Legislator Case Law & Legislation
1207/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against expropriation compensation valuation due to procedural defects and lack of legal basis.

Case Number 1207/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court's determination of expropriation compensation. The State argued the valuation lacked legal basis, but the court found the lower court's reasoning sufficient and free of contradictions. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the State was ordered to pay legal costs to the represented appellants.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576 paragraphs 1-3 of the Code of Civil Procedure; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court must examine appeals where parties are absent or improperly present; if the appeal lacks legal basis or the lower court's reasoning is sufficient, the appeal is dismissed.

Keywords

AI generated
expropriation compensation valuation determination appeal admissibility procedural defects legal costs allocation absence of parties sufficiency of reasoning

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1-3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 paragraphs 1, 3 of Law 3693/1957
Article 5 paragraph 12 of Law 1738/1987
Article 2 of the decision of the Ministers of Finance and Justice no. 134423/1992
Article 18 paragraph 4 of Law 2882/2001

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1207 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1207/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Απριλίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Άννα Κάντζια, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Π. του Δ., 2) Α. Π. του Δ., 3) Δ. Κ. του Α., κατοίκων ..., 4) Γ. Α. του Π., κατοίκου ... και 5) Ε. Χ. του Γ., κατοίκου ..., εκ των οποίων οι 3η και 5ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Οδυσσέα Γκορίτσα, ο 4ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αντωνόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 5-4-2023 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται, ενώ οι 1ος και 2η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-7-2019 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσείοντος (μετά την έκδοση της 43/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Τριμελές Εφετείο Λαμίας και συνεκδικάστηκε με την από 8-11-2019 αίτηση - ανταίτηση του 4ου των ήδη αναιρεσιβλήτων και με την από 15-11-2019 αίτηση των 1ου, 2ης, 3ης και 5ου των ήδη αναιρεσιβλήτων.

Εκδόθηκε η 28/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 7-6-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και οι 3η, 4ος και 5ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση.

Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 963/2020, AΠ 91/2020, ΑΠ 546/2020, ΑΠ 242/2015). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6Α του διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "Περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", που προστέθηκε με το άρθρο 46 παρ. 3 του ν. 4305/ 2014 "Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ.

ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει: α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητό τους, β) στον δικηγόρο, ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνσή τους.

Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, εκτός εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου. Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο.

Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις". Κατά τη σαφή έννοια της παραπάνω διάταξης, ως δικηγόρος του διαδίκου, στον οποίο μπορεί εγκύρως να γίνει επίδοση, θεωρείται εκείνος ο οποίος εκπροσώπησε το διάδικο στην τελευταία συζήτηση της υπόθεσης, που αυτός εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο ή υπέγραψε το τελευταίο δικόγραφο, που κατατέθηκε εγκύρως για λογαριασμό του κατά τη δικαστική πορεία της υπόθεσης, εφόσον ο εν λόγω δικηγόρος δεν έχει νομίμως αντικατασταθεί (ΑΠ 541/2022, ΑΠ 298/2021, ΑΠ 207/2020, ΑΠ 620/2017).

Εξάλλου, σύμφωνα και με το άρθρο 22 παρ. 4 εδαφ. γ' Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.) η αίτηση αναίρεσης μπορεί να κοινοποιηθεί επίσης, είτε στο δικηγόρο που εκπροσώπησε τον αναιρεσίβλητο κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης στα δικαστήρια της ουσίας, είτε στον πληρεξούσιο δικηγόρο που υπέγραψε το τελευταίο δικόγραφο, είτε στον αναιρεσίβλητο στη διεύθυνση που δήλωσε στα δικαστήρια της ουσίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθμ. 4055/20-1-2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Λαμίας, με έδρα το Πρωτοδικείο Λαμίας, Μ. Π.. Π., που επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 7-6-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 5/8-6-2021 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 28/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (7-4-2023), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον Οδυσσέα Ελ.

Γκορίτσα, δικηγόρο Λαμίας, ο οποίος είχε εκπροσωπήσει τον πρώτο και τη δεύτερη των αναιρεσίβλητων, Α. Π. και Α. Π., αντίστοιχα, κατά τη συζήτηση ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και υπέγραψε τις έγγραφες προτάσεις τους, που κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση αυτή.

Κατά την προκειμένη δικάσιμο (7-4-2023), όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι ανωτέρω πρώτος και δεύτερη των αναιρεσίβλητων ήταν απόντες και ειδικότερα δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της.

Επομένως, εφόσον οι ανωτέρω απολειπόμενοι αναιρεσίβλητοι κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά τη δικονομική απουσία τους, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και 22 παρ. 4 εδάφ. τελευταίο Ν. 2882/2001. Η κρινόμενη από 7-6-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 5/8-6-2021 αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 28/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 19 επ.

του Ν. 2882/2001 - Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (Κ.Α.Α.Α.), το οποίο, αφού συνεκδίκασε τις αιτήσεις με αριθμ. εκθ. κατάθεσης : α) 49/12-7-2019 του αναιρεσείοντος, β) 80/19-11-2019 των πρώτου, δεύτερης, τρίτης και πέμπτου των αναιρεσίβλητων και γ) 75/8-11-2019 του τέταρτου αναιρεσίβλητου, με τις οποίες οι ανωτέρω αιτούντες ζήτησαν να καθοριστεί η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για τις ιδιοκτησίες, που αναφέρονται στις αιτήσεις τους αυτές, οι οποίες απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας, ακολούθως, δέχθηκε κατά ένα μέρος τις αιτήσεις αυτές ως και κατ` ουσίαν βάσιμες και καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για τα επίδικα απαλλοτριωμένα ακίνητα και τα επικείμενά τους, στις ειδικότερα αναφερόμενες σε αυτήν τιμές.

Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. και 22 Ν. 2882/2001). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Κατά το άρθρο 17 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος "1. H ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος. 2.

Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και, πάντοτε, αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.

Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό.

Στην απόφαση κήρυξης πρέπει να δικαιολογείται ειδικά η δυνατότητα κάλυψης της δαπάνης αποζημίωσης. Η αποζημίωση, εφόσον συναινεί ο δικαιούχος, μπορεί να καταβάλλεται και σε είδος ιδίως με τη μορφή της παραχώρησης της κυριότητας άλλου ακινήτου ή της παραχώρησης δικαιωμάτων επί άλλου ακινήτου". Τα ίδια ορίζονται και στο άρθρο 13 παρ. 1 εδ.

