1208/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/2/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 6/2/2006 ανταγωγή δια των προτάσεων της πρώτη των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1395/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6018/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/7/2008 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated1208/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, η από το αρθ. 652§1 ΚΠολΔ προβλεπόμενη προθεσμία των 15 ημερών, για την άσκηση έφεσης, η οποία είναι εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση, αφού πρόκειται για διαφορά του αρθ. 17§2 ΚΠολΔ, (αρθ. 647§1 και 2 ΚΠολΔ), η οποία άρχισε την επομένη της επίδοσης (25-7-2006), έληξε την 8-9-2006, (ημέρα Παρασκευή, που ήταν η τελευταία ημέρα του 15νθημέρου (αφαιρουμένου του μηνός Αυγούστου, που δεν συνυπολογίζεται στην προθεσμία (αρθ. 147§7 ΚΠολΔ).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1208 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός: 1208/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Φ. συζύγου Μ.-Ά. Π., το γένος Π. Υ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουσαή και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Ζ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κωστόπουλο και κατέθεσε προτάσεις, 2) Α. Α. του Κ., 3) Σ.-Μ. Α. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/2/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 6/2/2006 ανταγωγή δια των προτάσεων της πρώτη των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1395/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6018/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/7/2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 17/2/2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή, κατά τους δεύτερο και τρίτο (κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος αυτού) λόγους και να απορριφθεί, κατά τους λοιπούς, η αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6018/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί .
Στην προκείμενη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες υπ' αριθμ. 4282 και 4283/26-11-2009 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την 5-2-2010 κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για την ανωτέρω στην αρχή της παρούσας αναφερομένη, μη απαιτουμένης ως εκ τούτου νέας κλήσης (άρθρα 226 αριθμ. 4 σε συνδ. με 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας στους δεύτερο και τρίτη εκ των αναιρεσιβλήτων (Α. Α. και Σ.-Μ. Α.). Επομένως, εφ' όσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 και 13 του νόμου 3741/1929, που διατηρήθηκε σε ισχύ, με το άρθρο 54 του Εισαγ.Ν.ΑΚ, προκύπτει ότι επί της οροφοκτησίας, η οποία αποτελεί σύνθετο αλλά ενιαίο εμπράγματο δικαίωμα, ιδρύεται, κυρίως μεν χωριστή κυριότητα σε όροφο οικοδομής ή διαμέρισμα ορόφου, παρεπομένως δε και αναγκαστική συγκυριότητα που αποκτάται αυτοδικαίως, κατ' ανάλογη μερίδα, στα μέρη του όλου ακινήτου, που χρησιμεύσουν σε κοινή απ' όλους τους οροφοκτήτες χρήση, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται, κατά ενδεικτική στις διατάξεις αυτές απαρίθμηση, το έδαφος, οι αυλές, οι πρωτότοιχοι, το δώμα κλπ.
Ο ειδικότερος προσδιορισμός των κοινόκτητων και κοινόχρηστων αυτών μερών γίνεται είτε με τη συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία είτε με ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ όλων των οροφοκτητών, κατά τα άρθρα 4 παρ.1, 5 και 13 του άνω νόμου 3741/1929. Στον κύριο ορόφου ή διαμερίσματος ανήκουν όλες οι εξουσίες που απορρέουν από την κυριότητα, μεταξύ των οποίων και εκείνη της μεταβολής ή προσθήκης στον όροφο ή στο διαμέρισμά του, αρκεί κατά την ενάσκηση αυτής να μην παραβλάπτει τη χρήση των άλλων ιδιοκτησιών και να μην μειώνει την ασφάλεια αυτών ή του οικοδομήματος.
Οι, πέρα από τους όρους αυτούς, ενέργειες επί των κοινοχρήστων μερών της οικοδομής μπορούν να επέλθουν μόνο με κοινή απόφαση των συνιδιοκτητών. Στην έννοια της χρήσης από τους άλλους ιδιοκτήτες των κοινόχρηστων μερών περιλαμβάνεται και το δικαίωμά τους στην αισθητική και την αρχιτεκτονική μορφή των μερών αυτών.
