Legislator Case Law & Legislation
1208/2012 AI generated

1208/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1208/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-3-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1353/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 3928/2002 του Εφετείου Αθηνών που διορθώθηκε με την από 1920/2006 απόφαση. Την αναίρεση των εφετειακών αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31-7-2006 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1208/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο διέταξε, αυτεπαγγέλτως, την διόρθωση της υπ' αριθμ. 3928/2002 παρεμπιπτούσης περί διεξαγωγής αποδείξεων αποφάσεώς του, ως προς τα στοιχεία της αγωγής του αναιρεσιβλήτου, επί της οποίας η τελευταία αυτή απόφαση εξεδόθη, και ειδικότερα ως προς την ημερομηνία της και τον αριθμό καταθέσεώς της.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1208 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1208/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου της Αντιπροέδρου), Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Του αναιρεσίβλητου: Γ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αχιλλέα Παππά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-3-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1353/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 3928/2002 του Εφετείου Αθηνών που διορθώθηκε με την από 1920/2006 απόφαση. Την αναίρεση των εφετειακών αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31-7-2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 27-4-2001 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576 παρ. 1, 2 και 3, 568 παρ. 1 και 4 ,498 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος, το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αν επισπεύδει αυτός την συζήτηση ή, όταν την επισπεύδει άλλος, αν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, σε αποφατική δε περίπτωση να κηρύξει απαράδεκτη την συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους.

Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ' αριθμ. 4272Ε /1.4.2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της από 31/7/2006 αιτήσεως για αναίρεση της 1920/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών μετά της κάτω από αυτή πράξεως του προέδρου του Γ' Τμήματος του Αρείου Πάγου, δια της οποίας ορίσθηκε δικάσιμος για την συζήτησή της η 4/5/2011, νομίμως και εμπροθέσμως επεδόθη προς τον αναιρεσείοντα, με την επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Αθηνών Αχιλλέα Παππά επισπεύδει την συζήτηση. Πλην όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της παρούσης δίκης, ο αναιρεσείων, δεν εμφανίσθηκε κατά την συζήτηση στην ανωτέρω δικάσιμο της , κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από την οικεία της σειρά στο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν σχετική δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ. 1 και 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία του, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

ΙΙ. Επειδή, κατά το άρθρο 315 του ΚΠολΔ, αν από παραδρομή κατά τη σύνταξη της αποφάσεως περιέχονται λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό της διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος ή και αυτεπαγγέλτως να την διορθώσει με νέα απόφασή του. Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι μπορεί να γίνει διόρθωση των σφαλμάτων που οφείλονται σε ασυμφωνία αυτών που ήθελε το δικαστήριο και αυτών που έχουν διατυπωθεί στην απόφαση , έστω και αν από την διόρθωση της ανακριβείας της διατυπώσεως επέρχεται μεταβολή στο διατακτικό, αφού η μεταβολή αυτή, η οποία δεν ανατρέπει, αλλ' ορθώς διατυπώνει την αληθή δικαιοδοτική βούληση, κάτι που επιτρέπει ο νόμος, δεν αποτελεί παραβίαση του δεδικασμένου. Η παραδρομή στην οποία οφείλονται τα λάθη αρκεί να προκύπτει από την όλη διάρθρωση της αποφάσεως και των συμβάντων κατά την σύνταξη αυτής.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο διέταξε, αυτεπαγγέλτως, την διόρθωση της υπ' αριθμ. 3928/2002 παρεμπιπτούσης περί διεξαγωγής αποδείξεων αποφάσεώς του, ως προς τα στοιχεία της αγωγής του αναιρεσιβλήτου, επί της οποίας η τελευταία αυτή απόφαση εξεδόθη, και ειδικότερα ως προς την ημερομηνία της και τον αριθμό καταθέσεώς της.

Ειδικότερα, διά της προσβαλλομένης αποφάσεως έγινε δεκτό ότι τόσο στο προεισαγωγικό τμήμα της άνω αποφάσεως όσο και στο σκεπτικό και το διατακτικό εκ προφανούς παραδρομής ανεγράφη ως ημερομηνία της ενδίκου αγωγής η 31/3/2000, αντί της ορθής 3/5/2005, και ως αριθμός καταθέσεως 3016/2000, αντί του ορθού 4034/2000.'Όπως δε αναφέρεται και στο αναιρετήριο ο ενάγων αναιρεσίβλητος είχε ασκήσει ενώπιον του πολυμελούς πρωτοδικείου Αθηνών δύο με ταυτόσημο περιεχόμενο αγωγές, την πρώτη με ημερομηνία 31/3/2000 και αριθμό καταθέσεως 3016/2000, και την δεύτερη με ημερομηνία 3/5/2000 και αριθμό καταθέσεως 4034/2000 διά δε της μεταγενεστέρας αυτής αγωγής παραιτήθηκε από το δικόγραφο της πρώτης.

