Legislator Case Law & Legislation
1208/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against first-instance judgment regarding land registry correction and ownership claims.

Case Number 1208/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the First Instance Court's decision on land registry corrections. The appellants argued that the lower court failed to weigh a silent judicial admission of ownership by the defendants, but the Court rejected this as inadmissible because such admissions do not carry the binding force of a formal judicial confession under Article 352 of the Code of Civil Procedure. Consequently, the appeal was rejected, the costs were assigned to the appellants, and the original judgment regarding the land registry entries stood.

Legislator headnote

AI generated

Art. 6(2) Law 2664/1998; Art. 352 KPolD: A party challenging an inaccurate land registry entry must file a specific action for recognition and correction; a silent judicial admission lacks the binding force of a formal judicial confession and does not constitute a ground for cassation review.

Keywords

AI generated
land registry correction judicial admission judicial confession ownership claim cassation appeal mandatory co-defendant costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Art. 6(2) Law 2664/1998
Art. 352 KPolD
Art. 76(1)(c) KPolD
Art. 261 KPolD
Art. 495(3) KPolD
Art. 176, 183, 191(2) KPolD
Art. 22(1) Law 3693/1957
Art. 281(2) Law 3463/2006

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1208 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1208/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Κουφούδη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - καλούντων:

1) Η. Θ. Κ. του Φ., 2) Η. Μ. του Κ. και της Φ., κατοίκων Θεσσαλονίκης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Αργυριάδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων – καθ’ ου η κλήση:

1) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Θωμαΐδα Κουρτέση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις,

2) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «Δήμος Θέρμης» που εδρεύει στην Θέρμη Θεσσαλονίκης, οδός Δημοκρατίας αρ. 1 και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Ματέλλα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Κοινοποιούμενη: α) στην Προϊσταμένη του κτηματολογικού γραφείου Βασιλικών Θεσσαλονίκης, β) στον ΟΚΧΕ, νόμιμα εκπροσωπούμενο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 01.10.2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21151/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 995/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22.04.2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Α) Φέρεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, με την από 09.03.2020 κλήση των αναιρεσειόντων, η από 22.04.2019 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αριθ. 995/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η συζήτηση της οποίας ματαιώθηκε κατά την δικάσιμο της 19.02.2020.

Β) Στην περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά φύλλα, όταν οι αναγραφόμενοι ως δικαιούχοι είναι περισσότεροι, αυτός που έχει έννομο συμφέρον και αμφισβητεί την ανακριβή εγγραφή του δικαιώματος όλων, επικαλούμενος ίδιον αυτού δικαίωμα, πρέπει να απευθύνει την ασκούμενη, κατ’ άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 2664/1998, αγωγή του περί αναγνώρισης του θιγόμενου δικαιώματος του και διόρθωσης της πρώτης εγγραφής κατά πάντων των αναγραφόμενων ως δικαιούχων στα κτηματολογικά φύλλα, και, σε περίπτωση θανάτου τους, κατά των καθολικών διαδόχων τους (ΑΠ 1152/2018).

Από την προαναφερθείσα διάταξη προκύπτει ότι κατά των νομιμοποιουμένων πιο πάνω ως εναγομένων υφίσταται μεταξύ τους σχέση αναγκαστικής ομοδικίας, κατά την έννοια της διάταξης του αρθρ. 76 παρ. 1 περ. γ ΚΠολΔ (υποχρεωτική κοινή παθητική εναγωγή), για την αποφυγή διάσπασης της δικονομικής ενότητας των ανοιγόμενων δικών και του κινδύνου έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων για το ίδιο δικαίωμα στο οποίο έχουν καταχωρισθεί αυτοί (ΑΠ 240/2015).

