Appeal dismissed because the lower court's decision was only partially final and not fully res judicata.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against a final judgment that was only partially conclusive regarding the main claims. The appellant argued for review, but the court found the decision did not fully terminate the litigation as required by law. Consequently, the appeal was rejected to preserve judicial economy and prevent fragmented proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticle 553, paragraph 1, item b of the Code of Civil Procedure; An appeal is permitted only against final judgments that conclude the entire trial; if a judgment is only partially final, no appeal is allowed against the final parts before a final judgment on the whole case is issued.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1208 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)M.K.
Αριθμός 1208/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Ουρανία Παπαδάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ... και το διακριτικό τίτλο ..., που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ευθύμιο Καραΐσκο και Φωτεινή Κανέτη με δηλώσεις του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Α. χας Α. Δ. το γένος Ι. Κ., κατοίκου ... , για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της Κ. Δ. του Α. και Α. Δ. του Α., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Αναγνωστόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι οι Κ. Δ. του Α. και Α. Δ. του Α., των οποίων ασκούσε τη γονική μέριμνα η μητέρα τους Α. χα Α. Δ., ενηλικιώθηκαν, συνεχίζουν ατομικώς τη δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-12-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, ενεργούσας για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τότε τέκνων της Κ. και Α. Δ. του Α. (ήδη ενηλικιωθέντες), που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 170/2015 εν μέρει οριστική και 215/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2412/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-10-2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ουρανία Παπαδάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 εδ. β' του Κ.Πολ.Δικ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που περατώνουν όλη τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Αν η απόφαση είναι κατά ένα μέρος οριστική, δεν επιτρέπεται αναίρεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων, πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη. Από την ως άνω διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 εδ. β' του Κ.Πολ.Δικ σαφώς προκύπτει, αφού ο νόμος δεν διακρίνει, ότι αν η απόφαση είναι εν μέρει οριστική δεν επιτρέπεται αναίρεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεών της πριν από την έκδοση οριστικής απόφασης για όλη τη δίκη και τούτο, χάριν της οικονομίας της δίκης, προς αποτροπή κατάτμησης και παρελκύσεως της δίκης και για την ταχεία περάτωση αυτής.
Συνεπώς, επί αντικειμενικής σωρεύσεως αγωγών και αιτήσεων δεν επιτρέπεται αναίρεση πριν περατωθεί οριστικά η δίκη ως προς όλα τα αιτήματα που ενώθηκαν στο ίδιο δικόγραφο, ακόμη και αν δεν υπάρχει κίνδυνος εκδόσεων αντιφατικών αποφάσεων και τούτο όπως προαναφέρθηκε χάριν της οικονομίας της δίκης και για την ταχεία περάτωσή της και προς αποτροπή της κατάτμησης και της παρελκύσεως της δίκης με ταυτόχρονη αύξηση των εξόδων διεξαγωγής της (βλ.
OA ΑΠ 1/2019, ΑΠ 876/2015,ΑΠ 758/2013, ΑΠ 608/2012, ΑΠ 63/2003, ΑΠ 24/2001 και ΑΠ 1036/1981).Περαιτέρω, μία τέτοια μη οριστική απόφαση είναι και η εκδιδόμενη σύμφωνα με το άρθρο 254 του Κ.Πολ.Δικ, με την οποία διατάσσεται η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη για να προσκομιστούν έγγραφα (ΑΠ 876/2015, ΑΠ 1027/1992).Τέλος, κατά το άρθρο 577 παρ. 1, 2 του Κ.Πολ.Δικ, η έλλειψη προϋπόθεσης για το παραδεκτό της αναίρεσης, βάσει στοιχείων που προκύπτουν από τη δικογραφία, ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή εκτίμηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης αυτής (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ), με την ένδικη από 2-12-2013 και με αριθμό καταθέσεως ...αγωγή της την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η Α. χήρα Α. Δ. για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της Κ.
και Α., εξέθετε ότι στις 21-4-2012 και ώρα 17.00 στο ...και ειδικότερα επί της οδού Φ. στο ύψος του αρ.82 συνέβη τροχαίο ατύχημα. Ειδικότερα, ότι ο πρώτος εναγόμενος Δ. Μ., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ΖΥΧ-... αυτοκίνητο, που ανήκε στην κυριότητα της δεύτερης εναγόμενης Δ. Μ. και ήταν ασφαλισμένο για ζημιές προς τρίτους στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία (αναιρεσείουσα), από αποκλειστική του αμέλεια, απέφραξε την πορεία του Α.
Δ., που οδηγούσε την με αριθμό κυκλοφορίας ΟΙΚ-... δίκυκλη μοτοσικλέτα ιδιοκτησίας του, με αποτέλεσμα να συγκρουσθούν τα δύο οχήματα και να τραυματισθεί σοβαρώς ο οδηγός της μοτοσικλέτας ο οποίος και τελικώς απεβίωσε στις 10.12.2012.
Με την άνω αγωγή, η ενάγουσα ζήτησε χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της Κ. και Α. και επίσης αποζημίωση με την άνω ιδιότητα για τη στέρηση διατροφής των ανηλίκων τέκνων της. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την αρχική με αριθμό 170/2015 απόφασή του, μετά τη μετατροπή του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, αναγνώρισε την εις ολόκληρον υποχρέωση των εναγομένων, να καταβάλουν ως χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη, στην ενάγουσα ατομικώς το ποσό των 20.000 ευρώ και στην ίδια με την ιδιότητα της ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της, το ποσό των 60.000 ευρώ για κάθε τέκνο, ενώ καθόσον αφορά το κονδύλια της αποζημιώσεως για στέρηση διατροφής, διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως της αγωγής, προκειμένου να προσκομισθεί με επιμέλεια του επιμελεστέρου των διαδίκων βεβαίωση του ΙΚΑ, από την οποία να προκύπτει, αν τα δύο ανήλικα τέκνα του θανατωθέντος έλαβαν ή δικαιούνται να λάβουν σύνταξη λόγω θανάτου του πατέρα τους και σε καταφατική περίπτωση σε ποιο ποσό ανέρχεται αυτή και ποιο χρονικό διάστημα αφορά.
