Legislator Case Law & Legislation
1208/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on lack of legal basis due to insufficient reasoning regarding agency and unauthorized appropriation.

Case Number 1208/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by three individuals and a company against a First Instance Court judgment. The appellants argued that the lower court failed to provide sufficient legal reasoning regarding the validity of an agency contract and the unauthorized appropriation of funds. The court found the appeal inadmissible because the First Instance Court's decision contained adequate reasoning on the facts and the legal characterization of the parties' actions.

Legislator headnote

AI generated

Articles 118(4), 566(1), 588(3), 559(19) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on lack of legal basis is inadmissible if the lower court's decision contains sufficient reasoning on the material facts and the legal characterization of the events that determined the outcome of the case.

Keywords

AI generated
lack of legal basis insufficient reasoning agency contract unauthorized appropriation appeal admissibility Code of Civil Procedure legal characterization

Cited Legislation

AI generated
Articles 118(4), 566(1), 588(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 28/1997
Supreme Court Case 30/1997
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1208 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1208/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. Χ2 και 3. Χ3 και 4. Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "AUTOHELLAS ANΩΝΥΜΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "HERTZ" που εδρεύει στην Κάτω Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Παπαδάκη και Γεώργιο Κωστόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ψ1 και 2. Ψ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Παπανδρουλάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-6-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20680/2001, 26404/2001 διορθωτική του ίδιου Δικαστηρίου όπου η δεύτερη παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών λόγω αρμοδιότητας, 3870/2003 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών 4299/2004 προδικαστική και 4380/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-4-2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 1-4-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4,566 παρ.1 και 588 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να εκτίθεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για τη κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της ουσιαστικού δικαίου διάταξης που εφαρμόσθηκε, η περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση την έκβαση της δίκης (Ολ.

ΑΠ 28/1997, Ολ. ΑΠ 30/1997). Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου και δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή κρίθηκε νόμιμη ή μη νόμιμη ή αόριστη (Ολ.

Α.Π. 3/1997, ΑΠ 437/2002). Δεν ιδρύεται επίσης ο λόγος αυτός, όταν οι ελλείψεις της απόφασης ανάγονται στη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, ή αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην ανάλυση και στάθμιση τους και στην αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, αρκεί τούτο να διατυπώνεται σαφώς.

Οι νομικές διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στη προσβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει, σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ (ΑΠ 354/04).Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α)ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποίες επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, στη δε περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωση του, και η σύνδεση του με το διατακτικό γ) η νόμιμη βάση ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά κατ' επιλογή, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, ζητούν την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου, κατ' επίκληση παραβιάσεων από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αποδίδοντας σ' αυτό τις εξής αιτιάσεις:α) ότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχτηκε την αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, μολονότι οι αναιρεσείοντες (εναγόμενοι) έχουν απαλλαγεί αμετακτλήτως, ο μεν πρώτος και δεύτερη με το υπ' αριθμ. 1373/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ο δε τρίτος με την υπ' αριθμ. 1971/2005 απόφαση του Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για την αποδιδομένη σ' αυτούς πράξη της εις βάρος των εναγόντων τελεσθείσας υπεξαίρεσης, που αποτελούσε και την κατά την αγωγή θεμελιωτική προς αποζημίωση των εναγόντων αδικοπρακτική συμπεριφορά των τριών πρώτων εναγομένων (1ος λόγος) β) διότι το Εφετείο, απέρριψε την προβληθείσα και επαναφερθείσα νομίμως ένσταση αυτών περί αοριστίας της αγωγής, διότι δεν αναφέρεται σ' αυτή ποίοι ήσαν οι συμβληθέντες από την πλευρά των εναγόντων και των εναγομένων και ποίο ποσό, το οποίο υπεξαίρεσαν οι εναγόμενοι, κατέβαλε κάθε ενάγων σε κάθε έναν των εναγόντων, ώστε να προκύπτει η ευθύνη κάθε εναγομένου και να είναι προσδιορισμένη η ζημία κάθε ενάγοντος, ακολούθως δε δέχτηκε ότι η αγωγή των αναιρεσιβλήτων είναι ορισμένη και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία αυτή είχε απορριφθεί ως αόριστη, υποπίπτοντας έτσι στην από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι δεν μνημονεύει εάν υπάρχει κενό ή ασάφεια και εντεύθεν ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (2ος λόγος κατά το οικείο μέρος του) γ) διότι το Εφετείο έκρινε την αγωγή ορισμένη απορρίπτοντας σιωπηρώς, την ένσταση τους "περί ακυρότητας άλλως δικονομικώς αβασίμου της αγωγής (3ος λόγος κατά το οικείο μέρος του) δ) διότι με να δεχθεί το Εφετείο ότι "...κατά μήνα Μάιο του 1997 άρχισε η εμπορική συνεργασία του πρώτου ενάγοντος-εκκαλούντος που ενεργούσε και για λογαριασμό και της δεύτερης...", "καταλείπει ....

