1209/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1209/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 §3 Κ.Πολ.Δ.).
Full text
Απόφαση 1209 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1209/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Σωτήριο Χατζόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και Κωνσταντίνο Χατζόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: 1. Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "BANK of AMERICA Ν.Τ. and SA" που εδρεύει στον ... νομίμως εγκατεστημένης στην Ελλάδα, που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μπόμπου και 2. Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Λύτρα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-3-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6151/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 972/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 2-6-2008 αίτησή του και τους από 25-1-2010 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 22-2-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση κατά παραδοχή των αναφερομένων στο σκεπτικό λόγων.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Α.Κ. συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Βέβαια, δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται απόλυτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Εξ άλλου, κατά τον αριθμό 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" στη διάταξη αυτή είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., νοούνται δηλαδή ως πράγματα οι ουσιώδεις - και γι' αυτό ασκούντες επίδραση στην έκβαση της δίκης - νόμιμοι και παραδεκτώς προταθέντες πραγματικοί ισχυρισμοί, θεμελιωτικοί αγωγής, ανταγωγής, ένστασης κ.λ.π.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 931 §1 ΑΚ, η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση. Σε κάθε περίπτωση, η απαίτηση παραγράφεται μετά την πάροδο είκοσι ετών από την πράξη. Από την ανωτέρω διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 247 και 251 ΑΚ, προκύπτει ότι η αξίωση αποζημιώσεως από αδικοπραξία, που έλαβε χώρα με πράξη ή παράλειψη του υπαιτίου, άπαξ τελεσθείσα, γεννάται από τότε που επήλθε η ζημία και σε περίπτωση εξακολουθητικής ζημίας δεν αναγεννάται και η αξίωση αποζημιώσεως εξακολουθητικώς, αλλά γενικά η αξίωση αποζημιώσεως για όλη τη ζημία, συμπεριλαμβανομένης και εκείνης που είναι μέλλουσα και μπορεί κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων να προβλεφθεί, γεννάται αφότου η πράξη άρχισε να αναδίδει επιζήμιες συνέπειες.
Εφόσον δε η ικανοποίηση της αξιώσεως αυτής είναι και δικαστικώς επιδιώξιμη, αρχίζει η διαδρομή του χρόνου της παραγραφής, που ορίζεται σε πέντε έτη από τότε που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του προς αποζημίωση υπόχρεου. Ως γνώση της ζημίας για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής νοείται η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της πράξεως, όχι όμως και η γνώση της εκτάσεως της ζημίας ή του ποσού της αποζημιώσεως.
Έτσι, ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής τρέχει και καταλαμβάνει όλες τις μερικότερες ζημίες του παθόντος, δηλαδή εκείνες που έχουν επέλθει ή μέλλουν να επέλθουν, εκτός από αυτές που δεν είναι προβλεπτή η επέλευσή τους κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων.
Συνεπώς, το γεγονός ότι ο παθών δεν μπορεί ακόμη να προσδιορίσει ακριβώς το μέγεθος της ζημίας δεν εμποδίζει την έναρξη της παραγραφής. Αυτό ισχύει μόνο για εκείνες τις επιζήμιες συνέπειες που μπορούν κατά την αντίληψη των συναλλαγών να προβλεφθούν - κατά τον χρόνο που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας γενικά - ως δυνατή συνέπεια της άδικης πράξης.
Αν όμως μεταγενέστερα γεννήθηκαν ή έγιναν αντιληπτές επιζήμιες συνέπειες, οι οποίες προηγουμένως ήταν απρόβλεπτες και απροσδόκητες, τελούν δε σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη ζημιογόνο συμπεριφορά του υπόχρεου, με την έννοια ότι το επιζήμιο γεγονός κατά τον χρόνο και τους όρους που έλαβε χώρα ήταν ικανό, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει τις μεταγενέστερες αυτές επιζήμιες συνέπειες, αρχίζει για την αξίωση προς αποκατάσταση τους νέα αυτοτελής παραγραφή, αφότου ο παθών έλαβε γνώση αυτών και της αιτιώδους συνάφειας τους με την αδικοπραξία.
