Supreme Court dismisses appeal against insurance liability judgment, upholding lower court's finding of fault and causation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court of Thessaloniki's judgment regarding insurance liability. The appellant argued that the lower court failed to properly consider prior criminal convictions, but the court found the appellate court had explicitly referenced and weighed those criminal decisions alongside other evidence. Consequently, the court ruled that the lower court's finding of fault and causal link was legally sound and not subject to revision.
Legislator headnote
AI generatedArticles 591, 614, 6 of the Code of Civil Procedure; Articles 297, 298, 300, 330, 914 of the Civil Code: Liability for tort requires fault, illegality, and causation, and the appellate court's review of prior criminal convictions does not automatically invalidate the civil judgment if those facts were properly considered.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1208 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1208/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Β. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Νεστορίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Ν. του Σ., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και ήδη "...", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Λαγού με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία στην εν λόγω από 2-5-2023 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις της, δήλωσε την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-9-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 36/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 170/2021 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-6-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 30-6-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 51/31-8-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 170/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (και ειδικότερα διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού, άρθρα 591 παρ. 1, 614 αριθμ. 1, 6 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Ειδικότερα, αμέλεια, κατά το άρθρο 330 Α.Κ. υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.
Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς, στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος στην πρόκληση ή στην επαύξηση της ζημίας του, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα ( ΑΠ 1370/2023, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 88/2019, ΑΠ 270/2018).
Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχάς, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το παραπάνω άρθρο 300 Α.Κ.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1370/2023, ΑΠ 1328/2023, ΑΠ 1060/2017, ΑΠ 1309/2017, ΑΠ 1546/2014, ΑΠ 1513/2014).
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1328/2023, ΑΠ 1370/2023, ΑΠ 1060/2017, ΑΠ 1309/2017, ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/ 2013), αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή, τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 1180/2023, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 210/2013).
Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 1219/2023, ΑΠ 821/2023, ΑΠ 789/2022, ΑΠ 1204/2021, ΑΠ 301/2021, ΑΠ 658/2021, ΑΠ 502/2020, ΑΠ 551/2020).
Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 1370/2023, ΑΠ 163/2022, ΑΠ 998/2021, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 87/2019, ΑΠ 1032/2018).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς".
Κατά τη διάταξη αυτή ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή διατακτικού.
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφτηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 164/2021, ΑΠ 1034/2020, ΑΠ 130/2016). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020).
Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ.
ΑΠ 15/2006, ΑΠ 250/2023, ΑΠ 78/2020, 38/2020, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 98/2017). Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης και δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.
ΑΠ 1/2020, ΑΠ 551/2020). Περαιτέρω, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, "αιτιολογία" της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα (ΑΠ 182/2021, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016, ΑΠ 1266/2011), καθόσον, ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματική ή νομικά επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1328/2023, ΑΠ 502/2020, ΑΠ 1112/2020, ΑΠ 797/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 565/2018).
Με τους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους (άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ) δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1328/2023, ΑΠ 970/2022, ΑΠ 53/2020, ΑΠ 634/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017).
Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, καθόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 250/2023, ΑΠ 970/2022, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 90/2020, ΑΠ 22/2020, ΑΠ 145/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 170/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα ακόλουθα : " Την 19-9-2013 και ώρα 22.00 περίπου ο πρώτος εναγόμενος (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος) οδηγούσε το υπ' αριθμ κυκλοφορίας ...
IX επιβατηγό αυτοκίνητο, του οποίου κύριος είναι ο ίδιος, που ήταν ασφαλισμένο στην δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) για την κάλυψη της ευθύνης για ζημιές που προκαλούνται από την κυκλοφορία του, κινούμενος κατά μήκος του 3ου χλμ της επαρχιακής οδού Κομοτηνής Κοσμίου με κατεύθυνση προς το οικισμό ...
Ροδόπης. Η παραπάνω οδός στο προαναφερόμενο τμήμα αυτής είναι διπλής κατεύθυνσης αποτελούμενη από μία λωρίδα κυκλοφορίας για κάθε ρεύμα πορείας, ενώ είναι ευθεία και το οδόστρωμα αυτής έχει πλάτος 7 μέτρα. Η κατά μήκος διαγράμμιση αποτελείται από διπλή διαχωριστική γραμμή που διακρίνει τις λωρίδες κυκλοφορίας του κάθε ρεύματος πορείας, η οποία διαμορφώνεται σε μονή διακεκομμένη στο σημείο όπου βρίσκονται οι εγκαταστάσεις της ΕΡΤ Κομοτηνής.
Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας καθορίζεται σε 80 χιλ/ω σύμφωνα με την ρύθμιση που ισχύει για την κίνηση των οχημάτων στο λοιπό επαρχιακό δίκτυο. Στο σημείο αυτό δεν υφίσταται πεζοδρόμιο ή διάβαση πεζών, ενώ παραπλεύρως κάθε ρεύματος κυκλοφορίας υφίσταται τμήμα οδοστρώματος που διαμορφώνεται ως έρεισμα πλάτους 0,50 μ.
Από την πλευρά του ρεύματος πορείας της ως άνω οδού που χρησιμοποιείται για την κυκλοφορία των οχημάτων, τα οποία κατευθύνονται προς το ..., διαμορφώνεται μία παράπλευρη οδός με επικάλυψη χώματος. Στο σημείο όπου βρίσκονται οι εγκαταστάσεις της ΕΡΤ Κομοτηνής τμήμα της ως άνω παράπλευρης οδού, το οποίο βρίσκεται μεταξύ της τελευταίας και του ερείσματος της ως άνω επαρχιακής οδού, καταλαμβάνεται από αγριόχορτα που εμποδίζουν την βάδιση.
Κατά το συγκεκριμένο σημείο επικρατούσαν συνθήκες νύκτας, ενώ δεν λειτουργούσε τεχνητός φωτισμός. Στο σημείο αυτό βάδιζε ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων), ο οποίος έχει γεννηθεί την 10-10-1995 και κατοικεί στο ..., που ήταν μαθητής του εσπερινού ΕΠΑΛ Κομοτηνής. Στην ιστορική βάση της αγωγής και στο σχετικό τμήμα της έφεσης προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι ο ενάγων βάδιζε κινούμενος κατά μήκος του ερείσματος που βρίσκεται στο δεξιό άκρο της ως άνω οδού με κατεύθυνση από την Κομοτηνή προς το ..., όπου επέστρεφε λόγω της ολοκλήρωσης των μαθημάτων που είχε παρακολουθήσει στο εσπερινό ΕΠΑΛ Κομοτηνής.
Τον ισχυρισμό όμως αυτό δεν επιβεβαιώνει ο ίδιος ο ενάγων εξεταζόμενος ως πολιτικώς ενάγων ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κομοτηνής κατά την δικάσιμο της 2-9-2014. Συγκεκριμένα σύμφωνα στο σχετικό τμήμα της κατάθεσης του ενάγοντος, η οποία περιέχεται στα πρακτικά που αποτελούν τμήμα της υπ' αριθμ 851/2014 απόφασης του ως άνω Δικαστηρίου ο ίδιος ισχυρίζεται ότι την 21.30 ώρα αποχώρησε από το σχολείο και κατευθυνόταν προς την Κομοτηνή για διασκέδαση, ενώ κατά το χρονικό σημείο του ατυχήματος βάδιζε στην παράπλευρη χωμάτινη οδό, η οποία όπως εκτέθηκε ανωτέρω διαχωρίζεται από το έρεισμα της επαρχιακής οδού, δεδομένου ότι μεταξύ αυτών μεσολαβεί έκταση που καταλαμβάνεται από αγριόχορτα.
Ακολούθως, ο ενάγων εξεταζόμενος ως πολιτικώς ενάγων ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείο Ροδόπης κατά την δικάσιμο της 12-2-2015 εμφανίζεται στα πρακτικά που αποτελούν περιεχόμενο της υπ' αριθμ 105/2015 απόφασης να δηλώνει ότι την 9.50 ώρα ο ίδιος βάδιζε με κατεύθυνση προς το ... και υποθέτει, ότι το όχημα που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος κινήθηκε εισερχόμενο στην παράπλευρη χωμάτινη οδό.
Εντός της αριστερής πλευράς της χωμάτινης οδού με κατεύθυνση προς το ... επιχειρείται να εμφανιστεί το σημείο όπου βάδιζε ο ενάγων στην εκ μέρους του ιδίου προσκομιζόμενη τεχνική έκθεση του Σ. Σ. μηχανολόγου χημικού στην οποία περιέχονται οι εκτιμήσεις του τελευταίου σε σχέση με τις συνθήκες πρόκλησης του ατυχήματος.
