Supreme Court dismisses appeal on property ownership and usury laws, ordering costs against appellant.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court of Piraeus judgment regarding property ownership and usury. The appellant argued that witness summonses lacked professional details and that separate ownership of building sections was legally impossible, but the court rejected these claims based on established facts. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1710, 1712, 1721, 1846, 1193, 1195, 1198, 1199 of the Civil Code; Article 495 of the Code of Civil Procedure: An appeal is dismissed when the lower court's findings of fact are not contradicted by evidence and the legal application is correct, even if procedural formalities appear minor.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1208 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1208/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Λάμπρο Καρέλο και Ανθή Γκάμαρη -Εισηγήτρια Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 8η Μαΐου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Κ. του Β., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου Μαρίας Περγάρη, που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 8 ν. 3226/2004 και την 263/2018 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου.
Των αναιρεσίβλητων:1.Π. Κ. του Κ., 2. Ε. συζ. Ν. Κ., το γένος Κ. Κ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Κυριάκου Εξαρχάκου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-11-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και παραπέμφθηκε με την υπ αριθ. 5640/2013 απόφασή του, στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς για να συνεκδικασθεί με τη εκκρεμούσα σε αυτό συναφή αγωγή της αντιδίκου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3569/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 314/2018 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-9-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1712, 1721, 1846, 1193, 1195, 1198, 1199 ΑΚ, συνάγεται ότι η κυριότητα ακινήτου αποκτάται παραγώγως, με κληρονομική διαδοχή είτε αυτή χωρεί από το νόμο (εξ αδιαθέτου) είτε από διαθήκη από τον θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί την κληρονομιά με δημόσιο έγγραφο και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του ή αν εκδοθεί και μεταγραφεί κληρονομητήριο.
Για τη μεταβίβαση, με τον τρόπο αυτό, της κυριότητας του ακινήτου προϋπόθεση είναι ο αποβιώσας να ήταν κύριος του ακινήτου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1045 του ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.
Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία αρκεί η επί εικοσαετία νομή του πράγματος, δηλαδή^ η με διάνοια κυρίου φυσική εξουσίαση αυτού, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης, με την οποία ο χρησιδεσπόζων απέκτησε τη νομή, εάν δηλαδή αυτή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 976-978 και 983 του ΑΚ ή σε πρωτότυπο τρόπο με την κατάληψη του ακίνητου, αφού δεν απαιτείται νόμιμος τίτλος ή οποιοσδήποτε άλλος όρος για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με τον πιο πάνω πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία).
Ειδικότερα, η φυσική εξουσίαση του πράγματος συνίσταται στην άσκηση εξωτερικών, εμφανών υλικών πράξεων επ'αυτού, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Τέτοιες δε πράξεις νομής επί ακινήτου θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση και η καταμέτρηση των διαστάσεών του, η περιτοίχιση και η ανοικοδόμησή του, η φύλαξη, ο καθαρισμός, η καλλιέργεια, η παραχώρηση σε τρίτο, η εκμίσθωση και η εποπτεία του ακινήτου, χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας, και αν πρόκειται για κληρονομιαίο ακίνητο η αποδοχή κληρονομιάς, η μεταγραφή της και η καταβολή των οικείων φόρων, ενώ περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερομένων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα περιστατικά σε κάθε περίπτωση (ΑΠ 401/2018,ΑΠ 379/2015, ΑΠ 138/2015).
Μόνη δε η σύνταξη συμβολαιογραφικής πράξης ή άλλων νομικών πράξεων ή η σύνταξη τοπογραφικών διαγραμμάτων δεν αποτελεί πράξη νομής, εάν δεν συνδυάζεται και με άλλες εμφανείς πράξεις νομής στο επίδικο (ΑΠ 26/2015) Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Με την υπ' αριθμ. …00/25.10.2008 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Ε. Β., η οποία νόμιμα μεταγράφηκε την 29/10/2008 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ….στον τόμο ….83 με αύξοντα αριθμό μεταγραφής …2, οι ενάγοντες, ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της αποβιώσασας την 18/7/1998, χωρίς να αφήσει διαθήκη, μητέρα τους, Ά.