Επομένως, εκ προφανούς παραδρομής κατά την καθαρογραφή της άνω προδικαστικής αποφάσεως ανεγράφη ως αντικείμενο δίκης η πρώτη αγωγή, η οποία λόγω της γενομένης παραιτήσεως έπαυσε να είναι εκκρεμής, και όχι η δεύτερη. Για τον λόγο αυτό το Εφετείο με το να διορθώσει, αυτεπαγγέλτως, την προμνημονευθείσα απόφαση ως προς τα ανωτέρω στοιχεία της ενδίκου αγωγής δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΙΙΙ. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 908 και 974 ΑΚ προκύπτει ότι η νομή δεν είναι μόνον φυσική εξουσία επί του πράγματος (κατοχή) εκείνου που την απέκτησε, αλλ' αποτελεί και περιουσιακό στοιχείο, που προσπορίζει ωφέλεια στον λαβόντα. Εκ τούτων σε συνδυασμό και προς τα άεθρα 987, 989 και 992 ιδίου ΑΚ παρέπεται ότι δια της παραγραφής των ενδίκων μέσων προστασίας της νομής ως εξουσίας κατά τα ανωτέρω, η ενοχική αξίωση προς απόδοσή της ως πλουτισμού δεν επηρεάζεται, ήτοι ο πλουτισμός από την περιέλευση της νομής ως περιουσιακού στοιχείου δεν καθίσταται δικαιολογημένος και αγωγή προς απόδοση αυτού είναι νόμιμη μετά την παραγραφή των ενδίκων μέσων προστασίας της νομής .

Η προς απόδοση δε του πλουτισμού αγωγή που έχει ενοχικό χαρακτήρα υπόκειται στην γενική εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο, ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ευθεία παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου υπάρχει όταν το δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καίτοι ήταν εφαρμοστέος στην συγκεκριμένη περίπτωση βάσει των παραδοχών του, ή εφήρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που, με βάση τις ίδιες παραδοχές, δεν έπρεπε να εφαρμόσει. Και κατά την έννοια του εδαφίου 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.

Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 12-13/95).

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται, όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας περιέχει ελλείψεις στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και μάλιστα στην ανάλυση, ή στάθμιση, ή αιτιολόγηση του πορίσματος που προκύπτει από αυτές, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, αλλά όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και είναι αναγκαία για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσης στην συγκεκριμένη περίπτωση ουσιαστικής διατάξεως, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας της.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, εδέχθη τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 17-3-1980 ο ενάγων αγόρασε, με ιδιωτικό συμφωνητικό, που με Επίκληση προσκομίζεται, από την Ε. χήρα Κ. Χ., θυγ. Ν. και Α. Ν., αντί τιμήματος 750.000 δραχμών, ένα αγροτεμάχιο, μετά των σ' αυτό ελαιοδένδρων, που βρίσκεται στη θέση "ΠΕΤΡΕΖΑ (Παλαιά Δεξαμενή)" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Σπάτων Αττικής και εντός της εποικισθείσης περιοχής του αγροκτήματος "ΒΟΥΡΒΑ", εκτάσεως 2.930,40 τ.μ.

και εμφαίνεται στο από Μαΐου 1968 τοπογραφικό διάγραμμα του υπομηχανικού Δ. Λ., το οποίο προσαρτάται στο υπ' αριθ. .../1968 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κρωπίας Ιουλίας Σκούρτη, περιμετρικώς υπό τα κεφαλαία γράμματα Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ, συνορεύει δε βορείως και επί τεθλασμένης πλευράς Α-Β μήκους μέτρων 9,80 συν Β-Γ μήκους μέτρων 14 συν Γ-Δ μήκους μέτρων 58,06 με άμπελον Ι.