Περαιτέρω από τα παραπάνω προκύπτει ότι υφίσταται αναγκαστική ομοδικία μεταξύ των εναγομένων όταν φέρονται ως δικαιούχοι περισσότερα άτομα για την ίδια μερίδα και όχι όταν πρόκειται για διαφορετικές μερίδες που αναφέρονται σε ξεχωριστά τμήματα ακινήτου, όπου ο καθένας των εναγομένων φέρεται ως δικαιούχος ξεχωριστού τμήματος, οπότε στην περίπτωση αυτή δεν συνδέονται οι εναγόμενοι μεταξύ τους με το δεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας (ΑΠ 712/2020).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 578 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση αίτησης αναίρεσης είναι η συνδρομή εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος. Το έννομο συμφέρον αυτού θεμελιώνεται στη βλάβη του ηττημένου διαδίκου από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης. Τέτοια βλάβη υπάρχει όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι προτάσεις του ή γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές έναντι αυτού οι αιτήσεις του αντιδίκου του, και επομένως η βλάβη του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικο του, υπέρ του οποίου η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει κάποια διάταξη. Το έννομο δε συμφέρον πρέπει να υπάρχει για κάθε ένα των λόγων αναίρεσης (ΑΠ 1320/2017). Το έννομο συμφέρον κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον, δε, δεν θεμελιώνεται από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης περιστατικά και δεν προκύπτει από το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, ο αντίστοιχος λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 10/2019).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων και του άρθρου 76 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά εκείνων που ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων τους και ήταν αντίδικοι του αναιρεσείοντος, όχι όμως, κατά όλων αυτών, αφού ο αναιρεσείων μπορεί, ενόψει του απαλλοτριωτού των ιδιωτικών δικαιωμάτων, να απευθύνει την αναίρεση μόνο κατά εκείνων από τους αντιδίκους, ως προς τους οποίους, κατ' εκτίμηση του έννομου συμφέροντος του, επιθυμεί να πετύχει την ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης, εκτός εάν συντρέχει περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, οπότε η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς είναι απαράδεκτη (ΑΠ 10/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επιτρεπτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα εξής:

Με την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, από 01.10.2009 και με αριθ. κατ. 44081/2009 αγωγή τους κατά των αναιρεσίβλητων Ελληνικού Δημοσίου και ΝΠΔΔ, με την επωνυμία «Δήμος Θέρμης», οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες εξέθεταν ότι έχουν αποκτήσει την κυριότητα των επίδικων ακινήτων, εμβαδού 1005,61 τ.μ. και 530,99 τ.μ. που εμπίπτουν στα γεωτεμάχια με ΚΑΕΚ ... και ΚΑΕΚ ..., κατά ποσοστό 49% εξ αδιαιρέτου, ο καθένας, με παράγωγο τρόπο και, κατά ποσοστό 1% ο καθένας, με πρωτότυπο τρόπο, στα οποία αναγράφηκαν ως δικαιούχοι οι εναγόμενοι, Ελληνικό Δημόσιο και Δήμος Θέρμης, αντίστοιχα και περαιτέρω ότι έχουν αποκτήσει την κυριότητα του επίδικου ακινήτου με ΚΑΕΚ ... εμβαδού 3.685 τ.μ., κατά ποσοστό 49% έκαστος, με παράγωγο τρόπο και 1% έκαστος, με πρωτότυπο τρόπο, στο οποίο αναγραφόταν ως δικαιούχος κυριότητας σε ποσοστό 2% εξ αδιαιρέτου, το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο. Ζητούσαν, δε, ως πραγματικοί κύριοι, των οποίων προσβάλλεται με τις ανακριβείς αυτές εγγραφές, το δικαίωμα κυριότητάς τους στα παραπάνω ακίνητα, ν’ αναγνωριστεί η κυριότητα τους, κατά 50 % εξ αδιαιρέτου ο καθένας, στα γεωτεμάχια με ΚΑΕΚ ... και ΚΑΕΚ ... και κατά ποσοστό 1% ο καθένας, στο γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ... και να διαταχθούν οι διορθώσεις των ανακριβών αυτών εγγραφών στα κτηματολογικά φύλλα, ώστε ν’ αποτελέσουν ενιαίο ακίνητο με ..., συνολικής έκτασης 4.000 τ.μ.

