Legislator Case Law & Legislation
1208/2018 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's handling of co-ownership benefit and expense allocation under Greek Civil Code.

Case Number 1208/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court's decision regarding co-ownership expenses and benefits. The appellants argued the lower court erred in applying Civil Code provisions on managing another's property without sufficient factual basis. The Court found the lower court's reasoning insufficient regarding the specific expenses and benefits claimed by the co-owners.

Legislator headnote

AI generated

Articles 730 para.1 and 736 of the Civil Code; The court must provide adequate reasoning when determining the benefits and expenses of co-owners, and an appeal is admissible if the lower court fails to establish the necessary facts for applying these provisions.

Keywords

AI generated
co-ownership management benefit allocation expense reimbursement Civil Code provisions appeal admissibility insufficient reasoning Greek Civil Code

Cited Legislation

AI generated
Articles 785, 786, 787, 792 para.2, 961 and 962 of the Civil Code
Articles 730 para.1 and 736 of the Civil Code
Article 559 no.1 and 19 of the Code of Civil Procedure
Article 580 para.3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para.3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 para.2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 232/2004
AP 74/2004
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1208 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1208/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου - εισηγήτρια και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 7η Φεβρουαρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Φ. χας Τ. Κ., κατοίκου ..., 2. Χ. Τ. Κ., κατοίκου ...ς που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Εμμανουήλ Σουριαδάκη.

Της αναιρεσίβλητης: εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην ..., και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Στυλιανό Βαγιάνο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-12-2011 αγωγή της αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς .Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2351/2015 του ιδίου Δικαστηρίου, 108/2017 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-5-2017 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσει'οντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των άρθρων 785, 786, 787, 792 παρ.2, 961 και 962 του ΑΚ προκύπτει ότι, σε περίπτωση που ένας από τους κοινωνούς κάνει αποκλειστική χρήση του κοινού αντικειμένου, δικαιούνται οι υπόλοιποι, και αν δεν πρόβαλαν αξίωση για σύγχρηση, να απαιτήσουν από τον πιο πάνω κοινωνό ανάλογη μερίδα από το όφελος που αυτός αποκόμισε και το οποίο συνίσταται στην αξία της χρήσης του κοινού.

Ειδικότερα, προκειμένου περί αστικού ακινήτου, το όφελος αυτό συνίσταται στην κατά το χρόνο της αποκλειστικής χρήσης μισθωτική αξία της μερίδας των εκτός χρήσης κοινωνών, η οποία δεν αποτελεί μίσθωμα, αφού δεν υπάρχει μισθωτική σχέση, αλλά αποδοτέα, ως αποζημίωση, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, ωφέλεια.

Η ωφέλεια αυτή προσδιορίζεται από τη μισθωτική αξία του κοινού πράγματος, δηλαδή του ποσού του μισθώματος που θα κατέβαλε ο κοινωνός που το χρησιμοποιεί για τη χρήση άλλου όμοιου ακινήτου με βάση τις εν γένει μισθωτικές συνθήκες της περιοχής που επικρατούν κατά τον κρίσιμο χρόνο και της κατάστασης που βρίσκεται το κοινό πράγμα (ΑΠ 232/2004, ΑΠ 74/2004)).

Εξάλλου, εκτός από την κοινωνία κατ' ιδανικά μέρη, την οποία ρυθμίζουν τα άρθ. 785 επ. ΑΚ, υπάρχουν και άλλες μορφές κοινωνιών. Μια απ" αυτές είναι και η "κοινωνία" ετεροειδών δικαιωμάτων, η οποία συντρέχει όταν στο ίδιο αντικείμενο (λ.χ. ένα πράγμα) υπάρχουν περισσότερα ετεροειδή δικαιώματα που ανήκουν σε διαφορετικά πρόσωπα, είτε τα επιμέρους αυτά δικαιώματα είναι πλήρη (π.χ.

ο Α είναι κύριος του πράγματος, ενώ ο Β έχει σ" αυτό επικαρπία ή δουλεία οίκησης ή έχει ενοχικό δικαίωμα χρήσης του ως μισθωτής) είτε ανήκουν στο φορέα τους κατ" ιδανικό μερίδιο (π.χ. ο επικαρπωτής ή ο μισθωτής είναι συνδικαιούχοι κατά το 1/2). Πρόκειται, δηλαδή, για μορφή διαιρετής κοινωνίας, όπου η διαίρεση αναφέρεται στο δικαίωμα.

Και στην περίπτωση αυτή δεν αποκλείεται η ανάλογη εφαρμογή ορισμένων διατάξεων της κοινωνίας δικαιώματος. Επομένως, αν υπάρχει τέτοιας μορφής "κοινωνία" σε ορισμένο πράγμα, ο επικαρπωτής, κατ' ιδανικό μερίδιο αυτού, έχει ανάλογη μερίδα στους καρπούς του κοινού αντικειμένου, κατ' άρθ. 786 ΑΚ, στους οποίους εντάσσονται, τόσο οι φυσικοί ή άμεσοι καρποί, όσο και οι πολιτικοί καρποί του κοινού πράγματος (άρθ. 961 ΑΚ), αλλά και όλα τα ωφελήματα με την έννοια του άρθ. 962 ΑΚ, δηλαδή κάθε όφελος, το οποίο παρέχει η χρήση του πράγματος.

Συνεπώς, στη σχετική αγωγή αποζημίωσης, καθώς και στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας που θα εκδοθεί, αρκεί να αναφέρεται: 1) το κοινό ακίνητο 2) η μερίδα του ενάγοντος σε αυτό 3) ότι ο εναγόμενος έκανε κατά τον επίδικο χρόνο αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου και 4) το κατά τον κρίσιμο χρόνο όφελος του εναγόμενου κοινωνού από την αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου, χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται άλλη έννομη σχέση, βάσει της οποίας ο εναγόμενος συγκοινωνός κάνει χρήση του κοινού πράγματος και κατά τη μερίδα του ενάγοντος, αλλά εναπόκειται στον εναγόμενο η προβολή ισχυρισμού (ένστασης), ότι κατέχει το κοινό πράγμα κατά το πέραν της μερίδας του ποσοστό βάσει ορισμένης έννομης σχέσης και ότι, συνακόλουθα, δεν υποχρεούται στην καταβολή της αξιούμενης με την αγωγή αποζημίωσης (ΑΠ 276/2016, 564/2012).

Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της γεγονότα, που δεν εκτίθενται σ' αυτήν ή αν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή παραγνωρίζοντας αναγκαία για τη θεμελίωσή της γεγονότα που με επάρκεια εκτίθενται σ' αυτήν, ενώ ο από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο την από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε ως αόριστη την ένδικη από 7/12/2011 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, με την οποία ζήτησε, ως συγκυρία του αναφερόμενου στην αγωγή κοινού ακινήτου, να υποχρεωθούν οι αναιρεσείοντες, ως συγκύριοι του ίδιου ακινήτου και εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του συνεπικαρπωτή αυτού Τ.

Κ., να της αποδώσουν τα ωφελήματα που αποκόμισαν πέραν της αναλογούσας μερίδας τους, τόσο οι ίδιοι όσο και ο πιο πάνω δικαιοπάροχος τους από την αποκλειστική χρήση και εκμετάλλευση των περιγραφόμενων καταστημάτων του κοινού ακινήτου, καθόσον, όπως είχαν ισχυριστεί τόσο με τις πρωτόδικες, όσο και με τις κατ' έφεση προτάσεις τους, έπρεπε:

α) για τη θεμελίωση της παθητικής τους νομιμοποίησης, εφόσον ενάγονται ως συγκύριοι του εν λόγω ακινήτου κατά ποσοστό 9/16 εξ αδιαιρέτου, που περιήλθε σε αυτούς κατόπιν εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής, να αναφέρεται στην αγωγή ότι εχώρησε αποδοχή εκ μέρους τους της πιο πάνω κληρονομιάς και μεταγραφή της οικείας συμβολαιογραφικής πράξης και β) για τον υπολογισμό των αποδοτέων ωφελημάτων να αναφέρονται στην αγωγή τα ωφελήματα που αποκόμισε η ίδια η αναιρεσίβλητη από την εκμίσθωση εκ μέρους της του τέταρτου (μη επίδικου) καταστήματος του κοινού ακινήτου, ώστε να μπορεί το δικαστήριο να εκτιμήσει αν υπήρξε υπέρβαση της εκμετάλλευσης αυτού, από ποιον και σε ποιο ύψος, σε σχέση με το σύνολο των εξαχθέντων ωφελημάτων από όλα τα καταστήματα.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, τα επικαλούμενα πιο πάνω περιστατικά δεν περιλαμβάνονται στα στοιχεία εκείνα που είναι αναγκαία για το ορισμένο της αγωγής κοινωνού για την απόδοση της ωφέλειας που αποκόμισε άλλος κοινωνός από την αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου.