Ν. Μ., νοτίως και επί προσώπου Ε-Ζ μήκους μέτρων 103,75 με οδό του σχεδιαγράμματος πλάτους 6 μέτρων, χαρακτηρισθείσα αγροτική, ανατολικώς και επί πλευράς Δ-Ε μήκους μέτρων 46 με ρεύμα και πέραν τούτου με ιδιοκτησία Β. Σ. Π. και δυτικώς και επί πλευράς Α-Ζ μήκους μέτρων 22,65 με ιδιοκτησία Α. Ρ. και Μ. Β.. Το εν λόγω αγροτεμάχιο είχε περιέλθει στην Ε.

Χ. από κληρονομιά του κατά την 5-6-75 αποβιώσαντος, στην Αθήνα, συζύγου της Κ. Χ., δυνάμει της από 10-4-1975 ιδιόγραφης διαθήκης του, που νόμιμα δημοσιεύθηκε από το Πρωτοδικείο Αθηνών κατά τη συνεδρίασή του της 28-8-1975, με το με αριθμό 1831/1975 πρακτικό, του και κηρύχθηκε κυρία με την 665/1975 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, την οποία κληρονομιά αποδέχθηκε, δυνάμει της υπ' αριθ. .../1976 πράξης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών Παντελή Ζωγραφάκη, νομίμως μεταγραφείσας στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Σπάτων (τόμο 130 και αριθ. ...).

Στον ως άνω κληρονομούμενο είχε περιέλθει από αγορά παρά του Λ. Μ., δυνάμει του υπ' αριθ. .../1968 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Κρωπίας Ιουλία Σκούρτη, νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Σπάτων στον τόμο 37 και αύξ. αριθ. ... . Στο παραπάνω από 17-3-1980 ιδιωτικό συμφωνητικό, η γνησιότητα του οποίου δεν αμφισβητείται τόσο ως προς το περιεχόμενο του όσο και ως προς την υπογραφή του από την πωλήτρια Ε.

Χ., η τελευταία δήλωσε τα εξής: "Στο Κορωπί 17-3-1980 ΠΡΟΣ Τον κ. Γ. Σ. Κ., γεωργό, κάτοικο ... (...). Η υπογραφόμενη Ε. χα Κ. Χ., οικοκυρά, κάτοικος ... (...), σας δηλώνω ότι αντί δραχμών επτακοσίων πενήντα χιλιάδων (750.000) που μου πληρώσατε σε μετρητά και για την πληρωμή τους αυτό το έγγραφο είναι και απόδειξη, συμφώνησα να σας πουλήσω ένα (1) κτήμα μου που βρίσκεται στη θέση "ΠΕΤΡΕΖΑ" (Παλαιά Δεξαμενή) Σπάτων Αττικής και που έχει έκταση μέτρα τετραγωνικά περίπου δύο χιλιάδες εννεακόσια τριάκοντα και 0,40 (2.930,40).

Επειδή το κτήμα μου αυτό πρόκειται να το εμπορευθείτε και μεταπωλήσετε σε διάφορους αγοραστές πελάτες σας δεν υπογράψαμε μαζί συμβόλαιο πωλήσεως αυτού και αντί για συμβόλαιο σας διόρισα πληρεξούσιόν μου με το υπ' αριθμ. .../80 πληρεξούσιο της συμβ/φου Κρωπίας Μαρίας Α. Μπότα και μετά απ' αυτό σας δηλώνω ότι εγώ δεν έχω καμμιά απαίτηση για τα χρήματα που θα εισπράξετε όταν πουλήσετε το πάρα πάνω κτήμα μου σαν πληρεξούσιος μου.

Η δηλούσα και Λαβούσα (ακολουθεί υπογραφή)". Πράγματι υπεγράφη το ως άνω πληρεξούσιο (.../80), με το οποίο η Ε. Χ. εξουσιοδότησε τον ενάγοντα να πωλήσει το εν λόγω αγρόκτημα σε οποιονδήποτε ήθελε αυτός επιλέξει, έναντι οποιουδήποτε ποσού και προς τον εαυτό του δι' αυτοσυμβάσεως. Ταυτόχρονα με την υπογραφή του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού πώλησης, με το οποίο βέβαια δεν μεταβιβάστηκε στον ενάγοντα η κυριότητα του αγροκτήματος, παραδόθηκε σ' αυτόν από την πωλήτρια η νομή και κατοχή του, την οποία η ίδια μέχρι τότε ασκούσε, επισκεπτόμενη και καλλιεργώντας τούτο και συλλέγοντας τον ελαιόκαρπο από τα υπάρχοντα σ' αυτό ελαιόδενδρα, βοηθούμενη στις πράξεις αυτές από τον αδελφό της Π.

