1209/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1209/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 § 1 Κ.Ο.Κ. (Ν. 2696/1999), "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1209 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1209/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαΐου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Ο. Ι. του Τ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Χελιδώνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "..." και ήδη "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Δαρούδη, που δήλωσε στο ακροατήριο την ως άνω τροποποίηση της εταιρίας, ενώ οι 1ος και 2η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 3-6-2011 και 9-6-2011 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος (στη δεύτερη εκπροσωπώντας με τη σύζυγό του Ν. Ο. Ε. και για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου τους Ι. Ο. Α. του Ι.), που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης και συνεκδικάστηκαν με την από 31-5-2012 αγωγή των ήδη 2ης και 3ης των αναιρεσιβλήτων και της "...", μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, καθώς και με την από 12-2-2013 παρεμπίπτουσα αγωγή του "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ", επίσης μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 38/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 181/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-9-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ελένη Διονυσοπούλου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 3ης των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την .../19-1-2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ξάνθης Δ. Κ. και την …/30-1-2017 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Σ. Δ., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι ο πρώτος και η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστούν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως. Επομένως και αφού αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου στην παραπάνω δικάσιμο ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δε θα παραστούν κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο στηρίζεται το διατακτικό της απόφασης. Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση αυτών και στην αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα δε, των οποίων η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο, περιστατικά, προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.
γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Εξάλλου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 § 1 Κ.Ο.Κ. (Ν. 2696/1999), "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.
Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή, να επιδεικνύουν ιδιαίτερη προσοχή στα παιδιά, στους υπερήλικες, στα άτομα με ειδικές ανάγκες και γενικώς στα πρόσωπα που χρειάζονται βοήθεια και να μην προκαλούν γενικά με τη συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών, στους παρόδιους ή στους κατοικούντες πλησίον αυτών".
Με τη διάταξη του άρθρου 19 § 1 Κ.Ο.Κ., "ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς", κατά δε την παράγραφο 2 αυτού "ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.
Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν". Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 7 του ιδίου άρθρου, "ο οδηγός οχήματος, το οποίο κινείται πίσω από άλλο, υποχρεούται να τηρεί αρκετή απόσταση για την αποφυγή σύγκρουσης αν, το προ αυτού κινούμενο όχημα, μειώσει ξαφνικά την ταχύτητά του ή διακόψει την πορεία του", ενώ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 § 1 Κ.Ο.Κ., "ο οδηγός που προτίθεται να εκτελέσει ελιγμό, οφείλει προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνται πίσω, μπροστά ή πλάι του, ή ετοιμάζονται να τον προσπεράσουν, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους", κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, "πριν από κάθε ελιγμό, ο οδηγός υποχρεούται να καταστήσει έγκαιρα γνωστή την πρόθεσή του αυτή, χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτόν τους δείκτες κατεύθυνσης, αν δε αυτοί δεν λειτουργούν, υποχρεούται να δώσει τα ακόλουθα σήματα με το χέρι:
α) Έκταση του βραχίονα για στροφή προς την κατεύθυνση αυτού, β) Κάμψη του βραχίονα προς τα πάνω για στροφή προς την αντίθετην πλευρά αυτού, γ) Κάμψη του βραχίονα προς τα κάτω, για τον ελιγμό στάθμευσης. Εξάλλου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 24 § 1 Κ.Ο.Κ., "Απαγορεύεται η απότομη τροχοπέδηση, εκτός αν την επιβάλλουν λόγοι ασφάλειας", ενώ σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, "Με εξαίρεση την περίπτωση που η μείωση της ταχύτητας γίνεται για την αποτροπή επικείμενου κινδύνου, ο οδηγός μπορεί να επιβραδύνει σε σημαντικό βαθμό την κίνηση του οχήματός του, μόνο αν αυτό δε δημιουργεί κίνδυνο ή δεν προκαλεί δυσχέρεια στους άλλους οδηγούς και μετά προηγούμενη πάντοτε σαφή και έγκαιρη προειδοποίηση.