Από τη γνώση αυτή της ζημίας, η απαίτηση του δικαιούχου είναι και δικαστικώς επιδιώξιμη, εκτός αν αποκλείεται η από τον δικαιούχο άσκηση αγωγής, λόγω νομικών κωλυμάτων, είτε σύμφωνα με ρητές διατάξεις του νόμου, είτε από το γεγονός ότι μπορεί να αντιταχθεί κατ' αυτού ένσταση, που έχει ως αναγκαίο κατά νόμο αποτέλεσμα τον αποκλεισμό δικαστικής επιδίωξης της απαίτησης για ορισμένο χρόνο.
Δεν αποκλείεται όμως η δικαστική επιδίωξη της απαίτησης και συνακόλουθα η έναρξη του χρόνου της παραγραφής από το γεγονός ότι εκκρεμεί άλλη προηγούμενη δίκη που δεν έχει περατωθεί, στην οποία τίθεται ορισμένο ζήτημα το οποίο συναπαρτίζει τη βάση άλλης αξίωσης του ιδίου ενάγοντος κατά του ιδίου εναγομένου ή αντιστρόφως.
Το βάρος της απόδειξης, ότι ο δικαιούχος της αποζημιώσεως γνώριζε από ορισμένο χρονικό σημείο τη ζημία και τον υπόχρεο, φέρει εκείνος που επικαλείται την πενταετή παραγραφή, δηλαδή ο εναγόμενος. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "ο ήδη εκκαλών (ενάγων και ήδη αναιρεσείων) στην ένδικη αγωγή του κατά των: 1.
ανωνύμου τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ΜΠΑΝΚ ΟΦ ΑΜΕΡΙΚΑ ΝΑΣΙΟΝΑΛ ΤΡΑΣΤ ΕΝΤ ΣΕΙΒΙΝΓΚΣ ΑΣΣΟΣΙΕΣΙΟΝ (Bank of America N.T. and S.A.) και 2. ανωνύμου τραπεζικής εταιρείας εν Ελλάδι με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος" εκθέτει ότι την 13.5.1985 η εταιρεία ΤΕΜΕ Α.Τ.Ε.Β.Ε. ανέλαβε το έργο της κατασκευής δεξαμενής υγρών καυσίμων με στοιχεία ...
στον .... Ότι ο ίδιος (ενάγων) και ο Ζ, συστήσαντες κοινοπραξία, ανέλαβαν την από την εργολήπτρια άνω ΤΕΜΕ Α.Τ.Ε.Β.Ε. σε αυτούς ανατεθείσα υπεργολαβία της εκτελέσεως των εργασιών Πολιτικού Μηχανικού. Ότι η προαναφερόμενη εργολήπτρια εταιρεία εξεχώρησε την όλη αμοιβή - απαίτησή της κατά της εργοδότιδός της Α.Ε.
Ελληνικά Διυλιστήρια Ασπροπύργου (ΕΛΛ. - Δ.Α. Α.Ε.) στην ήδη πρώτη εναγόμενη τράπεζα και ότι, ακολούθως, τα δύο κοινοπρακτούντα μέλη (ο ίδιος και ο άνω Ζ), κατ' απαίτηση της άνω εργοδότιδός τους - εργολάβου, ζήτησαν και έλαβαν ατομικώς από την δεύτερη εναγομένη τράπεζα δύο εγγυητικές επιστολές: μία καλής εκτελέσεως του έργου ύψους 2.700.000 δραχμών και μία "αναλήψεως προκαταβολής" ύψους και αυτής ομοίως 2.700.000 δραχμών, οι οποίες (εγγυητικές επιστολές) εξεδόθησαν από την δεύτερη εναγομένη τράπεζα υπέρ της άνω πρώτης εναγομένης τραπέζης "ως δικαιούχου εξ εκχωρήσεως", με την υποχρέωση της Εθνικής Τράπεζας έναντι της τελευταίας (α' εναγομένης) να καταβάλει σε αυτήν με την λήψη της απλής εγγράφου δηλώσεώς της και κατά την ανέλεγκτη κρίση της ότι αυτοί (ενάγων και Ζ) δεν συμμορφώθηκαν.
