1208/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1208/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Προκειμένου, ειδικότερα, περί διεκδικητικής αγωγής ακινήτου απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 1094 ΑΚ στοιχεία, και ακριβής περιγραφή του επίδικου ακινήτου, δηλαδή, ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια και μάλιστα τόσο λεπτομερής, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1208 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1208/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Κ. Α. Ν. και 2) Χ. συζ. Κ. Ν., το γένος Ν. Δ., κατοίκων ... . Ο 1ος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Ταμπάλη και η 2η εκπροσωπήθηκε από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Λ. Β. Σ., 2) Ε. συζ. Λ. Σ., το γένος Κ. Ζ., κατοίκων ... και 3) Μ. - Ε. Σ. του Λ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ποντικάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/4/1993 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 154/1994 του ίδιου Δικαστηρίου, που παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων λόγω αρμοδιότητας, 515/1996 μη οριστική, 14/2008 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων και 486/2009 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26/11/2012 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 16/10/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ. α' και β' ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που ανάγονται για τη νομική θεμελίωση της αγωγής, ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου.
Διαφορετικά, το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. 'Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.
Προκειμένου, ειδικότερα, περί διεκδικητικής αγωγής ακινήτου απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 1094 ΑΚ στοιχεία, και ακριβής περιγραφή του επίδικου ακινήτου, δηλαδή, ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια και μάλιστα τόσο λεπτομερής, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του.
Δεν απαιτείται, όμως, για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο οι πλευρικές διαστάσεις και ο καθ' όρια προσανατολισμός του, ούτε να κατονομάζονται οι ιδιοκτήτες των όμορων ακινήτων. 'Όταν το διεκδικούμενο ακίνητο φέρεται στην αγωγή ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ο ενάγων έχει υποχρέωση, εκτός από την έκταση του διεκδικούμενου αυτού τμήματος, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, και οπωσδήποτε των ορίων του, έτσι ώστε να μην γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του και να είναι δυνατόν στον εναγόμενο να αντιτάξει άμυνα περί συγκεκριμένους (και όχι ασαφούς) επίδικου αντικειμένου, στο δικαστήριο δε να τάξει το προσήκον θέμα απόδειξης και να εκδώσει απόφαση δεκτική εκτέλεσης.
Εξάλλου, σε περίπτωση που η αγωγή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας με σύμβαση, πρέπει ο ενάγων να περιλάβει σ' αυτή τα απαιτούμενα από τα άρθρα 1033 και 1192 ΑΚ για την κτήση της κυριότητας ακινήτου περιστατικά, δηλαδή, να αναφέρει ότι μεταβιβάσθηκε σ' αυτόν η κυριότητα του επίδικου ακινήτου για ορισμένη αιτία με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή και ότι ο άμεσος δικαιοπάροχός του ήταν κύριος του πράγματος που μεταβίβασε.
Αν ο εναγόμενος αμφισβητήσει με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης την κυριότητα του άμεσου δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, αυτός υποχρεούται, κατ' επιτρεπτή, σύμφωνα με το άρθρο 224 ΚΠολΔ, συμπλήρωση της αγωγής, να καθορίσει με τις προτάσεις του της πρώτης συζήτησης τον τρόπο κτήσης της κυριότητας του άμεσου δικαιοπαρόχου του και αν είναι αναγκαίο και των απώτερων δικαιοπαρόχων του, εωσότου φθάσει σε εκείνον που απέκτησε την κυριότητα με πρωτότυπο τρόπο (ΑΠ 1279/2005).
Βάσει δε της ίδιας διάταξης (σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 236 ΚΠολΔ) μπορεί και να συμπληρώσει και διευκρινίσει τους περιεχόμενους στην αγωγή πραγματικούς ισχυρισμούς, θεραπεύοντας, έτσι, την ποσοτική ή ποιοτική (και όχι και τη νομική) αοριστία της αγωγής. Στην προκείμενη περίπτωση, οι ήδη αναιρεσίβλητοι ενάγοντες, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 8 ΚΠολΔ επισκόπηση της ένδικης - από 9.4.1993 - αγωγής και των - με ημερ.
πράξης κατάθεσης 26.9.1996 - προτάσεών τους της πρώτης συζήτησης στον πρώτο βαθμό, ισχυρίστηκαν, (μετά παραδεκτή συμπλήρωση και διευκρίνιση με τις προτάσεις τους αυτές την αγωγή ως προς το εμβαδό του πιο κάτω οικοπέδου και ως προς το μήκος της οριοθετικής γραμμής αυτού - οικοπέδου - και της επίδικης έκτασης) ότι είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας τους ενός οικοπέδου 941,80 τ.μ., που βρίσκεται στη κτηματική περιφέρεια του Δήμου Χανίων, επαρχίας Κυδωνίας και στην πόλη των Χανίων, μέσα στο ρυμοτομικό σχέδιό της και ειδικότερα στη συνοικία ...
και στην πάροδο ..., το οποίο ορίζεται βόρεια σε πλευρά 22,40 μέτρων με ιδιοκτησία Ν. Θ., νότια με πλευρά 22,70 μέτρων με οικόπεδο ιδιοκτησίας των ήδη αναιρεσειόντων εναγομένων, ανατολικά σε πλευρά 43 μέτρων με πάροδο ... και δυτικά σε πλευρά 44,60 μέτρων με ιδιοκτησία κληρονόμων Α. Χ.. 'Ότι έγιναν συγκύριοι κατά το παραπάνω ποσοστό ο καθένας του άνω ακινήτου από αγορά δυνάμει του .../25.2.1991 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Χανίων Γεωργίας Καβρουλάκη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, από τους Μ.