Σύμφωνα με το άρθρο 182 ΑΚ "όταν η άκυρη δικαιοπραξία περιέχει τα στοιχεία άλλης δικαιοπραξίας, αυτή ισχύει, εφόσον συνάγεται ότι τα μέρη θα την ήθελαν, αν ήξεραν την ακυρότητα". Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι για τη μετατροπή της άκυρης σε άλλη, έγκυρη, δικαιοπραξία, απαιτείται: 1) η ακυρότητα της πρώτης και η άγνοια των μερών για την ακυρότητα αυτή 2) η άκυρη δικαιοπραξία να περιέχει και τα στοιχεία της κατά μετατροπή έγκυρης και 3) η υποθετική βούληση των μερών να ισχύσει η κατά μετατροπή άλλη δικαιοπραξία, αν αυτά γνώριζαν την ακυρότητα (ΑΠ 1843/2009, ΑΠ 841/2009, ΑΠ 594/2000).

Η βούληση των μερών για τη μετατροπή της δικαιοπραξίας πρέπει να θεωρείται ότι υπάρχει όταν, ολικά ή μερικά, η άλλη δικαιοπραξία έχει τις ίδιες συνέπειες ή ουσιωδώς αντίστοιχες με εκείνες που θα είχε η άκυρη δικαιοπραξία αν ήταν ισχυρή. Και τούτο, διότι εκείνο που επιδιώκεται με τη μετατροπή είναι η πραγμάτωση, όσο είναι δυνατό, της βούλησης των μερών.

Η υποθετική θέληση των μερών (επί συμβάσεως) πρέπει να προβάλλεται και να αποδεικνύεται από τα τελευταία, διαφορετικά δεν χωρεί μετατροπή, γιατί ο δικαστής δεν υποκαθιστά τη μη δυνάμενη να συναχθεί υποθετική βούληση των μερών με δική του αντικειμενική εκτίμηση (ΑΠ 121/ 2014, ΑΠ 594/2000). Αν η μετατροπή προτείνεται από τον εναγόμενο (ΑΠ 792/2006, ΑΠ 551/2003), πρόκειται για καταλυτική ένσταση (ΑΠ 274/2004), γνήσια μη αυτοτελή.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 1166 ΑΚ που ορίζει ότι "η επικαρπία, εφόσον δεν ορίστηκε διαφορετικά, είναι αμεταβίβαστη. Η άσκησή της μπορεί να μεταβιβαστεί σε άλλον για χρόνο που δεν υπερβαίνει τη διάρκεια της επικαρπίας, με την επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 1164" προκύπτει ότι, παρά το αμεταβίβαστο της επικαρπίας, μπορεί ο επικαρπωτής να μεταβιβάσει σε άλλον την άσκηση αυτής ολικά ή μερικά ή για ορισμένες μόνο μεμονωμένες ωφέλειες της και για ορισμένη ή αόριστη χρονική διάρκεια, με ή χωρίς αντάλλαγμα.

Η παραχωρούμενη άσκηση της επικαρπίας έχει απλώς ενοχική ενέργεια, δηλαδή, γεννά μόνο ενοχική αξίωση κατά του επικαρπωτή, γιατί αν η μεταβίβαση της άσκησης παρείχε εμπράγματο δικαίωμα, το αμεταβίβαστο της ιδιοκτησίας θα αποτελούσε έκφραση κενής έννοιας. Ενόψει, επομένως, του ότι η μεταβίβαση της άσκησης αποτελεί ενοχική δικαιοπραξία, αυτή είναι άτυπη και δεν απαιτείται κατά νόμο μεταγραφή ή καταχώριση επί ακινήτου, φορέας δε του εμπράγματου δικαιώματος της επικαρπίας παραμένει ο επικαρπωτής (ΑΠ 1522/2006).

Αυτός που απέκτησε το ενοχικό δικαίωμα άσκησης της επικαρπίας καθίσταται κάτοχος του πράγματος και προστατεύεται έναντι του επικαρπωτή μόνον ενοχικά, έναντι τρίτων με τις αγωγές της νομής, ενώ έναντι του ψιλού κυρίου μπορεί να αντιτάξει τις ενστάσεις των άρθρων 1095 και 1108 παρ.2 ΑΚ. Ο επικαρπωτής παραμένει έναντι κυρίου υπόχρεος από την ενοχική σχέση της επικαρπίας, ενώ δεν γίνεται δεκτή η δυνατότητα του κυρίου να μεταβιβάσει απευθείας το ενοχικό δικαίωμα άσκησης της επικαρπίας σε τρίτο, χωρίς προηγουμένως να έχει συσταθεί επικαρπία.

Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς, στοιχειοθετείται όταν ο κανόνας αυτός, με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, δεν εφαρμόζεται, παρότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν εφαρμόζεται χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα, η δε σχετική παραβίαση εκδηλώνεται είτε με εσφαλμένη ερμηνεία είτε με εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).

Τέλος, ο προβλεπόμενος από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως αιτιολογία δε, που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.

Στοιχειοθετείται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, βάσει των οποίων και μόνο ελέγχεται η έλλειψη ή μη νόμιμης βάσης αυτής, δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη διάταξη ουσιαστικού νόμου. Στην προκείμενη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που ενδιαφέρει, προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχτηκε τα ακόλουθα: " Ο Γ.

Κ. του Δ. είχε αποκτήσει κατά κυριότητα από αγορά, δυνάμει των υπ' αριθμ. …5/1929, ….2/1930 νομίμως μεταγραφέντων συμβολαίων του συμβολαιογράφου Η. Σ., σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ένα οικόπεδο μετά της οικοδομής που αποτελείται από τέσσερα ισόγεια καταστήματα και κείται στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου …., στο οικοδομικό τετράγωνο που περικλείεται από τις οδούς ... (παλαιά αρίθμηση), συνορευόμενο βορειοανατολικά με ιδιοκτησία πρώην Μ.

και μετέπειτα Σ. Γ., νοτιοανατολικά με την οδό …., νοτιοδυτικά με οικία και αποθήκη του Δήμου …. και βορειοδυτικά με ιδιοκτησία αδελφών Π.. Το υπόλοιπο τμήμα του ακινήτου είχε αποκτήσει κατά πλήρη εξ αδιαιρέτου κυριότητα δυνάμει του υπ' αριθμ. …5/1929 νομίμως μεταγραφέντος συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Η.

Σ. ο Χ. Κ.. Ο Γ. Κ. απεβίωσε στις 23-1-1942, είχε δε συντάξει την από 3.3.1940 ιδιόγραφη διαθήκη που δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθ. 30/27.1.1942 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθ. 14/27.1.1942 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Σύμφωνα με την ανωτέρω διαθήκη του, ο διαθέτης Γ. Κ. όρισε ότι εγκαθιστά κληρονόμους του στο ανήκον σε αυτόν 50% εξ αδιαιρέτου της κυριότητας του επίδικου ' ακινήτου, κατά τη μεν ψιλή κυριότητα το Ελληνικό Δημόσιο, κατά δε την επικαρπία τις αδελφές του Α.

χήρα Γ. Γ., Σ. σύζυγο Γ. Κ., Ε. σύζυγο Α. Π. και Μ. σύζυγο Π. Β.. Στην εν λόγω διαθήκη διέλαβε ακόμη διάταξη σύμφωνα με την οποία οριζόταν ότι σε περίπτωση θανάτου της αδελφής του Α. χήρας Γ. Γ., στην επικαρπία υπεισέρχονται οι λοιπές αδελφές του κατ' ίσα μέρη, στην περίπτωση θανάτου της Σ. συζύγου Γ. Κ., οι λοιπές αδελφές της κατ' ίσα μέρη, ουδέποτε ο σύζυγος της, ενώ στην περίπτωση θανάτου μίας εκ των δύο άλλων αδελφών της, στην κληρονομική της μερίδα επί της ως άνω επικαρπίας υπεισέρχονται οι νόμιμοι σύζυγοι τους.