Εκθέτει, περαιτέρω, ο ενάγων ότι, ενώ το όλο έργο είχε κατασκευασθεί σε ποσοστό 75%, η πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη εφεσίβλητη Bank of America N.T. and S.A. γνώρισε εγγράφως στην εργολήπτρια του έργου ΤΕΜΕ Α.Τ.Ε.Β.Ε. ότι παραιτείται των δικαιωμάτων της εκδοχέως που απέρρεαν από την προαναφερομένη εκχώρηση. Ότι, κατόπιν αυτού, ο ίδιος ζήτησε, με την από 18.2.1986 επιστολή του και την από 20.3.1986 εξώδικο, από την δεύτερη εναγομένη Εθνική Τράπεζα να του επιστρέψει τις προαναφερόμενες δύο εγγυητικές επιστολές, πλην, όμως, δεν του επεστράφησαν, ενώ την 10.4.1986 συνήφθη νέα σύμβαση μεταξύ ΤΕΜΕ Α.Τ.Ε.Β.Ε.
και πρώτης εναγομένης τράπεζας, με την οποία κατέστη εκ νέου η τελευταία δικαιούχος εξ εκχωρήσεως της αμοιβής της από την ΕΛΛ.-Δ.Α. Α.Ε. Ότι την 24.11.1986 η πρώτη εναγόμενη τράπεζα ζήτησε από τα Ελληνικά Διυλιστήρια να προβούν σε παράταση της εγγυητικής επιστολής της εργοληπτρίας, άλλως να καταβληθεί από την δεύτερη εναγομένη τράπεζα σε αυτή ποσό 2:700.000 δραχμών προς κάλυψη μέρους της εγγυήσεως υπέρ αυτής (εργοληπτρίας).
Ότι δολίως η πρώτη εναγομένη τράπεζα συνέδεσε τις δικές του δύο εγγυητικές επιστολές μέ αυτή της ΤΕΜΕ Α.Τ.Ε.Β.Ε. και ότι και η δεύτερη εναγομένη Εθνική Τράπεζα με την εν γνώσει της ψευδή δήλωση προς την πρώτη ότι οι πελάτες της (ενάγων
και
Ζ) δεν συνεμμορφώθησαν προς τους όρους της συμβάσεως, προχώρησε στην κατάπτωση των άνω δύο εγγυητικών επιστολών και την 13.5.1987 κατέβαλε στην πρώτη εναγομένη Bank of America N.T. and S.A. δραχμές 2.700.000, αφού προηγουμένως, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ειδοποίησε αυτούς (ενάγοντα και Ζ) για την σχετική πρόθεσή της και μετά την απόρριψη της αιτήσεως τούτων των κατ' αυτής ασφαλιστικών μέτρων περί απαγορεύσεως πληρωμής του ποσού των εγγυητικών επιστολών, με την επικαλούμενη στην αγωγή υπ' αριθμ. 1334/1987 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Εκτίθεται δε στην ένδικη αγωγή ότι μετά ταύτα ακολούθησαν μακρόχρονοι δικαστικοί αγώνες, οι οποίοι, εν τέλει, κατέληξαν υπέρ του ήδη ενάγοντος. Εξέθετε, περαιτέρω, ο ήδη εκκαλών στην ένδικη αγωγή του ότι από την περιγραφόμενη παράνομη και υπαίτια εις βάρος του συμπεριφορά των εναγομένων τραπεζών υπέστη την στην αγωγή του ζημία (θετική ύψους συνολικώς 93.361,64 ευρώ + αποθετική ύψους συνολικώς 3.454.006,20 ευρώ), καθώς και ηθική βλάβη, προς αποκατάσταση της οποίας απαιτείται ποσό 1.173.881,14 ευρώ ως χρηματική του ικανοποίηση, και ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες τράπεζες, ευθυνόμενες αλληλεγγύως, να του καταβάλουν, εις ολόκληρον εκάστη, εκ του συνολικώς αιτούμενου ποσού των 5.104.992,98 Ευρώ, ποσό 600.000 ευρώ, αναγνωριζομένης της υποχρεώσεως τους προς καταβολή του υπολοίπου.