Ακολούθως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με τη δεύτερη υπ'αριθμό 215/2016 οριστική απόφασή του, επί του αγωγικού κονδυλίου για το οποίο διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως, αναγνώρισε την εις ολόκληρον υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν στην ενάγουσα μητέρα υπό την άνω ιδιότητά της, εφάπαξ για το χρονικό διάστημα από 1-1-2013 μέχρι 31-12-2016 το συνολικό ποσό των 19.200 ευρώ για κάθε τέκνο.
Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν οι παρακάτω τρεις ( 3 ) εφέσεις από τους διαδίκους της πρωτοβάθμιας δίκης : α) η από 11-4-2016 και με αριθμό καταθέσεως 999/2016 έφεση εκ μέρους της Α. χήρας Α. Δ. για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της Κ. και Α., β) η από 15.4.2016 και με αριθμό καταθέσεως 1002/2016 έφεση της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία ...
και γ) η από 25-4-2016 και με αριθμό 1104/2016 έφεση του Δ. Μ. και της Δ. Μ.. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, συνεκδικάζοντας με την παρουσία των διαδίκων τις παραπάνω τρείς εφέσεις, διέταξε (με την αναιρεσιβαλλόμενη υπ'αριθμ. 2412/2018 απόφαση) την επανάληψη της συζητήσεως της αγωγής ως προς τα αγωγικά κονδύλια της αποζημιώσεως για στέρηση διατροφής των ανηλίκων τέκνων Κ.
και Α. .προκειμένου να προσκομισθεί με πρωτοβουλία του επιμελεστέρου των διαδίκων, βεβαίωση του ΙΚΑ από την οποία να προκύπτει, αν έλαβαν ή όχι οριστική σύνταξη, ποιο ποσό το καθένα από αυτά και για ποιο χρονικό διάστημα. Απέρριψε δε την έφεση της Α. χήρας Α. Δ. ,καθόσον αφορά την χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης της ιδίας ατομικώς και με την ιδιότητα της ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της Κ.
και Α. και την καταδίκασε στη δικαστική δαπάνη των εφεσιβλήτων για τον παραπάνω βαθμό δικαιοδοσίας, την οποία όρισε στο ποσό των εξακοσίων ( 600) ευρώ για κάθε ομάδα εφεσιβλήτων. Δέχτηκε δε εν μέρει τις εφέσεις των εναγομένων κι εξαφάνισε την απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμό 170/2015 καθόσον αφορά το αγωγικό κονδύλιο της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης της ενάγουσας ατομικώς.
Κράτησε δε την υπόθεση κατά το άνω μέρος, δίκασε την αγωγή της ενάγουσας Α. χήρας Α. Δ. ατομικώς για το αγωγικό κονδύλιο της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης. Δέχθηκε δε εν μέρει την άνω αγωγή-Αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι να καταβάλουν, εις ολόκληρον στην ενάγουσα ατομικώς το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση ενώ καταδίκασε τους εναγόμενους να καταβάλουν στην ενάγουσα μέρος των δικαστικών εξόδων από εξακόσια (600) ευρώ.
Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης της εναγόμενης αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, απευθυνόμενη κατά της ως άνω υπ' αριθμ. 2412/ 2018 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η οποία είναι οριστική μόνο καθόσον αφορά στην ενάγουσα Α. χήρα Α. Δ. για τον εαυτό της, εν μέρει δε οριστική μόνο καθόσον αφορά στην ενάγουσα Α. χήρα Α. Δ. με την ιδιότητά της ως ασκούσας τη γονική μέριμνα για τα ανήλικα τέκνα της Κ. Δ. και Α. Δ. καθόσον δεν περατώνει όλη τη δίκη, ως προς αυτά, αλλά είναι εν μέρει οριστική και μάλιστα οριστική μόνον κατά τη διάταξή της που αναγνωρίζει υποχρέωση καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, μη οριστική δε ως προς τη βάση και αίτημά της περί επιδίκασης αποζημίωσης λόγω στέρησης της διατροφής τους δεν μπορεί να προσβληθεί με αναίρεση ούτε καν κατά της οριστικής διάταξής της, πολύ δε περισσότερο δεν μπορεί να προσβληθεί με αναίρεση για τις αιτιολογίες της επί αιτημάτων που δεν αποφάνθηκε οριστικά και ανέβαλε να αποφασίσει μετά από επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο, όπως είναι και το αίτημα της ένδικης αγωγής για αποζημίωση λόγω στέρησης διατροφής των ανηλίκων τότε τέκνων του θανόντος Κ. Δ. του Α. και Α. Δ. του Α.
Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει, κατ' εφαρμογή των άρθρων 553 εδ. β και 577 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. και αυτεπαγγέλτως, ν' απορριφθεί η κρινόμενη αναίρεση ως απαράδεκτη κατά το μέρος της που στρέφεται κατά της αναιρεσίβλητης Α. χήρας Α. Δ., ενεργούσας με την ιδιότητά της ως ασκούσας τη γονική μέριμνα
των ως άνω ανηλίκων τέκνων της και τούτο ανεξαρτήτως του ότι ο φερόμενος ως ανήλικος στην αίτηση αναίρεσης Κ. Δ., σχετικά με τον οποίο στρέφεται η αίτηση αναίρεσης κατά της μητέρας του Α. χήρας Α. Δ., απαραδέκτως κατά παράβαση των άρθρων 127 ΑΚ και 63 Κ.Πολ.Δικ, στρέφεται κατά της Α. Δ. και με την ιδιότητά της ως ασκούσας τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της Κ.
