Legislator Case Law & Legislation
1209/2007 AI generated

1209/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1209/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 18-7-1994 και 7-11-1994 αγωγές των διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Δράμας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 95/1999 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 246/2000 μη οριστική, 245/2002 οριστική του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της 245/2002 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης και της 95/1999 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Δράμας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1η Ιουλίου 2002 αίτησή τους.. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 12 Μαρτίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

1209/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): β' ΚΠολΔ...", δεν έλαβε υπόψη και την κατάθεση του πιο πάνω μάρτυρα, που περιέχεται, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο, στην 94/2001 έκθεση του Ειρηνοδίκη Αθηνών, αφού μνεία της έκθεσης αυτής δεν γίνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αλλ' ούτε κάτι τέτοιο προκύπτει και από όλο το περιεχόμενο της απόφασης και επομένως ο προκείμενος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1209 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1209/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Των αναιρεσειόντων : 1)Χ1, 2)..... , και 3)Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "..... Ο.Ε.", που εδρεύει στο .... και εκπροσωπείται νόμιμα. Ο 1ος παραστάθηκε αυτοπροσώπως και ως νόμιμος διαχειριστής της 3ης διόρισε στο ακροατήριο πληρεξούσιο δικηγόρο τους τον Ιωάννη Σταμούλη και η 2η εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο πιο πάνω πληρεξούσιο δικηγόρο.

Του αναιρεσιβλήτου: .... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Καρύδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 18-7-1994 και 7-11-1994 αγωγές των διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Δράμας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 95/1999 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 246/2000 μη οριστική, 245/2002 οριστική του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της 245/2002 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης και της 95/1999 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Δράμας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1η Ιουλίου 2002 αίτησή τους.. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 12 Μαρτίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από το άρθρο 553 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν η έφεση έγινε τυπικώς δεκτή, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η απόφαση του εφετείου, διότι, αν περαιτέρω η έφεση ευδοκίμησε κατ' ουσίαν, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίστηκε και έπαυσε να ισχύει, αν δεν η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε στην απόφαση του εφετείου (Ολ. ΑΠ 40/96). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχτηκε τυπικά την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης 95/1999 οριστικής απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή των δύο πρώτων από αυτούς ως αβάσιμη ουσιαστικά και είχε γίνει δεκτή σχετική αντίθετη αγωγή του αναιρεσιβλήτου, αλλά την απέρριψε κατ' ουσίαν. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, ως προς το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, ενσωματώθηκε στην απόφαση του εφετείου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 410 παρ. 1 ΚΠολΔ, το οποίο διαχρονικώς εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 14 παρ. 9 του ν. 2915/2001, για την όρκιση και την εξέταση του μάρτυρα συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από το μάρτυρα, το δικαστή, το γραμματέα και τους διαδίκους, καθώς και από τους διερμηνείς που έχουν προσληφθεί, αν δε οι μάρτυρες εξετάζονται ενώπιον του δικαστηρίου ή του εισηγητή, οι καταθέσεις τους καταχωρίζονται στα πρακτικά.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η όρκιση του μάρτυρα και η εξέτασή του, δηλαδή η κατάθεσή του καταχωρίζεται, αν μεν πρόκειται για εξέταση στο ακροατήριο, στα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου, αν δε πρόκειται για εξέταση εκτός ακροατηρίου, δηλαδή ενώπιον εντεταλμένου δικαστή, σε έκθεση. Περαιτέρω, από το άρθρο 406 παρ. 1 ΚΠολΔ, το οποίο επίσης εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση όπως ίσχυε πριν καταργηθεί η παρ/φος αυτή με το άρθρο 14 παρ. 1 του πιο πάνω ν. 2913/2001 (άρθρο 22 παρ. 1 τούτου), προκύπτει, ότι η εξέταση του μάρτυρα, η κατάθεση του οποίου διακόπηκε για οποιοδήποτε λόγο, μπορούσε να συνεχιστεί και πέρα από την προθεσμία που είχε ταχθεί με την προδικαστική απόφαση ή που νόμιμα είχε παραταθεί, δηλαδή και μετά τη λήξη της, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο μάρτυρας θα εμφανίζονταν κατά την ορισθείσα, μετ' αναβολή, ημέρα και ώρα για τη συνέχιση της κατάθεσής του.