α' και β' του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), (όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 61 του Ν. 5016/2023 (ΦΕΚ Α' 21/4-2-2023), στο οποίο περαιτέρω ορίζεται, στο εδάφιο γ', ότι ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 6 εδ. δ' του ιδίου ως άνω νόμου, που προστέθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 76 του Ν. 4146/2013 (ΦΕΚ Α 90/18.4.2013) και εφαρμόζεται και στις κηρυχθείσες απαλλοτριώσεις, για τις οποίες δεν έχει συζητηθεί η αίτηση καθορισμού προσωρινής ή οριστικής αποζημίωσης (άρθρο 76 παρ. 8 του Ν. 4146/2013) "Το δικαστήριο υποχρεούται να αιτιολογεί ειδικά την τυχόν απόκλιση της προσδιοριζομένης από το ίδιο αξίας του ακινήτου τόσο από την προκύπτουσα κατά το αντικειμενικό σύστημα αξία του, όσο και από την προκύπτουσα από την έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής της παραγράφου 1 του παρόντος ή του ανεξάρτητου εκτιμητή της παρούσας παραγράφου".

Τέλος, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 57/1974 και έχει αυξημένη, έναντι των κοινών νόμων, ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), ορίζεται ότι "κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της περιουσίας του, ειμή δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέσει σε ισχύ νόμους τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίους για ρύθμιση της χρήσεως αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή για εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι ως "πλήρης" αποζημίωση για το απαλλοτριωμένο ακίνητο νοείται η αποζημίωση, που παρέχει στον ιδιοκτήτη του τη δυνατότητα για να αντικαταστήσει το απαλλοτριωμένο με άλλο ίσης αξίας ακίνητο (ΑΠ 1323/2023, ΑΠ 515/2021, ΑΠ 310/2021, ΑΠ 682/2020). Για τον υπολογισμό της αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων λαμβάνεται υπόψη η αξία αυτών κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό στο Εφετείο, αν η συζήτηση αυτή διεξαχθεί μετά από ένα έτος από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης (ΑΠ 1323/2023, ΑΠ 783/2022, ΑΠ 125/2021, ΑΠ 1555/2017).

Κατά τον καθορισμό της τιμής μονάδας αποζημίωσης ακινήτου, που εμπίπτει στο ισχύον σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας του, τα δικαστήρια υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη και την αντικειμενική αξία αυτού, καθώς και των όμορων και ομοειδών προς αυτό ακινήτων, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ως ασφαλές και αντικειμενικό μέτρο κρίσης για την εξεύρεση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου, η οποία πάντως σε καμιά περίπτωση δεν δεσμεύει τη δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του.

Κατά την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 13 παρ.1 εδ. α', β' και γ' του Ν. 2882/2001, τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή θα λάβει υπόψη άλλα τέτοια.

Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του για την πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποιούμενης στην παραπάνω διάταξη λέξης "ιδίως", σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει κατάλληλα. Η σχετική για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου κρίση του δικαστηρίου ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1323/2023, ΑΠ 1430/2022, ΑΠ 783/2022, ΑΠ 310/2021, ΑΠ 682/2020, ΑΠ 261/2018, ΑΠ 56/2018).

Μεταξύ των κριτηρίων, τα οποία μπορεί να λάβει υπόψη του το δικαστήριο είναι και οι υπάρχουσες, κατά τον ανωτέρω χρόνο, οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να τις αναλύει διεξοδικά, όταν αυτές είναι πασίγνωστες και οι οποίες λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως και χωρίς απόδειξη (άρθρο 336 παρ. 1 του ΚΠολΔ), (ΑΠ 1056/2023, ΑΠ 664/2022, ΑΠ 125/2021, ΑΠ 440/2017).

Εξάλλου, από την προεκτεθείσα προσθήκη της παρ. 6 του άρθρου 15 του Ν. 2882/2001, με την παρ. 8 του άρθρου 76 του Ν. 4146/2013, συνάγεται ότι η έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής (ή του ανεξάρτητου εκτιμητή), εφόσον καταρτίστηκε, συνεκτιμάται μαζί με τα υπόλοιπα στοιχεία, που προαναφέρθηκαν, ακόμη και αν η αναγραφόμενη αξία είναι κατώτερη ή ανώτερη της αντικειμενικής αξίας, η οποία δεν δεσμεύει υποχρεωτικά τη δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου, πλην όμως, αν το Δικαστήριο αποκλίνει από την αντικειμενική αξία ή από την τιμή της αρμόδιας Επιτροπής ή του ανεξάρτητου εκτιμητή, τότε θα πρέπει να αιτιολογεί ειδικά τους παράγοντες, που το οδήγησαν στην εκτίμηση της ανώτερης αυτής πραγματικής αξίας (ΑΠ 1056/2023, ΑΠ 174/2022, ΑΠ 125/2021, ΑΠ 174/2021, ΑΠ 872/2020, ΑΠ 645/2020, ΑΠ 759/2020).

Περαιτέρω, κατά την παρ. 4 του άρθρου 17 του Συντάγματος "Η αποζημίωση ορίζεται από τα αρμόδια δικαστήρια ... πριν καταβληθεί η οριστική ή προσωρινή αποζημίωση διατηρούνται ακέραια όλα τα δικαιώματα του ιδιοκτήτη και δεν επιτρέπεται η κατάληψη". Εξάλλου, με το άρθρο 4 Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.) ορίζεται ότι "Η αναγκαστική απαλλοτρίωση της κυριότητας του ακινήτου επιφέρει αυτοδικαίως και την απαλλοτρίωση κάθε κτίσματος, κατασκευής και δέντρου που υπάρχει πάνω σε αυτό και κάθε άλλου συστατικού του πράγματος, κατά τα άρθρα 953 και επόμενα του Αστικού Κώδικα, ανεξάρτητα από τη μνεία τους στην απόφαση κήρυξης της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ή στο κτηματολογικό διάγραμμα ή στον κτηματολογικό πίνακα".

