ.
με άρθρα 3, 5 Β.Δ/τος της 2/8 Αυγούστου 1958, 1, 2, 3, 6 Β.Δ/τος 24 Νοεμβρίου/17 Δεκεμβριου 1953, 1 Β.Δ/τος 792/1960, ΠΔ. 477/1974, 11 Π.Δ/τος 38/5-21 Φεβρουαρίου 1991 και 39 Ν. 3325/2005). Υπαίτιος, όμως, στην πρόκληση του ανωτέρω εργατικού ατυχήματος ήταν και ο ίδιος ο ενάγων - παθών και δη κατά ποσοστό 30%. Τούτο δε διότι, όπως αποδείχθηκε, αυτός όντας έμπειρος και εκπαιδευμένος εργάτης, από επιπολαιότητα αφενός παρέλειψε να καλέσει αμέσως συντηρητή τεχνικό για την αντιμετώπιση του παρουσιασθέντος προβλήματος και αφ' ετέρου, ενώ βρισκόταν σε λειτουργία ο προωθητικός κοχλίας, με εμφανείς τις ενδείξεις επικινδυνότητας για τη λειτουργία του μηχανήματος, εντελώς απερίσκεπτα, έθεσε το δεξί του χέρι να καθαρίσει τη διάτρητη θυρίδα, καίτοι το εν λόγω μηχάνημα, όπως προεκτέθηκε, έφερε το ειδικό προστατευτικό κάλυμμά του και χωρίς προηγουμένως να κλείσει αμέσως το αντίστοιχο πλήκτρο λειτουργίας του όλου συστήματος.
Το Δικαστήριο, συγκρίνοντας τις παραλείψεις κάθε μέρους ανάλογα με τη σπουδαιότητά τους, κρίνει ότι τη μεν εργοδότρια βαρύνει ποσοστό υπαιτιότητας 70%, τον δε ενάγοντα ποσοστό 30%. Πρέπει, επομένως, να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη από ουσιαστική άποψη η σχετική ένσταση των εναγομένων περί συνυπαιτιότητας του παθόντος ενάγοντος (άρθρο 300 ΑΚ), την οποία πρότειναν νομότυπα στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρουν με λόγο έφεσης αλλά και με τις προτάσεις τους στο Δικαστήριο αυτό.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι το εργατικό ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του δευτέρου εναγόμενου, το πταίσμα του οποίου καταλογίζεται στην πρώτη εναγόμενη, έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα υποστηρίζουν οι εναγόμενοι με το σχετικό λόγο της έφεσής τους, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
Επομένως, πρέπει να εξαφανισθεί η απόφαση, να εξεταστεί περαιτέρω η αγωγή και να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι οι λόγοι της έφεσης του ενάγοντος με τους οποίους επιδιώκει μεγαλύτερη αποζημίωση. Περαιτέρω, από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο εν λόγω παθών - ενάγων από το προαναφερόμενο εργατικό ατύχημα, που του προξένησε βλάβη της υγείας του, υπέστη και ηθική βλάβη, προς αποκατάσταση της οποίας δικαιούται να απαιτήσει από τους υπαίτιους εναγομένους χρηματική ικανοποίηση.
Ενόψει δε των προαναφερθεισών συνθηκών, κάτω από τις οποίες έγινε το ένδικο ατύχημα, της σωματικής και ψυχικής ταλαιπωρίας του παθόντος ενάγοντος, που υπέστη αμέσως μετά το ατύχημα, της έκτασης και διάρκειας των επιπτώσεών του στη σωματική υγεία και ικανότητα εργασίας τούτου (ενάγοντος), και της προελθούσης από αυτό μόνιμης μερικής αναπηρίας του, κατά τα προαναφερθέντα, λαμβανομένου υπόψη ότι πριν το ατύχημα ήταν απολύτως υγιής και είχε ηλικία 29 ετών, της υπαιτιότητας των εναγομένων και του ποσοστού συνυπαιτιότητας του ίδιου του ενάγοντος, ως και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη και τους κανόνες κοινής πείρας και λογικής, κρίνει, ότι η ηθική βλάβη του ενάγοντος, που υπέστη εξαιτίας του ατυχήματος, ανέρχεται στο ποσό των 50.000 ευρώ, το οποίο και κρίνεται εύλογο".
Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Μονομελές Εφετείο, ως προανεφέρθη, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, ενώ εδέχθη την έφεση των αναιρεσιβλήτων και μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως εδέχθη εν μέρει την αγωγή, ως προς το ποσόν των 50000 ευρώ. Με την εν λόγω κρίση το Μονομελές Εφετείο διέλαβε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες καθιστώσες εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 932 και 300 ΑΚ και την πληρότητα του αποδεικτικού του πορίσματος, αφού από τις παραδοχές, ότι ο αναιρεσείων, παρ' ότι έμπειρος και εκπαιδευμένος εργάτης, παρέλειψε να καλέσει συντηρητή τεχνικό προς αντιμετώπιση του παρουσιασθέντος προβλήματος στην λειτουργία του φυγοκεντρικού εργαστηρίου, αλλά, αφού απασφάλισε το ειδικό προστατευτικό κάλυμμα, χωρίς να διακόψει προηγουμένως την λειτουργία του μηχανήματος, επεχείρησε ο ίδιος να αποκαταστήσει την λειτουργία και να καθαρίσει την διάτρητη θυρίδα παρά τις εμφανείς ενδείξεις επικινδυνότητος του μηχανήματος, προσδιορίζονται επαρκώς τα πραγματικά περιστατικά τα θεμελιώνοντα την συνυπαιτιότητα του αναιρεσείοντος.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίον προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της ανεπαρκούς και αντιφατικής αιτιολογίας ως προς την παραδοχή συνυπαιτιότητος του αναιρεσείοντος και όχι αποκλειστικής υπαιτιότητος των αναιρεσιβλήτων, είναι συμφώνως προς τα ανωτέρω αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 932 εδ. α' ΑΚ, εν περιπτώσει αδικοπραξίας, ανεξαρτήτως της αποζημιώσεως της περιουσιακής ζημίας, το δικαστήριο δύναται να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Κατά την θέσπιση της διατάξεως αυτής ο νομοθέτης έλαβε υπόψη την αρχή της αναλογικότητος, η οποία εκδηλώνεται ως επιταγή του προσήκοντος μέτρου και μέσο συγκερασμού και εναρμονίσεως συγκρουομένων συμφερόντων, και εξειδίκευσε αυτήν, καθ' όσον αφορά το ζήτημα του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως, με την ρήτρα του ευλόγου.
Λαμβάνονται προς τούτο υπ' όψιν όλες οι συμπαρομαρτούσες συνθήκες της εκάστοτε συγκεκριμένης περιπτώσεως, όπως το είδος και η ένταση της προσβολής, οι συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, ο βαθμός πταίσματος του υπευθύνου, το συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος - παθόντος, οι ιδιαίτερες προσωπικές - κοινωνικές και οικονομικές - περιουσιακές συνθήκες των μερών κλπ.
Η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, προς προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως, πραγματικών περιστατικών, τα οποία δεν έπρεπε να συνεκτιμηθούν, ή αντιθέτως η παράλειψη αυτού να συνεκτιμήσει πραγματικά περιστατικά, ασκούντα επίδραση στον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως, τα οποία είχαν τεθεί υπ' όψιν του, ελέγχεται κατ' αναίρεση.
Αντιθέτως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ότι επήλθε στην συγκεκριμένη περίπτωση ηθική βλάβη ως και ως προς τον προσδιορισμό του ύψους της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, δεδομένου ότι σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου.
Κατ' εξαίρεση, ο προσδιορισμός από το δικαστήριο της ουσίας του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, εφόσον κριθεί ότι το δικαστήριο υπερέβη τα ακραία όρια της διαγραφομένης από την διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ εξουσίας, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 1 εδ.
α' ΚΠολΔ, κατά τον οποίον, αναίρεση επιτρέπεται εάν έχει παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Μονομελές Εφετείο, αφού έλαβε υπ' όψιν και συναξιολόγησε τις συνθήκες επελεύσεως του ατυχήματος, την υπαιτιότητα των αναιρεσιβλήτων και το ποσοστό συνυπαιτιότητος του αναιρεσείοντος στην πρόκληση τούτου, την βλάβη της υγείας και την σωματική και ψυχική ταλαιπωρία, την οποία υπέστη ο αναιρεσείων, τις επιπτώσεις της αναπηρίας στην ικανότητα εργασίας αυτού και την ηλικία και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων, καθώρισε ως εύλογο ποσό χρηματικής ικανοποιήσεως του αναιρεσείοντος το ποσόν των 50000 ευρώ. Με την εν λόγω κρίση το Μονομελές Εφετείο δεν υπερέβη τα ακραία όρια της από την διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ διακριτικής ευχερείας, καθ' όσον κατά την κοινή πείρα και την δικαστηριακή πρακτική το εν λόγω ποσόν δεν υστερεί και μάλιστα καταφανώς του συνήθως επί παρομοίων περιπτώσεων επιδικαζομένου ποσού χρηματικής ικανοποιήσεως.
Συνεπώς, ο δεύτερος και τελευταίος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δια του οποίου προσάπτεται η πλημμέλεια της παραβιάσεως των ακραίων ορίων της εξουσίας του άρθρου 932 ΑΚ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Eπειδή, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτών, ως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 180/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λαρίσης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων ποσού χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