Επίσης, αυτός διέλαβε στην ίδια διαθήκη διάταξη με την οποία όριζε ότι μετά το θάνατο των ως άνω κληρονόμων (αδελφών του και των γαμβρών του Α. Π. και Π. Β.), η επικαρπία περιέρχεται στους ανεψιούς του Τ. Κ. του Χ. και Γ. Β. του Π., υπό τον όρο ότι από της ενηλικιώσεώς τους θα ασκήσουν το επάγγελμα του εμπόρου, ότι μέχρι την ενηλικίωσή τους θα μοιράζονται εξίσου την επικαρπία, ότι, εάν ένας εξ αυτών επιλέξει το επάγγελμα του εμπόρου, αυτός θα λαμβάνει την επικαρπία, εκφράζοντας την ευχή να γίνουν συνέταιροι και ότι στην περίπτωση που κανένας από τους ανεψιούς του δεν ασκήσει το επάγγελμα του εμπόρου, τότε η επικαρπία θα περιέλθει σε φιλανθρωπικό ίδρυμα που θα ορίσει η προσδιοριζόμενη στην διαθήκη επιτροπή.

Στη περίπτωση που η επιτροπή αυτή δεν ιδρύσει φιλανθρωπικό ίδρυμα, τότε η (ψιλή) κυριότητα τού επίδικου ακινήτου και η επικαρπία θα περιέλθει στο Δημόσιο. Έτσι, ο διαθέτης συνέστησε διαδοχική συνεπικαρπία υπέρ περισσοτέρων προσώπων, ορίζοντας ότι με την απόσβεση της επικαρπίας στο πρόσωπο τους ενός, το εξ αδιαθέτου μερίδιο του επικαρπωτή αυτού δε θα επανακάμπτει στην (ψιλή) κυριότητα, αλλά θα προσαυξάνει το μερίδιο των λοιπών συνεπικαρπωτών.

Εκ των ανωτέρω προσώπων η Ε. σύζυγος Α. Π. προαποβίωσε του διαθέτη (31-12-1941), ο Π. Β. του Γ. απεβίωσε στις 10-11-1944, η Σ. σύζυγος Γ. Γ. απεβίωσε στις 30-4-1947, η Α. χήρα Γ. Γ. στις 7-8-1951, ο Α. Π. στις 27-8-1955 και η Μ. σύζυγος Π. Β. στις 16-11-1963. Ειδικότερα, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο διαθέτης συνέστησε καταπίστευμα επί δήλου πράγματος (επικαρπία), .....

και όρισε συγκληρονόμους και βεβαρημένες με το καταπίστευμα τις αδελφές του κατ' ίσα μέρη (1/4 έκαστη επί του κληρονομηθέντος δικαιώματος του ημίσεος της επικαρπίας επί του ακινήτου) και υποκατάστατο των Ε. Π. και Μ. Β. το σύζυγο εκάστης εξ αυτών.

Συνεπώς, για τις αδελφές για τις οποίες δεν όρισε υποκατάστατο (Α. Γ. και Σ. Κ.) μετά το θάνατο τους τα μερίδιά τους προσαύξησαν εκείνα των ζωσών συγκληρονόμων .. αδελφών τους και των υποκατάστατών τους. .....Μάλιστα, λόγω της προαποβίωσης του υποκατάστατου Π. Β., η επικαρπία περιήλθε πλέον, με το θάνατο της Μ.

Β. (1963) ως καταπίστευμα πρώτου βαθμού στον Τ. Κ. και Γ. Β. κατ' ίσα μέρη σύμφωνα με τη βούληση του διαθέτη Γ. Κ.. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." απέκτησε το 1/2 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας του κοινού πράγματος δυνάμει της υπ' αριθμ. ….8/30-7-2003 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακύρωσης της Συμβολαιογράφου Ά.

Τ. σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. …6/2-9-2003 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου της ίδιας άνω Συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου … στον τόμο …8 και ά.α. ….9. Στη συνέχεια η ως άνω εταιρεία μεταβίβασε και παρέδωσε το 1/2 της εξ αδιαιρέτου ψιλής κυριότητας του ακινήτου που είχε αποκτήσει από πλειστηριασμό στην εταιρεία με την επωνυμία "..." δυνάμει του υπ' αριθμ.

….7/2009 νομίμως μεταγραφέντος συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Κ. Κ.. Με το υπ' αριθμ. ….3/9.3.2009 νομίμως μεταγραφέν συμβόλαιο του ιδίου άνω συμβολαιογράφου, η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα απέκτησε λόγω αγοράς από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." το 1/2 (50%) εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας επί του κοινού πράγματος, το οποίο κατά τα ανωτέρω είχε αποκτήσει η απώτερη δικαιοπάροχος της, και όχι το 25% της πλήρους κυριότητος και το 25% της ψιλής κυριότητας, όπως ισχυρίζεται η εκκαλούσα με τον τρίτο λόγο (κατά το πρώτο σκέλος) έφεσης, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί από τούδε ως αβάσιμος.

Είχε προηγηθεί η σύνταξη του υπ' αριθ. ...6/18-10-2007 νομίμως μεταγραφέντος συμβολαίου του ιδίου άνω συμβολαιογράφου με το οποίο ο Γ. Β., είχε μεταβιβάσει λόγω πωλήσεως στην εταιρεία ..." το ανήκον σε αυτόν ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου της επικαρπίας επί του κοινού ακινήτου. Επακολούθησε η μεταβίβαση της εξ αδιαιρέτου επικαρπίας από την "..." στην "..." και στη συνέχεια η μεταβίβαση της εξ αδιαιρέτου επικαρπίας από την τελευταία στην εκκαλούσα δυνάμει των ως άνω διαδοχικών αγοραπωλητηρίων συμβολαίων ακινήτου με τα οποία είχε μεταβιβαστεί κατά τα ανωτέρω διαδοχικά από την "..." στην "..." και από την τελευταία στην εκκαλούσα η ψιλή κυριότητα του επίκοινου κατά το 1/2 (50%) εξ αδιαιρέτου.

Σημειώνεται ότι η διαδοχική μεταβίβαση του άνω ποσοστού 25% εξ αδιαιρέτου της επικαρπίας από το Γ. Β. στην άνω εταιρεία "..." και στη συνέχεια από την τελευταία στην "..." και τέλος στην εκκαλούσα ήταν ανίσχυρη, εφόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αρχή της απόφασης πρόκειται για αμεταβίβαστο δικαίωμα και ούτε, άλλωστε, ορίσθηκε ελευθέρως μεταβιβαστή από το διαθέτη Γ.

Κ., ούτως ώστε να μην υφίσταται εξουσία διαθέσεως του εν λόγω δικαιώματος (άρθρα 174, 180 ΑΚ). Πλην όμως η συμφωνία αυτή μεταξύ των συμβαλλομένων μερών που αποτυπώθηκε στα ως άνω συμβολαιογραφικά έγγραφα έχει την έννοια της παραχώρησης της "ενάσκησης της επικαρπίας" σύμφωνα με το άρθρο 1166 εδ. β'ΑΚ για χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο από όσο διαρκεί το δικαίωμα της επικαρπίας.

Εξάλλου, από κανένα στοιχείο του περιεχομένου της διαθήκης του Γ. Κ. δεν προέκυψε η βούληση αυτού να αποκλεισθεί η δυνατότητα παραχώρησης του δικαιώματος ενάσκησης της επικαρπίας καθ'όλη τη διάρκεια της. Στις 31-10-2009 απεβίωσε ο Τ. Κ. και το ποσοστό που διέθετε επί της επικαρπίας (25% εξ αδιαιρέτου) προσαύξησε τη μερίδα του συνεπικαρπωτή Γ.

Β. κατ'άρθρο 1807 παρ. 1 του ΑΚ και σύμφωνα με τη βούληση του διαθέτη. Έτσι, μέχρι το θάνατο του Τ. Κ. η εκκαλούσα ασκούσε μόνο κατά το 25% εξ αδιαιρέτου το ενοχικό δικαίωμα ενάσκησης της επικαρπίας και όχι το εμπράγματο δικαίωμα της επικαρπίας αφεαυτής. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη σε όμοιο με το ως άνω δικανικό πόρισμα ήχθη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ως εκ τούτου ο σχετικός λόγος (7ος) με τον οποίο η εκκαλούσα παραπονείται ότι κακώς η πρωτόδικη απόφαση δεν δέχτηκε τον αγωγικό ισχυρισμό της ότι η μεταβίβαση από το Γ.

Β. του εμπραγμάτου δικαιώματος της επικαρπίας κατά το ανωτέρω ποσοστό (25% εξ αδιαιρέτου) στηρίζεται σε έγκυρη σύμβαση μεταβίβασής της στην απώτερη δικαιοπάροχο της, εταιρεία "..." και, κατά συνέπεια εγκύρως μεταβιβάστηκε περαιτέρω σε αυτή (την εκκαλούσα) από την άμεση δικαιοπάροχο της "...", πρέπει να απορριφθεί ως κατ'ουσίαν αβάσιμος...." Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι η αναιρεσίβλητη δικαιούνταν να αξιώσει, ως ενασκούσα το ενοχικό δικαίωμα της επικαρπίας, κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου, τα ωφελήματα που εισέπραξε ο Τ.

