1208/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-2-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 4992/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 7914/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25 Αυγούστου 2005 αίτησή του και τους από 22 Φεβρουαρίου 2007 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνον ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού ανέγνωσε την από 12 Μαρτίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων αυτής. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, των προσθέτων λόγων αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1208/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως αφού αυτός δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την προκείμενη δικάσιμο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως παρά την απουσία του, σαν να ήταν και αυτός παρών. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 367 §§ 1 περ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1208 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1208/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος : Χ1 , ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου.
Του αναιρεσιβλήτου : Ψ1 , ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-2-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 4992/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 7914/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25 Αυγούστου 2005 αίτησή του και τους από 22 Φεβρουαρίου 2007 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνον ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού ανέγνωσε την από 12 Μαρτίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων αυτής. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, των προσθέτων λόγων αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2, 568 παρ. 1 και 498 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο Αρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του.
Στην προκείμενη περίπτωση από την προσαγόμενη και επικαλούμενη ........ έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών .............., αποδεικνύεται ότι μετά από έγγραφη παραγγελία του αναιρεσείοντος, που είναι δικηγόρος, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με τις πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήσεως προς συζήτηση αυτής κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο.
Επομένως αφού αυτός δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την προκείμενη δικάσιμο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως παρά την απουσία του, σαν να ήταν και αυτός παρών. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 367 §§ 1 περ.
α και γ και 2 ΠΚ, δεν αποτελούν άδικη πράξη: α) οι δυσμενείς κρίσεις για επιστημονικές, καλλιτεχνικές ή επαγγελματικές εργασίες... γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον.
Η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται: α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363, καθώς και β) όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικό ή διεθνούς δικαίου.
Τέλος, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
ΑΠ 30/1997).Στην προκείμενη περίπτωση με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως και πρώτο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε κανόνες του ουσιαστικού δικαίου σφάλλοντας περί την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 367 §§ 1 περ.
α και γ και 2 ΠΚ, 57, 914, 919 και 920 ΑΚ και, περαιτέρω, ότι δεν περιέχει καθόλου αιτιολογίες, άλλως έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Μετά την υποβολή στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών των από 25 και 31-8-1995 μηνύσεων του τραγουδιστή Ζ1 , ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά της Γ1 , τότε συζύγου του μηνυτή και άλλων επτά (7) προσώπων για απάτη κατ' εξακολούθηση, που τελέσθηκε κατ' επάγγελμα και συνήθεια, από την οποία το Δημόσιο υπέστη ζημία μεγαλύτερη των 50.000.000 δραχμών, άμεση συνεργεία σ' αυτή και άλλα εγκλήματα.
Μετά το πέρας της προανακρίσεως και της κυρίας ανακρίσεως, που διατάχθηκε στη συνέχεια, η δικογραφία διαβιβάστηκε στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών και ανατέθηκε η μελέτη αυτής στον ενάγοντα - Εισαγγελέα Εφετών τότε, ο οποίος την εισήγαγε στο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με την υπ' αριθ. 2838/1998 πρότασή του και πρότεινε να μη γίνει κατηγορία για κανένα κατηγορούμενο.
Ο εναγόμενος, που, ως πληρεξούσιος δικηγόρος και αντίκλητος του μηνυτή - πολιτικώς ενάγοντος, έλαβε γνώση της προτάσεως του ενάγοντος, εμφανίσθηκε στις 11-1-1999 στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων του τηλεοπτικού σταθμού "....." και, αναφερόμενος στην προαναφερομένη πρόταση του ενάγοντος, είπε μεταξύ άλλων τα εξής: "Ειλικρινά, όταν διάβασα, γέλασα, γιατί έβλεπα, ότι αυτό το έγγραφο δεν ήταν πρόταση.