αναπάντητο το κρίσιμο πραγματικό γεγονός για λογαριασμού ποίου αληθούς κυρίου άρα και παθόντος και δικαιούχου αποζημίωσης, ενεργούσε ο διαχειριστής (κατά την πληττόμενη απόφαση) ή συνεπίκουρος κατά την αγωγή", όπως επί λέξει αναφέρουν (4ος λόγος) ε) διότι δέχτηκε την αγωγή εις βάρος και της τέταρτης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρίας, "χωρίς στο σκεπτικό της να αποδίδει σε αυτήν οποιαδήποτε υπαιτιότητα .....σύμφωνα δε με τις σκέψεις της προσβαλλόμενης με σχέση εντολής συνδέονται μόνο οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι, αλλά την παράνομη παρακράτηση των χρημάτων τη διέπραξαν ενεργώντας και ως εκπρόσωποι της τέταρτης από εμάς παρόλο ότι δεν βαρύνονταν με εντολή της τέταρτης από εμάς" όπως επί λέξει αναφέρουν (6ος λόγος) στ) διότι μολονότι δέχεται ότι οι τρεις πρώτοι συνεβλήθησαν με τους ενάγοντες υπό την ιδιότητα τους ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου της τέταρτης εναγομένης ανώνυμης εταιρίας, δηλαδή ως εκπρόσωποι αυτής, αντιφατικά δέχεται ότι αυτοί εισέπραξαν χρήματα (τίμημα μετοχών) ως εντολοδόχοι των εναγόντων (8ος λόγος) Οι λόγοι αυτοί , ως παραβιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι, για τους εξής λόγους α) οι άνω υπό στοιχεία α', β', γ' και στ' ως απαράδεκτοι, διότι οι με αυτούς αποδιδόμενες στο Εφετείο από το άρθρο 559 αρ. 19 πλημμέλειες, με τον πρώτο μεν αναφέρονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων, με τους β' και γ' σκέψη του Εφετείου για το ορισμένο της αγωγής, η δε με τον υπό στοιχείο στ' αντίφαση, δεν συνιστά πράγματι αντίφαση.

Οι λοιποί είναι απορριπτέοι ως αόριστοι διότι δεν αναφέρονται, με πληρότητα αλλά εντελώς αποσπασματικά οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, υπό τις οποίες συντελέστηκαν οι άνω παραβιάσεις, ούτε επίσης αναφέρεται η εκ πλαγίου παραβιασθείσα διάταξη ουσιαστικού δικαίου, και ποίες επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου.

II Από τη διάταξη του άρθρου 219 Κ,Πολ,Δ., κατά την οποία, αγωγή υπό αίρεση δεν επιτρέπεται, συνάγεται ότι η από το νόμο απαγορευόμενη διαζευκτική ή επικουρική εναγωγή, επιφέρει ακυρότητα του δικογράφου της αγωγής στο σύνολο της και για το λόγο αυτό την απόρριψη της και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτης (ΑΠ 1495/07, 1821/07) Διαζευκτική εναγωγή υπάρχει, όταν ενάγουν ή ενάγονται περισσότερα πρόσωπα, χωρίς να προσδίδεται σε ένα από αυτά, κατά τρόπο οριστικό ή θετικό, η ιδιότητα του ενάγοντος ή του εναγομένου και δικαιούχου ή υπόχρεου, αντίστοιχα, από την έννομη σχέση της δίκης.