Ν.. Μετά δε την κατά τα άνω μεταβίβαση της νομής στον ενάγοντα, αυτός υπεισήλθε στη νομή του αγροκτήματος και άρχισε να ασκεί για λογαριασμό του και με διάνοια κυρίου τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις. Ειδικότερα, αφού κατ' αρχήν και κατά το έτος 1980 το περιέφραξε με συρματόπλεγμα, άρχισε να το οργώνει και να περιποιείται τα υπάρχοντα ελαιόδενδρα (λίπανση, κλάδεμα κ.λ.π.) και να συλλέγει τον ελαιόκαρπο, ενώ είχε αναρτήσει και πινακίδα με την ένδειξη "ΠΩΛΕΙΤΑΙ" και το επεδείκνυε σε υποψήφιους αγοραστές, αφού, όπως προαναφέρθηκε, είχε σκοπό την μεταπώληση του.

Το 1991 ο ενάγων ξερίζωσε, με σκαπτικό μηχάνημα, δέκα γηρασμένα ελαιόδενδρα, τεμάχισε τους καρπούς τους και πήρε τα ξύλα τους για καυσόξυλα, ενώ εξακολουθούσε να καλλιεργεί το έδαφος του αγροκτήματος και να περιποιείται τα υπόλοιπα δέκα τρία (13) εναπομείναντα ελαιόδενδρα. Το 1994 μετέφερε και έριξε αρκετά φορτηγά αυτοκίνητα χώμα και ισοπέδωσε το κτήμα, που μέχρι τότε ήταν επικλινές.

Αρκετές φορές ο ενάγων, για το όργωμα του αγροκτήματός του, απευθύνθηκε στον ιδιοκτήτη του όμορου προς δυτικά αγροκτήματος Ι. Μ., ο οποίος το όργωνε, επ' αμοιβή, με το ιδιόκτητο τρακτέρ, παράλληλα με το όργωμα του δικού του (κτήματος), ενώ, άλλες φορές, που αυτός δεν μπορούσε, απευθυνόταν σε άλλους ιδιοκτήτες τρακτέρ της περιοχής.

Και ενώ έτσι είχαν τα πράγματα μέχρι το τέλος του 1998, τον Ιανουάριο του 1999 ο εναγόμενος, ενεργώντας αυθαίρετα και χωρίς να έχει οποιοδήποτε δικαίωμα επί του επιδίκου αγροκτήματος, φύτεψε σ' αυτό μικρά ελαιόδενδρα και το κατέλαβε, αποβάλλοντας με τον τρόπο αυτό τον ενάγοντα από τη νομή του επιδίκου. Ο ισχυρισμός του εναγομένου σύμφωνα με τον οποίο έχει καταστεί ο ίδιος κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία αφού το κατέχει και το νέμεται από το Νοέμβριο του 1976, που το αγόρασε άτυπα από την προμνημονευομένη Ε.

χα Κ. Χ., η οποία και του παρέδωσε τη νομή του, στερείται οποιασδήποτε ουσιαστικής βασιμότητας και τα όσα καταθέτει σχετικά η επιμέλεια του εξετασθείσα μάρτυρας Ε. Μ. (θυγατέρα του) δεν κρίνονται πειστικά. Αντίθετα, οι επιμέλεια του ενάγοντος εξετασθέντες μάρτυρες καταθέτουν κατά τρόπο σαφή, αντικειμενικό και με απόλυτη γνώση (των όσων καταθέτουν), η μεν πρώτη Α.

Α., που είναι ανηψιά της προαναφερόμενης Ε. Χ. - θυγατέρα του αδελφού της τελευταίας Π. Ν. - και, μαζί με την αδελφή της Ε. Ν. μοναδικοί εκ διαθήκης κληρονόμοι της, ότι η θεία της πώλησε άτυπα το επίδικο αγροτεμάχιο στον ενάγοντα στις 17-3-1980 και ότι μέχρι τότε η θεία της το είχε στη νομή και κατοχή της, ο δε δεύτερος Δ.