Κ. από τις 4/4/2009 μέχρι το θάνατο του στις 31/10/2009, από την εκμετάλλευση (εκμίσθωση) των καταστημάτων του κοινού ακινήτου, τα οποία αναλογούσαν στο πιο πάνω μερίδιο της και τα οποία της επιδίκασε, κάνοντας εν μέρει δεκτή κατ' ουσία την ένδικη αγωγή, ως προς το αίτημα αυτό, αφού δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε απορρίψει την αγωγή, κατά το παραπάνω αίτημα, ως αόριστη.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι η μεταβίβαση με τα προαναφερόμενα αγοραπωλητήρια συμβόλαια του ανήκοντος στο Γ. Β. δικαιώματος επικαρπίας ( κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου) επί του κοινού ακινήτου προς την εταιρεία ..., στη συνέχεια, από αυτή προς την εταιρεία ... και από την τελευταία προς την αναιρεσίβλητη ήταν ανίσχυρη, εφόσον επρόκειτο για το αμεταβίβαστο δικαίωμα της επικαρπίας, πλην όμως ότι η συμφωνία αυτή είχε την έννοια της παραχώρησης από τον επικαρπωτή Γ.

Β. του (ενοχικού) δικαιώματος "ενάσκησης της επικαρπίας" στην εταιρεία ... και, διαδοχικά, από αυτήν και την εταιρεία ..., ως δικαιούχους του παραπάνω (ενοχικού) δικαιώματος, προς στην αναιρεσίβλητη, για χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο από τη διάρκεια ισχύος της επικαρπίας. Όμως, με το να δεχθεί το Εφετείο ότι η ανίσχυρη (άκυρη) μεταβίβαση του εμπράγματου δικαιώματος της επικαρπίας μετατράπηκε αυτοδικαίως σε έγκυρη μεταβίβαση του ενοχικού δικαιώματος άσκησής της, στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της εν λόγω μετατροπής (άρθρο 182 ΑΚ), καθόσον στήριξε τη σχετική κρίση του σε ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων.

Ειδικότερα στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν εκτίθεται από ποια συγκεκριμένα πραγματικά στοιχεία αποδείχτηκαν οι νόμιμες προϋποθέσεις μετατροπής της άκυρης μεταβίβασης της επικαρπίας σε έγκυρη μεταβίβαση του δικαιώματος άσκησης της, και κυρίως, από ποια στοιχεία το Εφετείο συνήγαγε ότι, κατά το χρόνο σύναψης του νομίμως μεταγεγραμμένου ...6/2007 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, η υποθετική βούληση των μερών, δηλαδή, του επικαρπωτή (ποσοστού 25% εξ αδιαιρέτου) Γ.

Β. και της ψιλής κυρίας (ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου) εταιρείας ..., ήταν να μετατραπεί η άκυρη μεταβίβαση της επικαρπίας σε έγκυρη μεταβίβαση προς αυτή του δικαιώματος άσκησής της, σε περίπτωση που γνώριζαν την πιο πάνω ακυρότητα, δεδομένου ότι το στοιχείο αυτό πρέπει να προβάλλεται και να αποδεικνύεται από τα μέρη και δεν μπορεί να συναχθεί από το δικαστή, με δική του αντικειμενική εκτίμηση, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη.

Επομένως και, αφού από τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης δημιουργείται αμφιβολία για την παραβίαση ή μη των εν λόγω διατάξεων, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος, υπό στοιχείο γ', λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που αποδίδεται στο Εφετείο η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ενώ ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατά το μέρος που αποδίδεται με αυτόν η από τον αριθμό 1 πλημμέλεια του ίδιου άρθρου.

Με τη διάταξη του άρθρου 1710 εδάφ. 2 ΑΚ ορίζεται ότι η κληρονομική διαδοχή από το νόμο επέρχεται όταν δεν υπάρχει διαθήκη ή όταν η διαδοχή από διαθήκη ματαιωθεί ολικά ή μερικά. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η διαδοχή από το νόμο επέρχεται μόνο στο μέτρο που δεν υπάρχει (έγκυρη) διαθήκη. Ειδικότερα, η (από το νόμο) εξ αδιαθέτου διαδοχή επέρχεται, μεταξύ άλλων, αν ο κληρονομούμενος δεν έχει συντάξει διαθήκη ή στη διαθήκη του δεν έχει εγκαταστήσει κληρονόμο ή όταν διαθέτει με αυτή μέρος της περιουσίας του ή όταν αυτή είναι άκυρη ή ακυρωθεί ή ανακληθεί ή αν όλοι οι κληρονόμοι που εγκαθίστανται με τη διαθήκη εκπέσουν για οποιοδήποτε λόγο, όπως στις περιπτώσεις προαποβίωσης του κληρονόμου, κήρυξης αναξιότητας, αποποίησης της κληρονομιάς, εφόσον δεν χωρεί υποκατάσταση ή προσαύξηση.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων 1846, 1847 εδάφ. 1 και 2, 1850 εδάφ. β' ΑΚ συνάγεται ότι από και με το θάνατο του κληρονομουμένου ο κληρονόμος αυτού αποκτά αμέσως και αυτοδικαίως την κληρονομιαία περιουσία του, εάν δε ο τελευταίος καλείται ως κληρονόμος από διαθήκη μπορεί να αποποιηθεί την κληρονομιά μέσα σε προθεσμία τεσσάρων μηνών, αφότου έλαβε γνώση της δημοσίευσης της διαθήκης.

Αν παρέλθει άπρακτη η παραπάνω προθεσμία αποποίησης τεκμαίρεται αμάχητα, από το νόμο, ότι έγινε "πλασματική" αποδοχή της κληρονομιάς (είτε από διαθήκη είτε από το νόμο), οπότε ο κληρονόμος αποκτά οριστικά την κληρονομική ιδιότητα. Επίσης κατά το άρθρο 1852 ΑΚ εκείνος που αποποιήθηκε την κληρονομιά που του έχει επαχθεί από διαθήκη μπορεί να την αποδεχθεί, αν ύστερα του επαχθεί εξ αδιαθέτου.

Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής πρέπει να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: 1) η αποποίηση του κληρονόμου να περιορίζεται στη συγκεκριμένη επαγωγή, δηλαδή, στην κληρονομιά που του έχει επαχθεί με διαθήκη 2) η επαγωγή της κληρονομιάς στον αρχικώς αποποιηθέντα να γίνεται εκ των υστέρων (διαδοχικά) και όχι αν στον κληρονόμο επάγονται κληρονομικές μερίδες εκ διαθήκης και εξ αδιαθέτου συγχρόνως 3) μετά την αποποίηση της κληρονομιάς που επάγεται από διαθήκη να μην επέρχεται προσαύξηση της μερίδας των άλλων κληρονόμων ή υποκατάσταση του αποποιηθέντος στη διαδοχή από τη διαθήκη.

Τέλος, κατά το άρθρο 1885 ΑΚ οι απαιτήσεις και τα χρέη της κληρονομιάς διαιρούνται αυτοδικαίως μεταξύ των συγκληρονόμων ανάλογα με τη μερίδα του καθενός. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι απαιτήσεις ή χρέη της κληρονομιάς (όπως είναι οι υφιστάμενες κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου ενοχικές κληρονομιαίες υποχρεώσεις του προς τρίτους) με αντικείμενο όχι αδιαίρετο, δηλαδή για απαιτήσεις ή χρέη με χρηματικό αντικείμενο ή που αφορούν διαιρετή παροχή, δεν καθίστανται κοινά, αλλά μερίζονται από το νόμο και διαιρούνται αυτοδικαίως, μεταξύ των συγκληρονόμων, ανάλογα με την κληρονομική τους μερίδα, ανεξάρτητα από το είδος της κληρονομικής διαδοχής.

Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο δέχθηκε περαιτέρω τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Περαιτέρω από το ίδιο αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ότι στον Τ. Κ. είχαν περιέλθει τα 7/32 εξ αδιαιρέτου της επικαρπίας επί του κοινού πράγματος, δυνάμει της υπ' αριθμ. ...1/21.3.1991 νομίμως μεταγραφείσας δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς, που συνέταξε η συμβολαιογράφος Χ.

Δ., από κληρονομιά της μητέρας του Σ. χήρας Χ. Κ., η οποία τον είχε εγκαταστήσει κληρονόμο δυνάμει της από 6.4.1987 ιδιόγραφης διαθήκης της, δημοσιευθείσας με το υπ' αριθμ. 401/15.7.1989 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Επίσης, σε αυτόν είχαν περιέλθει κατά πλήρη κυριότητα τα 9/32 του επίκοινου εξ αδιαιρέτου, ήτοι κατά 6/32 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του πατέρα του, που απεβίωσε στις 16.7.1941 αδιάθετος, στην οποία (κληρονομιά) είχε αναμειχθεί αυτός ως κληρονόμος και κατά 3/32 εξ αδιαιρέτου κατά πλήρη εξ αδιαιρέτου κυριότητα από κληρονομιά της αδελφής του Χ.