Τ., Μ. Π., Μ. Β. του Α., Μ. Β. του Γ., Ι. Β., Ε. Τ. και Ε. Α., οι οποίοι είχαν καταστεί συγκύριοι του ίδιου ακινήτου κατά ποσοστό 1/7 εξ αδιαιρέτου ο καθένας από εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή της αποβιώσασας Ε. Π., την οποία -κληρονομία- αποδέχθηκαν με δήλωσή τους ενώπιον της ίδιας πιο πάνω συμβολαιογράφου, από την οποία συντάχθηκε η .../25.2.1991 πράξη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί.
Ότι η κληρονομηθείσα Ε. Π. είχε γίνει κυρία του εν λόγω οικοπέδου από διανομή δυνάμει του .../21.3.1967 συμβολαίου του άλλοτε συμβολαιογράφου Χανίων Εμμ. Κονταδάκη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί. 'Ότι τόσο αυτοί (αναιρεσίβλητοι ενάγοντες), αφότου το αγόρασαν, όσο και οι δικαιοπάροχοί τους πωλητές από το έτος 1986 -χρόνο θανάτου της κληρονομούμενης δικαιοπαρόχου τους- αλλά και η τελευταία αφότου κατά το έτος 1967 είχε περιέλθει σ' αυτήν με το συμβόλαιο διανομής, νέμονταν συνεχώς αυτό με καλή πίστη και με νόμιμο τίτλο, ασκώντας σ' αυτό διακατατοχικές πράξεις που ανήκουν στον κύριο και ταιριάζουν στη φύση και τον προορισμό του και συγκεκριμένα η άνω δικαιοπάροχός τους από το έτος 1967 διέμενε στην ισόγεια παλαιά οικοδομή που ήταν κτισμένη στο βόρειο άκρο αυτού, και είχε οριοθετήσει αυτό, μόλις δε -οι αναιρεσίβλητοι ενάγοντες- το απέκτησαν το 1990 εξέδωσαν οικοδομική άδεια και άρχισαν να κτίζουν στο νότιο τμήμα αυτού διώροφη οικοδομή η οποία -κατά την άσκηση της αγωγής- βρισκόνταν στο στάδιο κατασκευής του σκελετού σε μπετόν αρμέ καταστάντες, έτσι, πάντως, συγκύριοι με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία (ΑΚ 974, 1041, 1045 και 1051). 'Ότι οι ήδη αναιρεσείοντες εναγόμενοι, οι οποίοι είναι ιδιοκτήτες οικοπέδου, που συνορεύει σε όλο το μήκος της νότιας πλευράς του παραπάνω οικοπέδου αυτών - αναιρεσιβλήτων εναγόντων -, κατά τα τέλη Οκτωβρίου 1992 κατέλαβαν μία λωρίδα, εμβαδού 60,40 τ.μ., σχήματος περίπου παραλληλογράμμου, που κείται σε όλο το μήκος της νότιας πλευράς του εν λόγω οικοπέδου αυτών-αναιρεσιβλήτων εναγόντων - και η οποία ορίζεται νότια σε πλευρά μήκους 22,70 μέτρων με ιδιοκτησία ήδη αναιρεσειόντων εναγομένων, βόρεια σε πλευρά μήκους 24 μέτρων με υπόλοιπη ιδιοκτησία των ιδίων - αναιρεσιβλήτων εναγόντων -, ανατολικά σε πλευρά μήκους 1,65 μέτρων με πάροδο ...
και δυτικά σε πλευρά μήκους 3,20 μέτρων με ιδιοκτησία κληρονόμων Α. Χ., ισχυρίζονται δε πως η εν λόγω εδαφική λωρίδα αποτελεί τμήμα του δικού τους οικοπέδου κα αρνούνται να τους την αποδώσουν. Ζήτησαν δε οι ήδη αναιρεσίβλητοι ενάγοντες να αναγνωρισθεί η συγκυριότητά τους επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας και να υποχρεωθούν οι ήδη αναιρεσείοντες εναγόμενοι να τους την αποδώσουν.
Με το περιεχόμενο αυτό, η ένδικη αγωγή, που έχει ως βάση τον παράγωγο τρόπο κτήσης της συγκυριότητας της επίδικης εδαφικής λωρίδας και επικουρικά τον πρωτότυπο τρόπο της τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας, περιέχει όλα τα απαιτούμενα ως άνω, για τη θεμελίωσή της στοιχεία, και, επομένως, είναι πλήρως ορισμένη.
Συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του την ένσταση αοριστίας των ήδη αναιρεσειόντων εναγομένων, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει την ακυρότητα της αγωγής λόγω αοριστίας, ούτε παραβίασε τις παραπάνω του ΑΚ ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, μη δεχόμενο ολιγότερα στοιχεία των υπό του νόμου απαιτουμένων, ούτε και έλαβε υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται στην αγωγή, γι' αυτό και ο τρίτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1,8 και 14 του ΚΠολΔ, με τον οποίο, υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις, υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΙΙ. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1712, 1813 επ, 1846, 1192 αρ. 1, 1193, 1195, 1198, 1199 και 1033 ΑΚ, συνάγεται ότι η κυριότητα ακινήτου αποκτάται παραγώγως, με κληρονομική μεν διαδοχή, από τον θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί την κληρονομία με δημόσιο έγγραφο και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του, με συμφωνία δε, μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, η οποία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή.
Για τη μεταβίβαση, με τους τρόπους αυτούς, της κυριότητας του ακινήτου, προϋπόθεση είναι ο αποβιώσας ή εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της να ήταν κύριος του ακινήτου. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1045,1051 ΑΚ, συνάγεται ότι, για τη κτήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και με νόμιμο τίτλο για μια δεκαετία, με έκτακτη δε χρησικτησία άσκηση νομής, επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Από δε τις διατάξεις του άρθρ. 12 του ν.1337/1993 για επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων και οικιστική ανάπτυξη, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθ. 49 παρ. 2 και 3 του ν. 947/1979 περί οικιστικών περιοχών, συνάγεται ότι, με την κύρωση της πράξης εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης οριστικοποιούνται οι αναφερόμενες σ' αυτήν εδαφικές μεταβολές σε συσχετισμό με τους φερόμενους ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι από τη μεταγραφή της αποκτούν πρωτοτύπως κυριότητα επί των αναγραφομένων ιδιοκτησιών, υπό την προϋπόθεση ότι είναι οι πραγματικοί κύριοι των ακινήτων που αποτέλεσαν τη βάση διαμόρφωσής τους.