Επί της αγωγής αυτής το Πρωτοδικείο, αφού δίκασε κατά την τακτική διαδικασία, ερήμην του εναγομένου Δήμου και αντιμωλία του Ελληνικού Δημοσίου, εξέδωσε την υπ’ αριθ. 21151/2012 οριστική απόφαση του, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη και αναγνωρίστηκαν οι ενάγοντες συγκύριοι κατ' ισομοιρία στο ποσοστό 2% εξ αδιαιρέτου του γεωτεμαχίου που είχε καταχωριστεί στα κτηματολογικά βιβλία με ΚΑΕΚ ... και διατάχθηκε η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής που αφορούσε το πιο πάνω ακίνητο, ενώ κατά τα λοιπά απορρίφθηκε η αγωγή λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου.

Κατά της πρωτόδικης αυτής αποφάσεως α) οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν την με αριθ. έκθεσης κατάθεση 1748/2013 έφεση, β) το εναγόμενο και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, άσκησε την με αριθ. έκθεσης κατάθεσης 3105/11-9-2013 έφεση και τους με αριθ. έκθεσης κατάθεσης 1953/21-9-2016 πρόσθετους λόγους έφεσης.

Το Εφετείο, συνεκδικάζοντας τις πιο πάνω εφέσεις και τους πρόσθετους λόγους έφεσης, εξέδωσε κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων την υπ’ αριθ. 995/2017 αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων και την έφεση και τους πρόσθετους λόγους του πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, κατά της 21151/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος που αυτή, απέρριψε την αγωγή αναφορικά με τα δύο επίδικα τμήματα εμβαδού 1.005,61 τ.μ. και 530,99 τ.μ. και κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή και αναγνώρισε το δικαίωμα κυριότητας των εναγόντων κατά ποσοστό 2% εξ αδιαιρέτου στο ακίνητο εμβαδού 3.685 τ.μ.. Εξαφάνισε την οριστική αυτή απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά τα προαναφερόμενα μέρη και αφού κράτησε την υπόθεση, δίκασε επί της αγωγής την οποία δέχθηκε κατά ένα μέρος και αναγνώρισε ότι κατά την έναρξη ισχύος του Κτηματολογίου στην περιοχή ... του Δήμου Θέρμης Θεσσαλονίκης, οι ενάγοντες ήσαν συγκύριοι:

1) κατά ποσοστό 49% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ενός ακινήτου, ήτοι ενός τμήματος εμβαδού 1.005,61 τ.μ., του υπ’ αριθμ. … αγροτεμαχίου, συνολικής έκτασης 4.000 τ.μ., (που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή της πρώην Κοινότητας ... και ήδη ΔΔ ... του Δήμου Θέρμης Θεσσαλονίκης, και συνορεύει βόρεια με το … αγροτεμάχιο σε πλευρά μήκους 28,00 γ.μ., νότια με ρέμμα σε πλευρές 19,44 γ.μ. και 59,24 γ.μ., ανατολικά με αγροτικό δρόμο (290 ακίνητο) σε πλευρά 80,91 γ.μ. και πέραν αυτού με 291 λειβάδι και βορειοδυτικά με αντιπλημμυρική τάφρο σε πλευρές 56,17 γ.μ. και 58,21 γ.μ. και πέραν αυτής με παλαιά οδό Θεσσαλονίκης- Περαίας, όπως αυτό εμφαίνεται με τα στοιχεία Φ-Χ-Ψ-ΙΕ-ΙΖ-ΙΣΤ-Ω-Τ-Ρ-Θ-Ν- ΙΑ-ΙΒ-ΙΔ-ΙΓ-Φ στο από τον Φεβρουάριο του 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Π. Μ.), το οποίο (τμήμα) εμφαίνεται με τα στοιχεία ΙΔ-Θ-ΙΖ- ΙΕ-Λ-Η-ΣΤ-ΙΓ-ΙΔ στο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Π. Μ., και εμπίπτει στο γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ... συνολικής έκτασης 1.423,67, που καταχωρήθηκε με δικαιούχο κυριότητας το Ελληνικό Δημόσιο, και

2) κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ενός ακινήτου, ήτοι ενός τμήματος εμβαδού 530,99 τ.μ. του ίδιου ως άνω υπ’ αριθμ. … αγροτεμαχίου, όπως αυτό (τμήμα) εμφαίνεται με τα στοιχεία ΙΓ-Φ-Χ-Ψ-ΙΕ-Λ-Η-ΣΤ-ΙΓ, στο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα, το οποίο εμπίπτει στο γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ... συνολικής έκτασης 1.062 τ.μ.