Έβλεπα μια πρόταση, με την οποία ο συντάκτης προσπαθούσε να μειώσει τον Ζ1 ως να υπήρχε κάποιος καλλιτεχνικός ανταγωνισμός. Βέβαια ο Ψ1 γράφει και αυτός ποιήματα και μπορεί να αισθάνεται καλλιτέχνης... Είναι μία φιλολογική άποψη, η οποία εκδηλώνει την αντιπάθεια του Εισαγγελέα προς τον Ζ1 ". Οι προαναφερόμενες φράσεις του εναγομένου, την εκφορά των οποίων αυτός αρνήθηκε γενικώς και όχι ειδικώς στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, εκτιμώμενες σε συνδυασμό μεταξύ τους δεν συνιστούν απλώς δυσμενείς, κατά την έννοια του άρθρου 367 § 1 ΠΚ, κρίσεις για την Εισαγγελική πρόταση του ενάγοντος, που είναι μεν επιστημονική εργασία, ορθή, ή έστω λανθασμένη, όχι όμως γελοία ή ανόητη ή αστεία, ως άφησε να νοηθεί ο εναγόμενος, καθόσον με τις φράσεις αυτές ο εναγόμενος δεν επιχειρηματολόγησε επί εσφαλμένης αντιμετωπίσεως νομικών ζητημάτων ή κακής εκτιμήσεως αποδεικτικών στοιχείων, αλλά προσέβαλε παρανόμως την προσωπικότητα του ενάγοντος και ειδικότερα την τιμή του με λόγο, αφού διακήρυξε δημοσίως, ότι θεωρεί την πρότασή του άξια να προκαλέσει, όπως και προκάλεσε σ' αυτόν, γέλιο, καθώς επίσης και ότι δεν είναι νομική εργασία αλλά "φιλολογική άποψη".
Εξάλλου, ο εναγόμενος προσάπτει στον ενάγοντα και πρόθεση μειώσεως του μηνυτή Ζ1 και μάλιστα κατά τρόπο ειρωνικό, αφού απέδωσε την πρόταση σε (ανύπαρκτο) καλλιτεχνικό ανταγωνισμό μεταξύ τους, λέγοντας ότι γράφει και ο ενάγων ποιήματα και μπορεί να αισθάνεται καλλιτέχνης (ενώ δεν είναι), και περαιτέρω αποδίδει στον ενάγοντα αντιπάθεια προς τον Ζ1 , η οποία εκδηλώθηκε με την παραπάνω πρόταση.
Συνεπώς, η εντύπωση, που προκύπτει από τις πιο πάνω φράσεις, δεν έρχεται σε αντίθεση με τον χαρακτηρισμό του ενάγοντος, ότι προέρχονται από κακοβουλία του εναγομένου, ο τελευταίος ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού αρνείται ειδικότερα ότι είπε τη φράση: "Ειλικρινά, όταν διάβασα, γέλασα...", πλην όμως το γεγονός αυτό βεβαιώνεται τόσο από την κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος......, όσο και από εκείνη του μάρτυρα και γιου του εναγομένου Χ2, που κατέθεσε ότι: "Το περιεχόμενο του προκάλεσε γέλιο...".
Αντιθέτως, ο εναγόμενος επαναλαμβάνει στην έφεσή του, ότι ο ενάγων αντιπαθεί τον Ζ1 και ειδικότερα ότι: "Διαβάζοντας κανείς την πρόταση τού αντιδίκου, εύκολα συμπεραίνει το μένος και την αντιπάθεια του εφεσίβλητου για το πρόσωπο του Ζ1 ..." (σελ. 5). Περαιτέρω, οι πιο πάνω φράσεις δεν ειπώθηκαν στα πλαίσια της ασκήσεως των καθηκόντων του εναγομένου ως πληρεξουσίου δικηγόρου του ενάγοντος, όπως λ.χ.
με υπόμνημα ενώπιον του αρμοδίου να κρίνει την υπόθεση Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο με το υπ' αριθ. 50/1999 βούλευμά του δέχθηκε την πρόταση του ενάγοντος, αλλά σε τηλεοπτικό σταθμό πανελλήνιας εμβέλειας, σε ώρα μεγάλης ακροαματικότητας και πριν από την έκδοση του βουλεύματος. Περαιτέρω, λαμβανομένων υπόψη του είδους της προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος, που ήταν Εισαγγελέας Εφετών, των συνθηκών της τελέσεως της πράξεως, της περιουσιακής καταστάσεως του εναγομένου, που είναι γνωστός δικηγόρος, και της κοινωνικής καταστάσεως των διαδίκων, το Δικαστήριο κρίνει ότι έπρεπε να επιδικασθεί στον ενάγοντα ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, που υπέστη από το αδίκημα του εναγομένου, το ποσό των 4.000.000 δραχμών, που αντιστοιχούν σε 11.738,81 ευρώ".