Ωστόσο, η κύρωση και η μεταγραφή της οικείας πράξης εφαρμογής δεν επιφέρει μεταβολή στο δικαίωμα κυριότητας επί εδαφικών εκτάσεων που απέμειναν και οι οποίες δεν διατίθενται για τους προεκτεθέντες σκοπούς, αλλά έχουν πλέον διαμορφωθεί οριστικά με την πράξη εφαρμογής ως οικόπεδα. Οι εδαφικές αυτές εκτάσεις εξακολουθούν να ανήκουν, όπως και προηγουμένως, στους ιδιοκτήτες τους, αφού για τις εκτάσεις αυτές η πράξη εφαρμογής δεν αποτελεί, όπως είναι φανερό, νόμιμο λόγο κτήσης κυριότητας, γι' αυτό και δικαιούνται, κατ' άρθρο 1094 ΑΚ, οι ιδιοκτήτες τους να τις διεκδικήσουν από το νομέα ή τον κάτοχό τους.
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά κρίσιμα σημεία της, τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες (και ήδη πρώτος και τρίτη αναιρεσίβλητοι) ... με το υπ' αριθμ. .../25.2.1991 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Χανίων Γεωργίας Καβρουλάκη-Κακαβελάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χανίων (τ. ..., αυξ.
Αριθμ. 152.315), αγόρασαν και έτσι κατέστησαν συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας τους από τους Μ. Τ., Μ. Π., Μ. Β. του Α., Μ. Β. του Γ., Ι. Β., Ε. Τ. και Ε. Α. ένα οικόπεδο ευρισκόμενο στη κτηματική περιφέρεια της πόλης και του Δήμου των Χανίων, επαρχίας Κυδωνιάς, μέσα στο εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο της πιο πάνω πόλης, στη συνοικία "..." και στην πάροδο της οδού ....
Όπως αναγράφεται στο παραπάνω συμβόλαιο, το προαναφερόμενο οικόπεδο είναι έκτασης 941,80 τ.μ και μέσα σε αυτό βρίσκεται μια παλιά ερειπωμένη οικία και συνορεύει βόρεια σε πλευρά μήκους 22,40 μέτρων με ιδιοκτησία Ν. Θ., νότια σε πλευρά 22,70 μέτρων με ιδιοκτησία πρώην Ι. Π. και ήδη Κ. Ν., ανατολικά σε πλευρά μήκους 43 μέτρων με πάροδο οδού ...
και δυτικά σε τεθλασμένη πλευρά συνολικού μήκους ( 9,60 + 12 + 8 + 12 + 3=) 44,60 μέτρων με ιδιοκτησία κληρονόμων Α. Χ.. Το οικόπεδο αυτό περιήλθε στη συγκυριότητα των πιο πάνω πωλητών, κατά ποσοστό 1/7 εξ αδιαιρέτου στον καθένα τους, εκ κληρονομίας της αποβιώσασας αδιάθετης στις 9-10-1986 Ε. χήρας Σ. Π., της οποίας την κληρονομία αποδέχθηκαν αυτοί με την υπ' αριθμ. .../25-2-1991 πράξη αποδοχής της κληρονομίας, που συνέταξε η ίδια παραπάνω συμβολαιογράφος και μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χανίων ( τ. ..., αυξ.
Αριθμ. 152.315). Στην εν λόγω πράξη αποδοχής κληρονομίας, το πωληθέν, κατά τα προαναφερθέντα, στους ενάγοντες - εφεσίβλητους οικόπεδο φέρεται να έχει έκταση 1002 τ.μ και να συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Ν. Θ., νότια με ιδιοκτησία Ι. Π., ανατολικά με πάροδο ... και δυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Α. Χ.. Εξ άλλου, το οικόπεδο αυτό περιήλθε στην κυριότητα της κληρονομουμένης με το υπ' αριθμ. .../31-3-1967 συμβόλαιο διανομής του πρώην συμβολαιογράφου Χανίων Εμμανουήλ Κονταδάκη, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χανίων (αυξ.
αριθμ. 91.182). Στο συμβόλαιο αυτό η έκταση του οικοπέδου αναφέρεται ότι είναι συνολικά 1002 τ.μ ( βλ. προτελευταία σελίδα). Περαιτέρω, οι εναγόμενοι - εκκαλούντες (και ήδη αναιρεσείοντες) με το υπ' αριθμ. .../28-12-1990 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Χανίων Στέλλας Ξενάκη - Αερινιωτάκη, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χανίων ( τ. ..., αυξ.
αριθμ. 151.298), αγόρασαν κι έτσι κατέστησαν συγκύριοι κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου ο πρώτος και κατά το ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου η δεύτερη, σε ένα οικόπεδο ευρισκόμενο στη κτηματική περιφέρεια της πόλης και του Δήμου των Χανίων, επαρχίας Κυδωνίας, μέσα στο ρυμοτομικό σχέδιο της παραπάνω πόλης, στη συνοικία "..." και στην πάροδο της οδού ... .
Όπως αναγράφεται στο πιο πάνω συμβόλαιο, το οικόπεδο αυτό είναι έκτασης 644,88 τ.μ και συνορεύει βόρεια σε πλευρά μήκους 22,40 μέτρων με ιδιοκτησία κληρονόμων Ε. Π., νότια με ιδιοκτησία κληρονόμων Α. Χ., ανατολικά σε πλευρά μήκους 28,40 μέτρων με ρυμοτομούμενο τμήμα και δυτικά σε πλευρά τεθλασμένη συνολικού μήκους (1+ 5,30 + 17=) 23,30 μέτρων.