Όμως στην από 15-10-2013 έκθεση ένορκης εξέτασης του ενάγοντος που συντάχθηκε κατά την διάρκεια της προανάκρισης ο τελευταίος αναφέρει, ότι σε κάθε περίπτωση επιλέγει να κινείται από τα δεξιά και εκτός οδοστρώματος ή αν αυτό αποκλείεται βαδίζει κινούμενος στο έρεισμα της οδού αυτής όσο πιο δεξιά είναι δυνατόν.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω διαφορετικού περιεχομένου των κρίσιμων ερευνώμενων ισχυρισμών οι οποίοι έχουν προβληθεί εκ μέρους του ενάγοντος κατά την εξέλιξη της ποινικής διαδικασίας καθώς και της παρούσα πολιτικής δίκης, δεν προκύπτει οποιαδήποτε βεβαιότητα σε σχέση με το συγκεκριμένο τμήμα της οδού, στο οποίο ο ίδιος προβάλλει ότι βρίσκεται το σημείο κίνησης του σώματός του κατά το χρόνο που συνέβη το ατύχημα.
Αναμενόμενο όμως θα ήταν εάν κάποιος από τους ανωτέρω ισχυρισμούς ήταν βάσιμος το ως άνω σημείο να μην μεταβάλλεται, αλλά να παραμένει ίδιο κατά την περιγραφή που επιχειρείται εκ μέρους του ενάγοντος του τρόπου και των συνθηκών πρόκλησης του ατυχήματος. Περαιτέρω, η βλάβη που εμφανίζεται στο όχημα που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος περιορίζεται στην θραύση με τη μορφή της πρόκλησης εκτεταμένων ρωγμών οι οποίες καλύπτουν το εμπρόσθιο αριστερού τμήμα του ανεμοθώρακα, ενώ υφίσταται και μία χάραξη στην εμπρόσθια αριστερή κολώνα και στην βάση του αριστερού καθρέφτη.
Είναι χαρακτηριστικό ότι το ανωτέρω όχημα δεν εμφανίζει κάποια φθορά σε άλλο σημείο του εμπρόσθιο τμήματος του αμαξώματος αυτού. Επομένως τα προαναφερόμενα τμήματα του αμαξώματος του ως άνω οχήματος αποτελούν το σημείο πρόσκρουσης του σώματος του ενάγοντος στο όχημα που οδηγούσε ο πρώτο εναγόμενος.
Με τα δεδομένα όμως αυτά επιβεβαιώνεται ο ισχυρισμός του πρώτου εναγομένου, σύμφωνα με τον οποίο κατά το χρόνο του ατυχήματος, ενώ το όχημα που οδηγούσε βρισκόταν κινούμενο σε ευθεία πορεία ο ίδιος αντιλήφθηκε το σώμα του ενάγοντος στο μέσον της οδού και επιχείρησε ελιγμό προς τα δεξιά για να αποτρέψει το ατύχημα.
Υπό τους ανωτέρω όρους αποδεικνύεται ότι το ατύχημα και οι συνέπειες αυτού προκλήθηκαν με την πρόσκρουση του σώματος του ενάγοντος στο ανωτέρω περιγραφόμενο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του ζημιογόνου οχήματος κατά το χρονικό σημείο που ο πρώτος εναγόμενος εκτελούσε αλλαγή κατεύθυνσης προς τα δεξιά. Οι ως άνω περιορισμένης έκτασης βλάβες που προκλήθηκαν στο όχημα εκτιμώμενες σε συνδυασμό με την ελεγχόμενη από τον οδηγό του πρώτο εναγόμενο εκτέλεση αλλαγής κατεύθυνσης προς τα δεξιά και την συνεχόμενη εκ μέρους του τελευταίου άσκηση του ελέγχου του αυτοκινήτου μέχρι την ακινητοποίησή του στην παράπλευρη οδού σε απόσταση 11,1 μ από το σημείο πρόσκρουσης του σώματος του ενάγοντος στο αμάξωμα αποτελούν δεδομένα που αποδεικνύουν ότι η ταχύτητα κίνησης αυτού δεν υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο και περιοριζόταν στα 70 χιλ/ω.