Δ. του Α., κατά την άσκησή της (αναίρεσης) την 11-10-2018 ήταν ήδη ενήλικος από 5-2-2018 γεγονός, το οποίο γνώριζε η αναιρεσείουσα από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής στο οποίο αναφέρεται ότι αυτός γεννήθηκε στις 5-2-2000, και παριστάμενος κατά την συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο αλλά και με τις προτάσεις προτείνει την ένσταση απαραδέκτου για το λόγο τούτο (ΑΠ 1134/2018).
Κατά τα λοιπά η κρινόμενη από 10-10-2018 (αριθμ. καταθ. ...) αίτηση αναίρεσης της εναγόμενης αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, στρεφόμενη κατά της ως άνω υπ' αριθμ. 2412/ 2018 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η οποία καθόσον αφορά στην αναιρεσίβλητη Α. χήρα Α. Δ. ενεργούσα για τον εαυτό της ατομικά η οποία είναι οριστική απόφαση, και μάλιστα μόνον κατά τη διάταξή της που αναγνωρίζει υποχρέωση καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης σ'αυτήν, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, και η οποία εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των αυτοκινητιστικών διαφορών, έχει ασκηθεί παραδεκτά και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι, στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 468/2003).
Κατά το άρθρ. 932 ΑΚ ,σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι παρέχεται με αυτή, δυνητική ευχέρεια στο δικαστήριο να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό, αφού εκτιμήσει, τα υπόψη του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά (βαθμό πταίσματος, είδος προσβολής, περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών, επί θανατώσεως τον βαθμό συγγενείας, την ηλικία του θύματος), με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής.
Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού, δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνακόλουθα η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου (ΑΚ 932).
Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου ,πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Με την νέα αυτή διάταξη, ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων ,για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.
Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.
Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει" και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Συγκεκριμένα, πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται και αναλογικά, υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.
Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.).
Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.
Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας, πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ.
το ασκούμενο δικαίωμα έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.
Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την
συνήθη πρακτική των δικαστηρίων. Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται ως πλημμέλειες, του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, από το προαναφερθέν άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει, ότι σκοπός της διάταξης ,είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.
Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.? Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης, αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι. Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων, τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Ενόψει όλων αυτών, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ, αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ.ΑΠ 9/2015 ,ΑΠ 1398/2018,ΑΠ 464/2017).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007).
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης, στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ή, αναλόγως, του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά, τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 1351/2011).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ( ΑΠ 198/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσιβαλλόμενη υπ'αριθμ.2412/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών δέχθηκε, ανέλεγκτα τα ακόλουθα: "Στις 21-4-2012 και ώρα 17.25 ο Α. Δ. οδηγώντας την με αριθμό κυκλοφορίας ΟΙΚ-... δίκυκλη μοτοσικλέτα του εκινείτο επί της λεωφόρου .... Στο ... στο ρεύμα με κατεύθυνση από το ... προς τα .... Κατά την ίδια χρονική στιγμή ο πρώτος των εναγομένων οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ΖΥΧ- ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγόμενης και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για ζημιές προς τρίτους στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία εκινείτο στο άλλο ρεύμα κατευθύνσεως της λεωφόρου ..., είχε δε προσωρινά σταθμεύσει στο ύψος του οικοδομικού αριθμού ... δίπλα σε άλλα οχήματα που ήταν σταθμευμένα στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος (διπλοσειρά). Στο παραπάνω σημείο η λεωφόρος ... έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος 14.40 μέτρων και μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά ρεύμα με διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή μεταξύ των δύο ρευμάτων. Ωστόσο καθώς η μοτοσικλέτα πλησίαζε από την αντίθετη πλευρά στο ύψος που ήταν προσωρινά σταθμευμένο το άνω αυτοκίνητο ο οδηγός του αυτοκινήτου πρώτος των εναγομένων επιχείρησε αιφνιδιαστικό ελιγμό εκκίνησης και στροφή αριστερά με πρόθεση να διασχίσει καθέτως το άλλο ρεύμα κατευθύνσεως της λεωφόρου ... και να σταθμεύσει
σε παρακείμενη πρασιά. Η ενέργεια αυτή του εναγομένου οδηγού του αυτοκινήτου είχε ως αποτέλεσμα το τελευταίο να παρεμβληθεί καθέτως στην πορεία της μοτοσικλέτας και έτσι να προκληθεί σύγκρουση μεταξύ των δύο οχημάτων. Συγκεκριμένα η μοτοσικλέτα ανατράπηκε συνεπεία της συγκρούσεως, στη συνέχεια ανατράπηκε λόγω της έντονης τροχοπέδησης που επιχείρησε ο οδηγός της, σύρθηκε μαζί με τον τελευταίο για μερικά μέτρα στο οδόστρωμα και τελικώς προσέκρουσε στο οπίσθιο και δεξιό μέρος του αυτοκινήτου (οπίσθιο τροχό ,φτερό και κάτω μέρος της οπίσθιας δεξιάς πόρτας).