που απεβίωσε στις 15.7.1941 αδιάθετη, στην οποία (κληρονομιά) αυτός επίσης είχε αναμειχθεί. Σημειώνεται, ακόμη, ότι οι εναγόμενοι και ήδη εφεσίβλητοι δυνάμει της άνω ίδιας νομίμως μεταγραφείσας δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς είχαν αποκτήσει την ψιλή κυριότητα επί του κοινού πράγματος εξ αδιαιρέτου σε ποσοστό 1% των 7/32 η πρώτη εφεσίβλητη και σε ποσοστό 99% των 7/32 ο δεύτερος εφεσίβλητος.

Επίσης, αποδείχθηκε ότι ο Τ. Κ. είχε συμφωνήσει με το Γ. Β. την εκχώρηση στον τελευταίο της άσκησης της επικαρπίας του πρώτου καταστήματος για τον εισερχόμενο από την οδό …. στην οδό …., ενώ ο Τ. Κ. διατήρησε, κατά παραχώρηση, την επικαρπία των άλλων τριών κατά σειρά καταστημάτων. Στη συνέχεια μετά το θάνατο του Γ.

Β., επελθόντα στις 13.7.2010, η επικαρπία κατά το ποσοστό του 50 % εξ αδιαιρέτου (25% εξ αδιαιρέτου που είχε αυτός, προσαυξημένη κατά 25% με την επικαρπία του προαποβιώσαντος Τ. Κ.) υπέστρεψε και συνενώθηκε, κατά τα αναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, με το 1/2 της εξ αδιαιρέτου ψιλής κυριότητας που είχε αποκτήσει εγκύρως κατά τα ανωτέρω αναφερθέντα η εκκαλούσα, και όχι μετά το θάνατο του Τ.

Κ., όπως αυτή ισχυρίζεται εσφαλμένως με τον τέταρτο λόγο έφεσης, ο οποίος κρίνεται αβάσιμος και ελέγχεται απορριπτέος. Περαιτέρω, σύμφωνα με την από 14-11-2007 επιστολή της εταιρίας "...", την οποία απηύθυνε στην Α. Δ. αποδεικνύεται ότι η εκκαλούσα όπως και οι δικαιοπάροχοι της (άμεσος και απώτερος) εισέπρατταν το μίσθωμα εκ της μισθώσεως στην Α.

Δ. του άνω καταστήματος (του πρώτου για τον εισερχόμενο από την οδό … στην οδό …., στο εξής: ΚΑ), το οποίο είχε αρχικά εκμισθώσει σε αυτή ο Γ. Β. το έτος 1995. Το δεύτερο κατάστημα (για τον εισερχόμενο από την οδό …. στην οδό …., στο εξής (KB) είχε εκμισθώσει το έτος 1991 ο Τ. Κ. από κοινού με το δεύτερο εναγόμενο στην ίδια μισθώτρια, Α.

Δ., ενώ στη συνέχεια με το από 1-11-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό- παράταση-μίσθωσης στη θέση του Χ. Κ. υπεισήλθαν τα ανήλικα τέκνα του, Τ. Κ. και Ι. Κ., τα οποία εκπροσώπησαν τότε οι γονείς τους Χ. Κ. και Γ. Μ., και το τέταρτο κατάστημα (για τον εισερχόμενο από την οδό Τ. στην οδό ..., στο εξής (ΚΔ) είχαν εκμισθώσει ο Χ. Κ. και η Γ.

Μ., εκπροσωπώντας το ανήλικο τέκνου τους Τ. Κ., το έτος 2005 στην Μ. Τ. και, τέλος, το τρίτο κατάστημα (για τον εισερχόμενο από την οδό Τ. στην οδό ..., στο εξής (ΚΓ) είχε εκμισθώσει το έτος 1996 στο Σ. Σ., ο Χ. Κ., εκπροσωπώντας εκεί και τη μητέρα του Φ. Κ.. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα, μεταξύ άλλων, κοινοποίησε στον Τ.

Κ. και στους τότε μισθωτές των καταστημάτων [Μ. (εννοώντας την Α.) Δ., Σ. Σ. και Μ. Τ.] την από 2-4-2009 εξώδικη γνωστοποίηση - πρόσκληση - δήλωση, με την οποία ζητούσε από αυτόν να της καταβάλει το 25% των μισθωμάτων που αναλογούσε στο μερίδιο της, ήτοι τα μισθώματα των καταστημάτων που αυτός είχε εκμισθώσει και καρπωνόταν τα ωφελήματά τους πέραν της μερίδας που του αναλογούσε.

Πλην όμως ο Τ. Κ. εξακολουθούσε μέχρι το θάνατο του (31.10.2009) να εισπράττει τα μισθώματα αυτά στο σύνολο τους από τους Α. Δ., Σ. Σ. και Μ. Τ..

Συνεπώς, από την επομένη της επιδόσεως του ως άνω εγγράφου, δηλαδή από την 4-4-2009 μέχρι το θάνατο του Τ. Κ. (31.10.2009), ο τελευταίος ως επικαρπωτής όφειλε να αποδίδει στην εκκαλούσα τους πολιτικούς καρπούς που εισέπραττε από την εκμετάλλευση των μισθωμένων καταστημάτων και που αναλογούσαν στο μερίδιο της, ως εχούσης κατά τα ανωτέρω ενοχικό δικαίωμα ενάσκησης επί της επικαρπίας. ...Και συγκεκριμένα από τους:

Α) Α. Δ. (βλ. το με ημερομηνία 1-11-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό παράτασης μίσθωσης με εκμισθωτές τους Τ. Κ., Χ. Κ. και Γ. Μ., οι δύο τελευταίοι συναλλαχθέντες εκεί με την ιδιότητα των ασκούντων τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου τους Ι. Κ.), Β) Σ. Σ. (βλ. το με ημερομηνία 1.2.1996 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης ισογείου καταστήματος υπογραφέν από την πλευρά των εκμισθωτών από το Χ.

Κ. ατομικά και για λογαριασμό και στο όνομα της Φ. Κ. και το με ημερομηνία 30-5- 2012 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης μίσθωσης) και Γ) Μ. Τ. (βλ. το με ημερομηνία 1-5-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, υπογραφέν από την πλευρά των εκμισθωτών από τους Χ. Κ. και Γ. Μ. ως ασκούντων τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου τους Τ.

Κ.), το συνολικό ποσό των 10.177,50 ευρώ, ήτοι (i) για το χρονικό διάστημα από τις 4.4.2009 μέχρι τις 31.10.2009 για το κατάστημα (KB) της μισθώτριας Δ., 2.200 ευρώ μηνιαίο μίσθωμα [υπολογιζόμενο με βάση το τελευταίο μίσθωμα ύψους 754.543 δραχμών (ήδη 2214,36 ευρώ) που είχε συνομολογηθεί ως καταβαλλόμενο για το όμορο (ΚΑ) με το ένδικο κατάστημα, μισθωμένο από την ίδια μισθώτρια δυνάμει του από 13.7.1995 προσκομιζόμενου μισθωτηρίου, δεδομένου ότι μισθωτήριο για το υπό κρίση κατάστημα δεν προσκομίζεται] Χ 6 μήνες και 27 ημέρες, ήτοι 15.180 ευρώ Χ25% = 3.795 ευρώ, (ii) για το χρονικό διάστημα από τις 4.4.2009 μέχρι τις 31.10.2009, 2.200 ευρώ μηνιαίο μίσθωμα για το κατάστημα (ΚΓ) του μισθωτή Σ.