χας Κ. Κ. το γένος Ν. Σ., απέκτησαν τη συγκυριότητα κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο κάθε ένας ενός οικόπεδου άρτιου κατά παρέκκλιση και οικοδομήσιμου, με τη σε αυτό διώροφη οικοδομή, που βρίσκεται στον …, εντός της κτηματικής περιφερείας του Δήμου …. και εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του ομωνύμου Δήμου, στη συμβολή των οδών ...
και ..., εμβαδού 137,03 τ.μ. και συνορεύει, βόρεια με ιδιοκτησία αγνώστου, νότια με την οδό ..., πλάτους δώδεκα (12) μ., ανατολικά με την οδό ..., πλάτους δώδεκα (12) μ. και δυτικά με ιδιοκτησία αγνώστου. Η διώροφη οικοδομή αποτελείται από ισόγειο όροφο, στον οποίο υπάρχει α) μία κατοικία, η οποία έχει επιφάνεια 72,67 τ.μ., αποτελείται από κουζίνα, μπάνιο, χωλλ, καθιστικό, 0Ν Ay δύο (2) υπνοδωμάτια και έχει πρόσοψη επί της οδού ...
και β) δύο (2) αποθήκες, επιφάνειας κάθε μίας 23,01 τ.μ, εκ των οποίων η μία έχει πρόσοψη επί της οδού ... και η άλλη έχει πρόσοψη επί των οδών ... και ... και πρώτο όροφο, στον οποίο υπάρχει, μία (1) κατοικία, η οποία έχει επιφάνεια 42,51 τ.μ., αποτελείται από κουζίνα, μπάνιο ένα (1) υπνοδωμάτιο και εξώστες επί αμφοτέρων των οδών ...
και ... και διαθέτει αυτοτελή είσοδο από την οδό .... Την ισόγεια κατοικία μίσθωναν οι γονείς των εναγόντων, Κ. Κ. του Π. και Ά. συζ. Κ. Κ. το γένος Ν. Σ., από το έτος 1967 ή 1968, από τον ιδιοκτήτη του ακινήτου, Β. Χ. του Α. και αυτή ήταν η πατρική κατοικία των εναγόντων όπου αυτοί ανατράφηκαν. Η σχέση όμως του ιδιοκτήτη του ακινήτου και των γονέων των εναγόντων δεν περιοριζόταν μόνο στα πλαίσια της σύμβασης μίσθωσης, καθώς η μητέρα των εναγόντων φρόντιζε από την αρχή της εγκατάστασης στην κατοικία τον ήδη τότε ηλικίας 67 ετών, άγαμο και άτεκνο Β.
Χ., ο οποίος κατοικούσε στην οικία του πρώτου ορόφου, επιμελούμενη για τη λήψη των φαρμάκων του και εξασφαλίζοντας το φαγητό του από αυτό που παρασκεύαζε για την οικογένειά της. Προς ανταπόδοση των υπηρεσιών αυτών ο Β. Χ. υποσχέθηκε στη μητέρα των εναγόντων ότι μετά το θάνατο του ολόκληρο το ακίνητο θα περιέρχονταν στην ίδια.
Πράγματι ο τελευταίος απεβίωσε την 11/4/1973 (υπ' αριθμ. …6/11.4.1973 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξίαρχου του Δήμου …) και έκτοτε η νομή ολόκληρου του ακινήτου (του οικοπέδου και της διώροφης οικοδομής) περιήλθε στη μητέρα των εναγόντων, η οποία με καλή πίστη και διανοία κυρίας ασκούσε τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του πράξεις νομής, καθόσον συνέχισε να χρησιμοποιεί αυτό ως την κύρια κατοικία της οικογένειάς της, δηλώνοντας αυτό ως κατοικία της στις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας (ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ) στο Δήμο … και στο ΙΚΑ για την έκδοση βιβλιαρίου υγείας (ήδη από την 21/2/1973), χωρίς από κανένα απολύτως αποδεικτικό στοιχείο να αποδεικνύεται ότι κατέβαλλε μηνιαίο μίσθωμα σε οποιονδήποτε και χωρίς να την ενοχλήσει οποιοσδήποτε έως τα θάνατο της, την 18/7/1998, δηλαδή, για χρονικό διάστημα που υπερέβαινε τα είκοσι έτη, έχοντας έτσι αποκτήσει την κυριότητά του με τις διατάξεις της έκτακτης χρησικτησίας.