και δικαιούχο κυριότητας τον δεύτερο εναγόμενο, Δήμο Θέρμης και διέταξε τη διόρθωση των ανακριβών πρώτων εγγραφών στα Κτηματολογικά Βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Βασιλικών Θεσσαλονίκης, ώστε στα κτηματολογικά φύλλα των γεωτεμαχίων με ΚΑΕΚ ... και ΚΑΕΚ ... και για τα προπεριγραφόμενα τμήματα αυτών εμβαδού 1.005,61 τ.μ.

και 539,99 τ.μ., αντίστοιχα, να αναγράφουν οι ενάγοντες, συγκύριοι σε ποσοστό 49%, εξ αδιαιρέτου ο καθένας για το πρώτο ακίνητο με αιτία κτήσης τον παράγωγο τρόπο (ήτοι το υπ’ αριθμ. …/1996 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννας Σωσσίδου), αντί του πρώτου εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, και συγκύριοι σε ποσοστό 50 %, εξ αδιαιρέτου ο καθένας για το δεύτερο ακίνητο, με αιτία κτήσης τον παράγωγο τρόπο (ήτοι το υπ’ αριθμ.

…/1996 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννας Σωσσίδου) σε ποσοστό 49% εξ αδιαιρέτου και τον πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) σε ποσοστό 1% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, αντί του δεύτερου εναγόμενου Δήμου Θέρμης, ώστε μαζί με την υπόλοιπη έκταση του ακινήτου τους εμβαδού 2.466,46 τ.μ. που εμπίπτει στο ΚΑΕΚ ..., να αποτελέσουν την ιδιοκτησία των εναγόντων συνολικής έκτασης κατά τα άνω 4.000 τ.μ.

όπως αυτή περιγράφεται παραπάνω και εμφαίνεται με τα στοιχεία Φ-Χ-Ψ-ΙΕ- ΙΖ-ΙΣΤ-Ω-Τ-Ρ-Ο-Ν-ΙΑ-ΙΒ-ΙΔ-ΊΓ'-Φ στο από τον Φεβρουάριο του 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Π. Μ..

Η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που ασκείται κατά του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων, Δήμου Θέρμης, είναι απορριπτέα, κατά τα άρθρα 556, 74, και 75 του ΚΠολΔ ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος για την άσκησή της, καθ’ όσον από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, όπως αναφέρεται παραπάνω, η ασκηθείσα από τους αναιρεσείοντες κατά του αναιρεσιβλήτου Δήμου αγωγή τους, ως προς το περιγραφόμενο τμήμα ακινήτου, που ανήκει στην συγκυριότητά τους (αναιρεσειόντων), έγινε εξ ολοκλήρου δεκτή με την προσβαλλόμενη απόφαση. Εξάλλου, δεν υφίσταται σχέση αναγκαστικής ομοδικίας των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων Ελληνικού Δημοσίου και του Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία «ΔΗΜΟΣ ΘΕΡΜΗΣ», δεδομένου ότι ο καθένας εξ αυτών φέρεται ως δικαιούχος διαφορετικής μερίδας στα βιβλία του οικείου κτηματολογίου, η οποία αναφέρεται σε ξεχωριστό τμήμα ακινήτου και, επομένως, δεν επιβάλλεται για το παραδεκτό της αναίρεσης, να απευθύνεται αυτή και κατά των δύο ως άνω ομοδίκων, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην αμέσως παραπάνω νομική σκέψη.

Γ) Η αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται εναντίον του Ελληνικού Δημοσίου, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.-

I. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 19/2020).

Ειδικότερα, στην περίπτωση της κατ’ ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής β) οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάσει αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013,20/2005).