Το οικόπεδο αυτό περιήλθε στην κυριότητα του Ι. Π. του Ξενοφώντα, που το πούλησε στους εναγομένους - εκκαλούντες, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../31-3-1967 προαναφερθέντος συμβολαίου διανομής, το οποίο συνέταξε ο πρώην συμβολαιογράφος Χανίων Εμμανουήλ Κονταδάκης και το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χανίων ( αυξ.
αριθμ. 91.182). Στο διανεμητήριο αυτό συμβόλαιο το πιο πάνω οικόπεδο αναγράφεται ότι έχει έκταση 606 τ.μ. ( βλ. σελ. 6 αυτού του συμβολαίου). Παραπέρα, λόγω ρυμοτόμησης στην περιοχή ... για τη διάνοιξη της παρόδου ..., που υλοποιήθηκε με την υπ' αριθμ. 3/1993 πράξη εφαρμογής και κυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 2185/1128/18-4-1995 απόφαση του περιφερειακού διευθυντή του Τμήματος Πολεοδομίας και πολεοδομικών εφαρμογών Χανίων, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στις 31-5-1996 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χανίων ( τ. ..., αυξ. 168.861), απαλλοτριώθηκαν κάποια εδαφικά τμήματα από την ανατολική πλευρά των παραπάνω ιδιοκτησιών των διαδίκων της ένδικης αγωγής, με συνέπεια τα οικόπεδα αυτά να αποκτήσουν την έκταση που θα αναφερθεί παρακάτω.
Εξ άλλου, οι μεν εναγόμενοι - εκκαλούντες, οι δε παραπάνω ενάγοντες - εφεσίβλητοι με τις υπ’ αριθμ. .../1991 και .../1991 οικοδομικές άδειες αντίστοιχα, ανήγειραν οικοδομές επί των παραπάνω ακινήτων τους. Από όσα ήδη προεκτέθηκαν αποδεικνύεται, ότι αμφότερα τα οικόπεδα προέρχονται από την προρρηθείσα, με βάση το υπ' αριθμ. .../1967 συμβόλαιο, διανομή.
Με τη διανομή αυτή διανεμήθηκε ευρύτερη έκταση ανάμεσα στους δικαιοπαρόχους των διαδίκων, δηλαδή ανάμεσα στην Ε. χήρα Σ. Π. (απώτερη δικαιοπάροχο των εναγόντων), τον Ι. Ξ. Π. (άμεσο δικαιοπάροχο των εναγομένων) και τον μη διάδικο Ι. Θ., το οικόπεδο του οποίου δεν γειτνιάζει με αμφότερα τα οικόπεδα των διαδίκων.
Η πιο πάνω διανομή ερείδεται στο από 20-10-1964 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Ε. Μ. και με βάση αυτήν η απώτερη δικαιοπάροχος των εναγόντων Ε. χήρα Σ. Π. έλαβε α) το τμήμα που αποτυπώνεται σε αυτό το τοπογραφικό με τον αριθμό 3, εμβαδού 494 τ.μ, μέσα στο οποίο φέρεται να υπάρχει και μία οικία και το οποίο στο τοπογραφικό ορίζεται από τα στοιχεία Δ Γ Η Ζ Ε Δ, β) το υπ' αριθμ. 5 τμήμα, εμβαδού 442 τ.μ , που ορίζεται με τα στοιχεία Ε Ζ Θ Η Ι Ε και γ) το υπό τα στοιχεία Η Η'Ι'Ι Η τμήμα, εμβαδού 66 τμ., δηλαδή συνολικού εμβαδού ( 494 + 442 + 66=) 1.002 τ.μ, τα τμήματα δε αυτά είναι συνεχόμενα ( βλ.
φύλλο 2, σελ. α' συμβολαίου διανομής και το συνοδεύον αυτό από 20-10-1964 τοπογραφικό διάγραμμα). Εξ άλλου, ο δικαιοπάροχος των εναγομένων έλαβε από την ίδια διανομή τα τμήματα, όπως αποτυπώνονται στο παραπάνω τοπογραφικό με αριθμούς 8 και 8α, που είναι συνεχόμενα, συνολικού εμβαδού 606 τ.μ, και ορίζονται στο ίδιο τοπογραφικό με τα στοιχεία Ι'Η'Μ Λ Κ Ι'.
Είναι αλήθεια ότι στο συμβόλαιο διανομής (φύλλο 2 σελ. β' αυτού) αναγράφονται τα στοιχεία της συνολικής έκτασης των τμημάτων 8 και 8α που έλαβε ο δικαιοπάροχος των εναγομένων ως Ι'Η'Μ Λ Κ Ι, αναγράφεται δηλαδή ως τελευταίο στοιχείο το γράμμα Ι αντί του Ι'. Τούτο είναι περισσότερο από εμφανές ότι οφείλεται σε λάθος κατά την αντιγραφή στο συμβόλαιο των σχετικών στοιχείων του τοπογραφικού, αφού το τελευταίο στοιχείο είναι πάντα το ίδιο με το πρώτο, γιατί έτσι φαίνεται από πού αρχίζει και που τελειώνει κάποιο οικοπεδικό τμήμα.
