Legislator Case Law & Legislation
1208/2009 AI generated

Supreme Court allows appeal against dismissal of severance pay claim where contract payout was less than statutory minimum.

Case Number 1208/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the dismissal of a claim for statutory severance pay by nine former employees. The court found that while the employees had voluntarily resigned and accepted a contractual settlement, the amount paid was significantly lower than the statutory minimum under Article 8 of Law 3198/1955. Consequently, the court ruled that the employees are entitled to the difference between the contractual payout and the legal minimum, ordering the bank to pay the outstanding amount.

Legislator headnote

AI generated

Article 8 of Law 3198/1955; Article 560 of the Code of Civil Procedure: Where an employee with fifteen years of service resigns with employer consent and receives a contractual severance payment lower than the statutory minimum under Article 8 of Law 3198/1955, the employee is entitled to claim the difference.

Keywords

AI generated
statutory severance pay contractual settlement fifteen years service voluntary resignation difference claim Code of Civil Procedure Article 8 Law 3198

Cited Legislation

AI generated
Article 8 of Law 3198/1955
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Articles 648, 669, 672 and 673 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1208 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1208/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Σαράντη Δρινέα και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Απριλίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, κατοίκου ..., 2) Χ2, κατοίκου ..., 3) Χ3, κατοίκου ..., 4) Χ4, κατοίκου ... , 5) Χ5, κατοίκου ..., 6) Χ6 κατοίκου ..., 7) Χ7, κατοίκου ..., 8) Χ8 κατοίκου ... και 9) Χ9, κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Στρίμπερη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Λένη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-2-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 619/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 2839/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-9-2008 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 17-3-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή το άρθρο 8 του ν. 3198/1955 στο εδάφιο α' ορίζει ότι "μισθωτοί συνδεόμενοι δια σχέσεως εργασίας αορίστου διαρκείας, συμπληρώσαντες δεκαπενταετή υπηρεσίαν παρά τω αυτώ εργοδότη, υπό την έννοιαν της παρ. 1 του άρθρου 6 του ν. 2112, ή το υπό του οικείου ασφαλιστικού οργανισμού προβλεπόμενον όριον ηλικίας, εν ελλείψει δε τοιούτου το 65ον έτος της ηλικίας των, αποχωρούντες της υπηρεσίας τη συγκαταθέσει του εργοδότου, δικαιούνται του ημίσεως της υπό του ν. 2112, ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως, η του β.δ.

της 16/18.7.1920 οριζομένης αποζημιώσεως δια την περίπτωσιν απροειδοποιήτου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας υπολογιζομένης βάσει των παρ. 1 και 2 του άρθρου 5 του παρόντος". Προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως αυτής, που συνεχίζει να ισχύει, είναι: α) σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας, β) συμπλήρωση δεκαπενταετούς υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη ή συμπλήρωση του προβλεπόμενου από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό ορίου ηλικίας και σε περίπτωση έλλειψης τέτοιου του 65 έτους της ηλικίας και γ) αποχώρηση από την υπηρεσία με τη συγκατάθεση του εργοδότη.

Εφόσον συντρέξουν οι προϋποθέσεις αυτές ο μισθωτός δικαιούται το ήμισυ της αποζημιώσεως του ν. 2112 ή του β.δ. του 1920. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των άρθρων 648, 669, 672 και 673 ΑΚ, σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει και όταν από τον κανονισμό ή τον οργανισμό λειτουργίας των υπηρεσιών του εργοδότη προβλέπεται η αυτοδίκαιη αποχώρηση του υπαλλήλου από την υπηρεσία λόγω συμπλήρωσης του καθοριζομένου ορίου ηλικίας.

Αν όμως με τον κανονισμό έχουν παράλληλα προβλεφθεί περιπτώσεις πρόωρης λύσεως της συμβάσεως, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, αν δε αυτή πληρωθεί η σύμβαση μεταπίπτει εξαρχής σε αορίστου χρόνου. Περαιτέρω κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 435/1976, με την οποία αντικαταστάθηκε το δεύτερο εδ. του άρθρου 8 του ν. 3198/1955 που είχε προστεθεί με την παρ. 4 του άρθρου 8 του ν.δ. 3789/57: "Μισθωτοί εν γένει, υπαγόμενοι εις την ασφάλισιν οιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού δια την χορήγησιν συντάξεως, συμπληρώσαντες ή συμπληρούντες τας προς χορήγησιν πλήρους συντάξεως γήρατος προϋποθέσεις δύνανται, εάν έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, να αποχωρήσουν της εργασίας ή να απομακρύνονται ταύτης παρά του εργοδότου των, λαμβάνοντες εις τας περιπτώσεις ταύτας, οι μεν επικουρικώς ασφαλισμένοι το 40%, οι δε μη ασφαλισμένοι επικουρικώς το 50% της υπό του νόμου 2112/20 οριζομένης απροειδοποιήτου αποζημιώσεως" και κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου "τυχόν ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι περιεχόμενοι σε άλλες διατάξεις, συλλογικές συμβάσεις εργασίας, κανονισμούς ή ατομικές συμβάσεις εργασίας, κατισχύουν των διατάξεων της παρ. 1 του παρόντος".