Χ 6 μήνες και 27 ημέρες, ήτοι 15.180 ευρώ Χ 25%= 3.795 ευρώ, ii) για το χρονικό διάστημα από τις 4.4.2009 μέχρι τις 31.10.2009, 1.500 ευρώ μηνιαίο μίσθωμα για το κατάστημα (ΚΔ) της μισθώτριας Τ. Χ 6 μήνες και 27 ημέρες, ήτοι 10.350 ευρώ Χ 25% =2.587,50 ευρώ. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο Τ. Κ. είχε συντάξει στις 23.4.2010 ιδιόγραφη διαθήκη με την οποία εγκαθιστούσε κληρονόμους του επί δήλου πράγματος και δη μεταξύ των άλλων επί των τεσσάρων επίδικων καταστημάτων και συγκεκριμένα στα 9/32 εξ αδιαιρέτου της πλήρους κυριότητάς του:

α) κατά τα 4/9 των 9/32 εξ αδιαιρέτου τον εγγονό του Τ., κατά τα 3/9 των 9/32 εξ αδιαιρέτου τον έτερο εγγονό του Ι. και κατά τα 2/9 των 9/32 εξ αδιαιρέτου τον υιό του Χ. Κ., δεύτερο εφεσίβλητο. Η εν λόγω διαθήκη δημοσιεύθηκε με τα υπ' αριθμ. 508/23.4.2010 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Πλην όμως μέχρι σήμερα δεν έχει συνταχθεί συμβολαιογραφικό έγγραφο αποδοχής της ούτε και έχει λάβει χώρα η μεταγραφή της.

Ως εκ τούτου μετά το θάνατο του Τ. Κ. και την υποστροφή της επικαρπίας κατά το 1% των 7/32 εξ αδιαιρέτου και τη συνένωσή της με την ψιλή κυριότητα της πρώτης εφεσίβλητης κατά το ίδιο ποσοστό και κατά το 99% των 7/32 εξ αδιαιρέτου στην ψιλή κυριότητα του δεύτερου εφεσίβλητου κατά τα αυτά ποσοστά επί του κοινού πράγματος οι εφεσίβλητοι διαθέτουν πλέον:

α) το 0,219 % εξ αδιαιρέτου η πρώτη εφεσίβλητη και β) το 21,656% εξ αδιαιρέτου ο δεύτερος εφεσίβλητος της πλήρους κυριότητας επί των τεσσάρων καταστημάτων. Επομένως, αυτοί ενέχονται έναντι της εκκαλούσας για το ανωτέρω συνολικό ποσό που εισέπραξε ο κληρονομούμενος Τ. Κ. από μισθώματα, πέραν του μεριδίου που του αναλογούσε, κατά τα ανωτέρω ποσοστά τους ως συγκύριοι επί του κοινού πράγματος, αλλά και ως εξ αδιαθέτου συγκληρονόμοι του ιδίου άνω κληρονομούμενου, κατά 1/4 (25%) εξ αδιαιρέτου η πρώτη εφεσίβλητη και κατά 3/4 (75%) εξ αδιαιρέτου ο δεύτερος εφεσίβλητος.

Ειδικότερα, ως πρός το δεύτερο εφεσίβλητο, αφού δεν έγινε νομότυπη δήλωση αποδοχής της καταλειπόμενης με την ως άνω διαθήκη του πατρός του Τ. Κ. κληρονομιάς, την οποία αυτός σημειωτέον δεν αποποιήθηκε εντός της τασσομένης από το νόμο τετράμηνης προθεσμίας από τη δημοσίευση της διαθήκης κατ'άρθρο 1847 εδ.

β' ΑΚ, θα πρέπει εν προκειμένω να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις περί εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής. Επομένως, ζήτημα έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης του τελευταίου, λόγω του ότι δεν έχει ακόμη αποδεχθεί την καταληφθείσα σε αυτόν με την ως άνω διαθήκη του πατέρα του κληρονομιά επί δήλου πράγματος, δεν τίθεται.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι εφεσίβλητοι οφείλουν υπό την προαναφερθείσα ιδιότητά τους, κατά τα ανωτέρω ποσοστά τους να καταβάλουν για την ίδια ως άνω αιτία, ήτοι για τα μισθώματα που εισέπραξαν από τα ανωτέρω καταστήματα, τα οποία ήταν εκμισθωμένα στη Μ. Τ. και στο Σ. Σ., σημειωτέο ότι στον τελευταίο εκμισθώθηκε από την 1-6-2010 και έτερο κατάστημα (το ΚΔ κατάστημα πρώην μίσθωσης Τ.) δυνάμει του από 20-5-2010 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, καταρτισθείσας από την πλευρά του εκμισθωτή από το Χ.

Κ. και τη Γ. Μ., ενεργώντας στο όνομα και για λογαριασμό των ανήλικων τέκνων τους Τ. και Ι. Κ., αντί μηνιαίου μισθώματος 2.300 ευρώ, το οποίο από 1-4-2012 μειώθηκε στο ποσό των 1.500 ευρώ μηνιαίως δυνάμει του από 30-5-2012 ιδιωτικού τροποποιητικού συμφωνητικού μεταξύ των αυτών συμβαλλομένων. Ειδικότερα, για τα εισπραχθέντα μισθώματα:

Α) για το κατάστημα (ΚΓ) με μισθωτή το Σ. Σ.υ: α) για το χρονικό διάστημα από 1.11.2009 έως 13.7.2010 (οπότε απεβίωσε ο Γ. Β.), ήτοι για 8 μήνες και 13 ημέρες Χ 2.200 ευρώ το μηνιαίο μίσθωμα =18.553,33 ευρώ Χ 25%= 4.638,33 ευρώ, β) για το χρονικό διάστημα από 14.7.2010 έως την 31.10.2010, ήτοι για 3 μήνες και 17 ημέρες Χ 2.200 το μηνιαίο μίσθωμα = 7.846,66 ευρώ Χ 50% = 3.923,33 ευρώ, γ) για το μίσθωμα του καταστήματος (ΚΔ) με μισθώτρια την Τ. 2.625 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1.11.2009 έως 31.5.2010, οπότε αυτή εγκατέλειψε το μίσθιο (7 μήνες Χ 1.500 μηνιαίο μίσθωμα =10.500 ευρώ Χ 25%), Β) Για το μίσθωμα του καταστήματος (ΚΓ) του μισθωτή Σ.

Σ.: α) για το χρονικό διάστημα από 1.11.2010 έως 31.10.2011 το ποσό των 13.200 ευρώ (2.200 ευρώ μηνιαίο μίσθωμα Χ 12 μήνες = 26.400 ευρώ Χ 50%), β) για το μίσθωμα του καταστήματος (ΚΔ) του μισθωτή Σ. Σ. 824,16 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-6-2010 έως 13-7-2010 (οπότε απεβίωσε ο Γ. Β.), ήτοι για ένα μήνα και δέκα τρεις ημέρες (2.300 ευρώ μηνιαίο μίσθωμα Χ 1 μήνα και δέκα τρεις ημέρες = 3.296,66 Χ 25%) και για το χρονικό διάστημα από 14.7.2010 έως 31-10-2011 17.901,66 ευρώ, ήτοι για 15 μήνες και 17 ημέρες Χ 2.300 ευρώ το μηνιαίο μίσθωμα =35.803,33 ευρώ Χ 50%), Γ) Για το μίσθωμα του καταστήματος (ΚΓ) του μισθωτή Σ.

Σ.: α) για το χρονικό διάστημα από 1-11-2011 έως 31-3-2012 το ποσό των 4.750 ευρώ (ήτοι για 5 μήνες Χ 1.900 ευρώ μηνιαίο μίσθωμα=9.500 Χ 50%), για το χρονικό διάστημα από 1-4-2012 έως τη συζήτηση της αγωγής (29-10- 2014) 23.225 ευρώ (ήτοι για 30 μήνες και 29 ημέρες Χ 1500 μηνιαίο μίσθωμα = 46.450 Χ 50%) (βλ. το από 30-5-2012 τροποποιητικό συμφωνητικού με συνομολογηθέν μηνιαίο μίσθωμα από 1-4-2012 1.500 ευρώ), β) Για το μίσθωμα του καταστήματος (ΚΔ) του μισθωτή Σ.

Σ.: i) για το χρονικό διάστημα από 1-11-2011 έως 31-3- 2012 το ποσό των 5.250 ευρώ (ήτοι για 5 μήνες Χ 2100 ευρώ μηνιαίο μίσθωμα = 10.500 Χ 50%), ii) για το χρονικό διάστημα από 1-4-2012 έως τη συζήτηση της αγωγής (29.10.2014) 23.225 ευρώ (ήτοι για 30 μήνες και 29 ημέρες Χ 1500 μηνιαίο μίσθωμα = 46.450 ευρώ Χ 50%)." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι είναι ουσιαστικά βάσιμη η ένδικη αγωγή, κατά ένα μέρος, ως προς τα αιτήματα απόδοσης στην αναιρεσίβλητη των ωφελημάτων που αποκόμισαν πέραν της αναλογούσας εξ αδιαιρέτου μερίδας τους, λόγω της αποκλειστικής εκμετάλλευσης των επίδικων καταστημάτων του κοινού ακινήτου, τόσο ο (επικαρπωτής) Τ.