Τούτο, άλλωστε, συμβαίνει και σε όλες τις άλλες περιπτώσεις που περιγράφεται ένα τμήμα. Θα ήταν, επομένως, παράλογο να ξεκινάει το πιο πάνω ερευνώμενο τμήμα από το στοιχείο Ι' και να καταλήγει όχι στο ίδιο στοιχείο αλλά στο στοιχείο Ι. Εξ άλλου, αμέσως παρακάτω στο ίδιο συμβόλαιο διανομής αναγράφεται ότι, το συνολικό τμήμα που περιήλθε στο δικαιοπάροχο των εναγομένων συνορεύει βόρεια με το υπό στοιχεία Η ΗΊΊ Η τμήμα, που περιήλθε στην απώτερη δικαιοπάροχο των εναγόντων και το οποίο είναι, όπως ήδη ειπώθηκε, εμβαδού 66 τμ.
Έτσι, το τμήμα αυτό των 66 τμ, όπου εμπεριέχεται, η επίδικη εδαφική λωρίδα, για την οποία ερίζουν οι διάδικοι και η οποία στο τοπογραφικό διάγραμμα, όπου στηρίχτηκε το συμβόλαιο διανομής, εμφανίζεται να έχει μήκος 23 μέτρων και πλάτος 2,78 μέτρων, είναι σαφές ότι με την εν λόγω διανομή περιήλθε στην απώτερη δικαιοπάροχο των εναγόντων.
Επίσης, η ανατολική πλευρά του συνόλου των τριών τμημάτων που περιήλθαν με τη διανομή στην πιο πάνω απώτερη δικαιοπάροχο των εναγόντων, στο τοπογραφικό διάγραμμα εμφανίζεται να έχει συνολικό μήκος (20 + 20 + 2,78 =) 42,78 μέτρων, δηλαδή εγγίζει εντυπωσιακά το μήκος της ανατολικής πλευράς που αναγράφεται στο συμβόλαιο, με βάση το οποίο αγόρασαν οι ενάγοντες το προαναφερόμενο οικόπεδό τους και το οποίο, όπως προεκτέθηκε, ανέρχεται σε 43 μέτρα.
Βέβαια, στο τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την υπ' αριθμ. .../1991 οικοδομική άδεια των εναγόντων, η ανατολική πλευρά του εν λόγω οικοπέδου τους εμφανίζεται να είναι μήκους όχι 43 μέτρων, αλλά 41,20 μέτρων, τούτο όμως εκτιμάται ότι έγινε για λόγους ασφάλειας της μελέτης, λόγω της υπάρχουσας ήδη από τότε με τους εναγομένους αντιδικίας για το αν η προαναφερθείσα εδαφική λωρίδα των 66 τμ.
ανήκει στην κυριότητα των εναγόντων ή των εναγομένων, άποψη που υιοθετεί και ο πραγματογνώμονας που ορίστηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων με την εκκαλούμενη υπ' αριθμ. 515/1996 απόφασή του. Άλλωστε, είχε προηγηθεί, η έκδοση της υπ' αριθμ. .../1991 οικοδομικής άδειας των εναγομένων, όπου συμπεριέλαβαν την επίδικη εδαφική λωρίδα στο δικό τους οικόπεδο.
Οι εναγόμενοι, εξ άλλου, προσκομίζουν τοπογραφικά διαγράμματα και συγκεκριμένα: α) το με ημερομηνία Αύγουστος 1991 της Α. Κ., αρχιτέκτονος, με βάση το οποίο εκδόθηκε η προαναφερθείσα οικοδομική άδεια των εναγόντων και, όπου η ανατολική πλευρά του οικοπέδου τους εμφανίζεται να έχει μήκος 41,20 μέτρα, β) το με ημερομηνία Σεπτέμβριος 1991 διάγραμμα του πρώτου εναγομένου, γ) το με ημερομηνία Δεκέμβριος 1990 διάγραμμα του πρώτου εναγομένου, δ) το με ημερομηνία Απρίλιος 1990 διάγραμμα του πρώτου εναγομένου, όπου σημειώνεται ότι το οικόπεδό του είναι εμβαδού 644,88 τ.μ και ότι αυτό είναι άρτιο και οικοδομήσιμο.
Τα τοπογραφικά αυτά διαγράμματα δεν συνεισφέρουν όμως σε κάποια παραπέρα πληροφορία για την επίδικη εδαφική λωρίδα, αφού σ' αυτά δεν απεικονίζεται αυτή. Επίσης, προσκομίζουν την από 23-9-2007 τεχνική έκθεση των αρχιτεκτόνων μηχανικών Ν. Γ. και Π. Β., που διορίσθηκαν από τους εναγομένους ως τεχνικοί σύμβουλοι, ενόψει της διαταχθείσας πραγματογνωμοσύνης, η οποία όμως (τεχνική έκθεση) περιορίζεται στον εντοπισμό κάποιων διαφορών μέτρησης σε τμήματα των ακινήτων των διαδίκων, όπως αυτά απεικονίζονται στα διάφορα κατά καιρούς τοπογραφικά και κυρίως στα αναφερόμενα σχετικά στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης, χωρίς με σαφήνεια να καταλήγει σε κάποιο συμπέρασμα για την κυριότητα της επίδικης εδαφικής λωρίδας.
Ούτε από την από 20-11-1992 τεχνική έκθεση των αρχιτεκτόνων μηχανικών Μ. Κ. και Γ. Τ., που προσκομίζουν οι εναγόμενοι, με την οποία γίνονται διευκρινήσεις για τη θέση του βορείου ορίου του οικοπέδου των εναγόντων, μπορεί να εξαχθεί κάποιο ασφαλές συμπέρασμα για τα ακριβή όρια, το ακριβές εμβαδόν και την κυριότητα της ερευνώμενης εδαφικής λωρίδας.
Από δε την υπ' αριθμ. 11332/6-11-1992 βεβαίωση του Γραφείου Πολεοδομικών εφαρμογών του Δήμου Χανίων, που προσκομίζουν οι εναγόμενοι, προκύπτει ότι οι οικοδομικές άδειες, για την ανέγερση οικοδομών στα οικόπεδά τους, βασίστηκαν σε τοπογραφικά διαγράμματα, τα οποία φέρουν την ανατολική πλευρά του οικοπέδου των εναγόντων να είναι μήκους 41,20 μέτρων ( και όχι 43 μέτρων, όπως αναγράφεται στον τίτλο κτήσης τους).