Η προειδοποίηση δίνεται με τα φώτα πέδησης ή φωτεινού συναγερμού του οχήματος ή με το χέρι (έκταση του βραχίονα και συνεχής κίνηση αυτού προς το πάνω και κάτω)". Τέλος, στη διάταξη του άρθρου 68 § 1 Κ.Ο.Κ., ορίζεται ότι: "τα αυτοκίνητα οχήματα, τα οποία μπορούν να υπερβούν την ταχύτητα των 25 χλμ. την ώρα σε ευθεία οριζόντια οδό και τα ρυμουλκούμενα, επιβάλλεται να έχουν στο πίσω μέρος τους τουλάχιστον δύο ερυθρά φώτα τροχοπέδησης, η φωτιστική ένταση των οποίων να είναι σημαντικά μεγαλύτερη εκείνης των πίσω φώτων θέσης".
Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 7-1-2011, και περί ώρα 15:50', ο ενάγων οδηγώντας χωρίς την κατά νόμο απαιτούμενη νόμιμη άδειας οδήγησης, καθόσον αυτή του είχε αφαιρεθεί από το Τμήμα Τροχαίας Ξάνθης, αυτοκίνητο (κλούβα), ιδιοκτησίας μη διαδίκου, στο εμπρόσθιο μέρος του οποίου επέβαινε ως συνοδηγός η σύζυγός του, στο δε πίσω μέρος, η μαρτυράς του, θυγατέρα του, και οι δύο υιοί του, ήταν δε ανασφάλιστο και στερούνταν δελτίου τεχνικού ελέγχου Κ.Τ.Ε.Ο., εκινείτο στο 5° χλμ.
της Ε.Ο. Ξάνθης - Λάγους, με κατεύθυνση προς Λάγος. Κατά τον ίδιο χρόνο, ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας αυτοκίνητο -ψυγείο, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης, ήταν δε ασφαλισμένο στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, εκινείτο στην ίδια οδό και με την αυτή κατεύθυνση (προς Λάγος) ακολουθώντας το προαναφερόμενο όχημα.
Η ως άνω Ε.Ο. στο συγκεκριμένο σημείο είναι ασφαλτοστρωμένη, ευθεία, χωρίς κλίση, διπλής κατεύθυνσης, συνολικού πλάτους οδοστρώματος 8,20 μέτρων (4,10 μέτρα για κάθε ρεύμα κυκλοφορίας) και δεξιά του ρεύματος πορείας προς Λάγος υπάρχει έρεισμα πλάτους 1,10 μέτρων και πέραν αυτού χώρος στάθμευσης. Κατά τον ως άνω χρόνο η κατάσταση της οδού ήταν ξηρά, η κυκλοφορία οχημάτων κανονική, επικρατούσε καλοκαιρία, φωτισμός ημέρας, η ορατότητα δεν περιοριζόταν από φυσικά ή τεχνητά εμπόδια, ενώ το ανώτατο όριο ταχύτητας είναι 90χ/ω.
Ο οδηγός ενάγων, έβαινε με ταχύτητα 90 χλμ/ώρα, στο μέσον του ρεύματος κυκλοφορίας του. Ακολουθούσε σε απόσταση 15 μέτρων ο εναγόμενος οδηγός, που έβαινε με την ίδια ταχύτητα (όπως προκύπτει από το διαγραμματικό δίσκο ταχογράφου του με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου που επισυνάπτεται στην ως άνω έκθεση αυτοψίας).
Ο ενάγων αντιληφθείς την ύπαρξη κινητής καντίνας, στο χώρο στάθμευσης, δεξιά ως προς την πορεία του, θέλησε να σταθμεύσει και αυτός στον ίδιο χώρο, προκειμένου να γευματίσει ο ίδιος, η σύζυγός του και τα τρία τους τέκνα, που συνεπέβαιναν στο αυτοκίνητο, όπως προελέχθη. Ωστόσο, δεν είχε αντιληφθεί το αυτοκίνητο-ψυγείο, που οδηγούσε ο εναγόμενος και τον ακολουθούσε, διότι το οπίσθιο τζάμι του αυτοκινήτου του, που οδηγούσε ο ίδιος καθώς και αυτό του οδηγού έλειπαν και ήταν καλυμμένα με αυτοσχέδιο τρόπο (σακούλα και κολλητική ταινία), γεγονός που περιόριζε την ορατότητά του στο τμήμα της οδού όπισθεν αυτού.