Εξάλλου, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ’ επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η τελευταία κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998), δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως), αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατή, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση του σχετικού λόγου αναίρεσης, διότι η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ, από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου.

Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενο του αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και, συνακόλουθα, της ορθότητας του διατακτικού. (ΟλΑΠ 27/1998).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1α ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα των διατάξεων των άρθρων 2 του Ν. 1024/1971, 785 ΑΚ και 17 παρ.1 του Συντάγματος, οι οποίοι δεν εφαρμόστηκαν, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής τους, με το να δεχθεί ότι:

«Α. Αναγνωρίζει ότι κατά την έναρξη ισχύος του Κτηματολογίου στην περιοχή ... του Δήμου Θέρμης Θεσσαλονίκης οι ενάγοντες ήσαν συγκύριοι:

1) κατά ποσοστό 49% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ενός ακινήτου, ήτοι ενός τμήματος, εμβαδού 1.005,61 τ.μ., του υπ’ αριθμ. … αγροτεμαχίου, συνολικής έκτασης 4.000 τ.μ. (που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή της πρώην Κοινότητας ... και ήδη ΔΔ ... του Δήμου Θέρμης Θεσσαλονίκης, και συνορεύει βόρεια με το … αγροτεμάχιο σε πλευρά μήκους 28,00 γμ, νότια με ρέμμα σε πλευρές 19,44 γμ και 59,24 γμ, ανατολικά με αγροτικό δρόμο (290 ακίνητο) σε πλευρό 80,91 γμ και πέρα αυτού με … λειβάδι και βορειοδυτικά με αντιπλημμυρική τάφρο σε πλευρές 56,17 γμ. Και 58,21 γ.μ. Και πέρα αυτής με παλαιό οδό Θεσσαλονίκης - Περαίας, όπως αυτό φαίνεται με τα στοιχεία Φ-Χ-Ψ-ΙΕ-ΙΖ-ΙΣΤ-Ω-Τ-Ρ- Ο-Ν-ΙΑ-ΙΒ-ΙΔ-ΙΓ-Φ στο από Φεβρουάριου του 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Π. Μ.), το οποίο (τμήμα) εμφαίνεται με τα στοιχεία ΙΔ-Θ-ΙΖ-ΙΕ- Λ-Η-ΣΤ-ΙΓ-ΙΔ στο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Π. Μ., και εμπίπτει στο γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ... συνολικής έκτασης 1.423,67, που καταχωρήθηκε με δικαιούχο κυριότητας το Ελληνικό Δημόσιο και

2) κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ενός ακινήτου, ήτοι ενός τμήματος εμβαδού 530,99 τ.μ., του ίδιου ως άνω υπ’ αριθμ. … αγροτεμαχίου, όπως αυτό (τμήμα) εμφαίνεται με τα στοιχεία ΙΓ-Φ-Χ-Ψ-ΙΕ-Λ-Η-ΣΤ-ΙΓ, στο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα, το οποίο εμπίπτει στο γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ... συνολικής έκτασης 1.062 τ.μ. και δικαιούχο κυριότητας τον δεύτερο εναγόμενο, Δήμο Θέρμης, και

