Supreme Court dismisses appeal on lack of legal interest and inadmissibility of vague claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal filed by two companies against a second-instance court ruling regarding overtime pay disputes. The appellant companies argued that the lower court improperly dismissed their claims for wage reimbursement without addressing substantive legal issues. The court held that the appeal lacked legal interest because the second instance had already ruled these claims inadmissible and legally unfounded, making the review unnecessary and redundant.
Legislator headnote
AI generatedArticles 556, 578, 68, 559 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal lacking legal interest when the lower court has already ruled on the contested claims as inadmissible or legally unfounded, rendering the appeal moot and unnecessary.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1208 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1208/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Πατινίδη), Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα, Ασπασία Καρέλλου και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαΐου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΑΚΤΩΡ Α.Ε.", που εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Τριαντάφυλλο και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Κ. του Η., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Παναγιώτη Παπανικολάου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/12/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1184/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 868/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 20/7/2012 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 9/5/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη και των δύο λόγων της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις της 8900/1946 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας "περί καθορισμού αυξημένης αμοιβής εις τους εργαζομένους εν γένει κατά τας Κυριακάς και εορτάς", όπως ερμηνεύθηκε με την 25825/1951 ομοία και άρθρ.2 του ν.435/1976, προκύπτει ότι στους εργαζομένους κατά τις Κυριακές και τις μη εργάσιμες εορτές καταβάλλεται, ανεξαρτήτως του κύρους για την απασχόληση, προσαύξηση του ημερομισθίου, η οποία υπολογίζεται επί του νομίμου μισθού και ισούται με το 75% ενός ημερομισθίου, εφόσον η εργασία εξαντλήσει το κανονισμένο ημερήσιο ωράριο.
Εάν υπολείπεται του νομίμου ωραρίου μειώνεται ανάλογα και αν υπερβαίνει αυτό αυξάνεται ανάλογα. Έτσι ο υπολογισμός της αμοιβής του μισθωτού από την αιτία αυτή μπορεί να γίνει με βάση την ωριαία απασχόληση μέσα στα χρονικά όρια των ημερών αυτών, που είναι γνωστές από το ημερολόγιο. Σε περίπτωση δε που στερείται και την εβδομαδιαία ανάπαυση ο εργαζόμενος αυτός δικαιούται και το 1/25 του καταβαλλομένου μισθού του ως αποζημίωση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, δηλαδή καθετί που ο εργοδότης θα κατέβαλε στον ίδιο εργαζόμενο αν εργαζόταν σε ημέρα μη αναπαύσεως, χωρίς την προσαύξηση της υπερεργασίας άλλων ημερών και της αναλογίας επιδομάτων αδείας και εορτών.
Περαιτέρω, στα άρθρα 1 παρ.2 και 2 παρ.2 της πιο πάνω, κατ' εξουσιοδότηση του ν.28/1944, εκδοθείσας 25825/1951 αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, ορίσθηκε ότι οι χορηγούμενες προσαυξήσεις για τις εργασίες αυτές δεν συμψηφίζονται προς τις τυχόν καταβαλλόμενες αποδοχές, που είναι ανώτερες των θεσπισμένων ελαχίστων ορίων μισθών και ημερομισθίων.
Κατά την ορθή έννοια των διατάξεων αυτών απαγορεύεται μόνον ο από τον εργοδότη συμψηφισμός (ακριβέστερον καταλογισμός)των καταβαλλόμενων υπερτέρων αποδοχών προς τις οφειλόμενες προσαυξήσεις από την παρασχεθείσα εργασία κατά τις Κυριακές, τις εξαιρετέες ημέρες και τις νύκτες, δεν απαγορεύεται δε και η συνομολόγηση μεταξύ μισθωτού και εργοδότη συμφωνία, όπως στις καταβαλλόμενες υπέρτερες αποδοχές συμψηφίζεται και κάθε τυχόν προσαύξηση από τέτοια αξίωση.