Για το λόγο αυτό, στην προσπάθειά του να κινηθεί δεξιά, στον παρακείμενο χώρο στάθμευσης, τροχοπέδησε απότομα χωρίς προηγουμένως να ελέγξει και να βεβαιωθεί ότι η εν λόγω ενέργειά του δεν δημιουργούσε κίνδυνο ή παρακώλυση των υπολοίπων οδηγών χρηστών της οδού, οι οποίοι έβαιναν όπισθέν του και επιπλέον χωρίς να καταστήσει εγκαίρως γνωστή την πρόθεσή του, χρησιμοποιώντας το δεξιό δείκτη κατεύθυνσης (φλας) του αυτοκινήτου του ότι θα εκτελέσει ελιγμό προς τα δεξιά.
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι, κατά τον ίδιο χρόνο δεν λειτουργούσαν τα φώτα τροχοπέδησης του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο ενάγων (βλ. από 7-3-2011 έκθεση αυτοψίας του Τ.Τ. Ξάνθης, στην οποία αναφέρεται ότι προϋπήρχαν υλικές ζημίες στο δεξιό μέρος του αυτοκινήτου και φωτογραφίες που προσκομίζουν μετ' επικλήσεως οι εναγόμενοι στις οποίες φαίνεται εναργώς ότι το οπίσθιο δεξιό φανάρι του ίδιου αυτοκινήτου ήταν σπασμένο).
Ο εναγόμενος οδηγός που ακολουθούσε, αντιληφθείς την επιβράδυνση του προπορευόμενου αυτοκινήτου, τροχοπέδησε και επιχείρησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, τον οποίο όμως δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει, καθόσον στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας εκινείτο άλλο αυτοκίνητο, με κατεύθυνση προς Ξάνθη, με αποτέλεσμα με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος του αυτοκινήτου του να προσκρούσει στο οπίσθιο αριστερό μέρος του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο ενάγων.
Εξαιτίας της σύγκρουσης άνοιξε η οπίσθια πόρτα του αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο τελευταίος, και έπεσαν στο οδόστρωμα τα δυο εκ των τριών τέκνων του, που επέβαιναν παράνομα στο οπίσθιο μέρος του αυτοκινήτου (βλ. άδεια κυκλοφορίας στην οποία προβλέπονται δυο θέσεις καθισμάτων), ενώ, επίσης, χύθηκε στο οδόστρωμα ποσότητα ασβέστη, που μετέφερε και είχε τοποθετήσει στο οπίσθιο μέρος του αυτοκινήτου του.
Στη συνέχεια, το αυτοκίνητό του πραγματοποίησε ανεξέλεγκτη στροφή 180 μοιρών και κατέληξε με το αριστερό μέρος αυτού (έχοντας δηλαδή μέτωπο προς Ξάνθη) στην κινητή καντίνα, που βρισκόταν σταθμευμένη στο χώρο στάθμευσης δεξιά της οδού σε σχέση με το ρεύμα κατεύθυνσης προς Λάγος. Τα ανωτέρω προκύπτουν με σαφήνεια από τα αντικειμενικά ευρήματα στον τόπο του ατυχήματος, όπως καταγράφονται στην από 7-3-2011 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, την οποία συνέταξε ο Αρχ/κας Α.
Μ. του Τ.Τ. Ξάνθης, που επιλήφθηκε του ατυχήματος και το συνοδεύον αυτήν σχεδιάγραμμα, η ακρίβεια των οποίων δεν αμφισβητείται από κανέναν από τους διαδίκους. Η κρίση του Δικαστηρίου, ως προς την προεκτεθείσα οδηγική συμπεριφορά του ενάγοντος οδηγού, πριν από τη σύγκρουση, ήτοι της απότομης τροχοπεδήσεως, χωρίς προηγουμένως να κάνει χρήση του δεξιού δείκτη κατεύθυνσης (φλας) του αυτοκινήτου του, ενισχύεται και από όσα ανέφερε ο εναγόμενος οδηγός, τόσο στην από 15-2-2011 έκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρα ενώπιον του Αρχ/κα Α.