Β. Διατάσσει τη διόρθωση των ανακριβών πρώτων εγγραφών στα Κτηματολογικά Βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Βασιλικών Θεσσαλονίκης, ώστε στα κτηματολογικά φύλλα των γεωτεμαχίων με ΚΑΕΚ ... και ΚΑΕΚ ... και για τα προπεριγραφόμενα τμήματα αυτών εμβαδού 1.005,61 τ.μ. και 539,99 τ.μ. αντίστοιχα, να αναγραφούν οι ενάγοντες, συγκύριοι σε ποσοστό 49% εξ αδιαιρέτου ο καθένας για το πρώτο ακίνητο με αιτία κτήσης τον παράγωγο τρόπο (ήτοι το υπ’ αριθμ. …/1996 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννας Σωσσίδου), αντί του πρώτου εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, και συγκύριοι σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας για το δεύτερο ακίνητο, με αιτία κτήσης τον παράγωγο τρόπο (ήτοι το υπ’ αριθμ. …/1996 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννας Σωσσίδου) σε ποσοστό 49% εξ αδιαιρέτου και τον πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) σε ποσοστό 1% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, αντί του δεύτερου εναγομένου Δήμου Θέρμης, ώστε μαζί με την υπόλοιπη έκταση του ακινήτου του εμβαδού 2.466,46 τ.μ., που εμπίπτει στο ΚΑΕΚ ..., να αποτελέσουν την ιδιοκτησία των εναγόντων συνολικά έκτασης κατά τα άνω 4.000 τ.μ. όπως αυτή περιγράφεται παραπάνω και εμφαίνεται με τα στοιχεία Φ-Χ-Ψ-ΙΕ-ΙΖ-ΙΣΤ-Ω-Τ-Ρ-Ο- Ν-ΙΑ-ΙΒ-ΙΔ-ΙΓ- Φ στο από Φεβρουάριου του 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Π. Μ.».

Όμως, παραλείπεται εντελώς η παράθεση των πραγματικών παραδοχών του Εφετείου, παρότι η υπόθεση κρίθηκε κατ' ουσίαν, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν οι παραπάνω αιτιάσεις που προσάπτονται στην απόφαση οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό. Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη είναι αόριστος και, επομένως, απαράδεκτος.

II) Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς, όμως, να απαιτείται και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1633/2009).

Αντίθετα, για την ίδρυση του παραπάνω λόγου αναίρεσης, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, για την απόδειξη κρίσιμων, με την προεκτεθείσα έννοια, ισχυρισμών των διαδίκων, αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 2/2008).

Δεν ιδρύεται, όμως, ο παραπάνω λόγος, αν το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε μεν υπόψη του το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, πλην δεν το υιοθέτησε, διότι έκρινε πειστικότερα άλλα, αντίθετα προς αυτό, αποδεικτικά μέσα, στα οποία στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 112/2020) ή αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο τη βαρύτητα που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1367/2014).

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να καταλήξει στην απορριπτική κρίση του ως προς την ένδικη αγωγή περί αναγνωρίσεως της κυριότητας των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, με έκτακτη χρησικτησία, επί των αναφερόμενων ποσοστών των επίδικων τμημάτων του όλου ακινήτου, έναντι του Ελληνικού Δημοσίου δεν έλαβε υπόψη:

α) τα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης, στα οποία περιέχεται η κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως

β) το υπ’ αριθ. …/1988 πιστοποιητικό της Κοινότητας ...,

γ) το υπ’ αριθ. .../1990 συμβόλαιο πώλησης της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννας Σωσσίδου,

δ) το από 04.08.1990 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης,

ε) το υπ’ αριθ. .../1996 συμβόλαιο γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννας Σωσσίδου,

στ) το υπ’ αριθ. .../2003 συμβόλαιο διόρθωσης γονικής παροχής,

ζ) την υπ’ αριθ. …/14-1-2004 άδεια οικοδομής κτίσματος,

η) τα υπ’ αριθ. …/3-5-2004 και …/17- 10-2008 έγγραφα του Δήμου Θέρμης και

θ) το από Ιανουάριο 2006 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε ότι:

«Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα των Ε. Σ., ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, η οποία εκτιμάται (άρθρο 340 ΚΠολΔ), καθ’ εαυτή και σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αποδείξεις και το λόγο της γνώσης και αξιοπιστίας του μάρτυρα και από όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι με τις προτάσεις τους, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του στο σύνολο τους, για μερικά από τα οποία (έγγραφα) γίνεται ειδική αναφορά παρακάτω, χωρίς όμως να έχει παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της παρούσας διαφοράς, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά.

Περαιτέρω, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι απέκτησαν την κυριότητα και του υπολοίπου ποσοστού του επιδίκου ακινήτου από 2% εξ αδιαιρέτου συνολικά, με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με έκτακτη χρησικτησία, γιατί νέμονται αυτό συνεχώς, από το έτος 1987 που έλαβε άτυπα τη νομή του εν λόγω ποσοστού ο πατέρας τους, μέχρι και το θάνατο του το 1996 και στη συνέχεια οι ίδιοι ως καθολικοί του διάδοχοι, μέχρι και την άσκηση της αγωγής (2009), ήτοι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 20 ετών, με προσμέτρηση και του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου τους.