Το έγγραφο όμως αυτό δεν συνεισφέρει κάποια επιπλέον πληροφορία στη διερεύνηση του επίμαχου ζητήματος για την κυριότητα της επίδικης εδαφικής λουρίδας, αφού, με βάση όσα ήδη προεκτέθηκαν, εκτιμάται ότι, οι ίδιοι οι ενάγοντες, για λόγους ασφάλειας, εξ αιτίας της υπάρχουσας αντιδικίας τους με τους εναγομένους γι' αυτή την έκταση, όρισαν το μήκος της ανατολικής πλευράς του οικοπέδου τους στα πιο πάνω μέτρα.
Περαιτέρω, με την υπ' αριθμ. 122/1993 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, που δίκασε ως εφετείο αντίθετες αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων των ήδη εναγομένων και του ήδη πρώτου ενάγοντα, περί προσωρινής ρύθμισης της νομής της επίδικης εδαφικής λωρίδας, έγινε δεκτό ότι η προσωρινή νομή της ανήκει στους ήδη εναγομένους και υποχρέωσε τον ήδη πρώτο ενάγοντα να αφαιρέσει τα οικοδομικά υλικά που είχε τοποθετήσει σε αυτήν.
Σε εκτέλεση αυτής της απόφασης, συντάχθηκε η υπ' αριθμ. 66/1-10-1993 έκθεση απόδοσης νομής και αφαίρεσης υλικών του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χανίων Ε. Π., στην τελευταία σελίδα της οποίας αναγράφονται, κατά λέξη, τα ακόλουθα: "... διαχώρισα τις ιδιοκτησίες, τοποθετώντας τρεις σιδερόβεργες και ένα νήμα.
Όταν τοποθετούσα τις σιδερόβεργες στην ίδια ευθεία με το νήμα που είχα τραβήξει, ανακάλυψα ένα τμήμα μήκους δύο (2) μέτρων περίπου παλιό σενάζ (τοίχος μπετού) το οποίο ήταν σκεπασμένο από τα μπάζα και το πλάτος του είναι περίπου 55 εκατοστά". Όμως, όπως κατέθεσε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατά τη δικάσιμο της 31-10-1996 ο μάρτυρας των εναγομένων Ξ.
Π. του Ι., γιος του δικαιοπαρόχου των εναγομένων, το σενάζ αυτό το κατασκεύασε ο ίδιος, τον Απρίλιο 1990. Με βάση όλα όσα προεκτέθηκαν, αποδείχθηκε ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα ορθά περιλαμβάνεται στον τίτλο της απώτερης δικαιοπαρόχου των εναγόντων και ορθά περιλαμβάνεται μέσα στα όρια του οικοπέδου που αγόρασαν οι και ενάγοντες και ήδη πρώτος και τρίτη εφεσίβλητοι, παρά τα όσα περί του αντιθέτου ισχυρίζονται οι εναγόμενοι - εκκαλούντες.
Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και ο προαναφερόμενος πραγματογνώμονας Δ. Κ., τοπογράφος μηχανικός, στην από 30-5-1998 έκθεσή του, που συνοδεύεται από σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα. Ο εν λόγω πραγματογνώμονας, αφού αναλυτικά εκθέτει τις μετατοπίσεις των ορίων των ακινήτων των διαδίκων που έλαβαν χώρα πριν τη ρυμοτόμηση και τις ακριβείς μετρήσεις των οικοπέδων που αυτοί αγόρασαν καθώς και της επίδικης εδαφικής λωρίδας, διαπιστώνει ότι :
α) το οικόπεδο των εναγόντων, ενώ κατά το συμβόλαιο διανομής φέρεται με εμβαδόν 1002 τ.μ, στο συμβόλαιο αγοράς του από τους ενάγοντες φέρεται να έχει έκταση 941,80 τ.μ, ενώ μετά τη ρυμοτομία η πραγματική έκτασή του είναι 931,54 τμ, β) το οικόπεδο των εναγομένων, ενώ κατά το συμβόλαιο διανομής φέρεται ως εμβαδόν 606 τ.μ, στο συμβόλαιο αγοράς του από τους εναγόμενους φέρεται να έχει έκταση 644,88 τμ., ενώ μετά τη ρυμοτομία η πραγματική του έκταση είναι 658,13 τ.μ.
Δηλαδή, μετά τη ρυμοτομία, ενώ λογικά περιορίζεται το εμβαδόν του οικοπέδου των εναγόντων, αντίθετα, αυξάνει το εμβαδόν του οικοπέδου των εναγομένων, μολονότι μάλιστα με την υπ' αριθμ. .../18-12-1990 δήλωσή του ο δικαιοπάροχος των εναγομένων δηλώνει ότι παραχωρεί σε κοινή χρήση τμήμα του οικοπέδου του, εμβαδού 57,81 τ.μ.
Τελικά, ο πραγματογνώμονας προσδιορίζει στην πιο πάνω έκθεσή του και στο τοπογραφικό διάγραμμα που τη συνοδεύει, την επίδικη εδαφική λωρίδα, πριν την ρυμοτομία με τα στοιχεία 127-162-130-15-127 και ότι έχει εμβαδόν 64,58 τ.μ, μετά δε τη ρυμοτομία, με τα στοιχεία 90-166-130-15-90 και με εμβαδόν 61,28 τ.μ. Το μήκος δε των πλευρών της το προσδιορίζει νότια σε 25,75 μέτρα, βόρεια σε 25,61 μέτρα, ανατολικά (πρόσοψη στην πάροδο ...) σε 1,74 μέτρα και δυτικά σε 3,44 μέτρα ...