Μ. του Τ.Τ. Ξάνθης, όσο και στην ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου χωρίς όρκο εξέτασή του. Αντίθετη κρίση, ως προς το ζήτημα αυτό, δεν συνάγεται από την κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης, Γ. Ν. Ο., η οποία δεν κρίνεται πειστική, καθόσον ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατέθεσε ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος καθόταν στη θέση του συνοδηγού και είδε τον πατέρα της, ενάγοντα, να κάνει χρήση του δεξιού δείκτη κατεύθυνσης, ενώ προανακριτικά, όπως και όλοι οι άλλοι εξετασθέντες μάρτυρες, κατέθεσε ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος η ίδια βρισκόταν στο οπίσθιο μέρος του αυτοκινήτου, στο οποίο επέβαινε.
Με βάση τα προαναφερθέντα περιστατικά, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του ενάγοντος, ο οποίος δεν επέδειξε, κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου του, την προσοχή που κάθε μέσης συνέσεως οδηγός, που θα βρισκόταν κάτω από τις ίδιες με αυτόν συνθήκες θα επιδείκνυε, μπορούσε δε και αυτός να επιδείξει, με αποτέλεσμα η σύγκρουση των δυο ως άνω αυτοκινήτων και τα εξ αυτής επιζήμια αποτελέσματα, να οφείλονται σε αποκλειστική αμέλειά του, όπως η έννοια αυτής αναλύθηκε ανωτέρω, συνισταμένη στις ως άνω υπαίτιες πράξεις και παραλείψεις του, που συνιστούν παραβάσεις του Κ.Ο.Κ., τελούν δε σε αιτιώδη σχέση, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, με τη σύγκρουση.
Ειδικότερα, ο ενάγων, από αμέλεια, ήτοι από έλλειψη της απαιτούμενης επιμέλειας και προσοχής, που όφειλε και μπορούσε να επιδείξει ως μέσος συνετός οδηγός, επειδή δεν οδηγούσε με την απαιτούμενη σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, στην προσπάθειά του να κινηθεί δεξιά, στον παρακείμενο χώρο στάθμευσης, τροχοπέδησε απότομα χωρίς προηγουμένως να ελέγξει και να βεβαιωθεί ότι η εν λόγω ενέργειά του δεν δημιουργούσε κίνδυνο ή παρακώλυση των υπολοίπων οδηγών χρηστών της οδού, οι οποίοι έβαιναν όπισθεν του και επιπλέον δεν κατέστησε σ' αυτούς εγκαίρως γνωστή την πρόθεσή του, χρησιμοποιώντας το δεξιό δείκτη κατεύθυνσης, ότι θα εκτελέσει ελιγμό προς τα δεξιά, με αποτέλεσμα να επέλθει η ένδικη σύγκρουση.
Εάν ο ανωτέρω συμπεριφερόταν επιμελώς, θα είχε αντιληφθεί το όχημα που ακολουθούσε, θα μείωνε σταδιακά την ταχύτητα του οχήματός του, κινούμενος ταυτόχρονα στο δεξιό άκρο του ρεύματος πορείας του, προειδοποιώντας τον οδηγό που ακολουθούσε, αφενός κάνοντας χρήση του δεξιού δείκτη κατεύθυνσης (φλας) και αφετέρου, εφόσον δεν λειτουργούσαν τα φώτα τροχοπέδησης, με έκταση του βραχίονα και συνεχή κίνηση αυτού προς τα πάνω και κάτω.
Έτσι, δεν θα δυσχέραινε την πορεία του με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, που ακολουθούσε και δεν θα ελάμβανε χώρα το ένδικο ατύχημα. Επομένως, ο ενάγων παρέβη τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 13 παρ. 2, 21 παρ. 1 και 2, 24 παρ. 1 και 2 και 68 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ., οι παραβάσεις δε αυτές συνδέονται αιτιωδώς με την επέλευση του ενδίκου ατυχήματος.
Αντίθετα, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι στην επέλευση του ατυχήματος συνέβαλε η οδηγική συμπεριφορά του εναγόμενου οδηγού. Ο τελευταίος έβαινε με ταχύτητα 90 χλμ/ώρα, δηλαδή εντός του ανωτάτου επιτρεπομένου ορίου ταχύτητας, τηρούσε δε αρκετή απόσταση από το προπορευόμενο αυτοκίνητο για την αποφυγή σύγκρουσης (άρθρο 19 παρ. 7 Κ.Ο.Κ.).