δικαιούνται άρα να αντιταχθούν σε κάθε κατασκευή, προσθήκη ή διαρρύθμιση η οποία προσβάλλει την εμφάνιση της όλης οικοδομής, διότι στην περίπτωση αυτή παραβλάπτεται η χρήση των άλλων οροφοκτητών, κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 3741/1929. προσβολή της χρήσης των άλλων ιδιοκτητών υπάρχει και όταν εξαιτίας προσθήκης ή διαρρύθμισης σε όροφο ή διαμέρισμα επιβαρύνεται η χρήση των λοιπών οριζόντιων ιδιοκτησιών.
Κάθε ιδιοκτήτης, όταν προσβάλλονται οι εξουσίες του, οι οποίες απορρέουν είτε από τη χωριστή κυριότητά του επί του ορόφου ή διαμερίσματος είτε από τη συγκυριότητά του επί των κοινών μερών της οικοδομής, δικαιούται να αξιώνει την άρση της προσβολής (ΟλΑΠ 8/2002, ΑΠ 185/2003). Περαιτέρω και η κάθετη ιδιοκτησία, η οποία προβλέπεται από τον Ν. 1024/1971, διέπεται, κατά τα λοιπά, από τις διατάξεις των άρθρων 1 επ.
του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, οι οποίες ισχύουν απαραλλάκτως και επί της κάθετης ιδιοκτησίας, διότι ο ανωτέρω ν. 1024/1971 δεν επέφερε καμία μεταβολή στη νομική κατασκευή του θεσμού της οριζόντιας ιδιοκτησίας, όπως διαμορφώθηκε με τις ανωτέρω διατάξεις.
Συνεπώς και στην περίπτωση της κάθετης ιδιοκτησίας ισχύουν, οι ίδιες, όπως και στην οριζόντια ιδιοκτησία, προαναφερθείσες ρυθμίσεις, καθώς και οι υποχρεώσεις και οι περιορισμοί που αναφέρθηκαν ανωτέρω. Επίσης, από τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 1024/1971 και τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ.1, 3, 4, 13 ν. 3741/1929, 1002, 1108 και 1117 ΑΚ προκύπτει ότι υπό τους όρους των άρθρων 4 και 13 του νόμου όλοι οι ιδιοκτήτες και συνιδιοκτήτες αυτοτελών οικοδομημάτων, που υπάγονται στις διατάξεις της κάθετης καθώς και της οριζόντιας ιδιοκτησίας, μπορούν με την αρχική συστατική πράξη (κανονισμός) ή με ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ όλων των συνιδιοκτητών να κανονίσουν τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της συνιδιοκτησίας τόσο στα κοινά μέρη που θα καθορίσουν, όσο και στις διαιρεμένες ιδιοκτησίες κατά παρέκκλιση των διατάξεων του νόμου αυτού που αποτελούν ενδοτικό δίκαιο. Αν δε με τον κανονισμό απαγορεύεται η ενέργεια από τους συνιδιοκτήτες μεταβολής στα κοινά μέρη, η απαγόρευση αυτή δεσμεύει όλους τους συνιδιοκτήτες, ακόμη και αν από την απαγορευμένη ενέργεια δεν παραβλάπτεται η χρήση των άλλων συνιδιοκτητών των οικοδομημάτων, ούτε μεταβάλλεται ο συνήθης προορισμός του (ΑΠ 115/2003).
Ο από το αρθ. 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται εάν το δικαστήριο, παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από το αριθ. 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, εκ του ότι α) παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο το δικόγραφο της έφεσης της ασκηθείσας από τον δεύτερο και τρίτη των νυν αναιρεσιβλήτων (τους οποίους και μόνον αφορά ο πρώτος λόγος), παρότι η νυν αναιρεσείουσα, είχε προβάλει ενώπιόν του ότι είχε ασκηθεί εκπροθέσμως, δηλαδή μετά την πάροδο της, από το αρθ. 652§1 ΚΠολΔ, οριζόμενης 15νθήμερης προθεσμίας (μισθωτικές διαφορές) και β) παρά το νόμο, δεν κήρυξε απαράδεκτο το δικόγραφο της έφεσης της ασκηθείσας από την πρώτη των νυν αναιρεσιβλήτων, παρότι, όπως είχε προβάλλει η αναιρεσείουσα ενώπιον του, αυτό ήταν αόριστο (δεύτερος λόγος).