Επικουρική δε εναγωγή υπάρχει, όταν ο δεύτερος και οι επόμενοι ενάγουν ή ενάγονται για την περίπτωση της απόρριψης της αγωγής κατά του αμέσως προηγούμενου αυτών. Εξ άλλου κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό και όχι το ουσιαστικό δίκαιο (Ολ.ΑΠ 2/2001), για την πληρότητα δε αυτού, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο σχετικός ισχυρισμός, και αν ακόμη λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρονται τα προς θεμελίωση αυτού πραγματικά περιστατικά.(ΑΠ 1526/2001) Ειδικώς όταν προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας η αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή διότι, με αυτή, κατά παράβαση του άρθρου 219 ΚΠολΔ, ασκείτο διαζευκτική ή επικουρική εναγωγή, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο περί ακυρότητας της αγωγής για το λόγο αυτό ισχυρισμός προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του και να αναφέρεται το περιεχόμενο και αίτημα της αγωγής.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο κατά το οικείο μέρος του, οι αναιρεσειοντες, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, προσάπτουν, κατ' εκτίμηση στο Εφετείο την αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων ως απαράδεκτη, λόγω ακρότητας αυτής, διότι ασκείτο διαζευκτικός.

Ο λόγος αυτός, πράγματι από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι οι αναιρεσειοντες δεν καθορίζουν στο αναιρετήριο, τον νόμιμο τρόπο που προέβαλαν τον περί ακυρότητας της αγωγής, για το λόγο αυτό, ισχυρισμό τους στο Εφετείο, ούτε επίσης, αναφέρουν με πληρότητα, αλλά εντελώς αποσπασματικά, τα συγκροτούντα την ιστορική βάση της αγωγής πραγματικά περιστατικά και το αίτημα αυτής III.

Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ.γ' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε νομίμως, για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη.

Από το διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106,237 παρ.1, 453 και 524 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα. Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να αιτιολογήσει την απόφαση του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού των διαδίκων, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα.

Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι αυτό έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα υποπίπτει στην από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητα του, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο του και το παραδεκτό της προσαγωγής του, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως, να καθορίζεται ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτό προσκομίστηκε και ο νόμιμος τρόπος προβολής του, καθώς και ο λόγος για τον οποίο ο ισχυρισμός αυτός ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση με τους υπ' αριθμ 7 και 10 λόγους, οι αναιρεσειοντες, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, αποδίδουν στο Εφετείο την αιτίαση, ότι αυτό παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τα εξής έγγραφα που αυτοί προσκόμισαν νόμιμα: α) την από 16.01.2004 επιστολή την οποία ο ενάγων Ψ1 απέστειλε προς την εταιρία "SΕΑΤ ΤΕCHOCAR ΑΕ", η οποία ανήκει στην οικογένεια Χ1 και της οποίας πρόεδρος του Δ.Σ.

είναι ο πρώτος και μέλος αυτού ο τρίτος εναγόμενος, και από την οποία επιστολή προκύπτει ότι ο ενάγων αυτός ζητούσε να ενταχθεί η επιχείρηση του στο δίκτυο συνεργείου, και ανταλλακτικών της άνω εταιρίας των εναγομένων, και το οποίο έγγραφο, αν ελάμβανε υπόψη του Εφετείο, "είναι προφανές ότι θα οδηγούνταν στο λογικό συμπέρασμα ότι δεν είναι δυνατό-εάν πράγματι είχαμε υπεξαιρέσει 273.780.000 δρχ.