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι ως καταβλητέα αποζημίωση για τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και τη δυνατότητα κατάληψης του απαλλοτριωμένου ακινήτου νοείται, όπως προαναφέρθηκε, η "πλήρης", η οποία πρέπει συνεπώς να περιλαμβάνει και την αξία των κατά το άρθρο 953 Α.Κ. συστατικών του ακινήτου, τα οποία συναπαλλοτριώνονται αυτοδικαίως, σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο 4 Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), ανεξάρτητα από τη μνεία τους στην απόφαση κήρυξης της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ή στο κτηματολογικό διάγραμμα ή στον κτηματολογικό πίνακα (Ολ.Α.Π. 5/2002, ΑΠ 310/2021).

Την έννοια του συστατικού καθορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 953, 954 και 955 Α.Κ. με τις οποίες ορίζεται, ότι: α) συστατικό που δεν μπορεί να αποχωρισθεί από το κύριο πράγμα χωρίς βλάβη αυτού του ίδιου ή του κυρίου πράγματος ή χωρίς αλλοίωση της ουσίας ή του προορισμού του δεν μπορεί να είναι αντικείμενο κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος, β) συστατικά ακινήτου με την έννοια του προηγούμενου άρθρου είναι, εκτός των άλλων, τα πράγματα που έχουν συνδεθεί σταθερά με το έδαφος, ιδίως τα οικοδομήματα, ενώ συστατικά οικοδομήματος είναι όλα τα κινητά που χρησιμοποιήθηκαν για την ανέγερση ή τα προσαρμοσμένα με αυτό για σκοπό μόνιμο και όχι παροδικό (ΑΠ 1056/2023, ΑΠ 1430/2022, ΑΠ 310/2021, ΑΠ 1041/2021).

Ενόψει των ανωτέρω, το δικαστήριο, ως προς τα συστατικά, που δεν περιλαμβάνονται στον κτηματολογικό πίνακα, έχει εξουσία να προσδιορίζει την τιμή μονάδας αποζημίωσης, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα. Έχει δε το δικαστήριο την ευχέρεια, είτε να διατάξει συμπλήρωση του πίνακα, είτε να προχωρήσει στον καθορισμό τιμής για τα παραλειφθέντα συστατικά, βάσει των προσκομιζομένων ή τασσομένων και διεξαγόμενων αποδείξεων (Ολ.

ΑΠ 5/2002, ΑΠ 1430/2022, ΑΠ 310/2021, ΑΠ 1041/2021, ΑΠ 319/2019, ΑΠ 56/2018, ΑΠ 1045/2017). Η ιδιότητα του συστατικού μέρους πράγματος αποτελεί αόριστη νομική έννοια, ο αναιρετικός έλεγχος της οποίας, μέσω του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εκτείνεται στην εξακρίβωση αν επήλθε ψευδής ερμηνεία αυτής, δηλαδή με ορθή εξειδίκευσή της, ακόμη και αν βασίζεται στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ατομικής περίπτωσης, και αν έγινε εσφαλμένη υπαγωγή (ΑΠ 94/2020, ΑΠ 157/2017, ΑΠ 781/2006).

Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.

ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφτηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.

ΑΠ 2/2019, ΑΠ 1034/2020). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 7/2006, AΠ 1323/2023, 863/2022, ΑΠ 3/2020, ΑΠ 192/2019). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020).

Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ.

ΑΠ 15/2006, ΑΠ 250/2023, ΑΠ 78/2020, 38/2020, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 98/2017). Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης και δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.

ΑΠ 1/2020, ΑΠ 551/2020). Περαιτέρω, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, "αιτιολογία" της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα (ΑΠ 182/2021, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016, ΑΠ 1266/2011), καθόσον, ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματική ή νομικά επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1328/2023, ΑΠ 502/2020, ΑΠ 1112/2020, ΑΠ 797/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 565/2018).

Με τους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους (άρθρο 559 αριθμός 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.) δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1328/2023, ΑΠ 970/2022, ΑΠ 53/2020, ΑΠ 634/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017).

Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, καθόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 250/2023, ΑΠ 970/2022, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 90/2020, ΑΠ 22/2020, ΑΠ 145/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 28/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος, ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα ακόλουθα: "Δυνάμει της υπ' αριθμ.

Υ.Α. Φ123/οικ./ 5131/20.7.2017 απόφασης του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, η οποία δημοσιεύτηκε νόμιμα στο ΦΕΚ 170/26.07.2017 (τ. ΑΑΠ), κηρύχθηκε συμπληρωματική αναγκαστική απαλλοτρίωση ιδιωτικής έκτασης, συνολικού εμβαδού 32.588.87 τ.μ., που βρίσκεται περί την Χ.Θ. 138+000 του Αυτοκινητοδρόμου Αθηνών Λαμίας ΠΑΘΕ (αρχική Κ.Υ.Α. 1145751/8744/0010/13-12-1993 - ΦΕΚ 12Δ/14-01-1994).

Η απαλλοτρίωση κηρύχθηκε για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή ΣΕΑ στην περιοχή Αταλάντης, στη Δημοτική Ενότητα Αταλάντης, Δήμου Λοκρών, Περιφερειακής Ενότητας Φθιώτιδας της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδος. Η απαλλοτριούμενη έκταση εικονίζεται με κλίμακα 1:500 στα κτηματολογικά διαγράμματα και τον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα της Ε.Υ.Δ.Ε. / Ε.Π.

Κ. & Δ. Ε., που έχει συντάξει η "T. C." και έχει θεωρήσει στις ...2017 ο Διευθυντής της Διεύθυνσης Απαλλοτριώσεων Τοπογραφήσεων και Γεωπληροφορικής του Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων. Η απαλλοτρίωση κηρύχθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου (ήδη αναιρεσείοντος) και με δαπάνες αυτού και των παρόδιων ωφελουμένων ιδιοκτητών, θα αντιμετωπισθεί δε με δαπάνες του προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων για έργα αρμοδιότητας της Γενικής Γραμματείας Υποδομών και ειδικότερα σε βάρος του έργου ... (ΣΑΕ ...).