Συνεπεία των ανωτέρω ο οδηγός της μοτοσικλέτας υπέστη κατάγματα σπονδυλικής στήλης (κάταγμα ακανθώδους απόφυσης Α7 και Θ1-Θ2, συντριπτικό κάταγμα εγκάρσιας απόφυσης Θ3 και κάταγμα Θ4 με διατομή μυελού), κάταγμα στέρνου και δεύτερης δεξιάς πλευράς, κυρίως όμως υπέστη βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση με πολλαπλά κατάγματα σπλαχνικού κρανίου (ζυγωματικά, μετωπιαίοι κόλποι, ιγμόρεια, ηθμοειδείς κυψέλες, τοιχώματα οφθαλμικών κογχών, λιθοειδείς).
Ο παραπάνω οδηγός της μοτοσικλέτας διακομίσθηκε αρχικά στο πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο "... " και στη συνέχεια την ίδια ημέρα ( 21-4-2012) επειδή δεν υπήρχε ελεύθερη κλίνη στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του άνω νοσοκομείου , διακομίσθηκε με πρωτοβουλία των συγγενών του στο ιδιωτικό θεραπευτήριο "...", ενώ στις 28.4.2012 διακομίσθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Αττικής ....Ο σοβαρά τραυματισθείς οδηγός της μοτοσικλέτας παρέμεινε νοσηλευόμενος σε κατάσταση "φυτού" χωρίς επικοινωνία με το περιβάλλον και κατά το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα με μηχανική υποστήριξη της αναπνοής, υπέστη δε κατά τη διάρκεια της νοσηλείας πνευμονική εμβολή και πολλαπλά σηπτικά επεισόδια και τελικώς απεβίωσε στις 10-12-2012 σε ηλικία 42 ετών συνεπεία του αρχικού σοβαρού τραυματισμού και των επακολουθησασών συνεπειών του.
Με βάση τα παραπάνω από τις αποδείξεις προκύψαντα η αποκλειστική αμέλεια για το ατύχημα και τις εντεύθεν συνέπειες του βαρύνει τον πρώτο εναγόμενο οδηγό του αυτοκινήτου. Τούτο γιατί αυτός επιχείρησε αριστερό ελιγμό και κάθετη διέλευση στο αντίθετο ρεύμα της λεωφόρου ... σε σημείο που τέτοια κίνηση απαγορευόταν λόγοι της διπλής συνεχόμενης διαχωριστικής γραμμής που υπήρχε τότε εκεί μεταξύ των δύο αντιθέτων κατευθύνσεων και μάλιστα ο πρώτος εναγόμενος οδηγός του αυτοκινήτου επιχείρησε τούτο χωρίς να καταστήσει έγκαιρα γνωστή την πρόθεσή του με τη χρήση του φωτεινού δείκτη αλλαγής πορεία του αυτοκινήτου και χωρίς να ελέγξει επαρκώς και να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να επιχειρήσει τον συγκεκριμένο ελιγμό χωρίς κίνδυνο των λοιπών χρηστών της λεωφόρου ..., μεταξύ των οποίων και ο τελικά θανών οδηγός της μοτοσικλέτας.
Συγκεκριμένα ο παραπάνω ελιγμός του αυτοκινήτου ήταν αιφνιδιαστικός, επιχειρήθηκε σε μικρή απόσταση από τη μοτοσικλέτα, κάθετος, από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία της μοτοσικλέτας, έφραξε την πορεία" της τελευταίας και αποστέρησε από τον οδηγό της μοτοσικλέτας τη δυνατότητα έγκαιρης και αποτελεσματικής τροχοπέδησης ή αποφευκτικού ελιγμού.
Αντιθέτως ο οδηγός της μοτοσικλέτας δεν βαρύνεται με καμία αμέλεια για την πρόκληση του ατυχήματος αφού δεν αποδείχθηκε ότι οδηγούσε με ταχύτητα ανώτερη του επιτρεπομένου ορίου των 50χ/ω και δεν μπορούσε να αποφύγει τη σύγκρουση με οποιοδήποτε ελιγμό λόγω της εντελώς αιφνίδιας κινήσεως του αυτοκινήτου.
Σημειωτέο ότι ο πρώτος εναγόμενος οδηγός του αυτοκινήτου στην αστυνομική προανάκριση που ενεργήθηκε για το ατύχημα ομολόγησε την υπαιτιότητά του για τη σύγκρουση χωρίς να αποδώσει οποιαδήποτε συνυπαιτιότητα στον οδηγό της μοτοσικλέτας ( βλ. την από 21.4.2012 κατάθεσή του : "... θεωρώ πως για το εν λόγω τροχαίο ατύχημα ευθύνομαι εγώ και θα φροντίσω να κάνω δήλωση στην ασφαλιστική μου εταιρία για να αποζημιωθεί ο οδηγός της μοτοσικλέτας ").
Επομένως ορθώς απορρίφθηκε από την εκκαλούμενη απόφαση η προβληθείσα από την εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρία ένσταση συντρέχουσας αμέλειας του θανατωθέντος οδηγού της μοτοσικλέτας (ΑΚ 300). Ωστόσο από τις ίδιες παραπάνω αποδείξεις αποδείχθηκε ότι ο θανατωθείς οδηγός της μοτοσικλέτας υπήρξε συνυπαίτιος στη θανάτωσή του σε ποσοστό 30% γιατί οι πλέον σημαντικές βλάβες που προκάλεσαν τη θανάτωσή του, όπως εκτέθηκε παραπάνω, συνδέονται αιτιωδώς με το κεφάλι του, στο οποίο δεν φορούσε όπως υποχρεούταν κατά νόμο προστατευτικό κράνος [ΑΚ 300, άρθ. 12 παρ. 6 του ΚΟΚ] κατά παραδοχή ως εν μέρει κατ'ουσίαν βάσιμης της προβληθείσης από τους εναγομένους σχετικής ενστάσεως.