από αυτόν να απευθύνεται πάλι σε εμάς ζητώντας μας νέα συνεργασία", όπως επί λέξει αναφέρουν, β) την από 17.11.2000 κατάθεση του Γ1 στον Ανακριτή Θεσσαλονίκης, στην οποία αυτός αναφέρει ότι "...εγώ έδωσα τα χρήματα στον Ψ1.." και από την οποία κατάθεση αποδεικνύεται ότι αυτοί επώλησαν στους ενάγοντες και δέκα επί πλέον αυτοκίνητα τα οποία όμως, καθ' υπόδειξη του ενάγοντος Ψ1 τιμολογήθηκαν στο όνομα του συνεργάτη του Γ1 γ) τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων ....

και ......, τις οποίες αυτοί προσκόμισαν ω σχετικά Α16 και Α17, από τις οποίες προέκυπτε ότι τα 10 αυτοκίνητα τα οποία ο Ψ1 ζητά να τιμολογηθούν στο αχυράνθρωπο του Γ1 εξοφλήθησαν με επιταγές Ψ2 δ)την από 15.10.1999 εξώδικη επιστολή της ενάγουσας Ψ2 προς την ΠΡΙΜΑ ΜΟΤΟΡΣ, με την οποία μολονότι αυτή ζητούσε ανταλλακτικά αυτοκινήτων δεν κάνει την παραμικρή μνεία ούτε για οποιαδήποτε οφειλή μας ούτε για υπόλοιπο 35.107.000 δρχ.

ούτε για 15.000 μετοχές της 4ης εναγομένης ε) το από ..... ενημερωτικό δελτίο που αναφέρει ότι η δημόσια εγγραφή θα άρχιζε την 27.07.1999 και στ) την από 6.12.2000 κατάθεση ως μάρτυρα του Ψ1 .Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι προέχοντος ως αόριστοι, διότι δεν αναφέρεται με σαφήνεια στο αναιρετήριο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ποίου ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού προσκομίστηκαν τα άνω έγγραφα, ούτε καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του ισχυρισμού στο πρωτοβάθμιο και επαναφοράς του στο Εφετείο, ούτε τέλος αναφέρουν ποία επίδραση ασκούσε ο ισχυρισμός στην έκβαση της δίκης.

Ο άνω δε υπό στοιχείο γ' λόγος είναι απορριπτέος επίσης ως αόριστος, διότι οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν με σαφήνεια της ένορκες βεβαιώσεις που δεν ελήφθησαν υπόψη, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητα τους (αριθμός, ειρηνοδίκης ή συμβολαιογράφος ενώπιον του οποίου αυτές δόθηκαν και νόμιμο τρόπο κλήτευσης των αντιδίκων τους).

Η περιεχόμενη στον υπ' αριθμ. 10 λόγο αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη εξώδικο ομολογία του Ψ1, περιεχόμενη στην από 6.10.2000 κατάθεση του, είναι απορριπτέος ως αόριστος διότι δεν αναφέρεται ότι προβλήθηκε σχετικός ισχυρισμός ενώπιον του Εφετείου.

ΙV.Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.20 λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου από το δικαστήριο της ουσίας, ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει σε σφάλμα ανάγνωσης και αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό εκείνου που αυτό πραγματικά έχει, ακολούθως στηριζόμενο στο έγγραφο αυτό ή κυρίως σ' αυτό, καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης Για το ορισμένο και άρα παραδεκτό του λόγου αυτού αναίρεσης πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο 1) το αληθινό περιεχόμενο του φερομένου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, 2) το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό του αληθινού 3) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για την απόδειξη κρισίμων για την έκβαση της δίκης πραγματικών γεγονότων και 4) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο.(ΑΠ 194/05) Στην προκειμένη περίπτωση με τον υπ' αριθμ. 9 λόγο, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 09.11.1999 εξώδικης πρόσκλησης της δεύτερης ενάγουσας και της υπ' αριθμ......