Διαφορετικά, αν δηλαδή ο μάρτυρας δεν εμφανίζονταν κατά την εν λόγω, μετ' αναβολή, ορισθείσα νέα ημέρα, αποκλείονταν η περαιτέρω συνέχιση της κατάθεσής του σε άλλη μεταγενέστερη και εκτός προθεσμίας ημερομηνία. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 336 παρ. 3, 339 και 393 ΚΠολΔ σαφώς συνάγεται ότι, εφόσον επιτράπηκε η εμμάρτυρη απόδειξη, το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, μπορεί να λάβει υπόψη του και την ημιτελή παραμείνασα κατάθεση μάρτυρα, όχι όμως προς άμεση αλλά προς έμμεση απόδειξη, καθόσον ως μη πλήρης έχει μόνο αποδεικτική δύναμη δικαστικού τεκμηρίου.

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' και 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας, κατά τα εκτιθέμενα και στο αναιρετήριο, το Τριμελές Εφετείο Θράκης, δικάζοντας έφεση των ήδη αναιρεσειόντων κατά της 95/1999 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Δράμας, με την οποία, όπως ήδη έχει αναφερθεί σε προηγούμενη σκέψη, είχε απορριφθεί η από 19-7-1994 αγωγή των δύο πρώτων από αυτούς, ενώ, αντιθέτως, είχε γίνει δεκτή η από 8-11-1994 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, με τη 246/2000 μη οριστική απόφασή του, διέταξε, σύμφωνα με το τότε ισχύον άρθρο 341 ΚΠολΔ, αποδείξεις με μάρτυρες, για την εξέταση των οποίων έταξε προθεσμία 60 ημερών από τη νόμιμη επίδοση τής εν λόγω απόφασης και διόρισε το νεότερο πρωτοδίκη του Πρωτοδικείου Δράμας ως εισηγητή δικαστή και τους ειρηνοδίκες, στην περιφέρεια των οποίων κατοικούσαν οι μάρτυρες που επρόκειτο να εξεταστούν, ως εντεταλμένους δικαστές.

Η προαναφερόμενη προθεσμία, ύστερα από νόμιμη παράτασή της, την οποία είχε χορηγήσει η εισηγήτρια πρωτοδίκης του Πρωτοδικείου Δράμας, έληγε στις 17-6-2001. Στις 5-6-2001, δηλαδή πριν τη λήξη της προθεσμίας αυτής, άρχισε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, ως εντεταλμένου δικαστή, η εξέταση του μάρτυρα ..... , η οποία όμως δεν περατώθηκε κατά την ημέρα αυτήν, αλλά διακόπηκε για τις 25-9-2001 δηλαδή σε ημέρα μετά τη λήξη της προθεσμίας, οπότε συνεχίστηκε και ολοκληρώθηκε, νόμιμα όμως σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η εξέταση του μάρτυρα αυτού.

Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 11 περ. α' και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο, λαμβάνοντας υπόψη και την κατάθεση του πιο πάνω μάρτυρα και εκτιμώντας την προς άμεση απόδειξη, και όχι προς έμμεση απόδειξη, μολονότι αυτή, όπως διατείνονται, ήταν ημιτελής, διότι δεν περατώθηκε μέσα στη νόμιμη προθεσμία, αφενός έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει και αφετέρου παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη του εν λόγω αποδεικτικού μέσου.

Όμως το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατ' επιτρεπτή εκτίμηση του περιεχομένου της (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), στην οποία βεβαιώνεται ότι τούτο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα "από τις καταθέσεις των... μαρτύρων οι οποίες περιλαμβάνονται στην υπ' αριθ. 2/1998 εισηγητική έκθεση και τα υπ' αριθ. 9α/2001 πρακτικά δημόσιας επ' ακροατηρίου συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και τα επικαλούμενα και νομίμως από τους διαδίκους προσκομιζόμενα έγγραφα, πλην των ενόρκων βεβαιώσεων μαρτύρων κατ' άρθρο 270 παρ. 2 εδαφ.

β' ΚΠολΔ...", δεν έλαβε υπόψη και την κατάθεση του πιο πάνω μάρτυρα, που περιέχεται, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο, στην 94/2001 έκθεση του Ειρηνοδίκη Αθηνών, αφού μνεία της έκθεσης αυτής δεν γίνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αλλ' ούτε κάτι τέτοιο προκύπτει και από όλο το περιεχόμενο της απόφασης και επομένως ο προκείμενος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση.