Βέβαια η ενάγουσα χήρα του θανατωθέντος ισχυρίζεται ότι ο θανατωθείς οδηγός της μοτοσικλέτας έφερε μεν προστατευτικό κράνος όταν συνέβη το ατύχημα πλην όμως τούτο αποσπάσθηκε από το κεφάλι του οδηγού κατά την πτώση του στο οδόστρωμα. Ωστόσο ο ισχυρισμός αυτός δεν κρίνεται βάσιμος. Τούτο γιατί στην έκθεση αυτοψίας που συνέταξε η επιληφθείσα του ατυχήματος Τροχαία δεν αναφέρεται η ανεύρεση κράνους ούτε απεικονίζεται τέτοιο στοιχείο στο σχετικό σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος.
Σε κάθε περίπτωση με την έλλειψη κράνους ισοδυναμεί και η χρήση κράνους που δεν είναι κανονικά δεμένο. Τούτο γιατί από τη διάταξη του νόμου προκύπτει ότι το κράνος για να επιτελέσει την αποστολή του πρέπει να είναι κανονικά δεμένο στο κεφάλι του οδηγού της μοτοσικλέτας. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κρίνοντας κατά τον ίδιο τρόπο και προσδιορίζοντας τη συνυπαιτιότητα του οδηγού της μοτοσικλέτας στο παραπάνω ποσοστό ορθώς εφήρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις.
Επομένως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο λόγος της εφέσεως της ενάγουσας περί μη καταλογισμού συνυπαιτιότητας ή περί μειώσεως του ποσοστού αυτής και αντιστοίχως ο λόγος των εφέσεων των εναγομένων περί αυξήσεως του ποσοστού της συνυπαιτιότητας για την άνω αιτία.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο θανών είχε συνάψει γάμο με την ενάγουσα στις 13- 9-1997 και είχε αποκτήσει δύο [2] τέκνα, ήτοι τον Κ. που γεννήθηκε στις 5-2-2000 και την Α. που γεννήθηκε στις 1-11-2001. Ωστόσο από το έτος 2008 βρίσκονταν σε διάσταση, είχε δε εκδοθεί σε πρώτο βαθμό μετά από αγωγή του θανατωθέντος και η με αριθμό 25/4-1-2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ερήμην της τότε εναγόμενης, η οποία είχε απαγγείλει λόγω διαστάσεως άνω των δύο ετών τη λύση του μεταξύ τους γάμου [βλ.
άρθ. 1439 παρ.3 ΑΚ].Η παραπάνω απόφαση επιδόθηκε στην ενάγουσα στις 11-5-2012 και αυτή άσκησε έφεση στις 7-6-2012.Η έφεση αυτή όμως δεν συζητήθηκε ποτέ λόγω του επακολουθήσαντος θανάτου του Α. Δ. στις 10-12-2012 . Συνεπεία δε του θανάτου του ανωτέρω η δίκη διαζυγίου καταργήθηκε κατά το άρθ. 604 εδ.α' σε συνδυασμό με το άρθ. 592 παρ.1 στοιχ.α' του ΚΠολΔ.
Επομένως η ενάγουσα δεν έπαψε να φέρει την ιδιότητα του μέλους της οικογένειας κατά την έννοια του άρθ. 932 ΑΚ και να περιλαμβάνεται μεταξύ των προσώπων που τυπικά δικαιούνται να αξιώσουν χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Ωστόσο η επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση που συνιστά πραγματικό ζήτημα της υπάρξεως κατ' εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας μεταξύ της ενάγουσας και του θανατωθέντος όταν ο τελευταίος ζούσε, αισθημάτων αγάπης και στοργής, η διαπίστωση των οποίων οδηγεί στον ανάλογο προσδιορισμό του ευλόγου ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως [βλ.
ΟλΑΠ 21/2000, ΑΠ 520/2009]. Η ενάγουσα από τον θάνατο του εν διαστάσει συζύγου της με τον οποίο είχε συμβιώσει μέχρι την έναρξη της διαστάσεως σχεδόν ένδεκα έτη και είχε αποκτήσει δύο τέκνα, υπέστη πράγματι ψυχική οδύνη, η οποία είναι ελαφριά λόγω της μεταξύ τους διαστάσεως, της λόγω της αγωγής διαζυγίου δικαστικής αντιδικίας και της επακόλουθης χαλαρώσεως του μεταξύ τους δεσμού.
Περαιτέρω ψυχική οδύνη υπέστησαν και τα ανήλικα τέκνα του θανατωθέντος Κ. [γέννηση5.2.2000] και Α. [ γέννηση 1.1 1.2001 ]. Με βάση τις συνθήκες του ατυχήματος, την αποκλειστική υπαιτιότητα του εναγομένου οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου στην πρόκληση του ατυχήματος, τη συνυπαιτιότητα του θανατωθέντος για το θανάσιμο τραυματισμό του λόγω της μη χρήσεως προστατευτικού κράνους , την ηλικία του θανατωθέντος και των εναγόντων , την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων πλην της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική το εύλογο ποσό της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης πρέπει να καθορισθεί για μεν την ενάγουσα ατομικώς στο ποσό των 10.000 ευρώ...
Η εκκαλουμένη απόφαση προσδιόρισε το ποσό της χρηματικής ικανοποιήσεως της ενάγουσας ατομικώς στο ποσό των 20.000 ευρώ .... Κρίνοντας έτσι η εκκαλούμενη απόφαση εσφαλμένως εφήρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις καθόσον αφορά τη χρηματική ικανοποίηση της ενάγουσας ατομικώς, ενώ ορθώς εφήρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις καθόσον αφορά τη χρηματική ικανοποίηση των ανηλίκων τέκνων.
Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της η έφεση της ενάγουσας περί αυξήσεως των παραπάνω ποσών και να γίνουν εν μέρει δεκτές ως βάσιμες στην ουσία τους οι εφέσεις των εναγομένων καθόσον αφορά τη μείωση της χρηματικής ικανοποιήσεως της ενάγουσας ατομικώς... Επομένως πρέπει να απορριφθεί η έφεση της ενάγουσας Α.
Δ. καθόσον αφορά το αίτημα της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης για τα τέκνα και την ιδία ατομικώς, να γίνουν εν μέρει δεκτές οι εφέσεις των εναγομένων καθόσον αφορά τη χρηματική ικανοποίηση της ενάγουσας ατομικώς ενώ πρέπει να απορριφθούν καθόσον αφορά τη χρηματική ικανοποίηση των ανηλίκων τέκνων λόγω ψυχικής οδύνης, να κρατηθεί η υπόθεση στο δικαστήριο τούτο και να ερευνηθεί εκ νέου η αγωγή ως προς το κονδύλιο της χρηματικής ικανοποιήσεως της ενάγουσας Α.
χήρας Α. Δ. ατομικώς, περιλαμβανομένου και του κονδυλίου της δικαστικής δαπάνης σε ποσοστό 1/7 ενώ η πρωτόδικη 170/2015 δικαστική δαπάνη διατηρείται κατά το υπόλοιπο ποσοστό των 6/7, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν εις ολόκληρον στην ενάγουσα ατομικώς το ποσό των 10.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.
Περαιτέρω καθόσον αφορά το κονδύλιο της αγωγής που αναφέρεται στην αποζημίωση των ανηλίκων τέκνων λόγω στερήσεως διατροφής πρέπει να
διαταχθεί η επανάληψη της συζητήσεως προκειμένου να προσκομισθεί με επιμέλεια του επιμελεστέρου των διαδίκων βεβαίωση του ΙΚΑ κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό....".
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και ειδικότερα ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, περιέχει ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και την υπαίτια συμπεριφορά των εμπλακέντων οδηγών, καθώς και την ύπαρξη ή όχι αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υπαίτιας συμπεριφοράς του και του ζημιογόνου αποτελέσματος, έτσι ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των προαναφερθέντων κανόνων ουσιαστικού δικαίου (297,298,300,330 εδ.β και 914 ΑΚ).
Πιο συγκεκριμένα: ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, περιέχει ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, στα εξής σημεία της :1) Αναφέρει ότι ασφαλισμένος σε αυτήν οδηγός οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ΖΥΧ-...ΙΧΕ αυτοκίνητο, είχε προσωρινά σταθμεύσει στο ύψος του οικοδομικού αριθμού ...και καθώς η μοτοσικλέτα πλησίαζε από την αντίθετη πλευρά στο ύψος που ήταν προσωρινά σταθμευμένο το άνω αυτοκίνητο ο οδηγός του αυτοκινήτου, πρώτος των εναγομένων, επιχείρησε αιφνιδιαστικό ελιγμό εκκίνησης και στροφή αριστερά με πρόθεση να διασχίσει καθέτως το άλλο ρεύμα κατευθύνσεως της λεωφόρου ...
και να σταθμεύσει σε παρακείμενη πρασιά, χωρίς να εξειδικεύει σε πόση απόσταση ήταν η δίκυκλη μοτοσικλέτα, όταν ο ασφαλισμένος στην αναιρεσείουσα οδηγός, επιχείρησε τον αιφνιδιαστικό ελιγμό εκκίνησης και στροφή αριστερά, για να κριθεί εάν ο άνω οδηγός της μοτοσικλέτας, είχε επαρκή απόσταση και χρόνο, που του έδιναν τη δυνατότητα να αποφύγει τη σύγκρουση, είτε με τροχοπέδηση, είτε διενεργώντας ελιγμό αποφυγής.2) Αποδίδει αμέλεια και αποκλειστική υπαιτιότητα στον ασφαλισμένο σαυτήν (αναιρεσείουσα) οδηγό και πρώτο των εναγομένων, γιατί ο παραπάνω ελιγμός του αυτοκινήτου ήταν αιφνιδιαστικός, επιχειρήθηκε σε μικρή απόσταση από τη μοτοσικλέτα, κάθετος, από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία της μοτοσικλέτας, έφραξε την πορεία της τελευταίας και αποστέρησε από τον οδηγό της μοτοσικλέτας τη δυνατότητα έγκαιρης και αποτελεσματικής τροχοπέδησης ή αποφευκτικού ελιγμού, αιτιολογία που είναι ανεπαρκής, λόγω της γενικότητάς της, αφού δεν αναφέρει πόση ακριβώς ήταν αυτή η "μικρή απόσταση" που είχε το όχημα του ασφαλισμένου σ'αυτήν οδηγού, από τη δίκυκλη μοτοσικλέτα, όταν ο ασφαλισμένος σαυτήν (αναιρεσείουσα) οδηγός επιχείρησε τον ελιγμό προς τα αριστερά, για να κριθεί (α) εάν ο ασφαλισμένος σε αυτήν οδηγός, είχε τη δυνατότητα να αντιληφθεί τη κίνηση της μοτοσικλέτας και σε πόση απόσταση και (β) εάν ο άνω οδηγός της άνω μοτοσικλέτας, είχε επαρκή απόσταση και χρόνο, που του έδιναν τη δυνατότητα να αποφύγει τη σύγκρουση, είτε με τροχοπέδηση, είτε διενεργώντας ελιγμό αποφυγής.