Ο ισχυρισμός τους αυτός όμως θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Και συγκεκριμένα, στην προκειμένη περίπτωση, ουδόλως μπορεί να γίνει λόγος για κτήση της κυριότητας εκ μέρους των εναγόντων επί του επιδίκου ποσοστού ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, διότι δεν αποδείχθηκαν εμφανείς πράξεις φυσικής εξουσίασης επ’ αυτού εκ μέρους του δικαιοπαρόχου πατέρα τους, με διάνοια κυρίου, από το έτος 1987 έως και το θάνατο του, το έτος 1996, αλλά και στη συνέχεια από τους ίδιους μέχρι και το 2004, οπότε δυνάμει της υπ’ αριθμ. 877/3- 5-2004 οικοδομικής άδειας της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης, ανήγειραν σε τμήμα αυτού, κτίσμα, ήτοι κατάστημα -σιδηρά κατασκευή, εμβαδού 400 τ.μ.

Μάλιστα και οι ίδιοι οι ενάγοντες δεν επικαλούνται διακατοχικές πράξεις επί του επιδίκου ακινήτου από τον πατέρα τους αλλά και τους ίδιους στη συνέχεια, πλην της ανέγερσης του κτίσματος, η οποία όμως ανέγερση έλαβε χώρα το έτος 2004, έκτοτε δε και μέχρι την άσκηση της αγωγής (2009), δεν συμπληρώνεται εικοσαετής νομή στο επίδικο.

Εξάλλου, ούτε ο μάρτυρας που με επιμέλεια τους εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ανέφερε διακατοχικές πράξεις επί του επιδίκου, αλλά γενικά και αόριστα αναφέρει ότι νέμονταν το ακίνητο αυτό, χωρίς καμμία περαιτέρω εξειδίκευση των επί μέρους διακατοχικών πράξεων, ενώ το επικαλούμενα από τους ενάγοντες με ημερομηνία 04.08.1990 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης ακάλυπτου χώρου, δυνάμει του οποίου ο πατέρας του Κ.

Η., εκμίσθωσε στον Κ. Τ., έναν ακάλυπτο χώρο 2 στρεμμάτων περίπου στο … χλμ, της οδού Θεσσαλονίκης- Μηχανιώνας, δεν αρκεί προκειμένου το Δικαστήριο να οδηγηθεί σε άλλη κρίση, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της νομής του επιδίκου επί είκοσι έτη πριν την άσκηση της αγωγής, δεδομένου ότι και από το χρόνο της μίσθωσης μέχρι και την άσκηση της αγωγής δεν συμπληρώνεται εικοσαετία (1990-2009).

Συνεπώς ο σχετικός ισχυρισμός των εναγόντων περί κτήσης της κυριότητας και του υπολοίπου ποσοστού από 2% εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου, θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος, ως προς το πρώτο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, αφού δεν αποδείχθηκαν εμφανείς υλικές πράξεις επάνω σε αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούλησή τους ως νομείς να το εξουσιάζουν, για χρονικό διάστημα είκοσι ετών πριν την άσκηση της αγωγής. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις έγγραφες προτάσεις, που κατέθεσε, τα πρώτο εναγόμενο-εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αρνήθηκε γενικά την αγωγή, ενόψει δε την άρνησης αυτής και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων δεν μπορεί να συναχθεί ομολογία του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου αναφορικά με το πραγματικό γεγονός της επί εικοσαετία νομής του επιδίκου από τους ενάγοντες και τον δικαιοπάροχο τους- πατέρα τους, κατά το άρθρο 261 ΚΠολΔ, αλλά συνάγεται άρνηση και εντεύθεν οι ενάγοντες φέρουν το σχετικό βάρος της απόδειξης του εν λόγω ισχυρισμού τους, ο οποίος κατά τα άνω είναι αβάσιμος».