βεβαίωσης της Τράπεζας ALPHA ΒΑΝΚ. Ο λόγος αυτός, από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται ποίο περιεχόμενο , που δεν έχουν τα έγγραφα αυτά, προσέδωσε το Εφετείο με εσφαλμένη ανάγνωση τους ή παράλειψη ανάγνωσης κρισίμων σημείων αυτών V. Η σύμβαση της εντολής μπορεί να συναφθεί και σιωπηρώς (Α.Κ. 158, 713), λόγω δε του προσωπικού και εμπιστευτικού χαρακτήρα της, ο εντολοδόχος μπορεί να αναλάβει τη διεξαγωγή της υπόθεσης του εντολέα είτε ύστερα από παράκληση του είτε ακόμη και από δική του πρωτοβουλία, εφόσον ο εντολέας γνωρίζει τούτο και δεν αντιλέγει. (ΑΠ 1614/99).

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 713,714, 719 και 297,298,914 ΑΚ προκύπτει ότι ο εντολοδόχος οφείλει να διεξαγάγει την υπόθεση που του ανατέθηκε από τον εντολέα, σύμφωνα με τις οδηγίες του τελευταίου, σε περίπτωση δε που δεν δόθηκαν τέτοιες οδηγίες, να πράξει κάθε τι που επιβάλλει η φύση της υπόθεσης και το συμφέρον του εντολέα.

Σε περίπτωση δε που ο εντολοδόχος δεν εκπλήρωσε την υποχρέωση του να διεξαγάγει την υπόθεση που του ανατέθηκε, υποχρεούται να αποδώσει στον εντολέα, κάθε τι που του δόθηκε από αυτόν για την εκτέλεση της εντολής και επομένως και χρήματα, τα οποία δόθηκαν σ' αυτόν από τον εντολέα, σύμφωνα με το άρθρο 721 ΑΚ, για την εκτέλεση της εντολής, η κυριότητα των οποίων ανήκει στον εντολέα και βρίσκονται στην κατοχή του εντολοδόχου, ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, και τα οποία χρήματα, αν ο εντολοδόχος παρακρατεί και αρνείται να αποδώσει, ενσωματώνοντας αυτά στην περιουσία του, διαπράττει την και αδικοπραξία συνιστώσα, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης (άρθρο 375 ΠΚ).Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά των αναιρεσειόντων, και προς θεμελίωση του ασκουμένου με αυτή εξ αδικοπραξίας δικαιώματος τους προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, εκθέτουν , κατ'εκτίμηση, τα εξής πραγματικά περιστατικά:

Ότι από το έτος 1990 λειτουργούν στη .... επιχείρηση εμπορίας αυτοκινήτων , που τυπικά φέρεται ότι ανήκει στην πρώτη ενάγουσα, μητέρα του δεύτερου. Ότι το έτος 1997,με σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, που καταρτίστηκε στη ....., μεταξύ του πρώτου ενάγοντος, ενεργούντος και ως αντιπροσώπου της δεύτερης, και των τριών πρώτων εναγομένων, ενεργούντων ως νομίμων εκπροσώπων και μελών του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας με την επωνυμία "ΠΡΙΜΑ ΜΟΤΟΡΣ ΑΕ", που ανήκε στον επιχειρηματικό όμιλο ....., ανέλαβαν την αποκλειστική αντιπροσωπεία για τη Βόρεια Ελλάδα των εισαγομένων από την άνω εταιρία αυτοκινήτων μάρκας SΑΝG ΥΟΝG προελεύσεως Κορέας.

Ότι κατά τον αυτό χρόνο μετά από πρόταση των τριών πρώτων εναγομένων , ως νομίμων εκπροσώπων και μοναδικών μετόχων της τέταρτης εξ αυτών ανώνυμης εταιρίας, που ανήκε στον ίδιο επιχειρηματικό όμιλο, ανέλαβαν, έναντι προμηθείας, την πώληση μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, που θα προμήθευε σ' αυτούς η τέταρτη εναγομένη εταιρία.