Παρά δε την αιφνίδια τροχοπέδηση, που επιχείρησε ο ενάγων, την οποία ο εναγόμενος οδηγός αντιλήφθηκε από την επιβράδυνση του προπορευόμενου αυτοκίνητου, αφού δεν λειτουργούσαν τα φώτα τροχοπέδησής του και ο ενάγων δεν έκανε χρήση των δεικτών κατεύθυνσης, κατόρθωσε αυτός, να αντιδράσει με τροχοπέδηση, χωρίς να μπορέσει όμως να αποφύγει τη σύγκρουση, περιορίζοντας ωστόσο, κατά το δυνατό, τις συνέπειες αυτής".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, κατά τα μέρος που ενδιαφέρει την αναιρετική δίκη, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία ζήτησε την επιδίκαση αποζημίωσης για την αποκατάσταση της ζημίας, την οποία υπέστη από το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα που συνέβη κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή από αμέλεια του πρώτου εναγομένου ήδη αναιρεσιβλήτου κατά την οδήγηση αυτοκινήτου, που ανήκει στην κυριότητα της δεύτερης τούτων και ήταν ασφαλισμένο για ζημιές τρίτων, στην τρίτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία και ακολούθως απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης που είχε δεχθεί τα ίδια.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της αποκλειστικής υπαιτιότητας στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος του ενάγοντος, αφού τα γενόμενα δεκτά παραπάνω περιστατικά πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοια της υπαίτιας αμελούς οδηγικής συμπεριφοράς του κατ' αυτό και της αιτώδους συνάφειας αυτής με το επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα, που δικαιολογούν την απόρριψη της αγωγής.
Περαιτέρω το Εφετείο δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σε σχέση με το ίδιο ουσιώδες ζήτημα, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλων για την αιτιολόγηση της αποκλειστικής υπαιτιότητας του ενάγοντος και της ουσιώδους συνάφειας της υπαίτιας αυτής συμπεριφοράς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα, που δε διακόπηκε από οποιαδήποτε αμελή συμπεριφορά του εναγόμενου οδηγού.
Οι αιτιολογίες αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ίδιων ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες εφάρμοσε, ώστε να δικαιολογείται η εφαρμογή τους. Έλαβε δε το Εφετείο υπόψη για να καταλήξει στο παραπάνω αποδεικτικό του πόρισμα τα διδάγματα της κοινής πείρας, με βάση τα οποία ορθώς υπήγαγε τα παραπάνω περιστατικά στους προαναφερόμενους ουσιαστικού δικαίου κανόνες που εφαρμόσθηκαν.
Συνεπώς οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και έκτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τον αρ. 1α και β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. της ευθείας παραβίασης των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, καθώς και η από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ελλιπών και αντιφατικών αιτιολογιών, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της αποκλειστικής υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, είναι αβάσιμοι. Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στους ίδιους λόγους αιτιάσεις είναι απαράδεκτες καθ' όσον με αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και επειδή αφορούν σε ελλείψεις στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος και σε αντίθετα πραγματικά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος ως προς τις παραπάνω παραδοχές και το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το Εφετείο, προς στήριξη του αγωγικού ισχυρισμού περί της αποκλειστικής υπαιτιότητας στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος του εναγόμενου οδηγού που, δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α' του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Με το πρώτο μέρος του τέταρτου λόγου της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 10α του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα για την αποκλειστική υπαιτιότητα του ενάγοντος στην πρόκληση του τροχαίου ενδίκου ατυχήματος και την έλλειψη υπαιτιότητας του εναγόμενου οδηγού, χωρίς απόδειξη.
Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο στην παραδοχή της ουσιαστικής αβασιμότητας της αγωγής κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, όλων των αποδεικτικών μέσων δηλαδή της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα του ενάγοντος, τη χωρίς όρκο εξέταση του πρώτου εναγομένου ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων έγγραφα της ποινικής διαδικασίας και φωτογραφίες που απεικονίζουν το όχημα του ενάγοντος, από τα οποία άντλησε την κρίση του ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθή όλα τα παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά.