Κ., από τις 4/4/2009 (χρόνος επίδοσης εξώδικης γνωστοποίησης της αναιρεσίβλητης προς τον τελευταίο και τους μισθωτές των επίδικων καταστημάτων) μέχρι το χρόνο του θανάτου του (στις 31/10/2009), όσο και οι αναιρεσείοντες, με τις προαναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση ιδιότητές τους, κατά το διάστημα από 1/11/2010 μέχρι τις 13/7/2010 (χρόνος θανάτου επικαρπωτή Γ.

Β.) μέχρι τη συζήτηση της αγωγής (στις 29/10/2014) και, στη συνέχεια, αφού δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση της αναιρεσίβλητης εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε απορρίψει ως αόριστα τα πιο πάνω αγωγικά αιτήματα. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι ο Τ. Κ. (σύζυγος της πρώτης και πατέρας του δεύτερου των αναιρεσειόντων) και ο Γ.

Β. ήταν συνεπικαρπωτές, κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, του κοινού ακινήτου. Ότι, με την ...1/1991 νόμιμα μεταγεγραμμένη δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Χ. Δ., είχαν περιέλθει στον Τ. Κ. τα 7/32 εξ αδιαιρέτου της επικαρπίας του εν λόγω ακινήτου και στους αναιρεσείοντες η ψιλή κυριότητα αυτού, κατά ποσοστό 1% των 7/32 εξ αδιαιρέτου (στην πρώτη) και, κατά ποσοστό 99% των 7/32 εξ αδιαιρέτου (στον δεύτερο αναιρεσείοντα).

Ότι, επιπλέον, το έτος 1941, είχαν περιέλθει στον Τ. Κ. τα 9/32 εξ αδιαιρέτου της (συγ)κυριότητας του κοινού ακινήτου, από κληρονομιά του πατέρα του και της αδελφής του, αντίστοιχα, στην οποία αναμίχθηκε ως κληρονόμος. Ότι ο τελευταίος με ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στις 23/4/2010, εγκατέστησε ως συγκληρονόμους στο ποσοστό των 9/32 εξ αδιαιρέτου της κυριότητάς του στο πιο πάνω ακίνητο, το γιο του (δεύτερο των αναιρεσειόντων) Χ.

Κ., κατά ποσοστό 2/9 εξ αδιαιρέτου και τους δύο εγγονούς του (μη διαδίκους), κατά ποσοστό 4/9 και 3/9 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, τον καθένα τους, πλην όμως κανένας από αυτούς δεν έχει αποδεχθεί την εν λόγω κληρονομιά με σχετική συμβολαιογραφική πράξη (και μεταγραφή αυτής). Ότι μετά το θάνατο του Τ. Κ. η επικαρπία των 7/32 εξ αδιαιρέτου που διέθετε ο ίδιος όσο ζούσε συνενώθηκε με την ψιλή κυριότητα του 1% και των 99% της ψιλής κυριότητας των αναιρεσειόντων, αντίστοιχα, οι οποίοι πλέον διέθεταν ποσοστό 0,219% και 21,656% εξ αδιαιρέτου, ο καθένας αντίστοιχα, της κυριότητας του κοινού ακινήτου.

Ότι, εφόσον ο δεύτερος των αναιρεσειόντων δεν αποδέχθηκε (κατά τα άρθρα 1193, 1198, 1199 ΑΚ) την (εκ διαθήκης) κληρονομιά του πατέρα του Τ. Κ., αλλά ούτε και αποποιήθηκε αυτή μέσα στη νόμιμη τετράμηνη προθεσμία από τη δημοσίευση της διαθήκης, θα πρέπει να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις περί εξ αδιαθέτου διαδοχής και ότι, κατόπιν αυτών, οι αναιρεσείοντες ενέχονται έναντι της αναιρεσίβλητης για την απόδοση των εισπραχθέντων μισθωμάτων, πέραν της αναλογούσας μερίδας του Τ.

Κ. και των ιδίων, ως συγκύριοι του επικοίνου (κατά τα ποσοστά των 0,219% και των 21,656% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, αντίστοιχα) και για το επιπλέον, ως εξ αδιαθέτου συγκληρονόμοι του Τ. Κ., κατά ποσοστό 1/4 (η πρώτη) και 3/4 (ο δεύτερος) εξ αδιαιρέτου. Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1710 παρ.2 και 1852 ΑΚ, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ με αυτά που δέχθηκε στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτή ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες που δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των εν λόγω ουσιαστικών διατάξεων, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της έκτασης της υποχρέωσης των αναιρεσειόντων για την απόδοση των πιο πάνω ωφελημάτων και υπέπεσε έτσι στις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, αφού δέχθηκε: 1) ότι ο δεύτερος των αναιρεσειόντων δεν τυγχάνει εκ διαθήκης κληρονόμος του Τ.

Κ. (κατά τα 2/9 των 9/32 εξ αδιαιρέτου του επικοίνου), αλλά εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτού κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου, επειδή δεν αποδέχθηκε με συμβολαιογραφική πράξη και μεταγραφή την κληρονομιά που καταλείφθηκε σε αυτόν με νόμιμα δημοσιευμένη διαθήκη, ενώ σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, η εξ αδιαθέτου διαδοχή επέρχεται μόνον αν δεν υπάρχει έγκυρη διαθήκη, δεδομένου ότι η τήρηση ή μη του πιο πάνω συστατικού τύπου δεν αποτελεί προϋπόθεση για την κτήση κληρονομικού δικαιώματος (από διαθήκη ή από το νόμο), αλλά για την κτήση εμπραγμάτων δικαιωμάτων στα κληρονομιαία ακίνητα (άρθρα 1193, 1198, 1199 ΑΚ) και 2) ότι, επειδή ο εν λόγω αναιρεσείων δεν αποποιήθηκε την κληρονομιά από διαθήκη του Τ.

Κ. μέσα στη νόμιμη τετράμηνη προθεσμία από τη δημοσίευσή της θεωρείται ότι δεν αποδέχθηκε νομοτύπως την παραπάνω κληρονομιά, ενώ, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη, αν παρέλθει άπρακτη η εν λόγω προθεσμία αποποίησης, τεκμαίρεται αμάχητα, από το νόμο, ότι έγινε "πλασματική" αποδοχή της κληρονομιάς αυτής και ο κληρονόμος αποκτά οριστικά την ιδιότητα του εκ διαθήκης κληρονόμου.

Επίσης, το Εφετείο δεν αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα, γιατί ενέχονται οι αναιρεσείοντες ως συγκύριοι και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Τ. Κ. (κατά τα ποσοστά που προεκτέθηκαν) να αποδώσουν στην αναιρεσίβλητη τα ωφελήματα που αποκόμισαν τόσο ο δικαιοπάροχος τους, όσο και οι ίδιοι, πέραν της αναλογούσας μερίδας τους, κατά τα προαναφερόμενα χρονικά διαστήματα, δεδομένου ότι, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά παραπάνω, για μεν τα ωφελήματα που δεν απέδωσε ο Τ.

Κ. μέχρι το θάνατο του, πέραν της αναλογούσας μερίδας του, έπρεπε να ενέχεται μόνον ο δεύτερος των αναιρεσειόντων (που ενδιαφέρει στην παρούσα δίκη), ως εκ διαθήκης κληρονόμος του τελευταίου, κατά ποσοστό 2/9 επί των 9/32 εξ αδιαιρέτου του κοινού ακινήτου, και όχι από κοινού οι αναιρεσείοντες ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του (αφού έχει λάβει χώρα η εκ διαθήκης διαδοχή και η πρώτη αναιρεσείουσα δεν είναι κληρονόμος- τετιμημένη με τη διαθήκη του Τ.

Κ.), για δε τα ωφελήματα που δεν απέδωσαν οι ίδιοι οι αναιρεσείοντες, πέραν της αναλογούσας μερίδας τους, μετά το θάνατο του πιο πάνω διαθέτη, έπρεπε να ενέχονται αυτοί, ως συγκύριοι επί των 7/32 εξ αδιαιρέτου του κοινού ακινήτου (κατά τα ποσοστά των 0,219% και των 21,656% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, αντίστοιχα). Επομένως ο σχετικός πρώτος, υπό τα στοιχεία α', β', γ' και ζ' λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Από τη διάταξη του άρθρου 794 ΑΚ, που ορίζει ότι κάθε κοινωνός ενέχεται απέναντι στους λοιπούς, κατά την αναλογία της μερίδας του, για τα έξοδα της συντήρησης, της διοίκησης και της χρησιμοποίησης του κοινού, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 785,788, 789, 790, 730 επ. , 904 επ. , 1101,1107 και 1113 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι ο συγκύριος που κατέβαλε έξοδα πέραν της μερίδας του, δικαιούται να αναζητήσει από τους λοιπούς, κατ' αναλογία των μερίδων τους, τη δαπάνη στην οποία υποβλήθηκε, τα έξοδα και τα βάρη που κατέβαλε, πέραν της αναλογίας του.