3) Αναφέρει και διαλαμβάνει ότι ο οδηγός της μοτοσικλέτας δεν αποδείχθηκε ότι οδηγούσε με ταχύτητα ανώτερη του επιτρεπομένου ορίου των 50χ/ω χωρίς να προσδιορίζει σε πόσα ακριβώς Χ/Ω, ανέρχονταν η ταχύτητα της με αριθμό κυκλοφορίας ΟΙΚ-...δίκυκλης μοτοσικλέτας και από ποια στοιχεία προκύπτει αυτό.4) Δεν αναφέρει και δεν διαλαμβάνει καθόλου σκέψεις : (α) για τα σημεία συγκρούσεως των οχημάτων και (β) τις τελικές θέσεις των οχημάτων και του αναβάτη της μοτοσικλέτας Α. Δ., στοιχεία που επιδρούν στην κατάφαση ή μη, της υπαιτιότητας για το εν λόγω τροχαίο ατύχημα στην απόφασή του.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει ν'απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού οι ελλείψεις που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) αφού ανάγονται στην πληρέστερη κατά την άποψη της αναιρεσείουσας ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου στην πρόκληση του ατυχήματος, το οποίο (πόρισμα) σαφώς εκτίθεται στην απόφαση και δεν ήταν αναγκαία να εκτίθενται, επιπλέον, τα στοιχεία που η αναιρεσείουσα παραθέτει και θεωρεί ότι είναι απαραίτητα.
Πέραν τούτου είναι και αβάσιμος διότι οι προαναφερθείσες αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης σχετικά με: α) τις συνθήκες του ατυχήματος (κίνηση μοτοσυκλέτας επί της λεωφόρου ..., δρόμο διπλής κατευθύνσεως και με κατεύθυνση από ... προς ..., μία λωρίδα ανά κατεύθυνση με διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή, κίνηση ζημιογόνου αυτοκινήτου στο αντίθετο ρεύμα και προσωρινή στάθμευση στο ύψος του οικοδομικού τετραγώνου 82 δίπλα σε άλλα οχήματα που ήταν σταθμευμένα στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος, συνολικό πλάτος οδοστρώματος στο σημείο εκείνο 14.40 μέτρα), β) την οδηγική συμπεριφορά του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου (επιχείρηση αιφνιδιαστικού ελιγμού εκκίνησης και στροφή αριστερά με πρόθεση να διασχίσει κάθετα το άλλο ρεύμα κατευθύνσεως της λεωφόρου ...
κατά το χρόνο που η μοτοσικλέτα πλησίαζε από την αντίθετη πλευρά στο ύψος που ήταν προσωρινά σταθμευμένο το αυτοκίνητο, κάθετη διέλευση στο αντίθετο ρεύμα της λεωφόρου ... σε σημείο που απαγορεύεται λόγω της διπλής συνεχόμενης διαχωριστικής γραμμής, μη χρήση φωτεινού δείκτη αλλαγής πορείας του αυτοκινήτου, μη επαρκής έλεγχος για να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να πραγματοποιήσει τον ελιγμό χωρίς κίνδυνο για τους λοιπούς χρήστες της λεωφόρου ..., αιφνιδιαστικός ελιγμός και σε μικρή απόσταση από τη μοτοσικλέτα, κάθετος από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία της μοτοσυκλέτας), γ) τα αποτελέσματα της οδηγικής συμπεριφοράς του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου (φραγή της πορείας της μοτοσυκλέτας με αποστέρηση από τον οδηγό της μοτοσυκλέτας έγκαιρης και αποτελεσματικής τροχοπέδησης, ανατροπή λόγω έντονης τροχοπέδησης, σύρσιμο στο οδόστρωμα και τελική πρόσκρουση στο οπίσθιο και δεξιό μέρος του αυτοκινήτου, περιγραφή σωματικών βλαβών και συνεπεία αυτών θάνατος του οδηγού της μοτοσυκλέτας και δ) τα περιστατικά τα οποία στηρίζουν την έλλειψη οιασδήποτε μορφής υπαιτιότητας από τον οδηγό της μοτοσυκλέτας (οδήγηση με ταχύτητα όχι ανώτερη του επιτρεπομένου ορίου, αδυναμία οποιουδήποτε αποφευκτικού ελιγμού λόγω αιφνίδιας κινήσεως του αυτοκινήτου), στηρίζουν επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, την κρίση του Εφετείου για την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου στην πρόκληση του θανατηφόρου ατυχήματος.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. με την αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 297, 300, 330 και 914 ΑΚ αφού με βάση τα γενόμενα δεκτά απ'αυτή πραγματικά περιστατικά η περιγραφόμενη, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, συμπεριφορά ουδεμία προσδίδει στον Δ...
Μ... [οδηγό του με αριθ. κυκλοφορίας ΖΥΧ-... Ι.Χ.Ε.], υπαιτιότητα και δεν συνιστά αποκλειστική αμέλεια, αλλά αντίθετα προσδίδει στον Α... Δ... [οδηγό της με αριθμό κυκλοφορίας ΟΙΚ-... δίκυκλης μοτοσικλέτας], αποκλειστική υπαιτιότητα, άλλως συνυπαιτιότητα κατά ποσοστό 95%.- Περαιτέρω, ότι με βάση τα ανωτέρω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, το Εφετείο Αθηνών, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε κανόνα δικαίου, προσδίδοντας σ' αυτόν έννοια διαφορετική απ' αυτή που πράγματι έχει και συγκεκριμένα την διάταξη του αρθρ.300 του Α.Κ., καθόσον έπρεπε, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης αυτής και ενόψει των ανωτέρω παραδοχών, να κρίνει τον Α...