Έτσι στην παραδοχή του αυτή το δικαστήριο της ουσίας δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και ο σχετικός λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Παρεκτός του ότι ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος, καθ' όσον υπό την επίκληση της παραπάνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Εφετείου ως προς το ουσιώδες ζήτημα των συνθηκών επέλευσης του ενδίκου ατυχήματος, η οποία δεν υπόκειται σε ακυρωτικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ. κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, συνάγεται ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνον, όταν το δικαστήριο κατά προφανή παρανόηση δηλαδή μη ορθή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 432 επ.
Κ.Πολ.Δ., εγγράφου, δέχθηκε ως μνημονευόμενα σ' αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο αυτό, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικώς στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον αναιρετικό αυτό λόγο.
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του για την βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως κ.λπ., στηριζόμενο σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, το δε φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να στηριχθεί κυρίως ή αποκλειστικώς σε αυτό, από τη συνεκτίμηση δε αυτή οδηγήθηκε σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία εκλαμβάνει ως ορθή εκείνος που προβάλλει ότι εχώρησε παραμόρφωση του εγγράφου.
Και τούτο επειδή η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας, που έχει εξαχθεί από την συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων είναι κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικώς ανέλεγκτη. Με το δεύτερο μέρος του τέταρτου λόγου της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα για τις συνθήκες του ένδικου ατυχήματος και την αποκλειστική υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος στην πρόκληση αυτού, παραμόρφωσε το περιεχόμενο της έκθεσης αυτοψίας, που συντάχθηκε από τα αρμόδια αστυνομικά όργανα, καθώς και τις φωτογραφίες που επικαλέσθηκαν οι εναγόμενοι στις οποίες απεικονίζεται το ζημιογόνο όχημα του αναιρεσείοντος, καθ' όσον ενώ στην έκθεση αυτοψίας αναφέρεται α) "ότι δεν υπάρχουν ίχνη πεδήσεως", δέχθηκε ότι ο τελευταίος τροχοπέδησε απότομα και β) ενώ σ' αυτήν αναγράφεται "ότι προϋπήρχαν υλικές ζημιές στο δεξιό μέρος του αυτοκινήτου και από τις φωτογραφίες, φαίνεται εναργώς ότι το οπίσθιο δεξιό φανάρι του ίδιου αυτοκινήτου ήταν σπασμένο" δέχθηκε ότι δε λειτουργούσαν τα φώτα τροχοπέδησης αυτού.
Όπως όμως προκύπτει από τις αιτιολογίες της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο ορθώς ανέγνωσε τα προαναφερόμενα έγγραφα, χωρίς να υποπέσει σε διαγνωστικό σφάλμα, καθ' όσον δε δέχθηκε ότι στην έκθεση αυτοψίας αναφέρεται ότι υπάρχουν ίχνη πέδησης, ούτε ότι δεν υπάρχουν ζημιές στο δεξιό μέρος του αυτοκινήτου και ούτε ότι στις φωτογραφίες δεν απεικονίζεται ότι το οπίσθιο δεξιό φανάρι ήταν σπασμένο, αλλά σχημάτισε την παραπάνω δικανική του κρίση από τη συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων τα οποία προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι για το ίδιο ουσιώδες ζήτημα, μη μορφώνοντας την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από τα φερόμενα ως παραμορφωθέντα κατά το περιεχόμενό τους προαναφερόμενα έγγραφα.
Συνεπώς ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.
Δεν αποτελούν πράγματα και άρα δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ή την ένστασης, καθώς και οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα πραγματικά ή νομικά ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων ή από το νόμο.
Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 8β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, που διατυπώθηκαν με σχετικό λόγο έφεσης και αφορούν στην αξιολόγηση της κατάθεσης της μάρτυρος, η οποία με επιμέλειά του εξετάσθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθώς και της προανακριτικής κατάθεσης του αντιδίκου του-εναγομένου, που λήφθηκε στα πλαίσια της ποινικής διαδικασίας.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθ' όσον ο προαναφερόμενος ισχυρισμός δεν συνιστά "πράγμα" υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά πραγματικά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, σχετικά με την αξιοπιστία των παραπάνω καταθέσεων. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 εδ.
ε', που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012 παραβόλου, στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-9-2016 αίτηση του Ι. Ο. Ι. του Τ. περί αναιρέσεως της 181/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