Η απόφαση κήρυξης της απαλλοτρίωσης καταχωρήθηκε νόμιμα στο Κτηματολογικό Γραφείο Αταλάντης (αριθ. πρωτ. ...2018). Στην απαλλοτριούμενη έκταση προβάλλουν δικαιώματα οι καθών η πρώτη αίτηση - αιτούντες των άλλων δύο αιτήσεων. Τα απαλλοτριούμενα ακίνητα διοικητικά ανήκουν στη Δημοτική Ενότητα (Δ.Ε.) Αταλάντης, του Δήμου Λοκρών.

Η ζώνη της απαλλοτρίωσης οδεύει παράλληλα με τον αυτοκινητόδρομο ΠΑΘΕ (κατεύθυνση προς Θεσσαλονίκη), ανατολικά αυτής προς τη θάλασσα από την οποία απέχει περί τα 500 μέτρα. Η περιοχή είναι πεδινή, απέχει 700 περίπου μέτρα από τον παραθαλάσσιο τουριστικό οικισμό Κάτω Πέλλης, και 500 περίπου μέτρα από την παραλία Σκάλας Αταλάντης, που είναι περιοχές με τουριστική ανάπτυξη, ενώ η Αταλάντη βρίσκεται σε απόσταση περί τα 8 χιλ.

οδικώς (δυτικά). Τα απαλλοτριούμενα έχουν ενταχθεί στο Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο Αταλάντης (ΦΕΚ 362 ΑΑΠ/26.11.2012) και ήδη με την υπ' αριθμ. 21/211/2019 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Λοκρών αποφασίστηκε η ένταξή τους και ήδη συντελείται η επέκταση του ρυμοτομικού σχεδίου Κάτω Πέλλης Σκάλας Αταλάντης νότια του σχεδίου με τμηματική συμπληρωματική τροποποίηση του Γ.Π.Σ.

Τα ένδικα ακίνητα προσφέρονται για οικοπεδική κυρίως αξιοποίηση, λόγω της μικρής απόστασής τους από τη θάλασσα και της γειτνίασής τους με σχετικά νεόδμητες παραθεριστικές κατοικίες. Στην ευρύτερη περιοχή, λόγω και της σχετικά μικρής απόστασης από μεγάλα αστικά κέντρα (1,30 ώρα από την Αθήνα και 50 λεπτά από τη Λαμία) και της μεγάλης σε μήκος και πλάτος παραλίας, υφίσταται έντονο ενδιαφέρον για την ανέγερση εξοχικών κατοικιών, αλλά και επαγγελματικών χώρων τουριστικού χαρακτήρα.

Παρά τη δυσμενή οικονομική συγκυρία, παρουσιάζεται οικοδομική δραστηριότητα στην περιοχή, ενώ υπάρχουν προοπτικές περαιτέρω τουριστικής ανάπτυξης λόγω της μεγάλης και πολυτελούς τουριστικής μονάδας που αναμένεται να κατασκευασθεί πλησίον των υπό απαλλοτρίωση ιδιοκτησιών, σε απόσταση 500 περίπου μέτρων από αυτές.

Πρόκειται για την πρώτη περιοχή ολοκληρωμένης τουριστικής ανάπτυξης (ΠΟΤΑ) με την ονομασία "...", που θα δημιουργηθεί σε έκταση 12.000 στρεμμάτων και θα ενισχύσει σημαντικά τον τουρισμό στην περιοχή. Σύμφωνα με την από Οκτώβριος 2017 έκθεση εκτίμησης των πιστοποιημένων εκτιμητών Α. Λ., ... και Φ. Σ., ..., που συνετάγη (σ.σ.

με) επιμέλεια του αιτούντος Ελληνικού Δημοσίου, η αξία των επιδίκων ακινήτων προσδιορίζεται: 1) για την ιδιοκτησία με ΚΑ ... προς 1,00 ευρώ ανά τ.μ., 2) για την ιδιοκτησία με ΚΑ ..., προς 46 ευρώ ανά τ.μ., 3) για την ιδιοκτησία με ΚΑ ..., προς 64,75 ευρώ ανά τ.μ., 4) για την ιδιοκτησία με ΚΑ ..., προς 52,50 ευρώ ανά τ.μ. και 5) για την ιδιοκτησία με ΚΑ ..., προς 54,50 ευρώ ανά τ.

μ. Στην ως άνω έκθεση αναφέρονται, μεταξύ άλλων, ως συγκριτικά στοιχεία αγγελίες για τιμές ακινήτων στην ίδια περιοχή. Οι τιμές στις αγγελίες για τα ακίνητα στην ίδια περιοχή, που είναι ενταγμένα σε σχέδιο πόλης (οικόπεδα), κυμαίνονται μεταξύ 280 και 300 ευρώ ανά τ.μ., ενώ για τα ακίνητα εκτός σχεδίου (άρτια και οικοδομήσιμα), οι τιμές κυμαίνονται μεταξύ 95 και 300 ευρώ ανά τ.μ., γι' αυτά που βρίσκονται πλησιέστερα στη θάλασσα.

Λόγω της ως άνω εξέλιξης της επέκτασης του ρυμοτομικού σχεδίου Κάτω Πέλλης Σκάλας Αταλάντης και της ένταξης των απαλλοτριουμένων σ' αυτό το αιτούν Ελληνικό Δημόσιο αιτήθηκε τη σύνταξη έκθεσης εκτίμησής τους, υπό τα νέα δεδομένα, από τους αυτούς πιστοποιημένους εκτιμητές (Α. Λ., ... και Φ. Σ., ...). Αυτοί συνέταξαν την από Μάρτιος 2020 έκθεσή τους, σύμφωνα με την οποία η αξία των επιδίκων ακινήτων προσδιορίζεται:

για την ιδιοκτησία με ΚΑ ... προς 1,00 ευρώ ανά τ.μ. και για τις λοιπές ιδιοκτησίες προς 141 ευρώ ανά τ.μ.. Με την από Οκτώβριος 2017 μελέτη εκτίμησης αγοραίας αξίας του Β. Α., η οποία συνετάγη επιμέλεια του αιτούντος Γ. Α., η αξία των με ΑΚΠ ... και ... ακινήτων προσδιορίζεται σε 115 ευρώ ανά τμ, ενώ κατά την από19.9.2017 εκτίμηση του Ι.