Κ. αδελφός του ενάγοντος, εκτός από την κατά τα άνω απόκτηση της νομής του επιδίκου από τον ενάγοντα, ότι έκτοτε και μέχρι την αποβολή του από τον εναγόμενο ασκούσε τις προαναφερθείσες διακατοχικές πράξεις. Το περιεχόμενο δε των καταθέσεων των δύο αυτών μαρτύρων ενισχύεται και επιβεβαιώνεται από την περιεχόμενη στην παραπάνω με αριθμό 8287/2002 ένορκη βεβαίωση, κατάθεση του Ι.

Μ., που, ως ιδιοκτήτης όμορου αγροκτήματος, είχε άμεση αντίληψη και είναι αυτός που, κατ1 εντολή του ενάγοντος, όργωνε πολλές φορές με το τρακτέρ του το επίδικο αγρόκτημα. Περαιτέρω, ο εναγόμενος, προς ενίσχυση των παραπάνω αβασίμων ισχυρισμών του, επικαλείται και προσκομίζει την με αριθμό 1643/1995 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία έχει αναγνωριστεί έναντι της Ε.ς Χ., κύριος του επιδίκου αγροκτήματος.

Ως προς το επιχείρημα αυτό, ανεξαρτήτως του ότι η εν λόγω απόφαση δεν παράγει έννομες συνέπειες σε βάρος του ενάγοντος, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η απόφαση αυτή εκδόθηκε επί της από 7-3-1994 αγωγής του εναγομένου κατά της Ε. Χ., ερήμην βέβαια αυτής, αφού είχε προαποβιώσει στις 26-1-90, ενώ, μέχρι το θάνατό της είχε γνωστή και μόνιμη διαμονή στο ...

και επί της οδού ..., όπως γνωστοί ήσαν και οι δια των υπ' αριθ. .../111985 και .../1989 δημοσίων διαθηκών της ενώπιον του συμβ/φου Χαλανδρίου Αλεξάνδρου Καζάζη, νομίμως δημοσιευθεισών με τα υπ' αριθ. 1572 και 1572α/4-5-90 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κληρονόμοι της έναντι των οποίων θα έπρεπε να στραφεί.

Ο αντιδικονομικός δε τρόπος απόκτησης του παραπάνω τίτλου (απόφασης), η προηγηθείσα αυτού υπ' αριθ. .../8-9-1993 "πράξη καθορισμού ορίων αγροτεμαχίων" της συμβ/φου Αθηνών Ελευθερίας Δήμα, μεταξύ του εναγομένου και του Λ. Μ., φερομένου ως ιδιοκτήτη, χωρίς όμως να αποδεικνύεται κάτι τέτοιο, ομόρου του επιδίκου αγροκτήματος, οι δηλώσεις του στη ΔΟΥ Παλλήνης Αττικής που παρουσιάζει το επίδικο ως ιδιοκτησία του και η δήλωση τούτου στο Εθνικό κτηματολόγιο του Δήμου Σπάτων, εντάσσονται στην προσπάθεια του εναγομένου να προστατέψει ανύπαρκτα δικαιώματα του επί του επιδίκου και να δημιουργήσει τετελεσμένες καταστάσεις σε βάρος των δικαιωμάτων του ενάγοντος.

Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος εξακολουθεί, από τον Ιανουάριο 1999 που απέβαλε τον ενάγοντα από τη νομή του επιδίκου και μέχρι σήμερα, να νέμεται και κατέχει αυθαίρετα το επίδικο και έτσι έγινε ο ίδιος (εναγόμενος), χωρίς νόμιμη αιτία, πλουσιότερος από την περιουσία του ενάγοντος. Κατόπιν αυτών, θα πρέπει, αφού απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμη η ένσταση περί ιδίας κυριότητας του εναγομένου επί του επιδίκου αγροκτήματος, να γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή και ως κατ' ουσία βάσιμη και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αποδώσει στον ενάγοντα την νομή τούτου".

Ακολούθως, έκρινε ως βάσιμη την επί του αδικαιολογήτου πλουτισμού ερειδομένη βάση της αγωγής του αναιρεσιβλήτου και υπεχρέωσε τον αναιρεσείοντα εναγόμενο να του αποδώσει την νομή του επιδίκου. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν εστέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως αφού διέλαβε σε αυτή με πληρότητα και σαφήνεια όλα τα παραγωγικά της επιδίκου αξιώσεως εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού περιστατικά που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 904 και 992 ΑΚ, τις οποίες δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου ούτε και κάποια άλλη και οι περί του αντιθέτου από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Οι λοιπές στον πέμπτο λόγο αναιρέσεως διαλαμβανόμενες αιτιάσεις, συνιστάμενες στην εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων από το Εφετείο και ειδικότερα των καταθέσεων των μαρτύρων, είναι απαράδεκτες και απορριπτέες (άρθρο 561 & 1 ΚΠολΔ).