Από το παραπάνω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις άλλες αποδείξεις και τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες, προκειμένου να καταλήξει στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα.

Συνεπώς, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος.

III. Ο αναιρετικός λόγος της διατάξεως του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται μόνον αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη, που δεσμευτικώς ορίζει γι' αυτό ο νόμος, και όχι αν απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 175/2019).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι δικαστική ομολογία, αποτελεί η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο το οποίο δικάζει την υπόθεση, ενός αμφισβητούμενου, κρίσιμου και επιβλαβούς γεγονότος από τον αντίδικο (ομολογούντα) εκείνου που φέρει το βάρος επικλήσεως και αποδείξεως του και αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε.

Πρέπει, δε, να είναι σαφής και συγκεκριμένη (ΑΠ 1187/2017). Κατά το άρθρο 261 ΚΠολΔ, δικαστήριο της ουσίας κρίνει ανέλεγκτα, αν από τη μη αμφισβήτηση των ισχυρισμών του αντιδίκου και τη γενική άρνηση που προβάλλεται, συνάγεται έμμεση, ομολογία. Σε περίπτωση μη ειδικής αμφισβήτησης είναι ανέλεγκτη η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί συναγωγής ή μη ομολογίας και δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, ο τρόπος ασκήσεως της διακριτικής αυτής ευχέρειας του δικαστηρίου της ουσίας να συναγάγει ομολογία ή άρνηση του συγκεκριμένου ισχυρισμού διότι πρόκειται για κρίση περί πραγμάτων. (ΑΠ 450/2019).

Στη προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης τους, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 12 του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν απέδωσε την πρέπουσα βαρύτητα στην σιωπηρή δικαστική ομολογία εκ μέρους του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, περί κτήσεως της κυριότητας των επιδίκων ακινήτων των δικαιοπαρόχων των εναγόντων και των εναγόντων, η οποία συνάγεται από τις προτάσεις του, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με τις οποίες αρνήθηκε γενικά την αγωγή, ενώ δεν αμφισβήτησε ειδικά την κυριότητα στα επίδικα ακίνητα των δικαιοπαρόχων των εναγόντων και των εναγόντων. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι κατά τα εκτιθέμενα, το αποδεικτικό μέσο της ομολογίας που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες δεν είναι εκείνο της δικαστικής ομολογίας του άρθρου 352 του ΚΠολΔ, που έχει σύμφωνα με τη διάταξη αυτή δεσμευτική δύναμη για το δικαστήριο. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ο τρόπος ασκήσεως της διακριτικής ευχέρειας, κατά την ΚΠολΔ 261, από το δικαστήριο της ουσίας να συναγάγει ομολογία ή άρνηση του συγκεκριμένου ισχυρισμού, διότι αφορά στην εκτίμηση πραγμάτων, σύμφωνα με όσα στην αμέσως παραπάνω νομική σκέψη αναφέρονται.

Κατ’ ακολουθία, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν’ απορριφθεί η από 22.04.2019 αίτηση για αναίρεση της 995/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, όπως ισχύει, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκαν στη σχετική από 22.04.2019 έκθεση κατάθεσης του Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Τέλος, στους αναιρεσείοντες που ηττήθηκαν πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειβλήτων, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα που υπέβαλαν με τις προτάσεις τους, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα και κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, όρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης), ως προς το Ελληνικό Δημόσιο και κατ’ άρθρο 22 παρ. 1,3 του Ν. 3693/1957 (που κατά το άρθρο 276 του Ν. 3463/2006 «Κύρωση Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων» εφαρμόζεται και στους Δήμους), όπως διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της Υ.Α. Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992 και το άρθρο 281 παρ.2 του Ν. 3463/2006, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22.04.2019 αίτηση των 1. Η. Θ. του Κ. και 2. Η. Μ. του Κ. για αναίρεση της 995/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο. Και

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων εις βάρος των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ, για το πρώτο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο και στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ για το δεύτερο αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Δήμος Θέρμης».

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Οκτωβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