Η συμφωνία αυτή περί καταλογισμού δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 664 και 679 ΑΚ, εφόσον ο μισθωτός και με τη συμφωνία αυτή λαμβάνει τα οριζόμενα από τις Υπουργικές αποφάσεις και συλλογικές συμβάσεις ελάχιστα όρια αποδοχών μετά των προβλεπόμενων προσαυξήσεων (Ολ.ΑΠ 87/1971). Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του β.δ.748/1966, κατά την παράγραφο 1 του οποίου οι διατάξεις του εφαρμόζονται υπό τις σ'αυτό διακρίσεις σ'όλη την Επικράτεια, κατά τις Κυριακές και τις στο άρθρο 4 του βασιλικού αυτού διατάγματος οριζόμενες αργίες και υπό τις στο διάταγμα αυτό διακρίσεις απαγορεύεται στους στο Κράτος οπαδούς κάθε θρησκεύματος κάθε βιομηχανική, βιοτεχνική, εμπορική εργασία και κάθε επαγγελματική εν γένει δραστηριότητα.
Η εκουσία ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας κατά την ημέρα της εβδομαδιαίας αναπαύσεως ή, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, (και) κατά την ημέρα της υποχρεωτικής αναπαύσεως λόγω εξαντλήσεως της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, όπου ισχύει η τελευταία απαγορευμένη από τους ως άνω κανόνες δημόσιας τάξεως, είναι άκυρη και γεννά αξίωση για απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή μιας τέτοιας εργασίας κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Η ωφέλεια αυτή συνίσταται στις αποδοχές τις οποίες ο εργοδότης θα κατέβαλε σε άλλο μισθωτό, που θα απασχολούνταν με έγκυρη σύμβαση εργασίας κατά τις ανωτέρω ημέρες υπό τις ίδιες συνθήκες υπό τις οποίες ακύρως εργάστηκε κατ' αυτές ο μισθωτός. Έτσι, ειδικότερα, ο εργοδότης υποχρεούται σε απόδοση της αμοιβής, την οποία αυτός θα κατέβαλλε, αν ήταν έγκυρη η σύμβαση, υπό τις συνθήκες που επικρατούσαν στον τόπο όπου παρασχέθηκε η εργασία, για την ίδια εργασία σε πρόσωπο της ικανότητας και των προσόντων εκείνου που παρέσχε αυτή, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι προσαυξήσεις τις οποίες θα δικαιούνταν να λάβει εκείνος που παρέσχε την εργασία, αν συναπτόταν έγκυρη σύμβαση εργασίας, ως εκ των συνοδευουσών το πρόσωπο αυτού ιδιαίτερων περιστάσεων, και δη λόγω γάμου, τέκνων, πολυετούς υπηρεσίας και προϋπηρεσίας, εφόσον αυτές δεν θα συνέτρεχαν αναγκαίως στο πρόσωπο του δυναμένου να προσληφθεί εγκύρως.
Εξάλλου η επί 8ωρο εκούσια ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας κατά τα Σάββατα, ημέρα υποχρεωτικής ανάπαυσης λόγω εξάντλησης του πενθημέρου, απαγορευμένη από κανόνα δημόσιας τάξης είναι άκυρη και γεννά απαίτηση απόδοσης της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή μιας τέτοιας εργασίας κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού κατ'αρ.904 Α.Κ.
Η ωφέλεια συνίσταται στις αποδοχές που ο εργοδότης θα κατέβαλε σε άλλον μισθωτό, τον οποίο θα απασχολούσε εγκύρως υπό τις ίδιες συνθήκες με τον ακύρως εργασθέντα κατά τον ως άνω χρόνο χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές περιστάσεις του τελευταίου. Επίσης, με τις διατάξεις των παρ.1-5 του άρθρου 4 Ν 2874/2000 "Προώθηση της απασχόλησης και άλλες διατάξεις" καταργήθηκε η υπερεργασία και ορίσθηκε ότι στις επιχειρήσεις, για τις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας σαράντα(40) ωρών εργασίας την εβδομάδα, ο εργοδότης δια τηρεί την ευχέρεια υπερωριακής απασχολήσεως του μισθωτού και ο μισθωτός αντιστοίχως υποχρεούται να παρέχει την εργασία του επί τρεις(3)ώρες πέρα του συμβατικού ωραρίου (41η, 42η και 43η ώρα) την εβδομάδα (ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση).
Από 1.4.2001 και εφεξής η πέραν των σαράντα τριών(43)ωρών την εβδομάδα επιπλέον απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παρ.1 του Νόμου αυτού θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες εγκρίσεως. Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακώς δικαιούνται για κάθε ώρα ιδιορρύθμου υπερωριακής απασχολήσεως και νομίμου υπερωριακής απασχολήσεως μέχρι τη συμπλήρωση των εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως αμοιβή ίση προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, προσαυξημένο κατά 50%.