Η τελευταία διάταξη, η οποία απηχεί τη γενικότερη αρχή του εργατικού δικαίου (άρθρα 680 ΑΚ, 3 παρ. 1 ν. 3239/1955, 7 παρ. 2 ν. 1876/1990, 8 παρ. 1 ν. 2112/20) της εύνοιας υπέρ του μισθωτού, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου έχει ανάλογη εφαρμογή και στην περίπτωση του εδαφίου α' του παραπάνω άρθρου 8 του Ν. 3198/1955, το οποίο, όπως από το ανωτέρω άρθρο 5 (παρ. 1) του ν. 435/1976 προκύπτει, έχει ως σκοπό να διευκολύνει την αποχώρηση και ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων και εκμεταλλεύσεων, κατά την έννοια δε της διατάξεως αυτής "ως ευνοϊκότεροι όροι νοούνται όλες οι προϋποθέσεις λειτουργίας της συμβάσεως, οι οποίες τέθηκαν υπέρ του μισθωτού είτε ανάγονται στο ύψος της αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας της είτε στο ίδιο το δικαίωμα καταγγελίας (Ολ.

ΑΠ 26/1992). Κατά δε το άρθρο 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967, στις περιπτώσεις που ο εργοδότης είναι το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή Τράπεζες ή επιχειρήσεις και οργανισμοί κοινής ωφέλειας ή επιχειρήσεις οι οποίες επιχορηγούνται από το Κράτος, η αποζημίωση που οφείλεται από το νόμο 2112/1920, όπως ισχύει εκάστοτε, δεν μπορεί να υπερβαίνει σε κάθε περίπτωση το ποσό των 240.000 δραχμών, καταργουμένης κάθε αντίθετης ειδικής διάταξης νόμου ή σύμβασης οποιασδήποτε μορφής ή τυχόν υπάρχοντος εθίμου.

Το όριο αυτό αναπροσαρμόστηκε σε 1.500.000 δραχμές με το άρθρο 33 ν. 1876/1990. Με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν.δ. 618/1970 "περί εφαρμογής των διατάξεων του α.ν. 173/1967 επί των αποζημιώσεων των χορηγουμένων υπό του Δημοσίου, ΝΠΔΔ κλπ." ορίστηκε ότι: "τα υπό των διατάξεων της παραγρ. 2 του άρθρου 2 του α.ν. 173/67 τιθέμενα ανώτατα όρια αποζημιώσεως ισχύουν δια πάσαν περίπτωσιν οφειλομένης, δυνάμει γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως, αποζημιώσεως εις τους αποχωρούντας, απομακρυνομένους ή απολυομένους υπαλλήλους και εργάτας του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α., ΝΠΔΔ, Τραπεζών, Επιχειρήσεων Κοινής Ωφελείας ή Επιχειρήσεων επιχορηγουμένων υπό του Κράτους, εφ` οιαδήποτε σχέσει εργασίας μετ` αυτών συνδεομένων, καταργουμένης πάσης γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου, κανονισμού, συμβάσεως οιασδήποτε μορφής και εθίμου." Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, ο ευρύτερος δημόσιος τομέας καθορίζεται κάθε φορά από το νόμο, για το ζήτημα αυτό δε ισχύουν ήδη οι διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του ν. 1892/1990, με τις οποίες έγινε επανοριοθέτηση του δημόσιου τομέα, όπως είχε οριοθετηθεί με το άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 και ορίστηκε ότι ο κατά τις παραπάνω διατάξεις δημόσιος τομέας περιλαμβάνει μόνο αυτές που ανήκουν στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου, είτε στο σύνολό τους είτε κατά πλειοψηφία".

Με βάση το γράμμα των ανωτέρω διατάξεων του α.ν. 173/1967 και του ν.δ. 618/1970, καταλείπεται, εκ πρώτης όψεως, η εντύπωση ότι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής τους, και συνεπώς υπόκεινται στο θεσπιζόμενο από αυτές ανώτατο όριο αποζημιώσεως, οι μισθωτοί όλων ανεξαιρέτως των τραπεζών, αφού οι διατάξεις αυτές δεν διακρίνουν μεταξύ τραπεζών του ιδιωτικού και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, κατά την έννοια του άρθρου 51 παρ. 1 περ.