ΙV. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" δε κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής κυρίας παρεμβάσεως, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ.ΑΠ. 3/1997). Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο απέρριψε τον προταθέντα ισχυρισμό για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο και τέταρτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, α)έλαβε υπόψη την περιεχομένη στην ένδικη αγωγή βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, β) δεν έλαβε υπόψη την προταθείσα ένσταση παραγραφής και τον περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμό του αναιρεσείοντος. Όπως, όμως, προκύπτει από το παραδεκτώς επισκοπούμενο δικόγραφο της αγωγής, στην ιστορική της βάση περιέχονται και όλα τα στοιχεία, που θεμελιώνουν κατά νόμο την αξίωση εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, ενώ όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο απήντησε στους περί παραγραφής της εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού αγωγικής αξιώσεως και περί αοριστίας της αγωγής, τους οποίους απέρριψε ως αβασίμους. Επομένως, αμφότερες οι άνω αιτιάσεις είναι αβάσιμες και απορριπτέες.

V. Επειδή, από το άρθρο 529 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται η επίκληση και προσκομιδή νέων αποδεικτικών μέσων τα οποία δεν είχαν προσαχθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εκτός εάν το Εφετείο, κρίνει, ανελέγκτως, ότι αυτά δεν προσκομίσθησκαν στον πρώτο βαθμό από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο αναιρέσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11α του ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη την υπ' αριθ. 8287/2002 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος Ι. Μ. που προσήγαγε ο αναιρεσίβλητος, η οποία δεν είχε προσαχθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Εφ' όσον όμως το Εφετείο δια της προσβαλλομένης αποφάσεώς του δεν βεβαιώνει ότι η εν λόγω ένορκη βεβαίωση από λόγους στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια δεν προσκομίσθηκε μετ' επικλήσεως στην πρωτόδικη δίκη, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

VΙ. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 336 παρ.3, 339 και 432 επ. του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι οποιοδήποτε έγγραφο, δημόσιο ή ιδιωτικό δύναται να χρησιμεύσει ως βάση για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξ' άλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 12 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρεβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ως αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων, που προβλέπονται από το άρθρο 339 ΚΠολΔ, θεωρείται η προβλεπομένη από τον νόμο για καθένα από αυτά απόλυτη ή σχετική δεσμευτικότητα της κρίσεως του δικαστού ως προς την απόδειξη, με το μέσο αυτό, του αποδεικτέου θέματος. Επομένως, μόνον η παράβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ορισμών του νόμου ως προς την δεσμευτικότητα αυτή, όπως είναι η αναγνώριση αποδεικτικής δυνάμεως σε αποδεικτικό μέσο μεγαλυτέρας ή μικροτέρας από αυτή που του αποδίδει ο νόμος, ιδρύει λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ. Έτσι, δεν επιτρέπεται αναίρεση για παραβίαση των άρθρων 438 και 440 ΚΠολΔ, αναφορικώς με την αποδεικτική δύναμη των δημοσίων εγγράφων, όταν αυτά δεν λαμβάνονται υπόψη για άμεση απόδειξη, αλλά εκτιμούνται ελεύθερα με τις λοιπές αποδείξεις προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων διά του εβδόμου λόγου αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε την κατά τις δικονομικές διατάξεις πλήρη αποδεικτική δύναμη, α) στην υπ' αριθμ. .../1993 πράξη καθορισμού ορίων της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελευθερίας Δήμα, β) στην από 7/3/1994 αγωγή του αναιρεσείοντος ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, γ) στο κτηματολογικό απόσπασμα του επιδίκου και δ) στα αντίγραφα των δηλώσεων φόρου εισοδήματος που ο αναιρεσείων υπέβαλε στην αρμοδία ΔΟΥ Παλλήνης Αττικής. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη για άμεση απόδειξη, αλλά προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, συνεκτιμώντας τα με τις λοιπές αποδείξεις. Επομένως, ο άνω λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει της από 31 Ιουλίου 2006 αίτηση του Δ. Μ. για αναίρεση της 3928/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Νοεμβρίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