Περαιτέρω από το ίδιο πιο πάνω αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ότι, από τότε που το επίδικο τμήμα περιήλθε στην απώτερη δικαιοπάροχο των εναγόντων - εφεσίβλητων Ε. χήρα Σ. Π., δηλαδή αφότου μεταγράφηκε το υπ' αριθμ. .../31-3-1967 συμβόλαιο διανομής, αυτή νέμονταν και κατείχε τούτο μέχρι το θάνατό της, κατά το έτος 1986, διέμενε δε αυτή ως τότε στην οικία που βρίσκεται στο μείζον οικόπεδο των 1002 τ.μ που περιήλθε σ' αυτήν με τη διανομή.
Έκτοτε τη νομή και κατοχή του είχαν οι κληρονόμοι της, που προαναφέρθηκαν. Δεν αποδείχθηκαν κάποιες διακατοχικές πράξεις από πλευράς του δικαιοπαρόχου των εναγομένων - εγκαλούντων και όχι "εφεσιβλήτων" όπως από παραδρομή αναφέρεται στην επίδικη εδαφική λωρίδα μέχρι τον Απρίλιο 1990, που, κατά τα προεκτιθέμενα, ο μάρτυρας των εναγομένων - εκκαλούντων στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχτηκε ότι κατά τον πιο πάνω χρόνο κατασκεύασε τοίχο από σενάζ περιλαμβάνοντας στο οικόπεδο του δικαιοπαρόχου τους την επίδικη έκταση.
Όταν τούτο έγινε αντιληπτό από τους ενάγοντες, που κατοικούν στην Αθήνα, αυτοί αμέσως διαμαρτυρήθηκαν, με συνέπεια αμφότερες οι πλευρές κατά το έτος 1992 να προσφύγουν αρχικά στο Ειρηνοδικείο Χανίων για να ρυθμισθεί προσωρινά η διαφορά τους περί τη νομή του επίδικου αυτού τμήματος, έκτοτε δε άρχισε η περί αυτού δικαστική διαμάχη τους.
Είναι δε φανερό ότι η τελευταία προέκυψε όταν οι εναγόμενοι - εκκαλούντες διαπίστωσαν, εν όψει της απόφασής τους να αγοράσουν το οικόπεδο και να ανεγείρουν εκεί οικοδομή, ότι απαιτούνταν, για την έκδοση της σχετικής οικοδομικής άδειας, να συμπεριλάβουν το επίδικο στην ιδιοκτησία τους ...". Εξάλλου, το Εφετείο δέχτηκε και τα εξής: "Με την υπ' αριθμ. 3/1993 πράξη εφαρμογής μελέτης της περιοχής "..." Χανίων, που κυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 2185/1128/18.4.1995 απόφαση του περιφερειακού διευθυντή τμήματος Πολεοδομίας και πολεοδομικών εφαρμογών της Νομαρχίας Χανίων, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χανίων (τ. ..., αυξ.
αριθμ. 168.161), το επίδικο τμήμα περιελήφθη να ανήκει στην ιδιοκτησία των εναγομένων - εκκαλούντων. Όμως, με βάση το προρρηθέν αποδεικτικό υλικό δεν προέκυψε ότι το τμήμα αυτό (επίδικη εδαφική λωρίδα), διατέθηκε για την επέκταση πολεοδομικού σχεδίου, οπότε, σύμφωνα και με τις προεκτεθείσες νομικές σκέψεις, δεν απέκτησαν με τη μεταγραφή της πράξης εφαρμογής, οι εναγόμενοι - εκκαλούντες την κυριότητά του, και οι ενάγοντες και ήδη πρώτος και τρίτη εφεσίβλητοι, επικαλούμενοι ότι αυτοί είναι οι αληθινοί κύριοι του επιδίκου εδαφικού τμήματος, δικαιούνται να το διεκδικήσουν".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κατέληξε στην κρίση, ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα ανήκει στην κυριότητα των εναγόντων και ακολούθως δέχτηκε την αγωγή και απέρριψε την ένσταση ιδίας κυριότητας των εναγομένων, ότι είχαν καταστεί αυτοί κύριοι του επίδικου ακινήτου με τα προσόντα της τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας, επικυρώνοντας, έτσι, την εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει όμοια κρίση. 'Ετσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΑΚ που αφορούν στον παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας (ή και συγκυριότητας) ακινήτου με κληρονομική διαδοχή και με συμφωνία και στον πρωτότυπο τρόπο της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας, ούτε τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 12 του ν.1337/1993 και 49 παρ. 2 του ν.947/1979, τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε, εφόσον, υπό τα προεκτιθέμενα δεδομένα, δεν συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής τους, περιέλαβε δε στην απόφασή του πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία τόσο όσον αφορά την παραδοχή της αγωγής όσο και όσον αφορά την απόρριψη της άνω ένστασης και συνεπώς ο έβδομος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και έκτος από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου του ΚΠολΔ, με τους οποίους, υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις, υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Οι περιλαμβανόμενες στον έκτο αναιρετικό λόγο ειδικότερες αιτιάσεις, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, το οποίο έλαβε υπόψη "το τοπογραφικό της διανομής του εμπειροτέχνη μηχανικού Ε. Μ.", κατέληξε στην προεκτεθείσα κρίση του, διότι, ενώ δέχθηκε "ότι η ανατολική πλευρά των εναγόντων (προς την πάροδο ...) "εγγίζει εντυπωσιακά" το μήκος της ανατολικής πλευράς που αναγράφεται στο συμβόλαιο των αντιδίκων (αναιρεσιβλήτων) επί της ήδη διαμορφωθείσης οδού", παρέλειψε "να συγκρίνει και να αναφέρει την ακόμη εντυπωσιακότερη προσέγγιση της ανατολικής πλευράς των δύο ιδιοκτησιών που αγοράσαμε εμείς (αναιρεσείοντες) επί του ιδίου σχεδιαγράμματος" και περιέλαβε στην απόφασή του "εσφαλμένη και ανεπαρκή κρίση (η οποία) συνίσταται στο ότι δεν έκανε, όπως όφειλε, τη σύγκριση των προσώπων του μήκους της ιδιοκτησίας (αναιρεσειόντων και αναιρεσιβλήτων) κατά το τοπογραφικό της εποχής εκείνης", και δεν συνεκτίμησε τις επισημάνσεις της "πραγματογνωμοσύνης Κ.", ότι "το τοπογραφικό της διανομής έχει βασικές ατέλειες και λάθη ...