Για την πέραν των εκατόν είκοσι (120) ωρών υπερωριακή απασχόληση εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 1 Ν. 435/1976. Ο μισθωτός σε κάθε περίπτωση μη νομίμου υπερωριακής απασχολήσεως του δικαιούται αποζημίωση ίση προς το 250% του καταβαλλομένου ωρομισθίου για κάθε ώρα μη νομίμου υπερωρίας. Ωστόσο, η διάταξη του άρθρου 4 Ν 2874/2000 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 Ν 3385/2005 και ισχύει από την 1.10.2005 με το εξής περιεχόμενο: "1.Σε επιχειρήσεις, στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επιπλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία).
Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η, 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25% και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχόλησης. Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργασίμων ημερών την εβδομάδα η σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, υπερεργασία ανέρχεται σε οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα. 2.Η πέραν των σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παρ.1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης.
Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργασίμων ημερών την εβδομάδα, υπερωριακή απασχόληση θεωρείται η εργασία πέρα των σαράντα οκτώ (48) την εβδομάδα. Σε κάθε περίπτωση διατηρούνται σε ισχύ οι ρυθμίσεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο εργασίας. 3.Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας και μέχρι τη συμπλήρωση εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως αμοιβή ίση προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50%.
Η αμοιβή για την πέραν των εκατόν είκοσι (120)ωρών ετησίως νόμιμη υπερωριακή απασχόληση είναι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 75%. 4.Κάθε ώρα υπερωρίας, για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες από τον νόμον διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, χαρακτηρίζεται εφεξής ως κατ'εξαίρεση υπερωρία. 5.Για κάθε ώρα κατ' εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100%".
Ακόμη, από τη διάταξη του άρθρ.8 παρ.4 του ΝΔ 4020/1959 προκύπτει ότι είναι άκυρη η μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού συμφωνία κατά την ο ποία οι αμοιβές και αποζημιώσεις για νόμιμη και παράνομη υπερωρία καλύπτονται εν όλω ή εν μέρει με την πληρωμή του μισθίου, μεγαλύτερου του νομίμου. Στην έννοια δε της νόμιμης υπερωριακής εργασίας περιλαμβάνεται και η ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση των τριών ωρών, που ίσχυσε από 1-4-2001 έως 1-10-2005, με βάση το άρθρο 4 του ν.2874/2000 (ΑΠ 1915/2011).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή, συνάγεται ότι στοιχεία για την πληρότητα του σχετικού περί εξοφλήσεως ισχυρισμού αλλά και του αιτιολογικού της αποφάσεως που δέχεται τον ισχυρισμό αυτόν ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος της καταβολής.
Όταν δε με την αγωγή ασκούνται πλείονες αξιώσεις πηγάζουσες από διαφορετικές αιτίες, όπως στην περίπτωση των εργατικών αξιώσεων, δεν αρκεί να αναφέρεται στον ισχυρισμό του εναγομένου ότι οι συγκεκριμένες αξιώσεις του ενάγοντος εξοφλήθηκαν, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται το δικαιούμενο καθώς και το καταβληθέν για κάθε αξίωση ποσό.
Διαφορετικά καθίσταται αόριστος ο ανωτέρω ισχυρισμός αφού ενδέχεται το φερόμενο ως καταβληθέν ποσό να είναι μικρότερο του οφειλομένου. Περαιτέρω, για το ορισμένο του προβαλλομένου προς κατάλυση αξιώσεως από την παροχή υπερεργασίας, εργασίας κατά τις Κυριακές, τις αργίες και τα Σάββατα ισχυρισμού του εργοδότη, περί ύπαρξης συμφωνίας καταλογισμού στις καταβαλλόμενες υπέρτερες των νομίμων αποδοχές, των αξιώσεων του εργαζομένου για προσαυξήσεις από την ανωτέρω παροχή εργασίας, πρέπει να γίνεται μνεία όχι μόνον της σχετικής συμφωνίας, αλλά και του καταλογισθέντος στην αμοιβή κάθε μιας από τις ως άνω δραστηριότητες του εργαζομένου, ποσού, και όχι μόνο το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε.
Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα, οι αναιρεσείουσες ισχυρίσθηκαν πρωτοδίκως και επανέφεραν με σχετικό λόγο έφεσης ότι, με βάση συμφωνία με τον αναιρεσίβλητο, που πρόβλεπε ότι οι αξιώσεις του για εργασία κατά τα Σάββατα, τις Κυριακές, τις αργίες, για υπερεργασία και ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση θα καλύπτονταν από τις υπέρτερες των νομίμων αποδοχές που εισέπραττε.