Ότι στα πλαίσια της συνεργασίας τους αυτής, για την πώληση μεταχειρισμένων αυτοκινήτων της τέταρτης εναγομένης και λόγω της γνωριμίας τους με τους άνω νομίμους εκπροσώπους και μοναδικούς αυτής μετόχους, ο τρίτος εναγόμενος Χ3, πρότεινε στους ενάγοντες και αυτοί αποδέχτηκαν, όπως, εκτός των χρημάτων που αυτοί θα κατέβαλαν για το τίμημα των πωλουμένων από αυτούς μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, αποστέλλουν τμηματικώς και όσα επί πλέον ποσά αυτοί επιθυμούσαν, καταθέτοντας αυτά σε προσωπικό λογαριασμό των πρώτου και δεύτερης των εναγομένων, προκειμένου, με τα επί πλέον αυτά ποσά, να διατεθούν από τους τρεις πρώτους εναγομένους, με την ιδιότητα τους ως νομίμων εκπροσώπων και μοναδικών μετόχων της τέταρτης, για την αγορά από τους ενάγοντες μετοχών της τέταρτης εναγομένης εταιρίας, με ιδιωτική τοποθέτηση και όχι με δημόσια εγγραφή, εν όψει της αποφασισθείσας "εν ευθέτω χρόνω" εισαγωγής αυτής στο χρηματιστήριο.

Ότι σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής για την αγορά μετοχών της τέταρτης εναγομένης με ιδιωτική τοποθέτηση, οι ενάγοντες, με τις αναφερόμενες στην αγωγή τους 25 επιταγές, τις οποίες εισέπραξαν οι εναγόμενοι, απέστειλαν σ' αυτούς τμηματικώς, πλέον του οφειλομένου τιμήματος από την πώληση μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, και ποσό 35.107.000 δραχμών, το οποίο κατατέθηκε στον υπ' αριθμ. ......

τραπεζικό λογαριασμό των πρώτου και δεύτερης των εναγομένων, που αυτοί διατηρούσαν στην τράπεζα "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ ΑΕ" Περαιτέρω ιστορούν, ότι μολονότι κατά τα συμφωνηθέντα οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι ανέλαβαν την υποχρέωση να διαθέσουν το άνω ποσό των 35.107.000, για την αγορά από τους ενάγοντες μετοχών της τέταρτης με ιδιωτική τοποθέτηση, αυτοί δεν κατέθεσαν αυτό στον λογαριασμό που ανοίχθηκε στο όνομα της τέταρτης την 13.8.1999 για την αγορά μετοχών με ιδιωτική τοποθέτηση, αλλά το ιδιοποιήθηκαν παρανόμως.

Με βάση τα περιστατικά αυτά, επικαλούμενοι και αδικοπραξία (υπεξαίρεση) των τριών πρώτων εναγομένων, τελεσθείσα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους ως νομίμων εκπροσώπων και μοναδικών μετόχων της τέταρτης εναγομένης, ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρο ο καθένας να τους καταβάλλουν για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το αναφερόμενο στην αγωγή τους ποσό.

Το Εφετείο, δικάζοντας έφεση των εναγόντων κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως αόριστη, δέχτηκε την έφεση και δικάζοντας την αγωγή, δέχτηκε αυτή εν μέρει, δεχόμενο ότι αποδείχθηκαν τα εξής, κρίσιμα στην προκειμένη περίπτωση, πραγματικά περιστατικά: Ότι ο τρίτος εναγόμενος Χ3, ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος της τέταρτης εναγομένης εταιρίας, νόμιμοι εκπρόσωποι και μοναδικοί μέτοχοι της οποίας είναι αυτός και οι πρώτος και δεύτερη εναγόμενοι (πατέρας και μητέρα του τρίτου) και ως αντιπρόσωπος του πρώτου και δεύτερης των εναγομένων, συμφώνησε με τους ενάγοντες, όπως αυτοί αποστέλλουν τμηματικώς κατά τη διάρκεια της εμπορικής συνεργασίας, για την πώληση από τους ενάγοντες, μεταχειρισμένων αυτοκινήτων της τέταρτης εναγομένης, χρηματικά ποσά, πέραν του οφειλομένου τιμήματος για την πώληση των μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, τα οποία θα κατατίθεντο σε προσωπικό λογαριασμό των πρώτου και δεύτερης των εναγομένων, και τα οποία θα διατίθεντο από τους τρεις πρώτους των εναγομένων (εντολοδόχους των εναγόντων) για την αγορά μετοχών της τέταρτης εναγομένης, με ιδιωτική τοποθέτηση, μετά την είσοδο αυτής στο χρηματιστήριο.