δ' του ν. 1892/90. Έγινε δεκτό, όμως, ότι, ενόψει του σκοπού και του πραγματικού νοήματος των εν λόγω διατάξεων, επιβάλλεται τελολογική συστολή του γράμματος αυτών, ώστε να εφαρμόζονται μόνο στις τράπεζες του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δηλαδή στις τράπεζες, οι μετοχές των οποίων ανήκουν στο σύνολό τους ή κατά πλειοψηφία στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου (Oλ.

ΑΠ. 1/2006, 39/1998). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 26 του Οργανισμού της Υπηρεσίας της "Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και Αθηνών ΑΕ", που καταρτίσθηκε από το διοικητικό συμβούλιο αυτής και κυρώθηκε με το β.δ. της 17/26.9.1953, κατ` εφαρμογή του άρθρου 1 του ν.δ. 2510/1953 δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α 267/26.9.1953) και έχει ισχύ νόμου η μετά του προσωπικού της Τραπέζης η σύμβαση εργασίας λύεται, εκτός από άλλους αναφερόμενους σ` αυτό λόγους, και 1) δια του θανάτου του υπαλλήλου, 2) δια καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας κατά τα υπό της εργατικής νομοθεσίας οριζόμενα, σε κάθε δε περίπτωση με την συμπλήρωση των κάτωθι οριζομένων ορίων ηλικίας α) του 62ου έτους δια τους Διευθυντάς, Υποδιευθυντάς, Συμπράττοντας Υποδιευθυντάς και Τμηματάρχας, β) ...

γ) ... δ) ... Επίσης στο ίδιο άρθρο (26 αριθ. 2δ εδ. β`) ορίζεται και ότι "οι προ της συμπληρώσεως του ως άνω ορίου ηλικίας απολυόμενοι δια καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας δικαιούνται και της κατά νόμον αποζημιώσεως". Τέλος με την από 28-5-2002 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας μεταξύ της Διοικήσεως της εκκαλούσας και του Συλλόγου Υπαλλήλων αυτής, που εγκρίθηκε από το ΔΣ αυτής, "παρεσχέθη η δυνατότητα σε ορισμένους υπαλλήλους να αποχωρήσουν οικειοθελώς από την υπηρεσία, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, εφόσον υπέβαλαν σχετικές δηλώσεις παραίτησης, το αργότερο έως 28-6-2002, στη Διεύθυνση Προσωπικού της Τράπεζας, οπότε η τελευταία θα τους χορηγούσε, κατ` επιλογήν τους μία από τις κατωτέρω παροχές:

α) προαγωγή στον αμέσως ανώτερο βαθμό του κατεχομένου από τον υπάλληλο με ειδική αρχαιότητα... β) αποζημίωση ισόποση με τη διαφορά μεταξύ του ποσού το οποίο αποχωρώντας θα λάβουν ως εφάπαξ αποζημίωση από το Ταμείο αυτασφάλισης Προσωπικού ΕΤΕ και εκείνου το οποίο θα ελάμβαναν εάν δεν ίσχυε το προβλεπόμενο από τις σχετικές διατάξεις ανώτατο όριο (πλαφόν) εφάπαξ αποζημιώσεως η οποία δεν δύναται να είναι κατώτερη του ποσού των 14.700 ευρώ, και ότι οι αποχωρούντες κατ' εφαρμογή της εν λόγω ΕΣΣΕ δεν θα δικαιούνται καμίας άλλης παροχής εκτός της επιλεγείσας μίας και μόνον εκ των προβλεπομένων παροχών.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε κατ' ανέλεγκτη κρίση τα εξής: Οι αναιρεσείοντες προσλήφθηκαν από την αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στις ..., αντίστοιχα και έκτοτε προσχώρησαν στον κανονισμό εργασίας αυτής.....

Οι αναιρεσίβλητοι οι οποίοι ήδη ήγαν το 56ο, 44ο, 59ο 43ο, 54ο, 54ο, 43ο, 55ο και 45ο έτος της ηλικίας τους αντίστοιχα είχαν εξελιχθεί στο βαθμό του Τεχνικού Βοηθού 3ου, Υπομηχανικού 5ου, Υπομηχανικού, 3ου, Υπομηχανικού 5ου, Τμηματάρχη Α', Τμηματάρχη Β', Υποτμηματάρχη Α', Τεχνικού Βοηθού 4ου και Τεχνικού Βοηθού 4ου, καθώς επίσης είχαν συμπληρώσει 22, 21, 28, 21, 27, 30, 21, 24 και 21 έτη υπηρεσίας, υπέβαλαν έως την 28-6-2002 προς την αναιρεσίβλητη έγγραφη δήλωση περί υπαγωγής τους στην από 28-5-2002 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας και περί παραιτήσεως τους από την υπηρεσία στην οποία (δήλωση) διέλαβαν επίσης ότι εκ των παροχών επιλέγουν την αποζημίωση και ότι δεν διατηρούν εναντίον της αναιρεσίβλητης οιανδήποτε άλλη αξίωση τους.