Οι εναγόμενες, προς απόκρουση της αγωγής, πρόβαλαν την ένσταση της πενταετούς παραγραφής της ενδίκου αξιώσεως του ενάγοντος ήδη εκκαλούντος, η οποία έγινε δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, κατά τα άνω, δέχθηκε ότι ο ενάγων έλαβε γνώση της ως παρανόμου με την αγωγή φερομένης συμπεριφοράς των εναγομένων την 13.5.1987 (ημεροχρονολογία καταπτώσεως της εγγυητικής επιστολής) και απέρριψε την αγωγή.
Ισχυρίζεται ο ήδη εκκαλών με τους τρίτο (τελευταίο) και πρώτο, αντιστοίχως, λόγους της ενδίκου εφέσεως του: α. ότι η από τις εναγόμενες ήδη εφεσίβλητες προβληθείσα ένσταση του άνω άρθρου 937 ΑΚ, περί πενταετούς παραγραφής της ενδίκου αξιώσεώς του, είναι αόριστη, διότι δεν προσδιορίζουν οι ενιστάμενες τον χρόνο κατά τον οποίο αυτός (ενάγων) έλαβε "έλαβε γνώση της ζημίας του και του υπαιτίου και β.
ότι μη ορθώς η εκκαλουμένη δέχθηκε ότι οι ένδικες αγωγικές αξιώσεις του, υποκείμενες σε πενταετή παραγραφή, έχουν υποκύψει σε αυτή. Οι ισχυρισμοί του αυτοί κρίνονται αβάσιμοι, καθ' όσον με τις πρωτόδικες προτάσεις τους οι ήδη εφεσίβλητες, ενιστάμενες, προβάλλουν την - και με τις προτάσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου - ένσταση της πενταετούς παραγραφής της ενδίκου αξιώσεως του ενάγοντος - εκκαλούντος, πλήρως ορισμένη καθ' όλα αυτής τα στοιχεία:
συγκεκριμένα εκθέτουν αυτές (ενιστάμενες) τόσο τον χρόνο κατά τον οποίο έλαβαν χώρα οι με την ένδικη αγωγή του ήδη εκκαλούντος φερόμενες ως επιζήμιες παράνομες και υπαίτιες ενέργειες τους εις βάρος του (κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής και ακολούθως γένεση της έξ αυτής αξιώσεως κατ' αυτού, ήτοι την 28.8.1991) όσο και το ότι ο ενάγων ήδη από τις 30.4.1987, οπότε άσκησε κατ' αυτών την υπ' αριθμ.
καταθ. 885/1987 αγωγή του, έλαβε γνώση της ζημίας, καθώς και των από αυτόν φερομένων ως υπαιτίων, ήτοι αυτών των ιδίων (ήδη εφεσίβλητων). Περαιτέρω, οι εφεσίβλητες εκθέτουν ότι από το δικόγραφο της ενδίκου αγωγής του ήδη εκκαλούντος προκύπτει, σε κάθε περίπτωση, οι από αυτόν επικαλούμενες επιζήμιες συνέπειες (θετικές και αποθετικές του ζημίες) είχαν επισυμβεί το αργότερο μέχρι τα τέλη Μαΐου του έτους 1999 και ο ενάγων τελούσε αναμφισβητήτως σε πλήρη γνώση τούτων και ότι ουδόλως κωλύθηκε να τις επιδιώξει δικαστικώς στρεφόμενος κατ' αυτών.