Μάλιστα λίγο καιρό μετά το θάνατο του Β. Χ. η μητέρα των εναγόντων εκμίσθωσε την κατοικία του πρώτου ορόφου στην αδελφή της, Ε. Π. και στο σύζυγο της, Ε. Ρ., έναντι μηνιαίου μισθώματος περίπου 1.500 δραχμών, όπως επίσης και τους αποθηκευτικούς χώρους, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας απόδειξης.
Μετά το θάνατο της μητέρας των εναγόντων και ενώ ο πατέρας τους είχε ήδη προαποβιώσει την 16/3/1998, στην ισόγεια κατοικία δεν κατοικούσε κανείς, καθώς οι ενάγοντες κατοικούσαν με τις οικογένειες τους σε άλλες κατοικίες. Ουδέποτε το εγκατέλειψαν όμως, αν και λόγω οικονομικών προβλημάτων δεν μπορούσαν να το συντηρούν και να πληρώνουν τους λογαριασμούς του ρεύματος και ύδατος με αποτέλεσμα η παροχή του ρεύματος να κοπεί το έτος 2002.
Το Μάιο του έτους 2006 ο μάρτυρας απόδειξης, σύζυγος της δεύτερης των εναγόντων, προέτρεψε τους ενάγοντες να παραχωρήσουν χωρίς αντάλλαγμα τη χρήση της ισόγειας κατοικίας στην εναγόμενη, η οποία εστερείτο κατοικίας, διότι η εκμισθώτρια του διαμερίσματος που η εναγόμενη έως τότε μίσθωνε ως κατοικία (στον …, στην οδό ...) κατάγγειλε τη μίσθωση με την από 29/3/2006 αγωγή της, η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 174/2006 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, προκειμένου να παραμείνει εκεί έως την εύρεση άλλης κατοικίας και πάντως το αργότερο έως το τέλος του έτους 2006.
Οι ενάγοντες δέχθηκαν και μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε σύμβαση χρησιδανείου με χρόνο λήξης το τέλος του έτους 2006 και με τη συμφωνία η εναγόμενη να αναλάβει την πληρωμή και την επανασύνδεση των παροχών του ρεύματος και του ύδατος, αλλά και τη συντήρηση της ισόγειας κατοικίας. Υπό τις συνθήκες αυτές πράγματι η τελευταία εγκαταστάθηκε στην κατοικία το Μάιο του έτους 2006, όπου και εξακολουθεί να κατοικεί, αν και οι ενάγοντες από τις αρχές του έτους 2007 συνεχώς οχλούσαν την εναγόμενη να αποχωρήσει από την κατοικία.
Εν τέλει με την από 11/5/2009 εξώδικη διαμαρτυρία - κλήση - δήλωση - καταγγελία προς την εναγόμενη που επιδόθηκε σε αυτή την 5/6/2009 (υπ' αριθμ. ….90Ζ/5.6.2009 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά Ν. Τ.) κατήγγειλαν τη σύμβαση χρησιδανείου και ζήτησαν να τους παραδώσει τη χρήση της κατοικίας.
Η εναγόμενη με την από 24/6/2009 εξώδικη απάντηση της, που επιδόθηκε στους ενάγοντες την 3/7/2009, αρνήθηκε ότι μεταξύ τους έχει συναφθεί σύμβαση χρησιδανείου, ισχυριζόμενη ότι επί σειρά ετών κατοικεί στη συγκεκριμένη κατοικία, στην οποία έχει προβεί σε οικοδομικές και επισκευαστικές εργασίες, χωρίς να ενοχληθεί από οποιονδήποτε, ενώ στις πρωτόδικες προτάσεις της ισχυρίστηκε ότι εκείνη και όχι οι ενάγοντες έχει την αποκλειστική κυριότητα ολόκληρου του ακινήτου, ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος της αποβιώσασας την 28/7/1997 μητέρας της, ...