ότι υπήρχαν όρια και αυτά αποτυπώθηκαν με το τοπογραφικό του Κ. Μ. του Απριλίου 1990 ... και τα ίδια όρια, δείχνει και η πράξη εφαρμογής ..." και ότι οι αναιρεσίβλητοι "αγόρασαν μετά από (τους αναιρεσείοντες) με το υπ' αριθμ. .../25.2.1991 συμβόλαιο και (οι τελευταίοι) είχαν επισημάνει ότι στην άδεια οικοδομής που εξέδωσαν είχαν εμφανίσει εμβαδόν του οικοπέδου τους χωρίς την επίδικη λωρίδα ...", είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, εφόσον με αυτές πλήττεται αποκλειστικά η περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, η οποία σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
ΙΙΙ. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει λόγο αναίρεσης, είναι τα από τις διατάξεις των άρθρων 432 επόμ. προβλεπόμενα έγγραφα που παρέχουν άμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου του επικαλουμένου και προσκομίζοντος αυτά. Τέτοια, όμως, έγγραφα δεν είναι τα περιέχονται τις γνωμοδοτήσεις των εχόντων ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης ή τη γνώμη των πραγματογνωμόνων, των οποίων (εγγράφων) το περιεχόμενο εκτιμά ανελέγκτως και ελευθέρως το δικαστήριο της ουσίας. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά τον οποίο το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της άνω - από 30.5.1998 (υπ' αριθμ. έκθεσης κατάθεσης 12/10.6.1998) - έκθεσης πραγματογνωμοσύνης και της από 23.4.2007 αντίκρουσης της πραγματογνωμοσύνης, που συντάχθηκε από τους μηχανικούς Ν. Γ. και Π. Β. είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί.
IV. Με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμησή του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 παρ. α' - και όχι και 9 - του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, χωρίς να υπάρχει σχετικός λόγος έφεσης κατά της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατά το μέρος της που αναγνώρισε τους αναιρεσιβλήτους ενάγοντες συγκυρίους του επίδικου ακινήτου κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου τον καθένα απ' αυτούς, εξαφάνισε την εκκαλούμενη πρωτοβάθμια απόφαση και κρίνοντας επί της αγωγής, με την οποία εζητείτο να αναγνωριστούν οι ήδη αναιρεσίβλητοι ενάγοντες Λ. Σ. και (η τότε ανήλικη) Μ. - Ε. Σ., συγκύριοι του επίδικου ακινήτου κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, δέχτηκε αυτήν - αγωγή - κατά το προεκτεθέν αίτημά της. 'Όμως οι αναιρεσείοντες, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της από 24.3.2008 έφεσής τους, είχαν προβάλει σχετικό λόγο έφεσης (τον υπό στοιχείο Ζ), κατά παραδοχή άλλωστε του οποίου και έγινε δεκτή η έφεση και εν τέλει και η αγωγή κατά το άνω αίτημά της. Επομένως, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
V. Οι λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναφέρονται στην παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, τη κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις, χωρίς να ενδιαφέρει σε ποιο επίπεδο εντάσσονται από άποψη ιεραρχίας των πηγών του δικαίου. Επομένως, ο πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, κατ' ορθή εκτίμησή του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, και δεύτερος, από τους αριθμούς 1 και 19 του ίδιου άρθρου του ΚΠολΔ, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση (ευθεία και εκ πλαγίου) της δικονομικής διάταξης του άρθρου 294 εδ. β' του ΚΠολΔ, περί της παραίτησης από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής όσον αφορά το επικουρικό αίτημά της για την ίθυνση ορίων είναι απαράδεκτοι και πρέπει να απορριφθούν.
VI. Κατά τη διάταξη του άρθρου 9 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα "φαίνεται με τα στοιχεία ΙΙ'Η'Η Ι στο από 20.10.1964 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ε.
Μ., εμπεριέχεται στην αποτυπούμενη εδαφική λωρίδα με τα στοιχεία 90-166-130-15-90 στο τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την υπ' αριθμ. 12/10.6.1998 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ορισθέντος πραγματογνώμονος Δ. Κ., τοπογράφου μηχανικού, κατ' ορθό δε μαθηματικό απολογισμό - αφού έχει το γεωμετρικό σχήμα τραπεζίου - έχει εμβαδό (όχι 60,40 τ.μ.
που προφανώς από παραδρομή οι ήδη αναιρεσίβλητοι ενάγοντες ζήτησαν να αναγνωριστούν συγκύριοι, ούτε 61,28 που το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αναγνώρισε τους ήδη αναιρεσιβλήτους ενάγοντες συγκυρίους, αλλά) 59,17 τ.μ., που εν τέλει -το Εφετείο- αναγνώρισε αυτούς συγκυρίους και δη κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου τον καθένα.
Με βάση αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 9 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι δεν επιδίκασε στους ήδη αναιρεσιβλήτους ενάγοντες περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, και, συνεπώς, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμός 9 περ. β' του ΚΠολΔ, με τον οποίο, υπό την επίκληση της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας, υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26.11.2012 αίτηση των 1) Κ. Α. Ν. κ.ά. για αναίρεση της 486/2009 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 6η Μαΐου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 3η Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