Εξ όλων των ανωτέρω παρέπεται ότι όπως διατυπώνεται από τις ενιστάμενες εναγόμενες - ήδη εφεσίβλητες η σχετική περί παραγραφής ένστασή τους πλήρως ορισμένη παρίσταται, εφ' όσον εκθέτουν αυτές όλα τα απαραίτητα κατά νόμον στοιχεία, ώστε η ένστασή τους να είναι, όπως και είναι, σύμφωνα με όσα σχετικώς εξετέθησαν στις αρχικές σκέψεις της παρούσης, πλήρως ορισμένη.
Ούτε, άλλωστε, η λήψη υπόψη από την εκκαλουμένη, για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής, χρονικού σημείου διαφόρου (μεταγενεστέρου) του με την ένσταση προβαλλόμενου καθιστά αυτήν (ένσταση) αόριστη, ενώ αβάσιμο κρίνεται και το - σχετικώς με τα αμέσως ανωτέρω - παράπονο του εκκαλούντος ότι ελήφθησαν υπ' όψη από την εκκαλουμένη πράγματα μη προταθέντα, αφού το ακριβές χρονικό σημείο ενάρξεως της πενταετούς παραγραφής είναι ζήτημα αποδείξεως.
Από όλα τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο ενάγων έλαβε γνώση της ζημίας και των υπαιτίων ήδη κατά την προαναφερομένη ημεροχρονολογία της 13.5.1987, οπότε, κατά τα εκτιθέμενα, έλαβε χώρα η κατάπτωση της επιδίκου εγγυητικής επιστολής και επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, προκύπτει ότι ο ενάγων τουλάχιστον από της ημεροχρονολογίας αυτής (13.5.1987) είχε ήδη πληροφορηθεί τόσα περιστατικά, ώστε βάσει αυτών θα μπορούσε να εγείρει αγωγή εναντίον των νυν εναγομένων, και μάλιστα, με ελπίδες επιτυχίας, καθώς η αγωγή του δεν θα βασίζονταν σε απλές εικασίες ή υποψίες αλλά σε συγκεκριμένο αποδεικτικό υλικό που είχε ήδη συλλέγει έως τότε και σε συγκεκριμένα γεγονότα, τα δε ονόματα και οι διευθύνσεις των, σύμφωνα με τον ενάγοντα και ήδη εκκαλούντα, υπόχρεων σε αποζημίωση προσώπων, του ήταν ήδη γνωστά χωρίς να απαιτηθεί καμία έρευνα για την πληροφόρησή τους, καθώς οι εναγόμενες τράπεζες ήταν ήδη, καθ' α εκτίθενται στην αγωγή, γνωστές στον ενάγοντα".
Από το περιεχόμενο αυτή της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι στην αποδοχή ως κατ' ουσίαν βάσιμης της ως άνω περί παραγραφής ενστάσεως των αναιρεσιβλήτων, κατέληξε το Εφετείο, χωρίς στην απόφασή του να διαλαμβάνει, ούτε ως κατ' εκτίμηση συναγόμενη, την πηγή αντλήσεως της σχετικής προς τούτο αποδεικτικής του γνώσεως, δηλαδή τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη κατά την κατάστρωση του κρίσιμου αποδεικτικού συλλογισμού του, ειδικότερα δε αν την (οντολογική) κρίση του, περί του ότι η αναιρεσείων έλαβε γνώση στις 13-5-1987 της προκληθείσας σ' αυτόν ζημίας και των αναιρεσιβλήτων ως υπόχρεων προς αποζημίωσή του, διαμόρφωσε από τυχόν περιεχόμενη στην αγωγή ή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο ρητώς ή συναγόμενη σιωπηρώς (άρθρο 261Κ.Πολ.Δ.) δικαστική ομολογία του αναιρεσείοντος ή από κάποιο άλλο εκ των αναφερόμενων στον κατάλογο του άρθρου 339 και στο 270 §2 Κ.Πολ.Δ.
αποδεικτικών μέσων. Υπέπεσε, ως εκ τούτου, το Εφετείο, στην προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια της αποδοχής πραγμάτων ως αληθών χωρίς απόδειξη και είναι βάσιμος ο αντίστοιχος πρώτος λόγος του αναιρετηρίου και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων.
Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 §3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 972/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου από τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