Ειδικότερα ισχυρίσθηκαν αυτές ότι ο αναιρεσίβλητος για το διάστημα από 1-1-2003 έως 31-12-2003 έπρεπε να εισπράττει με βάση τα προσόντα του 923 ευρώ το μήνα, ενώ όμως με βάση την άνω συμφωνία εισέπραττε 2250 ευρώ, δηλαδή 1327 ευρώ επιπλέον, από 1-1-2004 έως 30-6-2004 έπρεπε να εισπράττει 959,76 ευρώ το μήνα, πλην εισέπραττε 2250 ευρώ δηλαδή 1290,25 ευρώ επιπλέον, από 1-7-2004 έως 31-12-2004 ενώ έπρεπε να εισπράττει 1036,50 ευρώ το μήνα, εισέπραττε 2250 ευρώ δηλαδή 1214 ευρώ επιπλέον, από 1-1-2005 μέχρι 30-6-2005 ενώ έπρεπε να εισπράττει 1067,50 ευρώ το μήνα, εισέπραττε 2250 ευρώ δηλαδή 1182,50 ευρώ επιπλέον, από 1-7-2005 έως 31-12-2005, ενώ έπρεπε να εισπράττει 1099,50 ευρώ το μήνα, εισέπραξε τον Ιούλιο του άνω έτους 2250, δηλαδή 1150,5 ευρώ επιπλέον, τον δε Αυγουστο 3000 ευρώ δηλαδή 1900,50 ευρώ επιπλέον, από 1-1-2006 έως 30-6-2006, ενώ έπρεπε να εισπράττει 1132,50 ευρώ εισέπραττε 3000 ευρώ, δηλαδή 1867,50 ευρώ επιπλέον, από 1-7-2006 έως 31-12-2006 ενώ έπρεπε να εισπράττει 1166,50 ευρώ, εισέπραττε 3000 ευρώ, δηλαδή 1834,50 ευρώ επιπλέον, από 1-1-2007 έως 30-6-2007 ενώ έπρεπε να λαμβάνει ποσό 1166,50 ευρώ εισέπραττε 3000 ευρώ, δηλαδή επιπλέον 1834,50 ευρώ, από 1-7-2007 έως 31-12-2007 ενώ έπρεπε να εισπράττει 1276 ευρώ, εισέπραττε 3700 ευρώ, δηλαδή 2424 ευρώ επιπλέον και από 1-1-2008 έως 14 -5-2008 ενώ έπρεπε να εισπράττει 1314,50 ευρώ, εισέπραττε 3700 ευρώ, δηλαδή 2386 ευρώ επιπλέον.
Ότι, με βάση την προαναφερθείσα συμφωνία καταλογισμού, και τις διαφορές των ποσών που προέκυπταν κάθε μήνα, από το μισθό που εισέπραττε ο αναιρεσίβλητος, σε σχέση με αυτόν που έπρεπε να εισπράττει, καθόλο το προρηθέν χρονικό διάστημα, οι αναιρεσείουσες προέβαλαν τον ισχυρισμό περί εξόφλησης των αγωγικών αξιώσεων για εργασία κατά τις Κυριακές, τις αργίες, τα Σάββατα, για υπερεργασία και ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση.