Ρ., εκτιμητή ακινήτων, που προσκομίζεται ομοίως από τον αιτούντα Γ. Α., η αξία των ακινήτων ανέρχεται σε 100 με 110 ευρώ. Οι εξετασθέντες μάρτυρες προσδιορίζουν την αξία σε τιμές περίπου όμοιες με αυτές που αναφέρονται στις εκθέσεις που προσκομίσθηκαν από κάθε πλευρά. Προσκομίζονται επιπλέον από τους αιτούντες οι υπ' αριθμ. 199/2004 και 175/2006 αποφάσεις του Εφετείου Λαμίας, με τις οποίες καθορίσθηκε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για ακίνητα που βρίσκονται από την ίδια με τα επίδικα πλευρά της εθνικής οδού σε 85 ευρώ ανά τ.μ.

και για ακίνητα από την αντίθετη σε σχέση με τα επίδικα, δυτική δηλαδή πλευρά της εθνικής οδού, χωρίς άμεση πρόσβαση στη θάλασσα, σε 75 ευρώ ανά τ.μ. αντίστοιχα. Οι αποφάσεις αυτές εκδόθηκαν μεν σε χρόνο προγενέστερο, κατά τον οποίο στη χώρα ίσχυαν διαφορετικές, κατά πολύ ευνοϊκότερες, οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, μπορούν όμως να χρησιμοποιηθούν ως συγκριτικά στοιχεία, επειδή η ενσκήψασα επί έτη οικονομική κρίση δεν έπληξε την περιοχή, όπου βρίσκονται τα επίδικα, καθώς αυτή κατά το χρονικό διάστημα, που μεσολάβησε, συνέχισε να αναπτύσσεται οικιστικά και τουριστικά, με αποτέλεσμα οι τιμές στην περιοχή να κινούνται στα ίδια με τα προ κρίσεως επίπεδα.

Σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, λαμβανομένων υπόψη απάντων των συγκριτικών στοιχείων που οι διάδικοι προσκομίζουν, το δικαστήριο τούτο καταλήγει στο συμπέρασμα, ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο η αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων ανέρχεται, με βάση τις υπάρχουσες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς όμως να υπολογίζεται η τυχόν ανατίμηση ή υποτίμησή τους μετά τη δημοσίευση της πράξεως απαλλοτριώσεως και μόνο εξ αιτίας αυτής, ως εξής:

για το έδαφος: 1) Για την ιδιοκτησία με ΑΚΠ ..., που είναι ιδιωτικός δρόμος, χωρίς δυνατότητα, λόγω του σχήματος της, αξιοποίησης, σε 5 ευρώ ανά τμ, 2) για την ιδιοκτησία με ΑΚΠ ... σε 115 ευρώ ανά τμ, λόγω των ιδιαίτερων πλεονεκτικών χαρακτηριστικών αυτής (πολύ μεγάλη έκταση με μεγάλη πρόσοψη και κατά συνέπεια με αυξημένες δυνατότητες αξιοποίησης), 3) για τις ιδιοκτησίες με ΑΚΠ ..., ..., ...

σε 110 ευρώ ανά τμ, καθόσον δεν υφίστανται λόγοι που να δικαιολογούν τη διαφοροποίηση της τιμής των ως άνω ιδιοκτησιών, για τα επικείμενα: 1) αγροτική οικία από τσιμεντόλιθους, πλακοσκεπής, 8,05 μ. Χ 5,05 μ., καλής κατασκευής, με έτος κατασκευής 1978, που βρίσκεται στην ιδιοκτησία με ΑΚΠ ..., προς 250 ευρώ ανά τ.μ., 2) αποθήκη από τσιμεντόλιθους, λαμαρινοσκεπής (αντλιοστάσιο) 2,05 μ.

Χ 2,85 μ., μέτριας κατασκευής, που βρίσκεται στην ιδιοκτησία με ΑΚΠ ..., προς 150 ευρώ ανά τ.μ., 3) ελαιόδεντρα, που βρίσκεται στην ιδιοκτησία με ΑΚΠ ..., προς 200 ευρώ το κάθε μεγάλο και 120 ευρώ το μεσαίο, 4) γεώτρηση βάθους 80 μ., καλής κατασκευής, με μοτέρ 30 HP και πομόνα, που βρίσκεται στην ιδιοκτησία με ΑΚΠ ..., προς 8.000 ευρώ, 5) περίφραξη από σιδηρογωνίες και αγκαθωτό σύρμα, μέτριας κατασκευής, που βρίσκεται στις ιδιοκτησίες με ΑΚΠ ...

και ΑΚΠ ..., Προς 6 ευρώ ανά μ.μ.. Πλέον των αναφερομένων στον κτηματολογικό πίνακα επικειμένων, υφίσταται και το κάτωθι επικείμενο για το οποίο πρέπει να ορισθεί οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης, κατόπιν σχετικής αιτήσεως ..., ήτοι στη με ΑΚΠ ... ιδιοκτησία υφίσταται, επιπλέον των περιλαμβανόμενων στον κτηματολογικό πίνακα, μια κολώνα της ΔΕΗ για την ηλεκτροδότηση του αντλιοστασίου (επικείμενο 2), αξίας 700 ευρώ.

Στα ποσά αυτά πρέπει να καθορισθεί και η οριστική αποζημίωση. Η αποζημίωση αυτή είναι πλήρης, αφού με αυτή οι ιδιοκτήτες μπορούν να αντικαταστήσουν τις ιδιοκτησίες τους με άλλες ισάξιες. ... Κρίσιμος χρόνος εκτιμήσεως είναι ο χρόνος της συζητήσεως ενώπιον του δικαστηρίου αυτού (10-3-2020), διότι από το χρόνο συζητήσεως ενώπιον Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας των αιτήσεων για την προσωρινή αποζημίωση (12-2-2019) μέχρι τη συζήτηση των αιτήσεων για την οριστική αποζημίωση (10-3-2020) παρήλθε έτος.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτές, ως και ουσιαστικά βάσιμες, οι ως άνω αιτήσεις, απορριπτόμενου του αιτήματος της υπ' αριθ. εκθ. καταθ. 75/2019 αιτήσεως περί επιδικάσεως οποιουδήποτε ποσού για απωλεσθείσα πρόσοδο των εκεί αναφερομένων ιδιοκτησιών ως αβασίμου και να καθοριστεί η οριστική τιμή μονάδας στα πιο πάνω ποσά".