Β. Κ. το γένος Ι. Μ., ότι η μητέρα της είχε αποκτήσει τη νομή του ακινήτου το έτος 1965 με άτυπη δωρεά από το Β. Χ. ως ανταπόδοση των προς αυτόν υπηρεσιών της και της βαθύτατης εκτίμησης στο πρόσωπο της, ασκώντας έκτοτε και έως το θάνατο της τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του πράξεις νομής με καλή πίστη και διανοία κυρίας, χωρίς να διαταραχθεί από οποιονδήποτε, έχοντας αποκτήσει την κυριότητά του με τις διατάξεις της έκτακτης χρησικτησίας και ότι τις ίδιες πράξεις νομής ασκούσε και η εναγόμενη από το έτος 1997 και κυρίως από το έτος 2006, οπότε εγκαταστάθηκε στην ισόγεια κατοικία έχοντας και η ίδια αποκτήσει την κυριότητα ολόκληρου του ακινήτου με τις διατάξεις της έκτακτης χρησικτησίας, προσμετρώντας στο δικό της χρόνο χρησικτησίας το χρόνο χρησικτησίας της δικαιοπαρόχου μητέρας της.
Ο ισχυρισμός αυτός, ο οποίος αποτελεί άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής, διότι στηρίζεται σε παραγωγικά της κυριότητάς της πραγματικά περιστατικά τα οποία είναι προγενεστέρα εκείνων της αγωγής, δεν αποδείχθηκε βάσιμος. Τούτο, διότι από κανένα απολύτως αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η μητέρα της εναγόμενης από το έτος 1965 έως το θάνατο της ασκούσε οποιαδήποτε εμφανή πράξη νομής στο ακίνητο, ούτε θα μπορούσε λόγω της μίσθωσης των κατοικιών του πρώτου και δεύτερου ορόφου στην Ά.
Λ. και στην Ε. Π. αντίστοιχα. Μάλιστα η εναγόμενη δεν επικαλείται ότι η μητέρα της σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή μετά το θάνατο του Β. Χ. και έως το θάνατο της παρουσιάστηκε στους μισθωτές και αξίωσε να καταβάλουν σε αυτή τα μισθώματα, όπως θα έκανε αν πράγματι είχε αποκτήσει δικαίωμα στο ακίνητο, ενόψει και των επικαλούμενων από την ίδια περιορισμένων εισοδημάτων της μητέρας της.
Δοθέντος, επομένως, ότι η μητέρα της ουδέποτε άσκησε οποιαδήποτε πράξη νομής διανοία κυρίας στο ακίνητο, η εναγόμενη δεν απέκτησε τη νομή και κατά συνέπεια την κυριότητά του κατά τις διατάξεις της έκτακτης χρησικτησίας. Και ναι μεν αποδεικνύεται ότι η εναγόμενη κατοικεί μόνιμα και αποκλειστικά στην ισόγεια κατοικία από το Μάιο του έτους 2006 και όχι προγενέστερα, διότι την 19/6/2006 προέβη στην επανασύνδεση της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, η οποία ήταν κομμένη από την 25/4/2002, η δε αλλαγή του μετρητή λόγω παλαιότητας έγινε την 2/10/2007 (υπ' αριθμ.