Από την παραδεκτώς, κατ' αρθ. 561§2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των κάτωθι διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (1395/2006 Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) επιδόθηκε, με επιμέλεια της ενάγουσας-νυν αναιρεσείουσας, προς τον δικηγόρο Αθηνών Νικ. Σταθόπουλο, ως πληρεξούσιο και αντίκλητο των δευτέρου και τρίτης των εναγομένων-νυν αναιρεσιβλήτων την 24-7-2006, όπως προκύπτει από την 8639/2006 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών κ. ....
Επομένως, η από το αρθ. 652§1 ΚΠολΔ προβλεπόμενη προθεσμία των 15 ημερών, για την άσκηση έφεσης, η οποία είναι εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση, αφού πρόκειται για διαφορά του αρθ. 17§2 ΚΠολΔ, (αρθ. 647§1 και 2 ΚΠολΔ), η οποία άρχισε την επομένη της επίδοσης (25-7-2006), έληξε την 8-9-2006, (ημέρα Παρασκευή, που ήταν η τελευταία ημέρα του 15νθημέρου (αφαιρουμένου του μηνός Αυγούστου, που δεν συνυπολογίζεται στην προθεσμία (αρθ. 147§7 ΚΠολΔ).
Πλην όμως, η υπό των δυο ως άνω εναγομένων ασκηθείσα έφεση κατατέθηκε, στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών, την 11-9-2006, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 7323/2006 πράξη κατάθεσης, δηλαδή μετά την πάροδο της ως άνω 15νθήμερης προθεσμίας. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, έκρινε την έφεση ως εμπρόθεσμη και παραδεκτή, απορρίπτοντας σιωπηρά τον προβληθέντα από την ενάγουσα-εφεσίβλητο (όπως προκύπτει από τις παραδεκτώς επισκοπούμενες προτάσεις αυτής), ισχυρισμό, περί εκπροθέσμου αυτής (που ελέγχεται, εξ άλλου και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο), παρεβίασε τις ως άνω, δικονομικού δικαίου, διατάξεις και υπέπεσε στην από το αρθ. 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, πλημμέλεια.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται, επίσης, η από το άρθ, 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, προβλεπόμενη πλημμέλεια, εκ του ότι το δικόγραφο της έφεσης, της ασκηθείσας από την πρώτη των νυν αναιρεσιβλήτων (Γ. Ζ.), παρά το νόμο, δεν κηρύχθηκε απαράδεκτο, παρότι αυτό, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, ήταν αόριστο, διότι περιείχε λάθη και χάσματα, που καθιστούσαν το δικόγραφο ακατάληπτο.
Από την, παραδεκτώς κατ'άρθ. 561§2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των κάτωθι διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα εξής: Το δικόγραφο της έφεσης (αριθμ. κατάθεσης 7216/6-9-2006) της εκκαλούσας-νυν αναιρεσίβλητης Γ. Ζ. περιέχει πράγματι συντακτικά λάθη και χάσματα (προκύψαντα, προφανώς, κατά την εκτύπωση του κειμένου της, τα οποία, όμως, αφορούν ορισμένους, μόνον και όχι όλους τους λόγους έφεσης και τα οποία, εξ άλλου παραδεκτώς έχουν διορθωθεί και συμπληρωθεί με τις ενώπιον του Εφετείου κατατεθείσες προτάσεις αυτής, ώστε οι λόγοι έφεσης να καθίστανται σαφείς και πλήρεις, όπως ορθώς έκρινε και το Εφετείο, το οποίο απέρριψε σιωπηρά τον ισχυρισμό της εφεσίβλητης-νυν αναιρεσείουσας, περί αοριστίας του δικογράφου της έφεσης και δεν υπέπεσε στην από το αρθ. 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, που, αποδίδεται με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο οποίος, επομένως, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Ο από το αρθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (παράβαση κανόνα δικαίου) ιδρύεται εάν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμοσθεί, παρότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Η παράβαση πρέπει να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Οι Κανονισμού των πολυκατοικιών έχουν απλώς συμβατική ισχύ, δεν έχουν, όμως, ισχύ ουσιαστικού νόμου και η παράβασή τους δεν ιδρύει τον από το αρθ. 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 907/2009).
Επίσης ο το άρθ. 559 αριθμ. 19 λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων, για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως, επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλιπής ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση-στάθμιση-αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος.