Με αυτά που δέχθηκε η πληττόμενη απόφαση δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1 περ. α΄ και γ΄ και 2 ΠΚ, αφού αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου περί μη εφαρμογής της ως άνω διατάξεως, ενώ, περαιτέρω, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 57, 914, 919 και 920 ΑΚ.
Επομένως, οι αντίθετοι ως άνω λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.
Ο περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός πρέπει να προτείνεται στο Εφετείο για να δημιουργεί εντεύθεν λόγος αναιρέσεως, διότι ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι εκ των αναφερομένων στο άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔ, οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο Εφετείο και ειδικώς δεν αφορά τη δημοσία τάξη. Όμως η στο Εφετείο πρόταση της αοριστίας πρέπει να γίνεται όχι με τις προτάσεις, αλλά με το εφετήριο ή τους προσθέτους λόγους. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το δικόγραφο της έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της πρωτοβαθμίου αποφάσεως δεν προτάθηκε η αοριστία της ενδίκου αγωγής, η οποία προτείνεται με τις ενσωματούμενες στις προτάσεις του Εφετείου προτάσεις του αναιρεσείοντος ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Επομένως ο δεύτερος περ. α΄ πρόσθετος εκ της περ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ότι δεν ελήφθη υπόψη ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί αοριστίας της αγωγής, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Η επανάληψη της συζήτησης, κατ' άρθρο 254 § 1 ΚΠολΔ, διατάσσεται μόνον αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, στην ανέλεγκτη κρίση του οπίου εναπόκειται, και δεν δημιουργείται δικαίωμα υπέρ των διαδίκων. Έτσι, αν το δικαστήριο αντιπαρέλθει σιωπηρώς τη σχετική προς τούτο αίτηση, η κρίση του δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Επομένως ο δεύτερος περί β΄ πρόσθετος εκ του άρθρου 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη την αίτηση του αναιρεσείοντος για επανάληψη της συζητήσεως προκειμένου να ζητηθεί και προσαχθεί από τον αναιρεσίβλητο σχετική βιντεοκασέτα του τηλεοπτικού σταθμού ....., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Από το άρθρο 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, που όριζε στο δεύτερο εδάφιο του (προ της διαγραφής του από το νόμο 2915/2001, που ισχύει από 1-1-2002 για υποθέσεις των οποίων η πρώτη συζήτηση είχε προσδιοριστεί πριν από την ημερομηνία αυτή), ότι επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα ως αληθινά, χωρίς να διατάξει γι' αυτά απόδειξη, είναι φανερό, ότι ο λόγος αυτός δεν δημιουργείται, όπου, σύμφωνα με το νόμο, το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση με παρεμπίπτουσα απόφασή του να διατάξει απόδειξη και αποφαίνεται αμέσως με εκτίμηση των στοιχείων της δικογραφίας (Ολ ΑΠ 12/1991 ΕλΔνη 33,72). Επομένως ο δεύτερος περ. γ΄ πρόσθετος εκ του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ότι το Εφετείο δέχθηκε τα όσα ισχυρίστηκε ο αναιρεσίβλητος, χωρίς να διατάξει απόδειξη, ως όφειλε, προκειμένου να προσκομισθεί η βιντεοκασέτα της επίμαχης εκπομπής του τηλεοπτικού σταθμού ......, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι το Εφετείο δεν είχε κατά νόμο τέτοια υποχρέωση (άρθρ. 524 § 1 σε συνδ. με το άρθρο 270 § 6 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν, προ της αντικαταστάσεώς των με τα άρθρα 16 § 3 και 12 του ν. 2915/2001 αντίστοιχα).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο... δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Με τον δεύτερο περ. δ΄ πρόσθετο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της την προσκομισθείσα μετ' επικλήσεως κατάθεση του μάρτυρα Χ2 . Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι αυτή έλαβε υπόψη της την ειδικώς μνημονευόμενη στο περιεχόμενό της κατάθεση του ως άνω μάρτυρα. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 13 ΚΠολΔ, αναίρεση χωρεί αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Με τον δεύτερο περ. ε΄ πρόσθετο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 13 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης και ειδικότερα με το αναμένει από αυτόν να ανταποδείξει την αναλήθεια της ιστορικής βάσης της αγωγής του αναιρεσίβλητου. Από την προσβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει ότι αυτή υπέπεσε στην πλημμέλεια της ανωτέρω διατάξεως και ο αντίθετος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 25-8-2005 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 7914/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαϊου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του την 1η Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