Το σημείο στο οποίο κατέληξε το σώμα του ενάγοντος βρίσκεται στο έρεισμα της οδού που καλύπτει το αντίθετο ρεύμα πορείας και απέχει 12,4 μέτρα από το τμήμα του οδοστρώματος στο οποίο κινούνταν το ζημιογόνο όχημα κατευθυνόμενο από την Κομοτηνή προς το ..., εντός του οποίου συνέβη το ατύχημα σύμφωνα με το σχεδιάγραμμα που συνοδεύει την από 19-9-2013 έκθεση αυτοψίας.
Εάν το ατύχημα είχε συμβεί ενώ το σώμα του ενάγοντος βρισκόταν κινούμενο στο έρεισμα της οδού από την πλευρά του ρεύματος πορείας στο οποίο κινούνταν το ζημιογόνο όχημα κατευθυνόμενο προς το ... αναμενόμενο θα ήταν, ότι οι φθορές εξαιτίας του, θα είχαν προκληθεί στο εμπρόσθιο κυρίως δεξιό τμήμα του αμαξώματος αυτού.
Επίσης το σώμα του ενάγοντος λόγω της πρόσκρουσης αυτού στο εμπρόσθιο κυρίως δεξιό τμήμα του αμαξώματος του ζημιογόνου οχήματος θα κατέληγε σε κάποιο σημείο εντός της παράπλευρης χωμάτινης οδού προς την οποία στην περίπτωση αυτή το ως άνω αυτοκίνητο κατευθυνόταν. Εάν το ατύχημα είχε συμβεί ενώ ο ενάγων βάδιζε κατά μήκος του αριστερού τμήματος της παράπλευρης χωμάτινης οδού με κατεύθυνση προς το ...
το ζημιογόνο όχημα λόγω του εκτελούμενου ελιγμού προς τα δεξιά θα είχε καταλήξει εντός του τμήματος της αγροτικής έκτασης που καλύπτεται από άγρια βλάστηση και βρίσκεται στο δεξιό τμήμα της ως άνω παράπλευρης οδού, ενώ το σώμα του ενάγοντος θα είχε καταπέσει στο οδόστρωμα της επαρχιακής οδού. Σε κάθε μια από αυτές τις δύο ανωτέρω αναφερόμενες υποθετικές περιπτώσεις τα ίχνη της πορείας του ζημιογόνου οχήματος και της τροχοπέδησης αυτού θα είχαν αποτυπωθεί κατά μήκος του τμήματος που αυτό θα είχε διασχίσει εντός της παράπλευρης χωμάτινης οδού και των εδαφικών μερών αυτής που καλύπτονται από την υφιστάμενη άγρια βλάστηση.
Όμως ίχνη αυτής της μορφής που να αποδεικνύουν ότι το ατύχημα συντελέστηκε με κάποιον τρόπο από αυτούς που προβάλλονται από τον ενάγοντα δεν τεκμηριώνονται από οποιαδήποτε αποδεικτικό μέσο. Με τα δεδομένα όμως αυτά αποδεικνύεται ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος ο ενάγων βάδιζε με κατεύθυνση προς το ...
κινούμενος εντός του οδοστρώματος της ως άνω επαρχιακής οδού και βρισκόταν σε απόσταση τουλάχιστον 2,5 μέτρων από το ακραίο δεξιό τμήμα του αντιστοίχου ρεύματος πορείας. Το σημείο όπου βάδιζε ο ενάγων ήταν σκοτεινό κατά τον προαναφερόμενο χρονικό σημείο και ο ίδιος φορούσε παντελόνι μπλουτζίν και μπουφάν μαύρου χρώματος χωρίς να φέρει κάποιο διακριτικό σημείο της κίνησης αυτού στο συγκεκριμένο τμήμα του οδοστρώματος.
Οποιασδήποτε οδηγός βρισκόταν κινούμενος με το όχημά του στο συγκεκριμένο τμήμα του οδοστρώματος θα ανέμενε ότι δεν βρίσκεται κάποιο πρόσωπο στο προαναφερόμενο σημείο της επαρχιακής οδού. Ο πρώτος εναγόμενος ενώ διέσχιζε το ίδιο τμήμα της οδού με το όχημά του να καλύπτει το μέσον του οδοστρώματος υπό τις ανωτέρω περιγραφόμενες συνθήκες νύκτας και έλλειψης λειτουργίας τεχνητού φωτισμού, οι οποίες επικρατούσαν στην περιοχή ήταν αδύνατον να αντιληφθεί από απόσταση την κίνηση του ενάγοντος στο οδόστρωμα, ώστε να διακόψει την πορεία του και να μην καταπέσει στο σώμα αυτού.