Το Εφετείο, αναφορικά με τον ισχυρισμό αυτό περί της ύπαρξης της άνω συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, περί καταλογισμού των υπέρτερων αποδοχών που λάμβανε ο αναιρεσίβλητος, με τις αξιώσεις του από εργασία κατά τις Κυριακές, τις αργίες, τα Σάββατα, από υπερεργασία και ιδιόρρυθμη υπερωρία, και τον εντεύθεν ισχυρισμό περί εξόφλησης των αξιώσεων αυτών, δέχθηκε ότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί ήταν απαράδεκτοι λόγω αοριστίας, και ο μεν ισχυρισμός περί καταλογισμού (συμψηφισμού τον αναφέρει η προσβαλλομένη απόφαση), των υπέρτερων των νομίμων, καταβαλλομένων αποδοχών, στις αξιώσεις για υπερεργασία, ιδιόρρυθμη υπερωριάκη απασχόληση, εργασία κατά τις Κυριακές, τις αργίες και τα Σάββατα, καθόσον δεν προέκυπτε, τουλάχιστον κατά τη προβολή του πρωτοδίκως, ο χρόνος γέννησης της προτεινόμενης σε συμψηφισμό ανταπαίτησης καθώς και το ποσό αυτής, η επιχειρηθείσα δε βελτίωση αυτού με την έφεση, δεν υπήρξε επιτυχής, ως προς δε το καταλογισμό αυτό των υπερτέρων των νομίμων καταβαλλομένων αποδοχών προς τις αξιώσεις του αναιρεσιβλήτου από την ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση, ο άνω ισχυρισμός κρίθηκε ότι ήταν και μη νόμιμος, ενόψει του ότι ο νόμος (άρθρο 8 παρ.4 του νδ 4029/1959) απαγορεύει την εκ των προτέρων ή και εκ των υστέρων παραίτηση του μισθωτού από την αξίωσή του για λήψη αμοιβής από υπερωριακή εργασία, στην οποία εμπεριέχεται η νόμιμη, η παράνομη και η ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση, ως προς δε τις λοιπές αξιώσεις και για το λόγο ότι δεν επικαλέστηκαν οι αναιρεσείουσες, ούτε απέδειξαν τέτοια συμφωνία περί καταλογισμού.
Ως προς δε τον ισχυρισμό περί εξόφλησης των εκ τεθέντων αξιώσεων του αναιρεσίβλητου, λόγω του ότι δεν αναφέρονταν σ'αυτόν αναλυτικά το κάθε ποσό το οποίο δικαιούνταν αυτός και εκείνο το οποίο καταβλήθηκε για την εξόφληση κάθε συγκεκριμένης αγωγικής απαίτησης, αφού ενδέχεται το φερόμενο ως καταβληθέν για κάθε μία από τις ως άνω αξιώσεις να είναι μικρότερο του οφειλομένου.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, και απέρριψε το σκέλος του ισχυρισμού περί συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων για καταλογισμό των καταβαλλομένων υπέρτερων των νομίμων αποδοχών του αναιρεσιβλήτου στις αξιώσεις του για ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση, ως μη νόμιμο, δεν παρεβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ.4 του ΝΔ 4020/1959, 4 παρ.1-5 του ν.2874/2000, τις οποίες αντιθέτως ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, γι'αυτό και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος της αναίρεσης που στηρίζεται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ αριθμός 1.
Ως προς δε και τους δύο ισχυρισμούς περί συμφωνίας καταλογισμού των υπέρτερων των νομίμων καταβαλλομένων αποδοχών του αναιρεσιβλήτου στις λοιπές αξιώσεις του, για υπερεργασία και εργασία κατά τις Κυριακές, τις αργίες και τα Σάββατα, και εξόφλησης όλων των προαναφερθεισών αξιώσεών του, οι οποίοι απερρίφθησαν από το Εφετείο, ως αόριστοι, το ως άνω Δικαστήριο, έστω και με εσφαλμένη αιτιολογία ως προς τον ισχυρισμό περί ύπαρξης της ως άνω συμφωνίας καταλογισμού, αφού δεν επρόκειτο περί συμψηφισμού απαιτήσεων του αναιρεσιβλήτου προς ανταπαιτήσεις της αναιρεσείουσας, αλλά περί συμφωνίας καταλογισμού των δικαιουμένων προσαυξήσεων για τις άνω αιτίες, προς τις υπέρτερες των νομίμων καταβαλλόμενες αποδοχές, ενόψει του ότι δεν διαλαμβάνεται στον ισχυρισμό αυτό ποιο επί μέρους ποσό από το συνολικά καταβληθέν, καταλογίσθηκε σε κάθε μία απ'αυτές (άνω δραστηριότητες του αναιρεσιβλήτου), σε ορθό διατακτικό κατέληξε, σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ,δεν κήρυξε παρά το νόμο το απαράδεκτο των ισχυρισμών αυτών, ως αορίστων, και συνεπώς δεν υπέπεσε στη πλημμέλεια του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γι'αυτό και πρέπει να απορριφθεί ο ίδιος λόγος αναίρεσης (πρώτος) από τον μη κατονομαζόμενο ως άνω αριθμό του εκτεθέντος άρθρου.
Επειδή, ως πράγματα, για τα οποία αν παρά το νόμο λήφθηκαν ή δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, ιδρύεται ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ λόγος αναιρεσης, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ'αυτούς (Ολ.ΑΠ 14/2004).