Με βάση τις προεκτιθέμενες παραδοχές, το Τριμελές Εφετείο Λαμίας, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 28/2020 απόφασή του, δέχθηκε κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμες τις αιτήσεις με αριθμ. εκθ. κατάθεσης: α) 49/12-7-2019 του αναιρεσείοντος, β) 80/19-11-2019 των πρώτου, δεύτερης, τρίτης και πέμπτου των αναιρεσίβλητων και γ) 75/8-11-2019 του τέταρτου αναιρεσίβλητου και καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των επίδικων απαλλοτριωμένων ακινήτων και των επικειμένων τους, στα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά.

Ήδη, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 του Συντάγματος, 13 παρ. 1 και 15 παρ. 6 εδάφιο δ' του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), που προστέθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 76 του Ν. 4146/2013, για το λόγο ότι, όπως ισχυρίζεται, διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη αναφορικά με τον προσδιορισμό της πραγματικής αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων και των επικειμένων τους και ειδικότερα, υποστηρίζει ότι δεν αιτιολογεί ειδικά τη μεγάλη απόκλιση της προσδιοριζόμενης με την προσβαλλόμενη απόφαση αξίας των εν λόγω ακινήτων, από αυτή που προσδιορίζεται με την υπ' αριθμ.

ΕΠ 1/11-10-2017 έκθεση εκτίμησης των πιστοποιημένων εκτιμητών, καθώς και από αυτή που προκύπτει με βάση το αντικειμενικό σύστημα, ενώ ουδεμία αναφορά κάνει σε πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία - δικαστικές αποφάσεις, ή σε συγκριτικά στοιχεία γνωστά στο δικαστήριο από άλλες απαλλοτριώσεις στην ίδια περιοχή και αρκείται σε γενική περιγραφή της περιοχής.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, ως προς το κρίσιμο ζήτημα του καθορισμού της πραγματικής αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων και των επικειμένων τους, των αναιρεσίβλητων, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ενώ σύμφωνα με όλο το ανωτέρω εκτιθέμενο περιεχόμενο αυτής, αιτιολογείται επαρκώς ειδικά η απόκλιση της ως άνω οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης, που καθόρισε για τα επίδικα ακίνητα και τα επικείμενά τους, από την προκύπτουσα κατά το αντικειμενικό σύστημα μικρότερη αξία τους, καθώς και από αυτή που προσδιορίζεται με την υπ' αριθμ.

ΕΠ 1/11-10-2017 έκθεση εκτίμησης των πιστοποιημένων εκτιμητών, επίσης μικρότερη αξία τους, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, ούτε τέλος, ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα το Εφετείο, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασής του, εκθέτει, σαφώς, επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, τα αποδεικτικά μέσα και συγκριτικά στοιχεία, που έλαβε υπόψη του, καθώς και τη θέση των απαλλοτριωμένων ακινήτων, τη φύση τους και τη δυνατότητα χρήσης και εκμετάλλευσής τους και, επιπλέον, τις οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, που επικρατούσαν κατά το γενόμενο δεκτό ως κρίσιμο χρόνο της ενώπιόν του συζήτησης, ήτοι την 10-3-2020 (δεδομένου ότι η συζήτηση αυτή διεξήχθη μετά από ένα έτος από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης), τα οποία, ύστερα από συνεκτίμησή τους, το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και τα οποία δικαιολογούν την απόκλιση της μεγαλύτερης προσδιορισθείσας από το ίδιο πραγματικής αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων, από εκείνη που προκύπτει κατά το αντικειμενικό σύστημα, καθώς και την απόκλιση από την προσδιορισθείσα αξία με την υπ' αριθμ.

ΕΠ 1/11-10-2017 έκθεση εκτίμησης των πιστοποιημένων εκτιμητών, η οποία, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα νομική σκέψη, συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα στοιχεία που λήφθηκαν υπόψη και δεν δεσμεύει υποχρεωτικά τη δικαστική κρίση για την πραγματική αξία των απαλλοτριωμένων ακινήτων και των επικειμένων τους.

Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφαση παραθέτει με επάρκεια, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις όλα τα χαρακτηριστικά των επίδικων απαλλοτριωμένων ακίνητων και δη ότι : α) τα απαλλοτριωμένα ακίνητα διοικητικά ανήκουν στη Δημοτική Ενότητα (Δ.Ε.) Αταλάντης, του Δήμου Λοκρών και η τοποθεσία τους οδεύει παράλληλα με τον αυτοκινητόδρομο ΠΑΘΕ στην κατεύθυνση προς Θεσσαλονίκη, ανατολικά αυτής προς τη θάλασσα, β) η περιοχή, όπου βρίσκονται, είναι πεδινή και απέχει 700 περίπου μέτρα από τον παραθαλάσσιο τουριστικό οικισμό Κάτω Πέλλης και 500 περίπου μέτρα από την παραλία Σκάλας Αταλάντης, που είναι περιοχές με τουριστική ανάπτυξη, ενώ η πόλη της Αταλάντης βρίσκεται σε απόσταση περί τα 8 χιλ.

οδικώς, γ) τα επίδικα ακίνητα προσφέρονται για οικοπεδική κυρίως αξιοποίηση, λόγω της μικρής απόστασής τους από τη θάλασσα και της γειτνίασής τους με σχετικά νεόδμητες παραθεριστικές κατοικίες, ενώ στην περιοχή λόγω και της σχετικά μικρής απόστασής της από μεγάλα αστικά κέντρα (1,30 ώρα από την Αθήνα και 50 λεπτά από τη Λαμία) και της μεγάλης σε μήκος και πλάτος παραλίας, υφίσταται έντονο ενδιαφέρον για την ανέγερση εξοχικών κατοικιών, αλλά και επαγγελματικών χώρων τουριστικού χαρακτήρα, δ) παρά τη δυσμενή οικονομική συγκυρία, παρουσιάζεται οικοδομική δραστηριότητα στην περιοχή, ενώ υπάρχουν προοπτικές περαιτέρω τουριστικής ανάπτυξης, λόγω της μεγάλης και πολυτελούς τουριστικής μονάδας, που αναμένεται να κατασκευασθεί πλησίον των απαλλοτριωμένων ιδιοκτησιών, σε απόσταση 500 περίπου μέτρων από αυτές, ε) η οικονομική κρίση δεν έπληξε την περιοχή, όπου βρίσκονται τα επίδικα, καθόσον αυτή κατά το χρονικό διάστημα, που μεσολάβησε, συνέχισε να αναπτύσσεται οικιστικά και τουριστικά, με αποτέλεσμα οι τιμές στην περιοχή να κινούνται στα ίδια με τα, πριν την οικονομική κρίση, επίπεδα και στ) τα απαλλοτριωμένα ακίνητα έχουν ενταχθεί στο Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο Αταλάντης και με την υπ' αριθμ. 21/211/2019 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Λοκρών αποφασίστηκε η πραγματοποίηση της ένταξής τους και ήδη συντελείται η επέκταση του ρυμοτομικού σχεδίου Κάτω Πέλλης Σκάλας Αταλάντης στην επίδικη περιοχή, με τμηματική συμπληρωματική τροποποίηση του Γ.Π.Σ.