Λόγω όμως την περιορισμένης ταχύτητας που έχει αναπτύξει ο πρώτος εναγόμενος η οποία δεν υπερέβαινε τα 70 χιλ/ω αντιλήφθηκε την κίνηση του ενάγοντος στο οδόστρωμα και εκτέλεσε όπως επιβαλλόταν ελεγχόμενη αλλαγή κατεύθυνσης προς τα δεξιά. Με τον τρόπο αυτό επιτεύχθηκε η μεταβολή του σημείου πρόσκρουσης του σώματος του ενάγοντος στο ζημιογόνο όχημα, ώστε αυτό να μην είναι το εμπρόσθιο τμήμα του αμαξώματος αυτού.
Είναι βέβαιο ότι αν ο πρώτος εναγόμενος δεν είχε εκτελέσει τον ανωτέρω ελιγμό το όχημα αυτού με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του θα είχε καταπέσει στο σώμα του ενάγοντος και οι βλάβες που θα είχαν προκληθεί σε αυτόν θα ήταν εκτενέστερες, ενώ δεν αποκλειόταν να είχαν και θανατηφόρο αποτέλεσμα. Εξαιτίας του ως άνω ατυχήματος ο ενάγων υπέστη ινιακά ρωγμώδες κάταγμα κρανίου και βαρεία διάσειση εγκεφάλου.
Λόγω της σωματικής βλάβης που προκλήθηκε στον ενάγοντα, αυτός διακομίσθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Κομοτηνής, ενώ ακολούθως νοσηλεύτηκε στην ΜΕΘ του Γενικού Νοσοκομείου Καβάλας. Υπό τις ανωτέρω περιγραφόμενες συνθήκες που αποδεικνύεται ότι συνέτρεχαν προκύπτει ότι δεν υφίστανται οι αντικειμενικοί όροι, ώστε το συγκεκριμένο ατύχημα και οι συνέπειες που προκλήθηκαν εξαιτίας του να αποδοθούν σε κάποιας μορφής παραβίαση που τελέστηκε από τον πρώτο εναγόμενο της υποχρέωσης αυτού ως οδηγού να κινείται χωρίς να εκθέτει την ζωή και την υγεία άλλων προσώπων σε κίνδυνο βλάβης προκαλούμενο από αμέλεια αυτού.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινόμενη αγωγή κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με συνοπτική αιτιολογία απέρριψε ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη την αγωγή δεν έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως, πρέπει η αιτιολογία της απόφασης να αντικατασταθεί με την παρούσα και ακολούθως η έφεση να απορριφθεί ως αβάσιμη".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 16-9-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 58/16-9-2020 έφεση του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθμ. 36/2020 πρωτόδικης οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, [ με την οποία είχε κριθεί ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος ήταν ο ενάγων - αναιρεσείων και κατόπιν αυτού είχε απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η από 18-9-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 157/18-9-2018 αγωγή του ], δεχόμενο επίσης το Εφετείο ότι η πρόκληση του ένδικου ατυχήματος δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσίβλητου - οδηγού.
Ήδη, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και εκ πλαγίου, με το να διαλάβει ελλιπείς, ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 Α.Κ.
και 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1 - 3 ν. 2696/1999. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, πληρούσαν το πραγματικό των προαναφερόμενων διατάξεων και δικαιολογούσαν την, κατά τις διατάξεις αυτές, ορθότητα του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος και δη ότι η πρόκληση του ένδικου ατυχήματος δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσίβλητου - οδηγού.