…65/13.6.2016 έγγραφου της ΔΕΔΔΗΕ) και όλες οι εργασίες για την επισκευή της ηλεκτρολογικής εγκατάστασης έγιναν το έτος 2006 (υπ' αριθμ. ...42/28.7.2006 και ...20/12.8.2006 αποδείξεις είσπραξης του ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΥ ... και …8/19.6.2006 διπλότυπη απόδειξη παροχής υπηρεσιών του ηλεκτρολόγου Δ. Τ.) και προφανώς υπό τη γνώση και την ανοχή, αν όχι τη σύμφωνη γνώμη των εναγόντων, στα πλαίσια των μεταξύ τους συμφωνιών, προέβη στην αντικατάσταση και στην επανασύνδεση της παροχής ηλεκτρικής ενέργειας, στην πληρωμή όλων των οφειλών προς τη ΔΕΗ, την ΕΥΔΑΠ και το Δήμο …, σε επισκευαστικές - οικοδομικές εργασίες και εργασίες καλλωπισμού, τόσο εντός της κατοικίας όσο και στον περιβάλλοντα χώρο αυτής, ώστε να είναι κατοικήσιμη, λόγω της ύπαρξης σοβαρών και εκτεταμένων φθορών στο εσωτερικό της, επειδή επί σειρά ετών παρέμενε ακατοίκητη, όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την εναγόμενη φωτογραφίες του επιδίκου, όλες όμως αυτές οι ενέργειες, ακόμα και αν ήθελε υποτεθεί ότι έγιναν με καλή πίστη και με την πεποίθηση ότι είναι κυρία της κατοικίας δεν αρκούν για να αποκτήσει την κυριότητά της με τις διατάξεις της έκτακτης χρησικτησίας, διότι έως την άσκηση της αγωγής δεν έχει συμπληρωθεί ο χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας.
Η εναγόμενη για να στηρίξει τον ισχυρισμό της ότι ουδέποτε η μητέρα των εναγόντων απέκτησε την κυριότητα της επίδικης κατοικίας, επικαλείται και το γεγονός ότι τόσο η τελευταία όσο και η αδελφή της, Ε. Π., κατέθεταν στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ανά τακτά χρονικά διαστήματα μηνιαία μισθώματα για τις ως άνω κατοικίες η μεν πρώτη από την 2/12/1993 έως και την 31/12/1997, η δε δεύτερη από την 2/3/1995 έως την 4/9/1998, για τις οποίες καταθέσεις συντάχθηκαν αντίστοιχα γραμμάτια συστάσεως παρακαταθήκης με δικαιούχους τους "Κληρονόμους Β.
Χ.", ισχυριζόμενη ότι η μητέρα των εναγόντων δεν θα κατέθετε τα μισθώματα αν γνώριζε ότι η κατοικία ανήκει στην κυριότητά της. Όμως το γεγονός αυτό δεν αντικρούει τα ανωτέρω, όχι μόνο διότι αποδείχθηκε ότι ήδη τότε η Ά. Κ. είχε καταστεί κυρία του ακινήτου με τις διατάξεις της έκτακτης χρησικτησίας, αλλά και διότι δεν αποδείχθηκε ότι ο Β.
Χ. κατάλειψε κληρονόμους, καθόσον κανείς, έως και σήμερα δεν έχει εμφανιστεί προβάλλοντας κληρονομικά δικαιώματα. Για το λόγο αυτό άλλωστε μετά το θάνατο της μητέρας τους οι ενάγοντες με τις υπ' αριθμ. …79/28.7.1999 και …80/28.7.1999 αιτήσεις τους εισέπραξαν τα χρήματα που είχε εκείνη καταθέσει, όπως έπραξε και η Ε.
Π. για τα χρηματικά ποσά που είχε η ίδια καταθέσει. Αποδεικνύεται τέλος ότι ήδη η εναγόμενη στα πλαίσια του ίδιου ως άνω ισχυρισμού της περί της κυριότητας χρησιμοποιεί και τον αποθηκευτικό χώρο που βρίσκεται στη συμβολή των οδών ... και ... τον οποίο επίσης αρνείται να αποδώσει".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, διεκδικητική κυριότητας των επίδικων ισόγειας κατοικίας και ισόγειας αποθήκης επί της διώροφης οικοδομής στο αναφερόμενο οικόπεδο, την κυριότητα του οποίου (οικοπέδου μετά της διώροφης οικοδομής) απέκτησαν με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή από αληθή κυρία) και ακολούθως απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι οι ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι του όλου ακινήτου (οικοπέδου μετά της διώροφης οικοδομής), λόγω κληρονομικής εξ αδιαθέτου διαδοχής της αποβιώσασας στις 18-7-1998 μητέρας τους, την κληρονομιά της οποίας αποδέχθηκαν με συμβολαιογραφική πράξη και μετέγραψαν, η οποία είχε καταστεί κυρία με έκτακτη χρησικτησία με την άσκηση των αναφερόμενων πράξεων νομής με διάνοια κυρίας από τις 11-4-1973, οπότε απεβίωσε ο Β.