Επίσης, το Εφετείο αναφέρει και αξιολογεί τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισαν τα διάδικα μέρη, μεταξύ των οποίων μνημονεύει: α) την από Οκτώβριο 2017 (υπ' αριθμ. ΕΠ 1/11-10-2017) έκθεση εκτίμησης των πιστοποιημένων εκτιμητών Α. Λ., ... και Φ. Σ., ..., που συντάχθηκε με επιμέλεια του αιτούντος Ελληνικού Δημοσίου, β) τις αναφερόμενες σε αυτή (έκθεση εκτίμησης) αγγελίες με τις τιμές για τα ακίνητα στην περιοχή, που είναι ενταγμένα σε σχέδιο πόλης (οικόπεδα) και για τα ακίνητα εκτός σχεδίου (άρτια και οικοδομήσιμα), που βρίσκονται πλησιέστερα στη θάλασσα, γ) την από Μάρτιο 2020 έκθεση των ανωτέρω πιστοποιημένων εκτιμητών (Α.

Λ., ... και Φ. Σ., ...), η οποία συντάχθηκε επίσης μετά από αίτηση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημόσιου, λόγω της προαναφερόμενης επέκτασης του ρυμοτομικού σχεδίου Κάτω Πέλλης Σκάλας Αταλάντης και της ένταξης των απαλλοτριωμένων σ' αυτό, δ) την από Οκτώβριο 2017 μελέτη εκτίμησης αγοραίας αξίας του Β. Α. και την από 19.9.2017 εκτίμηση του Ι.

Ρ., εκτιμητή ακινήτων, οι οποίες συντάχθηκαν με επιμέλεια του τέταρτου αναιρεσίβλητου και ε) τις υπ' αριθμ. 199/2004 και 175/2006 αποφάσεις του Εφετείου Λαμίας, με τις οποίες καθορίσθηκε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για ακίνητα που βρίσκονται στην ίδια με τα επίδικα πλευρά της εθνικής οδού και οι οποίες (αποφάσεις) αν και εκδόθηκαν σε χρόνο προγενέστερο, κρίθηκε ανελέγκτως από το Εφετείο (δεδομένου ότι η σχετική, για το πρόσφορο ή μη του συγκριτικού στοιχείου, κρίση του Δικαστηρίου ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου), ότι μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως συγκριτικά στοιχεία, επειδή, όπως έγινε δεκτό, η οικονομική κρίση δεν έπληξε την περιοχή, όπου βρίσκονται τα επίδικα, καθόσον αυτή συνέχισε να αναπτύσσεται οικιστικά και τουριστικά, με αποτέλεσμα οι τιμές στην περιοχή να κινούνται στα ίδια, με τα προ κρίσης, επίπεδα.

Συνεκτιμώντας δε, για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων και τις καταθέσεις των ενώπιόν του εξετασθέντων μαρτύρων των διαδίκων και τις υφιστάμενες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, κατά τον άνω κρίσιμο χρόνο, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί τότε στην χώρα, τις οποίες, το Εφετείο, δεν ήταν υποχρεωμένο να αναλύσει διεξοδικά, εφόσον αυτές, ήταν πασίγνωστες, λαμβανόμενες, συνεπώς, υπόψη και αυτεπαγγέλτως χωρίς απόδειξη και ειδικότερα τις συνθήκες στην αγορά ακινήτων στην περιοχή, όπου βρίσκεται η απαλλοτριωμένη εδαφική έκταση, προσδιόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης καθενός των απαλλοτριωμένων ακινήτων και των επικειμένων τους, στα προαναφερόμενα ποσά.

Με όλες δε τις ανωτέρω προεκτεθείσες παραδοχές του το Εφετείο αιτιολόγησε πλήρως ειδικά την απόκλιση της αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων, που προσδιόρισε το ίδιο σε μεγαλύτερα ποσά, τόσο από την αξία τους, που προκύπτει κατά το αντικειμενικό σύστημα, όσο και από αξία τους, που προσδιορίζεται με την υπ' αριθμ.

ΕΠ 1/11-10-2017 έκθεση εκτίμησης των πιστοποιημένων εκτιμητών. Μάλιστα, η απόκλιση από την εν λόγω υπ' αριθμ. ΕΠ 1/11-10-2017 έκθεση εκτίμησης αιτιολογείται ακόμη πιο ειδικά στην πληττόμενη απόφαση με τις παραδοχές της ότι λόγω της νεότερης εξέλιξης της επέκτασης του ρυμοτομικού σχεδίου Κάτω Πέλλης Σκάλας Αταλάντης και της ένταξης των απαλλοτριωμένων εκτάσεων σ' αυτό, με την υπ' αριθμ. 21/211/2019 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Λοκρών, το ίδιο το αναιρεσείον - Ελληνικό Δημόσιο αιτήθηκε τη σύνταξη νέας έκθεσης εκτίμησης των επίδικων ακινήτων, υπό τα νέα αυτά δεδομένα, από τους ίδιους πιστοποιημένους εκτιμητές που είχαν συντάξει την ως άνω υπ' αριθμ.

ΕΠ 1/11-10-2017 έκθεση εκτίμησης (Α. Λ., ... και Φ. Σ., ...), οπότε αυτοί συνέταξαν την επικαιροποιημένη από Μάρτιο 2020 έκθεσή τους, σύμφωνα με την οποία η αξία των επιδίκων ακινήτων, λόγω της ουσιώδους και σημαντικής αυτής νεότερης μεταβολής των συνθηκών (της επέκτασης δηλαδή του σχεδίου πόλης επί των απαλλοτριωμένων ιδιοκτησιών), προσδιορίστηκε σε μεγαλύτερα ποσά (πλην της ΚΑ ...