Επίσης, το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη αυτά των περιστάσεων και των ειδικότερων συνθηκών του ένδικου ατυχήματος, της οδηγικής συμπεριφοράς του πρώτου αναιρεσίβλητου - οδηγού, της κινητικής συμπεριφοράς, ως πεζού, του αναιρεσείοντος, της υπαιτιότητας, ήτοι των πράξεων και παραλείψεων του αναιρεσείοντος - πεζού, που είχαν ως συνέπεια την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, καθώς και της έλλειψης υπαιτιότητας από πλευράς του πρώτου αναιρεσίβλητου - οδηγού στην πρόκληση του εν λόγω ατυχήματος, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα : 1) αναφέρονται με επάρκεια και σαφήνεια ο τόπος, ο χρόνος και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, 2) περιγράφεται η πορεία, η κατεύθυνση και η ταχύτητα του ΙΧΕ αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος και ειδικότερα ότι αυτός οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... IX επιβατηγό αυτοκίνητο, κινούμενος κατά μήκος του 3ου χλμ της επαρχιακής οδού Κομοτηνής - Κοσμίου, με κατεύθυνση προς το οικισμό ...
Ροδόπης, με ταχύτητα η οποία δεν υπερέβαινε τα 70 χιλ/ώρα, ενώ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας καθορίζεται σε 80 χιλ/ώρα, 3) περιγράφεται, επίσης, η πορεία και η κατεύθυνση του αναιρεσείοντος - πεζού, 4) διευκρινίζεται με σαφήνεια το σημείο επί της άνω οδού, όπου κινείτο ο αναιρεσείων και ειδικότερα αναφέρεται ότι βάδιζε με κατεύθυνση προς το ...
κινούμενος εντός του οδοστρώματος της ως άνω επαρχιακής οδού και βρισκόταν σε απόσταση τουλάχιστον 2,5 μέτρων από το ακραίο δεξιό τμήμα του αντιστοίχου ρεύματος πορείας, 4) μνημονεύεται ότι λόγω των περιγραφόμενων συνθηκών και δη νύκτας και έλλειψης λειτουργίας τεχνητού φωτισμού, οι οποίες επικρατούσαν στην περιοχή, ήταν αδύνατον ο πρώτος αναιρεσίβλητος να αντιληφθεί από απόσταση την κίνηση του αναιρεσείοντος στο οδόστρωμα, ώστε να διακόψει την πορεία του και να μην επιπέσει επ' αυτού, 5) αναφέρεται η οδηγική συμπεριφορά του πρώτου αναιρεσίβλητου και οι αποφευκτικές ενέργειες στις οποίες προέβη και ειδικότερα ότι αυτός μόλις αντιλήφθηκε την κίνηση του αναιρεσείοντος επί του οδοστρώματος, εκτέλεσε, όπως επιβαλλόταν, ελεγχόμενη αλλαγή κατεύθυνσης προς τα δεξιά για να αποφύγει την πρόσκρουση, πλην όμως χωρίς αποτέλεσμα και 6) διευκρινίζεται ότι υπό τις ανωτέρω περιγραφόμενες συνθήκες, που συνέτρεχαν κατά το χρόνο του ατυχήματος, δεν υφίστανται οι αντικειμενικοί όροι, ώστε το συγκεκριμένο ατύχημα και οι συνέπειες, που προκλήθηκαν εξαιτίας του, να αποδοθούν σε κάποιας μορφής παραβίαση, που τελέστηκε από τον πρώτο αναιρεσίβλητο, της υποχρέωσης αυτού ως οδηγού να κινείται χωρίς να εκθέτει τη ζωή και την υγεία άλλων προσώπων σε κίνδυνο βλάβης προκαλούμενο από αμέλεια αυτού.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι η πρόκληση του ένδικου ατυχήματος δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσίβλητου - οδηγού. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το Εφετείο, για την κατάφαση της ανωτέρω κρίσης του και δη ότι η πρόκληση του ένδικου ατυχήματος δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσίβλητου - οδηγού και την, κατόπιν των παραδοχών αυτών, απορριπτική του κρίση, όσον αφορά την ένδικη αγωγή του ενάγοντος - αναιρεσείοντος, διέλαβε επαρκείς, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης.
Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά το μέρος, κατά το οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, είναι αβάσιμος και, ως εκ τούτου, απορριπτέος. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός, κατά το άνω μέρος του, είναι απαράδεκτος, καθόσον οι περιλαμβανόμενες σε αυτόν αιτιάσεις ανάγονται στην αξιολόγηση, στάθμιση, ανάλυση και εκτίμηση των αποδείξεων από το άνω Δικαστήριο της ουσίας και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, καθώς και σε επιχειρήματα του αναιρεσείοντος προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτόν εκδοχής περί των συνθηκών του ένδικου ατυχήματος και της υπαιτιότητας στην πρόκληση αυτού, η οποία δεν έγινε δεκτή από το Δικαστήριο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, με τις αιτιάσεις δε αυτές, και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων και με το σαφές και μη αντιφατικό εκτιθέμενο στην προσβαλλομένη απόφαση αποδεικτικό πόρισμα ότι η πρόκληση του ένδικου ατυχήματος δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσίβλητου.
Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. και 71 Κ.Ποιν.Δ., τυποποιείται μεν το τεκμήριο αθωότητας, ως βασική κατεύθυνση της ποινικής δίκης, πλην όμως με τις διατάξεις αυτές δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην αστική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ενώ, ούτε και το Σύνταγμα προβλέπει σχετικό δεδικασμένο, αντιθέτως, μάλιστα, προβαίνει σε διάκριση των δικαιοδοσιών, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων να μην αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη.
Ειδικότερα, οι διατάξεις των άρθρων 93-96 Συντάγματος, αφενός κατοχυρώνουν τη διάκριση των δικαστηρίων και αφετέρου κατανέμουν μεταξύ τους τη δικαιοδοσία σε διοικητική, πολιτική ή αστική και ποινική, κατ' αντιστοιχία των προβλεπόμενων δικαστηρίων και των υπαγόμενων σε αυτά διαφορών ή και υποθέσεων. Η συνταγματική αυτή πρόβλεψη των ως άνω διακριτών δικαιοδοσιών επιτρέπει, εκτός άλλων, και τη δημιουργία αστικών και ποινικών διαφορών από την ίδια συμπεριφορά ή δραστηριότητα, που υπάγονται ακολούθως στις αντίστοιχες δικαιοδοσίες.
Βασική συνέπεια, που αναδεικνύει το ουσιαστικό περιεχόμενο της διάκρισης των τριών διακριτών δικαιοδοσιών, οι οποίες ενδέχεται να διασταυρώνονται, διατηρώντας όμως την ισοτιμία και την ανεξαρτησία τους, είναι το διακριτό δεδικασμένο των αποφάσεων κάθε δικαιοδοτικής λειτουργίας, το οποίο ορίζεται διαφορετικά από τον αντίστοιχο δικονομικό νομοθέτη (άρθρα: 321 επ.
Κ.Πολ.Δ., 57 Κ.Π.Δ., 197 Κ.Δ.Δ.). Οι ρυθμίσεις αυτές επιβάλλουν το δεδικασμένο να είναι, κατ' αρχάς, δεσμευτικό μόνον εντός της οικείας δικαιοδοσίας, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων να μην αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη. Αποδεικτική δέσμευση από δικαστικές αποφάσεις άλλων δικαιοδοτικών κλάδων μπορεί να γίνει ανεκτή μόνον όταν υπάρχει σχετική νομοθετική πρόβλεψη, είτε σε διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, είτε σε διατάξεις της οικείας δικονομίας (όπως στο άρθρο 5 παρ. 2 Κ.Δ.Δ.).
Επομένως, η αυτοτέλεια των αρμοδιοτήτων των δύο δικαιοδοσιών (ποινικής και πολιτικής) έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέσθηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική.
Ειδικότερα, το πολιτικό δικαστήριο πρέπει να παραμείνει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, εφόσον δεν άπτονται του αντικειμένου της συναφούς πολιτικής δίκης, ώστε να μη δίνεται η εντύπωση ότι ασχολείται όχι μόνο με τις αστικές αξιώσεις, αλλά διερευνά και την τέλεση ή μη του ποινικού αδικήματος.
Επιβάλλεται όμως, σε περίπτωση τυχόν προηγηθείσας σχετικής απόφασης ποινικού δικαστηρίου, αθωωτικής ή καταδικαστικής, να λάβει σοβαρά υπόψη ως ισχυρό τεκμήριο τη σχετική ποινική κρίση και μπορεί να αφίσταται από αυτήν με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση (Ολ. ΑΠ 4/2020, ΑΠ 2058/2022, ΑΠ 1255/2022, ΑΠ 1350/2021). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ.
γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για την απόδειξη και ανταπόδειξη ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Έτσι, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 344/2020, ΑΠ 620/2019, ΑΠ 1169/2019, ΑΠ 70/2008, ΑΠ 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
ΑΠ 42/2002), διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 781/2020, ΑΠ 1169/2019, ΑΠ 1/2018, ΑΠ 1874/2008), εφόσον, βέβαια, προτάθηκαν παραδεκτά στο Δικαστήριο της ουσίας, πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο (ΑΠ 1126/2020). Ωστόσο δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους.
Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός (Ολ.
ΑΠ 2/2008) και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 1167/2019). Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου ( ΑΠ 1167/2019, ΑΠ 798/2010 ΑΠ 22/2005), όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 781/2020, ΑΠ 427/2020, ΑΠ 345/2020, ΑΠ 1167/2019).
Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ.
ΑΠ 8/2016, ΑΠ 1126/2020). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ.
ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 1034/2020, ΑΠ 412/2019, ΑΠ 705/2019). Εξάλλου ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ή ότι το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 688/2021, ΑΠ 1110/2020, ΑΠ 1113/2019, ΑΠ 75/2016, ΑΠ 100/2007).
Με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του την υπ' αριθμ. 851/2014 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κομοτηνής, καθώς και την υπ' αριθμ. 106/2015 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ροδόπης, με τις οποίες κρίθηκε αποκλειστκά υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος ο πρώτος αναιρεσίβλητος - οδηγός και κηρύχθηκε ένοχος για τη σωματική βλάβη από αμέλεια, που προκάλεσε κατά το ατύχημα αυτό, στον αναιρεσείοντα.
Στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπησή της, όσον αφορά τα επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, τα οποία λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο για την κατάστρωση του αποδεικτικού του πορίσματος, αναφέρονται κατ' ακριβή λεκτική αντιγραφή, τα ακόλουθα : "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου εκείνου εκτιμώμενες κάθε μια χωριστά και σε συνδυασμό μεταξύ τους, ανάλογα με την αξιοπιστία και το βαθμό γνώσης του κάθε μάρτυρα και από όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων είναι και αυτά της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας, ...
και οι φωτογραφίες τις οποίες προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, αποδείχθηκαν κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ...". Από την ανωτέρω ρητή και σαφή βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι στην περί των πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη του όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό και με όλες τις προεκτεθείσες αιτιολογίες και παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, που περιέχονται στην ελάσσονα σκέψη της, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλά αντίθετα, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και όλα τα ανωτέρω φερόμενα ως αγνοηθέντα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα τις προαναφερόμενες αποφάσεις των ανωτέρω ποινικών Δικαστηρίων, ως προς τις οποίες, εκτός από την ανωτέρω γενική αναφορά της προσβαλλόμενης απόφασης ότι λήφθηκαν υπόψη "όλα τα έγγραφα ...
μεταξύ των οποίων είναι και αυτά της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας...", στην οποία (ποινική δικογραφία) περιλαμβάνονται και οι ως άνω ποινικές αποφάσεις, γίνεται στο σκεπτικό της και ειδικότερη ρητή αναφορά στα πρακτικά των αποφάσεων αυτών και ειδικότερα στο περιεχόμενο των καταθέσεων, ενώπιον των άνω ποινικών Δικαστηρίων, του αναιρεσείοντος.
Σύμφωνα με τα ανωτέρω, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη του, πλην των άλλων αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, και τις προαναφερθείσες καταδικαστικές ποινικές αποφάσεις και τις συνεκτίμησε μαζί με τις λοιπές αποδείξεις, ενώ από τις προεκτεθείσες παραδοχές της πληττόμενης απόφασης συνάγεται ότι διέλαβε επαρκή ειδική αιτιολογία, σχετικά με τους λόγους για τους οποίους συνήγαγε το προεκτιθέμενο αντίθετο αποδεικτικό του πόρισμα, ενώ σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, δεν δεσμεύεται, από τις αποφάσεις των ανωτέρω ποινικών Δικαστηρίων.
Επομένως, ο ερευνώμενος δεύτερος αναιρετικός λόγος, από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, κρίνεται απορριπτέος, ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα).
Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσαν υπόμνημα - προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ .
Απορρίπτει την από 30-6-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 51/31-8-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 170/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
-Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Νοεμβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