Κατά την αληθή έννοια της διάταξης του άρθρου 794 ΑΚ, στα έξοδα διοίκησης και χρησιμοποίησης περιλαμβάνονται και τα βάρη του κοινού πράγματος, δηλαδή, όλες οι τακτικές επιβαρύνσεις ενός πράγματος ανάλογα με τη φύση του, όπως είναι, μεταξύ άλλων, φόροι, τέλη και οι πληρωμές σε υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, ενώ δεν περιλαμβάνονται τα έξοδα, στα οποία υποβάλλεται ο κοινωνός, όταν χρησιμοποιεί προσωπικά - αποκλειστικά - το πράγμα.

Η αναζήτηση των παραπάνω εξόδων γίνεται απ' ευθείας, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 794 ΑΚ, εφόσον πρόκειται για έξοδα που έγιναν με τις προϋποθέσεις των άρθρων 788-790 ΑΚ, δηλαδή κατόπιν απόφασης όλων των συγκυρίων ή της πλειοψηφίας αυτών ή του δικαστηρίου ή αφορούν μέτρα που λήφθηκαν για την αποτροπή επικείμενου κινδύνου.

Εάν όμως δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, οι εν λόγω δαπάνες αναζητούνται κατά τις διατάξεις περί διοίκησης αλλότριων ή του αδικαιολόγητου πλουτισμού, εφόσον βεβαίως πληρούνται οι όροι εφαρμογής των τελευταίων αυτών διατάξεων (ΑΠ 825/ 2014, ΑΠ 251/2014). Ειδικότερα, εάν η αναζήτηση των δαπανών γίνεται κατά τις περί διοίκησης αλλότριων διατάξεις, απαιτείται να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις, οι οποίες και πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση:

α) ότι εκείνος που υποβλήθηκε στα έξοδα και τα βάρη ανέλαβε αυτοβούλως τη διοίκηση αλλότριας υπόθεσης, χωρίς, δηλαδή, τη ρητή εντολή του κυρίου της β) ότι ο διοικητής διαχειρίζεται την υπόθεση, εν γνώσει του ότι είναι ξένη. Το γεγονός ότι με τη διαχείριση της ξένης υποθέσεως εξυπηρετείται συγχρόνως έμμεσα ή εν μέρει και το συμφέρον του διοικητή, έστω και αν τούτο προέχει, δεν εμποδίζει την εφαρμογή των διατάξεων περί διοικήσεως αλλότριων.

Αν, όμως, η υπόθεση είναι ταυτόχρονα εν μέρει ξένη και εν μέρει του διοικητή, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του συγκυρίου που διεξάγει τις υποθέσεις του κοινού πράγματος, τότε υπάρχει διοίκηση αλλότριων μόνον ως προς το μη ανήκον σε αυτόν μέρος γ) ότι η πρόθεση αυτού ήταν να διοικήσει την αναληφθείσα υπόθεση σαν ξένη δ) ότι ο τελευταίος διεξήγαγε την εν λόγω υπόθεση κατά το συμφέρον και κατά την πραγματική ή την εικαζόμενη θέληση του κυρίου της και ε) ότι γίνεται αναφορά των δαπανών, στις οποίες υποβλήθηκε ο διοικητής κατά την διεξαγωγή της υπόθεσης (ΑΠ 1604/2013, ΑΠ 1024/2009).

Η αξίωση του διοικητή για απόδοση των δαπανών περιλαμβάνει τις δαπάνες που έκανε αυτός για την κανονική διεξαγωγή της υποθέσεως, θεωρώντας δικαιολογημένα με βάση τις ιδιαίτερες συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως ότι αυτές ήταν εύλογες (ΑΠ 825/2014). Σε αυτές περιλαμβάνεται, ειδικότερα, κάθε δαπάνη που ο διοικητής έκρινε χρήσιμη και επωφελή για την υπόθεση, συνυπολογιζομένων όμως των συναλλακτικών συνηθειών, των συντρεχουσών περιστάσεων και των επιδιώξεων του κυρίου.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση του προσκομιζομένου αντιγράφου της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με την αξίωση της αναιρεσίβλητης για την απόδοση δαπάνης, που κατέβαλε η ίδια, πέραν της αναλογούσας μερίδας της, για το κοινό ακίνητο , δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Αποδείχθηκε, ακόμη, ότι η εκκαλούσα στο πλαίσιο της διοίκησης αλλοτρίου πράγματος υποχρεώθηκε να καταβάλει στη Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού το ποσό των 9.362 ευρώ για τέλη κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος των καταστημάτων (ΚΑ και KB) που είχε μισθώσει η Α.

Δ., η οποία εγκατέλειψε τελικά τα μίσθια τέλος Ιουλίου 2011 και τέλος Σεπτεμβρίου 2011, αντίστοιχα, δίχως να καταβάλει τα οφειλόμενα τέλη κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος μηνός Νοεμβρίου 2011 (βλ. προσκομιζόμενη με ημερομηνία 1.12.2011 απόδειξη είσπραξης λογαριασμού ΔΕΗ). Επομένως, οι εφεσίβλητοι υποχρεούνται, υπό την προαναφερθείσα ιδιότητά τους και κατά τα ανωτέρω ποσοστά, να καταβάλουν στην εκκαλούσα για την αιτία αυτή το ποσό των 4.681 ευρώ (9.362 ευρώ Χ 50%) που κατέβαλε αυτή πέραν του μεριδίου της, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι είναι ουσιαστικά βάσιμο, κατά τις διατάξεις διοίκησης αλλοτρίου πράγματος, το αγωγικό αίτημα για την καταβολή της προαναφερόμενης δαπάνης στην αναιρεσίβλητη, αφού δέχθηκε ως βάσιμο το σχετικό λόγο της έφεσης και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε απορρίψει σιωπηρά το πιο πάνω αίτημα.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 730 παρ.1 και 736 ΑΚ, στέρησε δε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, σε σχέση με το άνω ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και υπέπεσε, ως εκ τούτου, στις από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ πλημμέλειες, διότι με το να κάνει δεκτό το εν λόγω αγωγικό αίτημα με μόνη την παραδοχή ότι "η αναιρεσίβλητη, στο πλαίσιο της διοίκησης αλλότριου πράγματος, υποχρεώθηκε να καταβάλει στη ΔΕΗ το ποσό των 9.362 ευρώ, πέραν της αναλογούσας μερίδας της, ποσό που αντιστοιχεί στα τέλη κατανάλωσης ρεύματος των καταστημάτων ΚΑ και KB του κοινού ακινήτου, το οποίο υποχρεούνται να καταβάλουν οι αναιρεσείοντες με τις ιδιότητες και κατά τα ποσοστά (50%)που προαναφέρθηκαν", αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που οι παραπάνω διατάξεις απαιτούν για την εφαρμογή τους, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη.

Επί πλέον, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ελλιπείς αιτιολογίες, καθόσον δεν εκτίθεται: α) ποιο είναι το ύψος της επίμαχης δαπάνης για καθένα από τα πιο πάνω καταστήματα, από τα οποία μάλιστα, όπως έγινε δεκτό σε άλλο σημείο της απόφασης, το με τα στοιχεία ΚΑ κατάστημα εκμισθωνόταν αποκλειστικά από την αναιρεσίβλητη, η οποία αποκόμιζε και τα αντίστοιχα ωφελήματα β) αν η εν λόγω δαπάνη έγινε για το συμφέρον και κατά την πραγματική ή την εικαζόμενη βούληση των αναιρεσειόντων.

Πρέπει, επομένως, ο σχετικός πρώτος, υπό το στοιχείο η', λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται οι αμέσως πιο πάνω πλημμέλειες, να γίνει δεκτός ως βάσιμος.

Κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τα κεφάλαια της επιδίκασης ωφελημάτων και της δαπάνης της αναιρεσίβλητης για το κοινό ακίνητο με τις διατάξεις περί διοίκησης αλλότριων, κατά παραδοχή του πρώτου, υπό τα στοιχεία α', β', γ', ζ' και η', λόγου της αίτησης αναίρεσης, των οποίων η αναιρετική εμβέλεια στο σύνολο των κεφαλαίων τούτων της απόφασης καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών (πρώτου, υπό στοιχεία ε', στ', θ' και δεύτερου) λόγων αναίρεσης που αφορούν στα ίδια κεφάλαια. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω έρευνα στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντίθεται από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρα 176, 183, 191παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 108/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το πιο πάνω μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, στη σύνθεση του οποίου δεν θα μετέχουν οι δικαστές που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