Ανεπάρκεια και ασάφεια αιτιολογιών υπάρχει όταν από αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί, με την προσβαλλομένη απόφασή του και κατά το κεφάλαιο αυτής, το σχετικό με την ασκηθείσα από την ενάγουσα-νυν αναιρεσείουσα αγωγή, ότι η διενεργηθείσα από τους εναγομένους-νυν αναιρεσιβλήτους, συνιδιοκτήτες καθέτων ιδιοκτησιών στο ίδιο κτιριακό συγκρότημα με την ενάγουσα, πλακόστρωση του κοινόχρηστου διαδρόμου, είναι επωφελής και για την ίδια και να απορρίψει το σχετικό με την αποξήλωση της κατασκευής αυτής αίτημα της αγωγής της, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των αρθ. 3 και 5 του Ν. 3741/1929, καθώς και του αρθ. 3 του Κανονισμού (αρθ. 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ) και κατά παραδεκτή συμπλήρωση του λόγου αυτού από τον Εισηγητή-Αρεοπαγίτη (αρθ. 562§4 ΚΠολΔ) και εκ πλαγίου, ένεκα ανεπάρκειας αιτιολογίας, ως προς το ζήτημα αυτό (αρθ. 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ).
Το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ότι η ενάγουσα-νυν αναιρεσείουσα και οι εναγόμενοι-νυν αναιρεσίβλητοι είναι ιδιοκτήτες κάθετων ιδιοκτησιών (μαιζονετών) ευρισκομένων στο ίδιο κτιριακό συγκρότημα, επί της οδού ..., στο ..., το οποίο έχει υπαχθεί στις διατάξεις του Ν. 3741/1929 και του Ν. 1024/1971, σύμφωνα με την .../30-12-1994 πράξη σύστασης οριζόντιας και κάθετης ιδιοκτησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Στυλ.
Πέππα, νομίμως μεταγραφείσας, η οποία (πράξη) περιέχει και τον Κανονισμό του συγκροτήματος αυτού κατοικιών. Περαιτέρω δέχθηκε τα εξής: Σύμφωνα με τον ανωτέρω κανονισμό του συγκροτήματος αυτού κατοικιών (άρθρο 3°) κοινόκτητα και κοινόχρηστα του συγκροτήματος είναι όσα τα χαρακτηρίζει έτσι ο νόμος, και ειδικότερα:
το οικόπεδο, οι ακάλυπτοι χώροι, οι πρασιές, πλην των τμημάτων που θα χρησιμοποιούνται ως χώροι στάθμευσης αυτοκινήτων από τους συνιδιοκτήτες, όπως παραπάνω αναφέρεται και των τμημάτων των ευρισκομένων έμπροσθεν και όπισθεν κάθε κατοικίας, την αποκλειστική χρήση των οποίων θα έχει η κάθε κατοικία, ...
οι γύρω των ιδιοκτησιών διάδρομοι κυκλοφορίας ... . Στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα έργα, μέρη, πράγματα και εγκαταστάσεις του συγκροτήματος δεν επιτρέπεται καμία μετατροπή, αφαίρεση ή πρόσθεση, χωρίς έγκριση που θα παρέχεται από την Γενική Συνέλευση των συνιδιοκτητών με πλειοψηφία επτακοσίων πενήντα (750) τουλάχιστον ψήφων.
Επίσης στο άρθρο 5° του κανονισμού αυτού ορίζεται ότι ο κύριος διηρημένης ιδιοκτησίας έχει ως προς αυτή όλα τα δικαιώματα, προσωπικά, πραγματικά και πάσης φύσης που ανήκουν στον απόλυτο και αποκλειστικό κύριο, νομέα και κάτοχο ακινήτου, εφόσον η άσκηση αυτών δεν αντίκειται στις κείμενες διατάξεις νόμων και τον Κανονισμό αυτό, δεν παρακωλύει την άσκηση των ιδίων δικαιωμάτων των υπολοίπων ιδιοκτητών και ενοίκων, δεν παρενοχλεί ούτε διαταράσσει την ησυχία αυτών και δεν μειώνει την ασφάλεια, την στερεότητα, την ευπρέπεια και την αρχιτεκτονική εμφάνιση του συγκροτήματος ..., στο δε άρθρο 6° του κανονισμού αυτού ορίζεται ότι απαγορεύεται απόλυτα σε κάθε κύριο χωριστής ιδιοκτησίας "κάθε μεταρρύθμιση, μεταβολή και επισκευή εξωτερικά, είτε προς την οδό, είτε προς άλλες όψεις και τους κοινόχρηστους χώρους, ιδιαίτερα η αλλαγή του χρωματισμού των εξωτερικών τοίχων και γενικά η εξωτερική εμφάνιση του συγκροτήματος ή το άνοιγμα οπών και παραθύρων.