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, κατά το μέρος του από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό περί ύπαρξης συμφωνίας μεταξύ αυτών και του αναιρεσιβλήτου για καταλογισμό των ανωτέρων των νομίμων αποδοχών του τελευταίου, με τις προαναφερθείσες ένδικες μισθολογικές αξιώσεις του, που προβλήθηκε πρωτοδίκως και επαναφέρθηκε νομοτύπως στο Εφετείο με σχετικό λόγο έφεσης.
Πλην, ο λόγος αυτός της αναίρεσης, και κατά το μέρος του αυτό, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ενόψει του ότι, όπως ήδη αναφέρθηκε στην αμέσως προηγούμενη σκέψη, ο ως άνω ισχυρισμός ήταν αόριστος, αλλά και μη νόμιμος κατά ένα σκέλος του, και συνεπώς μη ουσιώδης, με συνέπεια ως τέτοιος να μην ιδρύει τον προλεχθέντα λόγο αναίρεσης.
Πέραν όμως αυτών, όπως προκύπτει από τη προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό τον οποίο απέρριψε ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας, αλλά και ως μη νόμιμο, σε σχέση με την εκτεθείσα συμφωνία καταλογισμού των ανωτέρων των νομίμων αποδοχών που λάμβανε αυτός (αναιρεσίβλητος) προς τις αξιώσεις του από τη παροχή ιδιόρρυθμης υπερωριακής εργασίας.
Επειδή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 556 παρ.1 και 578 Κ.Πολ.Δικ. για την άσκηση αναιρέσεως απαιτείται έννομο συμφέρον, η ύπαρξη του οποίου κρίνεται από την προσβαλλομένη απόφαση κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 Κ.Πολ.Δικ. Ο διάδικός δεν έχει έννομο συμφέρον να προσβάλλει την απόφαση με αναίρεση, όταν επικαλείται την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας σε ζητήματα που κρίθηκαν χωρίς ανάγκη πλεοναστικώς και όλως παρέργως, ως προς τα οποία, μη στηρίζοντα το διατακτικό αυτής, δεν παράγεται δεδικασμένο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον ίδιο ως άνω λόγο αναίρεσης, και κατά το μέρος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., προβάλλεται εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 3, 174, 361, 664, 679 ΑΚ, 1, 2 ΚΥΑ των υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, που εκδόθηκε κατ'εξουσιοδότηση του Ν 28/1944, με τη μορφή των αντιφατικών αιτιολογιών της προσβαλλομένης απόφασης, επειδή το Εφετείο δέχθηκε με αυτή σωρευτικώς ότι οι ισχυρισμοί των αναιρεσειουσών περί καταλογισμού των υπερτέρων των νομίμων αποδοχών που λάμβανε ο αναιρεσίβλητος, στις προαναφερθείσες αξιώσεις του, και εντεύθεν περί εξόφλησης αυτών, που διατυπώθηκαν με λόγους έφεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, λόγω του τρόπου της προσπάθειας τεκμηρίωσης αυτών, αλλά και ως νόμω αβάσιμοι, διότι προσκρούουν στη διάταξη του άρθρου 8 παρ.4 του ΝΔ 4020/1959, που απαγορεύει την εκ των προτέρων και εκ των υστέρων παραίτηση του μισθωτού από την αξίωσή του για λήψη αμοιβής για υπερωριακή εργασία, όσον δε αφορά τα λοιπά κονδύλια διότι δεν επικαλούνται ούτε άλλωστε προκύπτει συμφωνία περί συμψηφισμού (καταλογισμού) των απαιτήσεών αυτών.
Η κρίση όμως αυτή του Εφετείου είναι πλεοναστική και δεν στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, το οποίο επαρκώς στηρίζεται στην κρίση ότι οι ως άνω ισχυρισμοί ήταν απαράδεκτοι λόγω αοριστίας, ο δε εξ αυτών ισχυρισμός περί ύπαρξης συμφωνίας καταλογισμού στην αξίωση του αναιρεσίβλητου από την ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση που πρόσφερε αυτός, των υπέρτερων των νομίμων αποδοχών που λάμβανε αυτός, ήταν μη νόμιμος.
Επομένως και ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, κατά το αμέσως εκτεθέν μέρος του, που στηρίζεται στον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ασκείται χωρίς έννομο συμφέρον και είναι γι'αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος καθώς και αυτή (αναίρεση) στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-7-2012 αίτηση για αναίρεση της 868/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων(1800)ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουνίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