Χ. (που είχε υποσχεθεί την περιέλευση του άνω ακινήτου του σε αυτήν), δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σε αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των προαναφερόμενων στην αρχή της παρούσας διατάξεων και ιδία εκείνων των άρθρων 1045, 1046, 974 , 976 ΑΚ, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας επί του όλου ακινήτου από τη δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων με έκτακτη χρησικτησία, ήτοι με την άσκηση νομής "με διάνοια κυρίου" επί 20ετία και πλέον που είχε διανυθεί και συμπληρωθεί στο πρόσωπο της αυτοτελώς ήδη μέχρι τις 11-4-1993.
Οι παραδοχές δε του Εφετείου ότι η δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων , καθώς και η αδελφή της, στην οποία δέχεται ότι η πρώτη της εκμίσθωνε την οικία του πρώτου ορόφου, κατέθεταν ανά τακτά χρονικά διαστήματα στον ΤΠΚΔ μηνιαία μισθώματα για τις άνω κατοικίες, η μεν πρώτη από 2-12-1993 ως και 31-12-1997, η δε δεύτερη από 2-3-1995 ως και 4-9-1998, υπέρ κληρονόμων Β.
Χ., δεν ενέχουν αντιφατικότητα με τις παραδοχές ότι η πρώτη νεμόταν όλο το ακίνητο "με διάνοια κυρίας", η κυριότητα της οποίας είχε ήδη συμπληρωθεί ως άνω μέχρι τις 11-4-1993, ούτε οι μερικές αυτές καταβολές μισθωμάτων από αυτήν, υποδηλώνουν "απλή κατοχή" από αυτήν, των επίδικων. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει την πλημμέλεια των ανεπαρκών, ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη α υτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημόσιας τάξης.
Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο (ΑΠ 64/2017, ΑΠ 201/2017).
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ,ΑΠ 15/2000). Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 § 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 201/2017). Το από το παραπάνω άρθρο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 64/2017, ΑΠ 386/2017).
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται από την αναιρεσείουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, κατ' ορθή εκτίμηση του διαλαμβανόμενου σφάλματος από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι από τον αριθ. 19 του ίδιου άρθρου, όπως εσφαλμένα αναφέρεται στο αναιρετήριο, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της έφεσής της, αλλά και της εμπράγματης αγωγής των αναιρεσιβλήτων.
που αφορά ακίνητο, λόγω μη προσκομιδής από τους τελευταίους ούτε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αλλά ούτε και ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, πιστοποιητικού ΕΝ.Φ.Ι.Α κατά τις διατάξεις του άρθρου 54Α του ν. 4174/2013. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, καθόσον, μολονότι γίνεται αναφορά στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε παραδεκτά τόσο στο πρωτοβάθμιο, όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης ουδόλως προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα προέβαλε τον ισχυρισμό αυτό στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ούτε ότι επανέφερε αυτόν με λόγο έφεσης στο δευτεροβάθμιο, ενώ επίσης δεν αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός αυτός εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ και, ειδικότερα αν αφορά τη δημόσια τάξη και με τις προϋποθέσεις που αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη.
Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για μη λήψη υπόψην αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψην υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους διαδίκους (ΑΠ 70/2008,ΑΠ 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 42/2002).
Εξάλλου, με τις διατάξεις των άρθρων 421, 422 παρ. 1 και 424 ΚΠολΔ , όπως τα άρθρα αυτά προστέθηκαν με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 3 του Ν. 4335/2015 και ισχύουν από 1-1-2016 (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 ιδίου νόμου), ορίζονται, στο άρθρο 42: "Ένορκες βεβαιώσεις. Οι διάδικοι μπορούν να προσάγουν προαπροδεικτικώς ένορκες βεβαιώσεις, εφόσον αυτές λαμβάνονται ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου της έδρας του δικαστηρίου ή της κατοικίας του μάρτυρα ή ενώπιον του προξένου της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα κατά τη διαδικασία των επόμενων άρθρων", στο άρθρο 422 παρ. 11 "Επίδοση κλήσης. 1.