Ακολούθως η αναιρεσίβλητη αποδέχτηκε ρητώς την παραίτηση των αναιρεσειόντων, ώστε οι εργασιακές συμβάσεις τους οι οποίες κατέστησαν εξαρχής ως αορίστου χρόνου έληξαν στις 14-8-2002 και κατόπιν επιλογής τους κατέβαλε εις εκπλήρωση των συνομολογηθέντων ως αποζημίωση, στον τρίτο εξ αυτών το ποσό των 23.393,03 ευρώ, στον πέμπτο εξ αυτών το ποσό των 21.695,13 ευρώ και στον καθένα από τους υπολοίπους το ποσό των 14.700 ευρώ.

Η εν λόγω αποζημίωση πράγματι υπολείπεται της αποζημιώσεως βάσει του ν. 2112/1920 την οποία δικαιούνται οι αναιρεσείοντες να αξιώσουν αφού συνέτρεχαν στο πρόσωπο τους οι εκ του άρθρου 8 παρ. 1 α' του ν. 3198/1955 προϋποθέσεις ήτοι, σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, συμπλήρωση υπηρεσίας πλέον των δεκαπέντε ετών και αποχώρηση με τη συγκατάθεση της αναιρεσίβλητης, δεν περιορίζεται δε στο ποσό των 4.402,05 ευρώ (1500.000 δρχ.), δεδομένου ότι κατά το έτος 2002 οπότε απεχώρησαν από την υπηρεσία τους, η αναιρεσίβλητη δεν υπαγόταν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ούτε το σύνολο ή η πλειοψηφία των μετοχών της ανήκε στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου και μάλιστα υπολογίζεται βάσει του συνολικού χρόνου απασχολήσεως τους και του ύψους των τακτικών αποδοχών τους του τελευταίου προ της αποχωρήσεως τους μηνός σε 50.946 ευρώ για τον πρώτο, 53.714 ευρώ για τη δεύτερη, 61.775,52 ευρώ για τον τρίτο, 49.279,92 ευρώ για την τέταρτη, 76.418,16 για τον πέμπτο, 51.573,12 ευρώ για την έκτη, 36.541,20 ευρώ για την έβδομη, 52.164 ευρώ για τον όγδοο και 48.510, 24 ευρώ για την ένατη.

Με βάση τα περιστατικά αυτά δέχτηκε στη συνέχεια το Πολυμελές Πρωτοδικείο ότι παρά το γεγονός ότι η αποζημίωση που έλαβαν κατ' εφαρμογή της συμβατικής ρυθμίσεως της από 28-5-2002 ΕΣΣΕ, υπολείπεται αυτής του άρθρου 8 του ν. 3198/1955 οι αναιρεσείοντες δεν δικαιούνται τα αιτούμενα με την αγωγή ποσά, γιατί δεν αποδείχτηκε συνομολόγηση μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας περί καταβολής της επίμαχης αποζημιώσεως αθροιστικώς, αλλά αντιθέτως προέκυψε ότι οι αναιρεσείοντες προ της αποχωρήσεως τους από την υπηρεσία τους με τις έγγραφες δηλώσεις τους προς την αναιρεσίβλητη δήλωσαν ρητώς ότι δεν έχουν οιαδήποτε άλλη αξίωση εναντίον της τελευταίας.

Ακολούθως κατά παραδοχή της εφέσεως που είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε κριθεί ότι οι αναιρεσείοντες δικαιούνται τα ως άνω ποσά και απέρριψε την αγωγή. Με την κρίση του αυτή το Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού οι ως άνω παροχές που επέλεξαν να λάβουν οι αναιρεσείοντες ταυτίζονται μεν με την αποζημίωση του ν. 2112/1920 και του άρθρου 8 του ν. 3198/1955 και ο μισθωτός δεν μπορεί να αξιώσει αθροιστικά την καταβολή αμφοτέρων, πλην εάν η συμβατική αποζημίωση που καταβλήθηκε είναι μικρότερη της προβλεπόμενης από τις ως άνω διατάξεις όπως στην κρινόμενη περίπτωση, ο μισθωτός μπορεί να αξιώσει τη διαφορά, αφού στην περίπτωση αυτή οι όροι της προαναφερόμενης συμβατικής ρυθμίσεως περί εθελουσίας εξόδου που προβλέπονται στην από 28-5-2002 ΕΣΣΕ, ως μη ευνοϊκότεροι, δεν κατισχύουν αυτών που προβλέπονται από τη νόμιμη ρύθμιση του άρθρου 8 του ν.3198/1955.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά ταύτα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2839/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ

.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Mαΐου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