ιδιοκτησίας), σε σχέση προς την ως άνω προγενέστερη και μη επικαιροποιημένη υπ' αριθμ. ΕΠ 1/11-10-2017 έκθεση εκτίμησης, από τις παραδοχές δε αυτές πλήρως δικαιολογείται η από το Εφετείο απόκλιση, από την τελευταία αυτή έκθεση εκτίμησης, της μεγαλύτερης προσδιορισθείσας από το ίδιο οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριωμένων ακινήτων και των επικειμένων τους.

Από όλα τα παραπάνω συνάγεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου τους εφαρμοστέους πιο πάνω κανόνες ουσιαστικού δικαίου με ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, τις οποίες το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι διέλαβε.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που περιλαμβάνονται στον κρινόμενο πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, περί ανεπαρκών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι απαράδεκτες, καθόσον ανάγονται στην αξιολόγηση, στάθμιση, ανάλυση και εκτίμηση των αποδείξεων από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα, με τις αιτιάσεις δε αυτές, και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 560 αριθμ. 1 και 6 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων και με το σαφές, πλήρες και μη αντιφατικό εκτιθέμενο στην προσβαλλομένη απόφαση αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας των επίδικων απαλλοτριούμενων ακινήτων και των επικειμένων τους.

Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.) και 953 Α.Κ., με το να δεχθεί ότι η κολώνα της ΔΕΗ που υπάρχει εντός της απαλλοτριωμένης ιδιοκτησίας του τέταρτου αναιρεσίβλητου, συνιστά συστατικό της ιδιοκτησίας αυτής και να καθορίσει οριστική τιμή μονάδας γι' αυτή και εκ πλαγίου για το λόγο ότι διέλαβε, όπως ισχυρίζεται, ανεπαρκείς αιτιολογίες για το ζήτημα αυτό.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το μέρος που αφορά την έρευνα του ανωτέρω δεύτερου αναιρετικού λόγου, τα ακόλουθα : "Πλέον των αναφερομένων στον κτηματολογικό πίνακα επικειμένων, υφίσταται και το κάτωθι επικείμενο για το οποίο πρέπει να ορισθεί οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης, κατόπιν σχετικής αιτήσεως ..., ήτοι στη με ΑΚΠ ...

ιδιοκτησία υφίσταται, επιπλέον των περιλαμβανόμενων στον κτηματολογικό πίνακα, μια κολώνα της ΔΕΗ για την ηλεκτροδότηση του αντλιοστασίου (επικείμενο 2), αξίας 700 ευρώ". Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προμνημονευόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.) και 953 Α.Κ., τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους, καθώς και την ορθότητα του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος, περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για το ως άνω επικείμενο της με ΑΚΠ ...

ιδιοκτησίας, ήτοι την κολώνα ηλεκτροδότησης της ΔΕΗ, για το λόγο ότι αυτή συνιστά συστατικό, με την προεκτεθείσα έννοια των άρθρων 953, 954 και 955 Α.Κ., καθόσον έχει συνδεθεί σταθερά με το έδαφος και είναι προσαρμοσμένη με το ακίνητο για σκοπό μόνιμο και όχι παροδικό και δεν μπορεί να αποχωρισθεί από το εν λόγω ακίνητο, χωρίς βλάβη και αλλοίωση του προορισμού του τελευταίου, ως ηλεκτροδοτούμενου ακινήτου.

Εξάλλου, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το ανωτέρω ζήτημα επαρκή, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων και έτσι δεν στερείται η προσβαλλόμενη απόφαση, νόμιμης βάσης, ενώ καλύπτεται με επάρκεια και χωρίς λογικά κενά το πραγματικό των ως άνω εφαρμοστέων διατάξεων και δεν χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη παραδοχή για να αιτιολογηθεί η αποδοχή του αιτήματος του τέταρτου αναιρεσίβλητου για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για το ως άνω κριθέν ως επικείμενο - συστατικό της με ΑΚΠ ...

ιδιοκτησίας, ήτοι για την κολώνα ηλεκτροδότησης της ΔΕΗ. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, κρίνεται αβάσιμος και, ως εκ τούτου, απορριπτέος. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων: α) αφενός, τρίτης και πέμπτου και β) αφετέρου, τέταρτου των αναιρεσίβλητων, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από διαφορετικούς πληρεξούσιους δικηγόρους και ειδικότερα η τρίτη και ο πέμπτος από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Οδυσσέα Γκορίτσα και ο τέταρτος από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αντωνόπουλο και κατέθεσαν αντίστοιχα προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1, 3 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του Εισ.Ν.

ΚΠολΔικ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5 παρ. 12 Ν. 1738/1987 και 2 της υπ' αριθ. 134423/1992 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης και δεδομένου ότι η αποκλείουσα την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου, διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, δεν έχει εφαρμογή στη δίκη της αναίρεσης κατά απόφασης Εφετείου περί οριστικού προσδιορισμού αποζημίωσης, στην οποία εφαρμόζονται, όσον αφορά στη δικαστική δαπάνη, οι διατάξεις των άρθρων 173 έως 193 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (άρθρο 22 παρ. 3 Ν. 2882/2001) (ΑΠ 376/2021, ΑΠ 322/2019, ΑΠ 148/2018, ΑΠ 164/2016).

Όσον αφορά τους απολειπόμενους πρώτο και δεύτερη των αναιρεσίβλητων δεν θα περιληφθεί διάταξη, περί επιβολής δικαστικών εξόδων, καθόσον οι αναιρεσίβλητοι αυτοί δεν παραστάθηκαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και, συνεπώς, δεν υποβλήθηκαν σε τέτοια έξοδα, ούτε και συνακόλουθα υπέβαλαν σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 7-6-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 5/8-6-2021 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 28/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. –

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει στο ποσό : α) των τριακοσίων (300) ευρώ για τους τρίτη και πέμπτο των αναιρεσίβλητων και β) των τριακοσίων (300) ευρώ για τον τέταρτο αναιρεσίβλητο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