Αλλά και υπό την υποστηριζόμενη από τους αναιρεσείοντες εκδοχή, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε προς άμεση απόδειξη την προαναφερόμενη κατάθεση, τούτο, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, δεν υπέπεσε στις πιο πάνω πλημμέλειες που του αποδίδουν οι αναιρεσείοντες, αφού νόμιμα συνεχίστηκε η εξέταση του προμνημονευόμενου μάρτυρα και μετά τη λήξη της προθεσμίας και έτσι ο λόγος αυτός αναίρεσης σε κάθε περίπτωση είναι αβάσιμος.

III. Ο από τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αλλά δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.

ΑΠ 25/2003). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περιπτ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης.

Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου. 'Ετσι δεν αποτελούν "αίτηση" οι ενστάσεις και οι αντενστάσεις, η μη λήψη υπόψη των οποίων καλύπτεται από τη διάταξη του άρθρου 558 αριθ. 8 ΚΠολΔ.

Τέλος, κατά το άρθρο 138 εδ. 2 ΑΚ, "άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για την σύστασή της". Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την 246/2000 μη οριστική απόφασή του, εξετάζοντας σχετικό ισχυρισμό του πρώτου αναιρεσείοντος, που έχει ως βάση την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 138 εδ. 2 ΑΚ, τον υποχρέωσε να αποδείξει, ότι υπό την καταρτισθείσα μεταξύ αυτού και του αναιρεσιβλήτου, με το από 21-9-1992 ιδιωτικό συμφωνητικό, σύμβαση, με την οποία ο τελευταίος φέρεται πως μεταβιβάζει σ' αυτόν το 49% της εταιρικής του μερίδας στην εικονικώς συσταθείσα μεταξύ τους, με την από 24-7-1992 εικονική σύμβαση, ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "......

Ο.Ε.", καλύπτεται καταπιστευτική μεταβίβαση του αντίστοιχου εξ αδιαιρέτου ποσοστού (49%) της κυριότητας αυτού επί των αναφερόμενων κινητών πραγμάτων, την οποία στην πραγματικότητα ήθελαν τα μέρη και η οποία έγινε προς εξασφάλιση υφιστάμενης κατά του αναιρεσιβλήτου απαίτησής του, ανερχόμενης στο ποσό των 29.813.637 δρχ., το οποίο αυτός κατέβαλε για την εξόφληση οφειλών του τελευταίου προς τρίτους και με τον όρο επαναμεταβίβασης της κυριότητας των κινητών στον αναιρεσίβλητο, ευθύς ως αυτός εξοφλούσε την παραπάνω οφειλή του.

Αναφορικά με τον ισχυρισμό αυτόν, το Εφετείο συμπεριέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του τις ακόλουθες παραδοχές, οι οποίες μόνες περιέχονται και στο αναιρετήριο, για τη στήριξη του πιο κάτω λόγου αναίρεσης: "Συνακόλουθα και η επόμενη πώληση του άλλου 50% των κινητών πραγμάτων, που ισχυρίζεται ο εναγόμενος Χ1 (ήδη αναιρεσείων) ότι εγένετο με τα δύο τροποποιητικά συμφωνητικά του καταστατικού της εταιρίας, τα οποία ισχυρίζεται ότι εικονικώς εγένοντο και ότι υποκρύπτουν την αληθή βούληση των συμβαλλομένων προς πώληση του εν λόγω 50% των κινητών πραγμάτων της ατομικής επιχείρηση του ενάγοντος (ήδη αναιρεσίβλητου), δεν έλαβε χώρα.

Αλλά, ως ανωτέρω απεδείχθη, οι δύο αυτές έγγραφες συμφωνίες είναι μεν εικονικές και δη η μεν πρώτη από 21-9-1992 ως προς τη μεταβίβαση του ποσοστού της εταιρικής μερίδας του 49% από τον ..... στον Χ1 και η δεύτερη από 31-12-1992 ως προς τη μεταβίβαση του 1% στην τρίτη εναγομένη και ως προς το πρόσωπο αυτής, ότι δηλαδή αυτή ως αποκτώσα το ποσοστό αυτό καθίσταται ομόρρυθμο μέλος της εταιρίας, αλλά δεν υποκρύπτουν κατ' άρθρο 138 εδαφ.

β' ΑΚ άλλη έγκυρη δικαιοπραξία". Από τις πιο πάνω παραδοχές, σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εξέτασε και τον προαναφερόμενο ουσιώδη ισχυρισμό του πρώτου αναιρεσείοντος, που έχει ως νόμιμη βάση το άρθρο 138 εδ. β' του ΑΚ, τον οποίο, όπως εκτιμάται ολόκληρο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασής του, έκρινε ως αβάσιμο κατ' ουσίαν και τον απέρριψε, ενώ για το ζήτημα αυτό, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή της προαναφερόμενης ουσιαστικού δικαίου διάταξης.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά τα αντίστοιχα τμήματά του από τους αριθμούς 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, ως αιτίαση από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, είναι απαράδεκτος.

IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ από το συσχετισμό αυτής με τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι, για να είναι παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να μνημονεύεται, ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο αυτός (ο λόγος) στηρίζεται, έχει νόμιμα προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ.

ΑΠ 43/90). Τέλος, η εκ πλαγίου παραβίαση δικονομικών διατάξεων δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης, διότι, σε αντίθετη περίπτωση, με το πρόσχημα της έλλειψης αιτιολογίας ή της ανεπαρκούς ή αντιφατικής αιτιολογίας, κατά την εφαρμογή των δικονομικών διατάξεων, θα αναιρούνταν η απόφαση, ενώ αυτό δεν θα συνέβαινε ούτε στην περίπτωση της ευθείας παραβίασής τους, αν δεν αποτελούσαν επώνυμο λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 2 έως 20 ΚΠολΔ.

Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να λάβει υπόψη του ως "έγγραφο" αποδεικτικό μέσο, το από 20-7-1992 συμφωνητικό που καταρτίστηκε μεταξύ του πρώτου από αυτούς και του αναιρεσιβλήτου, καθώς και την "προσθήκη" σ' αυτό, έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει, αφού το πιο πάνω έγγραφο δεν έχει συνταχθεί σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους, δεν έχει χαρτόσημο προσαγωγής, είναι αλλαγμένο σε ουσιώδες μέρος του και δεν φέρει άλλες υπογραφές, πλην από εκείνες που αρχικώς (20-7-1992) είχαν τεθεί, παραβιάζοντας έτσι τις διατάξεις των άρθρων 432, 434 ΚΠολΔ, αλλά και εκείνες των άρθρων 393 ΚΠολΔ.

Όμως οι αναιρεσείοντες, ενόψει και του ότι δεν συντρέχει κάποια εξαίρεση από εκείνες που ορίζονται στην πιο πάνω διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεν αναφέρουν στο αναιρετήριο, ότι με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις τους είχαν προβάλει, όπως υποχρεούνταν, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ότι το Δικαστήριο αυτό (το Εφετείο) δεν έπρεπε να λάβει υπόψη το προαναφερόμενο έγγραφο, λόγω των επικαλούμενων πιο πάνω ελλείψεών του.

Επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης προεχόντως είναι αόριστος. Σε κάθε περίπτωση είναι και απαράδεκτος, διότι στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, αφού, όπως προκύπτει από τις από 8-3-2002 προτάσεις τους που οι αναιρεσείοντες, ως εκκαλούντες, κατέθεσαν στο Εφετείο, κατ' επιτρεπτή εκτίμηση του περιεχομένου τους για τις ανάγκες του παρόντος αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), όχι μόνο τέτοιος ισχυρισμός δεν περιέχεται σ' αυτές, αλλ΄ αντιθέτως οι αναιρεσείοντες, με αυτές (βλ.

μεταξύ άλλων και σελ. 26 τούτων) ρητώς επικαλούνται ως αποδεικτικό μέσο και "το από 20-7-1992 αντέγραφο", δηλαδή την προαναφερόμενη "προσθήκη" που επίσης ως αντέγραφο χαρακτηρίζει το Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του. Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, και με την επίκληση αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο με ανεπαρκή αιτιολογία έκρινε ως νόμιμο αποδεικτικό μέσο το πιο πάνω από 20-7-1992 συμφωνητικό με την "προσθήκη" σ' αυτό, για την οποία δέχτηκε πως "είναι προφανές ότι η προσθήκη αυτή ετέθη από τους ενλόγω διαδίκους μεταγενέστερα του αρχικού χρόνου σύναψης της ενλόγω συμφωνίας... ", είναι προεχόντως απαράδεκτος, αφού με αυτόν προβάλλεται παραβίαση όχι ουσιαστικής, αλλά των πιο πάνω δικονομικών διατάξεων.

V.Κατ΄ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-7-2002 αίτηση των Χ1, 2) ..... και 3) ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...... ΟΕ", για αναίρεση των αποφάσεων 245/2002 του Εφετείου Θράκης και 95/1999 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Δράμας.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαΐου 2007.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