Ότι οι ενάγοντες κατέθεσαν, για τον άνω σκοπό, κατά τα συμφωνηθέντα, σε προσωπικό λογαριασμό των πρώτου και δεύτερου των εναγομένων, το ποσό των 35.107.000 δραχμών, όμως μετά την είσοδο της τέταρτης στο χρηματιστήριο και το άνοιγμα από αυτή λογαριασμού για την αγορά μετοχών της με ιδιωτική τοποθέτηση, οι εναγόμενοι δεν εκπλήρωσαν την υποχρέωση τους να αγοράσουν μετοχές για λογαριασμό των εναγόντων, αλλά ιδιοποιήθηκαν παρανόμως το άνω ποσό, που οι ενάγοντες κατέβαλαν σ' αυτούς για την εκπλήρωση της εντολής.

Με τις παραδοχές αυτές δέχτηκε ότι Εφετείο, ότι οι τρεις πρώτοι των εναγομένων ενεργώντας ως νόμιμοι εκπρόσωποι της τέταρτης δεν εξετέλεσαν την ανατεθείσα σ' αυτούς από τους ενάγοντες εντολή για αγορά μετοχών της τέταρτης εναγομένης μετά την είσοδο της στο χρηματιστήριο και ιδιοποιήθηκαν το άνω ποσό που οι ενάγοντες κατέβαλαν για την εκπλήρωση της εντολής.

Την κρίση του ότι οι πρώτος και δεύτερη των εναγομένων, από κοινού με τον τρίτο υιό τους, κατάρτισαν ατύπως την άνω σύμβαση εντολής για αγορά μετοχών, στηρίζει το Εφετείο, δεχόμενο αφενός μεν ότι οι πρώτος και δεύτερος αντιπροσωπεύθηκαν από τον τρίτο, αφετέρου δε στο ότι αυτοί εν γνώσει τους αποδέχτηκαν την κατάθεση του άνω ποσού των 35.107.000 δραχμών στον προσωπικό τους λογαριασμό, αποδεχόμενοι έτσι να διεξαγάγουν την ανατεθείσα σ' αυτούς υπόθεση, ήτοι την αγορά μετοχών για λογαριασμό των εναγόντων, μετά την είσοδο της εκπροσωπούμενης από αυτούς τέταρτης εναγομένης στο χρηματιστήριο.

Επομένως ο υπ' αριθμ.5 λόγος, από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι πρώτος και δεύτερη των ήδη αναιρεσειόντων- εναγομένων αποδίδουν στο Εφετείο την αιτίαση, ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη μη προταθέντα από τους ενάγοντες ισχυρισμό, ότι κατά την κατάρτιση της άνω σύμβασης εντολής αυτοί αντιπροσωπεύθηκαν από τον τρίτο εναγόμενο, είναι απορριπτέος, ως αλυσιτελής, αφού, όπως σαφώς δέχεται το Εφετείο η σύναψη της μεταξύ αυτών και των εναγόντων σύμβασης εντολής, έγινε και με την αποδοχή των εναγομένων αυτών των κατατεθέντων στον προσωπικό τους λογαριασμό ποσών, αποδεχόμενοι να αγοράσουν με αυτά μετοχές της τέταρτης για λογαριασμό των εναγόντων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20.04.2007 αίτηση των α)Χ1 β) Χ2, γ) Χ3 και δ) της εταιρίας με την επωνυμία " ΑUTOHELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και με τον διακριτικό τίτλο "ΗΕRΤΖ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4.380/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από ευρώ 1800.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαΐου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουνίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