Οι διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο, επιδίδει δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα", και στο άρθρο 424: "Μη λήψη υπόψη ένορκης βεβαίωσης.
Ένορκη βεβαίωση, που δίδεται κατά παράβαση των προηγούμενων διατάξεων, δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της δίκης για την οποία δόθηκε, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι ένορκη βεβαίωση που δόθηκε με επιμέλεια κάποιου διάδικου, χωρίς ο τελευταίος που επεδίωξε τη λήψη αυτής, στην επιδιδόμενη στον αντίδικο του κλήση να αναφέρει, μεταξύ άλλων, και το επάγγελμα του μάρτυρα, δεν λαμβάνεται υπόψη, ως ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν έλαβε υπόψη του τις ….90 και …91/5-10-2017 ένορκες βεβαιώσεις των αναφερόμενων μαρτύρων της αναιρεσείουσας, που λήφθηκαν με επιμέλειά της ενώπιον Ειρηνοδίκη, και προσκομίστηκαν με επίκληση το πρώτο ενώπιον του, για το λόγο ότι, κατά τις παραδοχές του, στην επιδοθείσα στους αναιρεσιβλήτους κλήση, προκειμένου να παραστούν κατά τη λήψη τους, δεν αναφέρεται το επάγγελμα των μαρτύρων αυτών, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, που όμως, κατά τα υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα, η έλλειψη αυτή δεν καθιστά ανυπόστατες τις ένορκες αυτές βεβαιώσεις.
Περαιτέρω, και ο τέταρτος λόγος αναίρεσης από τους άριθ. 1 και 19 αντίστοιχα του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 953, 954,1002, 1117 ΑΚ και 14 του ν. 3741/1929, 1 και 2 του νδ. 1024/1971, περί οφοφοκτησίας, από τις οποίες προκύπτει ότι χωριστή κυριότητα σε όροφο οικοδομής ή τμήμα αυτού ή διαμέρισμα ή δωμάτιο δεν μπορεί να συσταθεί με τακτική ούτε έκτακτη χρησικτησία, εφόσον το τμήμα τούτο δεν αποτελεί οριζόντια ιδιοκτησία, είναι αβάσιμος διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο, με τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν δέχθηκε σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας στην διώροφη οικοδομή και τις επίδικες ισόγεια κατοικία και ισόγεια αποθήκη, αλλά κυριότητα του όλου οικοπέδου μετά της οικοδομής που αποκτήθηκε από τους αναιρεσίβλητους με παράγωγο τρόπο από τη αληθή κυρία δικαιοπάροχο τους, που είχε αποκτήσει την κυριότητα του όλου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της. Θέμα εισαγωγής παραβόλου στο δημόσιο ταμείο σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ , όπως ισχύει, δεν τίθεται, διότι τέτοιο δεν κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα ως δικαιούχο νομικής βοήθειας με την 119/2018 πράξη του Τριμελούς Συμβουλίου Διευ/νσης του Εφετείου Πειραιά, κατά τις διατάξεις του ν. 3226/2004 και ν.4274/2014.
Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά τους, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό. Πρέπει δε να λεχθεί ότι η παροχή στην αναιρεσείουσα με την υπ' αριθ. 263/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου νομικής βοήθειας, θεσμός που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 4 και 9 του ν. 3226/2004 "νομική βοήθεια σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος", δεν εμποδίζει το δικαστήριο, σε περίπτωση ήττας του, να επιβάλλει σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου του, η είσπραξη όμως αυτών δεν μπορεί να επιδιωχθεί με αναγκαστική εκτέλεση πριν πάψουν να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την παροχή της νομικής βοήθειας και βεβαιωθεί τούτο με απόφαση του αρμοδίου δικαστή (ΑΠ 1484/2018, ΑΠ 1086/2018, ΑΠ 895/2018, ΑΠ 649/2018, ΑΠ 1404/2017).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-9-2018 αίτηση της Ε. Κ. για αναίρεση της 314/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ και νυν Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