Δ..., συνυπαίτιο της σύγκρουσης, κατά ποσοστό 95%.-. Σύμφωνα όμως μ'αυτά που προαναφέρθηκαν το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην αναφερθείσα παραπάνω κρίση, δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914 του Α.Κ. και 10 του ν. ΓΠΝ/1911 και 38 του ΚΟΚ και σύμφωνα με τ'αναφερόμενα στον παραπάνω λόγο αναίρεσης, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και παραβίασε τις διατάξεις συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως.
Συνεπώς εφόσον το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις και διέλαβε επαρκή αιτιολογία ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου στην πρόκληση του ατυχήματος και τη συνυπαιτιότητα του θανατωθέντος για το θανάσιμο τραυματισμό του λόγω της μη χρήσεως προστατευτικού κράνους, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί.
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ και ειδικότερα ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση με βάση τα ανωτέρω, ανελέγκτως δεχόμενα σχετικά με την επιδικασθείσα στην αναιρεσίβλητη ατομικά χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αφού το επιδικασθέν ποσό στην ενάγουσα - αναιρεσίβλητη Α... χήρα Α... Δ...κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση- είναι μεγαλύτερο από τα επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις με δεδομένη την καταγνωσθείσα (κατά ποσοστό 30%) συντρέχουσα αμέλεια του θανόντος και το γεγονός ότι τελούσε σε διάσταση με τον θανόντα Α... Δ.... Ειδικότερα δε, ότι το επιδικασθέν ποσό, δεν είναι δίκαιο και εύλογο, δηλαδή αντίκειται στις συγκεκριμένες περιστάσεις της προκείμενης περίπτωσης, αλλά στην αρχή της αναλογικότητας (άρθρα 25 παρ.1 του Συντάγματος και 2, 9 παρ.2 και 10 παρ2 της ΕΣΔΑ), όπως η αρχή αυτή, εξειδικεύεται με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης.
Εν προκειμένω, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σχετικά με το κεφάλαιο επιδίκασης χρηματικής
ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης στην ενάγουσα-αναιρεσίβλητη λόγω του θανάσιμου τραυματισμού του συζύγου της δέχθηκε: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο θανών είχε συνάψει γάμο με την ενάγουσα στις 13-9-1997 και είχε αποκτήσει δύο (2) τέκνα, ήτοι τον Κ... που γεννήθηκε στις 5-2-2000 και την Α... που γεννήθηκε στις 1-11-2001.
Ωστόσο από το έτος 2008 βρίσκονταν σε διάσταση, είχε δε εκδοθεί σε πρώτο βαθμό μετά από αγωγή του θανατωθέντος και η με αριθμό 25/4-1-2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ερήμην της τότε εναγομένης, η οποία είχε απαγγείλει λόγω διαστάσεως άνω των δύο ετών τη λύση του μεταξύ τους γάμου (βλ.αρθ. 1439 παρ.3ΑΚ).
Η παραπάνω απόφαση επιδόθηκε στην ενάγουσα στις 11-5-2012 και αυτή άσκησε έφεση στις 7-6-2012. Η έφεση αυτή όμως δεν συζητήθηκε ποτέ λόγω του επακολουθήσαντος θανάτου του Α... Δ... στις 10-12-2012. Συνεπεία δε του θανάτου του ανωτέρω η δίκη διαζυγίου καταργήθηκε κατά το αρθ. εδ.α' σε συνδυασμό με το αρθ. 592 -αρ. 1 στοιχ.α' του ΚΠολΔ.
Επομένως η ενάγουσα δεν έπαψε να φέρει την ιδιότητα του μέλους της οικογένειας κατά την έννοια του αρθ.932 ΑΚ και να περιλαμβάνεται μεταξύ των προσώπων που τυπικά δικαιούνται να αξιώσουν χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Ωστόσο η επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση που συνιστά πραγματικό ζήτημα της υπάρξεως κατ' εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας μεταξύ της ενάγουσας και του θανατωθέντος, όταν ο τελευταίος ζούσε, αισθημάτων αγάπης και στοργής, η διαπίστωση των οποίων οδηγεί στον ανάλογο προσδιορισμό του ευλόγου ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως.
Η ενάγουσα από τον θάνατο του εν διαστάσει συζύγου της, με τον οποίο είχε συμβιώσει μέχρι την έναρξη της διαστάσεως σχεδόν ένδεκα έτη και είχε αποκτήσει δύο τέκνα, υπέστη πράγματι ψυχική οδύνη, η οποία είναι ελαφριά λόγω της μεταξύ τους διαστάσεως, της λόγω της αγωγής διαζυγίου δικαστικής αντιδικίας και της επακόλουθης χαλαρώσεως του μεταξύ τους δεσμού, κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων πλην της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική το εύλογο ποσό της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης πρέπει να καθορισθεί για μεν την ενάγουσα ατομικώς στο ποσό των 10.000 ευρώ...".
Με τις κρίσεις και τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, καθορίζοντας τη χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης στο παραπάνω ποσό για τη σύζυγο του θανόντος, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αφού το εν λόγω ποσό, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπεται (και μάλιστα καταφανώς), των συνήθως επιδικαζόμενων σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Κατ' ακολουθίαν τούτων και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. Β' δ' ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα που ηττήθηκε (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, όπως ειδικότερα, ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-10-2018 και με αριθμό κατάθεσης 8875/2018 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 2412/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 26 Νοεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Σελίδα 2 της 1208/2020 πολιτικής απόφασης του Αρείου Πάγου