Επίσης, δέχεται ότι οι εναγόμενοι-συνιδιοκτήτες, προέβησαν, κατά το έτος 2002 και εφεξής, πλην άλλων κατασκευών επί των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων μερών του συγκροτήματος, οι οποίες δεν αποτελούν αντικείμενο της κρινόμενης αναίρεσης και "πλακόστρωση του κοινόχρηστου διαδρόμου προσπελάσεως των αυτοκινήτων προς τον πίσω ακάλυπτο χώρο του συγκροτήματος" και ότι "με όλες τις άλλες κατασκευές και προσθήκες, που έγιναν κατά παράβαση του Κανονισμού, παρεμποδίζεται η ενάγουσα στην ελεύθερη χρήση της θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου, που ανήκει στην ιδιοκτησία της, "πλην της πλακόστρωσης του κοινόχρηστου διαδρόμου προσπέλασης στον πίσω ακάλυπτο χώρο, καθόσον με αυτήν όχι μόνο δεν δυσχεραίνεται, αλλ' αντιθέτως διευκολύνεται η ενάγουσα, κατά τη διέλευσή της, από τον κοινόχρηστο αυτό χώρο".
Υπό το περιεχόμενο αυτό των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο δέχεται ότι η εν λόγω κατασκευή( πλακόστρωση του μέχρι τότε χωμάτινου κοινόχρηστου διαδρόμου) δεν συνιστά μεταβολή της μορφής, ως προς τη λειτουργία και τη χρήση αυτού, ούτε μεταβολή της αρχιτεκτονικής του κτιριακού συγκροτήματος, αλλά συνιστά, απλώς και μόνο, αναγκαία βελτίωση αυτού, από την οποία (βελτίωση) ωφελείται και η ενάγουσα-νυν αναιρεσείουσα. Και υπό τις παραδοχές αυτές, απέρριψε, ως αβάσιμο κατ' ουσία, το αίτημα της αγωγής περί αποξήλωσης της κατασκευής αυτής. Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο, ορθώς αποφάνθηκε και δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου της διατάξεις των αρθ. 3 και 5 του νόμου 3741/1929. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, κατά το από το αρθ. 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, μέρος αυτού (όπως αυτός παραδεκτώς, κατ' άρθ. 562§4 συμπληρώνεται κατά το μέρος αυτό από τον Εισηγητή-Αρεοπαγίτη) και να απορριφθεί, ως αβάσιμος, κατά το από το αρθ. 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, μέρος αυτού. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος αυτού, κατά το οποίο οι αιτιάσεις για παραβίαση κανόνα δικαίου (αρθ 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ) αναφέρονται στον Κανονισμό του κτιριακού συγκροτήματος, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, οι Κανονισμοί κτιρίων δεν αποτελούν κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Με τον τέταρτο και πέμπτο λόγους αναίρεσης, αποδίδεται η από το αρθ. 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, εκ του ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί, με την προσβαλλομένη απόφασή του, και κατά το κεφάλαιο αυτής, το σχετικό με την ασκηθείσα από την πρώτη των εναγομένων-νυν πρώτη των αναιρεσιβλήτων (την οποία και μόνον αφορούν οι δυο αυτοί λόγοι) ανταγωγή, ότι η τοποθέτηση από την αντεναγομένη-νυν αναιρεσείουσα μόνιμων στεγάστρων, με κεραμοσκεπή, στην πρόσοψη της κατοικίας της και σε δυο παράθυρα αυτής, επέφερε μεταβολή της αρχιτεκτονικής μορφής του κτιριακού συγκροτήματος και με το να κάνει δεκτό το αίτημα της ανταγωγής, με το οποίο ζητείτο η αποξήλωση των κατασκευών αυτών, παραβίασε το αρθ. 6 του Κανονισμού, το οποίο προβλέπει ότι επιτρέπεται η τοποθέτηση στεγάστρου (τέντας) στους εξωτερικούς χώρους (τέταρτος λόγος), καθώς και ότι με το να απορρίψει το Εφετείο, την προβληθείσα από την αντεναγομένη πρωτοδίκως και επαναφερθείσα με λόγο έφεσης, ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αντενάγουσας, σχετικά με τις ως άνω κατασκευές-στέγαστρα παρεβίασε το άρθ. 281 Α.Κ. ευθέως και εκ πλαγίου( αρθ. 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ πέμπτος λόγος).
Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής, ως προς το ζήτημα αυτό: "Σχετικά με την ανταγωγή, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα αντεναγομένη κατεσκεύασε μεταξύ των ετών 1995 - 1996, όπως συνομολογείται, στην πρόσοψη της με αριθμό (2) κατοικίας της, στέγαστρο με κεραμοσκεπή, με πρόβολο εκτεινόμενο από το άκρο της βεράντας του πρώτου ορόφου αυτής σε μήκος 2,40 μ., καθώς επίσης και άλλα δύο όμοια μεταξύ τους μικρά πρόστεγα με κεραμοσκεπή, πλάτους 1,50 μ., πάνω από τα παράθυρα του κλιμακοστασίου, στην πίσω πλευρά της κατοικίας της.
Οι κατασκευές, όμως, αυτές έχουν γίνει κατά παράβαση του κανονισμού του συγκροτήματος (άρθρο 6°), κατά τα προεκτεθέντα, αφού μεταβάλλουν την αισθητική και αρχιτεκτονική μορφή του συγκροτήματος. Ο ισχυρισμός της ενάγουσας - αντεναγομένης, περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της πρώτης εναγομένης - αντενάγουσας, λόγω του ότι ευλόγως της είχε δημιουργηθεί η πεποίθηση ότι η τελευταία δεν επρόκειτο να εγείρει θέμα για τις μεταβολές αυτές στην κατοικία της, δεδομένου ότι μόνο μία φορά με την από 25-6-2002 εξώδικη δήλωση της είχε φέρει αντιρρήσεις, ενώ και οι δικαιοπάροχοι της (πρώτης εναγομένης - αντενάγουσας) είχαν συναινέσει ανεπιφύλακτα στις μεταβολές αυτές, τον οποίο ( ισχυρισμό) επαναφέρει με το δεύτερο λόγο της έφεσης της, είναι απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος, αφού τα επικαλούμενα αυτά περιστατικά δεν συνιστούν υπέρβαση των ακραίων αξιολογικών ορίων του άρθρου 281 Α.Κ".
Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του αρθ. 281 Α.Κ. αποφάνθηκε ότι η ένσταση κατάχρησης δικαιώματος είναι μη νόμιμη, διότι τα επικαλούμενα στα, παραδεκτώς κατ' αρθ 561§2 ΚΠολΔ ελεγχόμενα δικόγραφα των πρωτοδίκως κατατεθεισών προτάσεων και επαναφερθέντα ενώπιον του Εφετείου, πραγματικά περιστατικά, προς θεμελίωση της ένστασης αυτής, όπως αυτά περιέχονται και στις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης και αληθή υποτιθέμενα, δεν δύνανται να θεμελιώσουν κατάχρηση δικαιώματος.
Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από το αρθ. 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ο δε περί του αντιθέτου κατά το σκέλος του αυτό, πέμπτος λόγος αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το σκέλος αυτού με το οποίο αποδίδεται η από το αρθ. 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι για την ίδρυση του λόγου αυτού πρέπει το δικαστήριο να εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και να διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, ενώ αντίθετα, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν απέρριψε την αγωγή ή τον ισχυρισμό ως μη νόμιμο, όπως στην προκειμένη περίπτωση.
Επίσης, απορριπτέος, ως απαράδεκτος είναι και ο τέταρτος λόγος, αφού, όπως προαναφέρθηκε, ο Κανονισμός των κτιρίων δεν αποτελεί κανόνα ουσιαστικού δικαίου και κατά συνέπεια η τυχόν παράβαση αυτού δεν ιδρύει τον, από το αρθ. 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το μέρος της (μόνον) που αφορά το εκπρόθεσμο της έφεσης της ασκηθείσας από τον δεύτερο και τρίτη των νυν αναιρεσιβλήτων, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση, στο εκδόσαν την απόφαση ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (αρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τα λοιπά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η ηττηθείσα αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της (νικήσασας) πρώτης των αναιρεσιβλήτων, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 6018/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους δεύτερο και τρίτη των αναιρεσιβλήτων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
Απορρίπτει την ιδία αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που απευθύνεται εναντίον της πρώτης αναιρεσιβλήτων.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