Legislator Case Law & Legislation
1207/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague grounds not citing specific Civil Procedure Code articles with factual details.

Case Number 1207/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision due to procedural errors. The appellant raised multiple vague legal arguments without specifying the exact facts or circumstances required by the Civil Procedure Code to substantiate the appeal. The court ruled that such general allegations fail to meet the statutory requirements for a valid appeal, rendering them inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 118(4), 566(1), 577(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal must clearly and concisely state the legal error with specific factual elements; General or vague allegations without these details are inadmissible.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code inadmissible appeal vague grounds legal error specification procedural requirements appellant burden dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 118(4) of the Code of Civil Procedure
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 16/2006
Supreme Court Case 984/2021
Supreme Court Case 509/2021
Supreme Court Case 308/2021
Supreme Court Case 1443/2014
Supreme Court Case 1472/2010
Supreme Court Case 97/2018
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1207 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1207/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Αγαθή Δερέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Γ. Σ. του Κ., κατοίκου ... Αττικής. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Γκρίζη. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…..ΑΕ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μάριο - Δανιήλ Παπαλουκά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4317/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 5286/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-10-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνεται η προβαλλόμενη αιτίαση. Δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που προβλέπει το σχετικό λόγο, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, χωρίς να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που, σύμφωνα με αυτήν, απαιτούνται για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης. Διαφορετικά, με αυτεπάγγελτη έρευνα του Αρείου Πάγου, ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος (ΟλΑΠ 16/2006, ΑΠ 984/2021, ΑΠ 509/2021).

Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, επικαλείται, συλλήβδην, αναιρετικές πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης από το άρθρο 559 αριθ. 1, 5, 8, 9, 14, 16 και 19 ΚΠολΔ, περιλαμβάνοντας στο (483 σελίδων) δικόγραφο λίαν εκτεταμένες νομικές σκέψεις και επιχειρήματα (με τίτλους, όπως πχ ορισμός του Συντάγματος, όργανα του κράτους, η διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος, η νομική ανεξαρτησία των δικαστηρίων, η αξία και η μεθοδολογική σημασία των θεμελιωδών αξιωμάτων και αρχών, μορφές δικαστικής προστασίας, αναγνωριστική αγωγή, το άμεσο και παρόν έννομο συμφέρον, το δίκαιο της προσωπικότητας, το θεμελιώδες δικαίωμα του απορρήτου της ελεύθερης ανταπόκρισης και επικοινωνίας, "το σχέδιο..

δράσης" της κυβέρνησης του 2014, η σημασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου, "η κυβέρνηση του 2014" σφετερίζεται και το Ρήγα Βελεστινλή", το διεθνές σύμφωνο για τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, το κρίσιμο νομικό πλαίσιο για την προστασία των προσωπικών δεδομένων, διασταλτική ερμηνεία του όρου ιδιωτική ζωή, κλπ) με παραπομπές και στη νομολογία, ενσωματώνοντας σ' αυτό και το περιεχόμενο της αγωγής της, προτάσεων και των αποφάσεων που εκδόθηκαν επ' αυτής (πρωτόδικης και προσβαλλόμενης) και προβάλλοντας γενικόλογες και αόριστες αιτιάσεις, οι οποίες δεν εστιάζονται, ούτε μπορούν να ταυτοποιηθούν με τους λόγους αναίρεσης του άρθρου 559 ΚΠολΔ που προαναφέρθηκαν, αφού δεν γίνεται μνεία πραγματικών περιστατικών, που να στοιχειοθετούν τις οικείες αναιρετικές πλημμέλειες.

Επομένως, εφόσον δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο τα ανωτέρω, αναγκαία για τη θεμελίωση καθενός των παραπάνω προβαλλομένων λόγων αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά, οι λόγοι αυτοί της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας. Ανεξαρτήτως των ανωτέρω, σε κάθε περίπτωση, κατά τη δυνατή νοηματική εκτίμηση του όλου περιεχομένου της αίτησης αναίρεσης, λεκτέα και τα ακόλουθα:

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα δικαίου διαφορετική έννοια από την αληθινή, είτε, με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί ή όταν εφαρμόσθηκε εσφαλμένως (ΑΠ 380/2021, ΑΠ 309/2021, ΑΠ 262/2021).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι διαλαμβανόμενες, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, αιτιάσεις στο μεγαλύτερο μέρος του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, με αίτημα την αυτεπάγγελτη ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης, για παράβαση, ενδεικτικά, των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 7 παρ. 2, 19, 20, 93, του Σ. , 76 και 103 του Χάρτη του ΟΗΕ, του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτιστικά δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 1532/1985 και του Διεθνούς Συμφώνου για ατομικά και πολιτικά δικαιώματα που κυρώθηκε με ο ν. 2462/1997, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), της Σύμβασης 108 του Συμβουλίου της Ευρώπης, της Οδηγία 95/46/ΕΚ, των άρθρων 1, 2, 3 παρ. 1, 5 παρ. 1, 2, 22 και 23 του ν. 2472/1997, της 2002/22/ΕΚ Οδηγίας, 2002/58/ΕΚ και του ν. 3471/2006, άρθρ. 101, 102 Σ.Λ.Ε.Ε. (πρώην 81 και 82 ΣυνθΕΚ), πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται συγκεκριμένα το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, και καθό μέρος το δικαστήριο έκρινε την ουσία της υπόθεσης, η ελάσσων πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά που αυτό δέχθηκε ως αποδειχθέντα, υπό τα οποία και συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου.

Περαιτέρω, η διαλαμβανόμενη αιτίαση, με την οποία ζητείται η αυτεπάγγελτη ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι δεν αναφέρονται με τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και για ποιο λόγο συντελέστηκε η αντίστοιχη επικαλούμενη πλημμέλεια, ενώ δεν αρκεί μόνη η αναφορά του αριθμού του άρθρου 559 ΚΠολΔ στο οποίο προβλέπεται λόγος αναίρεσης (ΑΠ 128/2021, ΑΠ 262/2021, ΑΠ 123/2021).

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 330 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι: α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή της παράλειψης, γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δ) πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενεργείας, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της εννόμου τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και της κοινωνικής εν γένει δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων, που απορρέει από την κοινωνικά επιβεβλημένη και από τη θεμελιώδη δικαιϊκή αρχή συνεπούς συμπεριφοράς.

Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παράλειψης του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλε, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς προσώπου του κύκλου δραστηριότητός του, θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επέλευσής της, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει.

Αιτιώδης σύνδεσμος τέλος υπάρχει, όταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρ. 298 Α.Κ.) ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επέφερε.

Εξάλλου, με το άρθρο 9 παρ. 1 και 4 του ν. 2867/2000 "Οργάνωση και λειτουργία των τηλεπικοινωνιών και άλλες διατάξεις", όπως ίσχυε τον κρίσιμο χρόνο καθώς καταργήθηκε με το άρθρο 70 παρ.2α του ν. 3431/2006, ορίζονται, μεταξύ άλλων, ότι : Ανεξάρτητα από τα δικαιώματα που αποκτούν οι Χρήστες μέσω των ειδικών συμβάσεων παροχής τηλεπικοινωνιακών δραστηριοτήτων με τους εκάστοτε Τηλεπικοινωνιακούς Οργανισμούς, κάθε Χρήστης, αδιακρίτως, έχει τα εξής δικαιώματα:

α.... β. το δικαίωμα ακώλυτης και ποιοτικής χρήσης των νομίμως παρεχόμενων Τηλεπικοινωνιακών Υπηρεσιών, γ... δ. το δικαίωμα να λαμβάνουν αναλυτικούς λογαριασμούς χρέωσης με το αντίτιμο των παρεχόμενων Τηλεπικοινωνιακών Υπηρεσιών με επαρκείς λεπτομέρειες,... ε. το δικαίωμα να διατηρεί εμπιστευτικό και απόρρητο το χαρακτήρα των επικοινωνιών του,..., στ...

ζ. ... (παρ. 1). Κάθε Χρήστης δικαιούται να ζητήσει από τις τηλεπικοινωνιακές επιχειρήσεις άμεση και πλήρη αποκατάσταση οποιασδήπατε θετικής ή αποθετικής ζημίας ή ηθικής βλάβης που υπέστη λόγω ελλιπούς ή ελαττωματικής κατασκευής, εγκατάστασης, συντήρησης ή λειτουργίας των δικτύων, υπηρεσιών ή τηλεπικοινωνιακού Τερματικού Εξοπλισμού.

Η αδικαιολόγητη διακοπή υπηρεσίας προς τους Χρήστες γεννά επίσης δικαίωμα αποζημίωσής τους (παρ. 4). Εξάλλου, κατά το άρθρο 57 Α.Κ. όποιος προσβάλλεται παρανόμως στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημιώσεως σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, κατά δε το άρθρο 59 του ιδίου Κώδικα και στην περίπτωση του άρθρου 57, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.

Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Προστατεύεται, έτσι. με τα παραπάνω άρθρα η προσωπικότητα και κατ` επέκταση η αξία του ανθρώπου ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος (ΑΠ 1735/2009), και αποτελεί η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του.

Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις - εκφάνσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή της προσωπικότητας σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου.

Τιμή είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική του αξία, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματος του.

Ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος μόνο ως προς την αξίωση άρσης της προσβολής και παράλειψής της στο μέλλον, ενώ για την αξίωση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, απαιτεί και το στοιχείο της υπαιτιότητας (ΑΠ 1017/2020, ΑΠ 1429/2019, ΑΠ 1284/2017). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγόμενου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία για την αξίωση, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το Δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, και ο εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξίωσης που θεμελιώνεται επ` αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 825/2021, ΑΠ 432/2021, ΑΠ 261/2020).

Τέλος, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνος ουσιαστικού δικαίου. Αντιθέτως, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 15/2000).

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 989/2021, ΑΠ 261/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εξέθετε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος τα εξής: Ότι με σύμβαση προσχώρησης, που κατάρτισε το έτος 1997, με την εναγόμενη ανώνυμη εταιρία τηλεπικοινωνιών, ήδη αναιρεσίβλητη, απέκτησε την αναφερόμενη τηλεφωνική σύνδεση, που εγκαταστάθηκε στην οικογενειακή κατοικία αυτής και του συζύγου της.

Ότι κατά το χρονικό διάστημα από 10-12-2003 μέχρι και 24-12-2003, οι προστηθέντες από την εναγόμενη στην υπηρεσία της υπάλληλοι αυτής, πραγματοποίησαν τις αναφερόμενες στην αγωγή τριανταμία (31) τηλεφωνικές συνδιαλέξεις με άγνωστους τρίτους, στην ημεδαπή και αλλοδαπή αλλά και "ροζ" τηλέφωνα, χρεώνοντας το λογαριασμό αυτής, και μάλιστα για την καλύτερη εξυπηρέτησή τους, από πρόθεση, διέκοψαν, κατά το χρονικό διάστημα από 24-12-2003 και ώρα 10.27 μέχρι 25-12-2003 και ώρα 11.40, την ανωτέρω τηλεφωνική σύνδεση, για να πραγματοποιήσουν τις τηλεφωνικές συνδιαλέξεις, επιβαρύνοντας το λογαριασμό της, επιπλέον δε, κατά το χρονικό διάστημα από 27-5-2004 μέχρι 24-9-2004 διακόπηκε παρανόμως από αποκλειστική υπαιτιότητα των προστηθέντων υπαλλήλων της η ανωτέρω τηλεφωνική σύνδεση.

Ότι ζήτησε από τον σύζυγό της εξηγήσεις για τις συνδιαλέξεις προς άγνωστους συνδρομητές και σε "ροζ" γραμμές, καθόσον, εξαιτίας των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων της εδραιώθηκε η πεποίθηση ότι ο σύζυγός της αφενός είχε εξωσυζυγική σχέση, την οποία της απέκρυβε, αφού δεν της έδινε καμία εξήγηση για τις άγνωστες σ' αυτήν τηλεφωνικές του συνδιαλέξεις, και αφετέρου ότι είχε σεξουαλικές διαστροφές για τις ανάγκες των οποίων πραγματοποιούσε τις "ροζ" συνδιαλέξεις, την ίδια δε άποψη είχε και ο σύζυγός της γι' αυτήν, με αποτέλεσμα να διαταραχθούν οι σχέσεις και η σχέση εμπιστοσύνης που είχαν τα προηγούμενα χρόνια, με περαιτέρω συνέπεια να διασπαστεί η έγγαμη συμβίωση, η οποία στοιχειωδώς αποκαταστάθηκε το Φθινόπωρο του 2004, όταν η εναγομένη, με επιστολή της, αναγνώρισε ότι τα προπεριγραφέντα προβλήματα με την τηλεφωνική της σύνδεση οφείλονταν σε υπαιτιότητα των οργάνων της.

Ότι η διατάραξη της έγγαμης με το σύζυγό της συμβίωση, για τους παραπάνω λόγους, έγινε γνωστή σε όλο το δικό της συγγενικό της περιβάλλον, στους φίλους της, στους γνωστούς της, στους συγγενείς του συζύγου της, τους φίλους του και γνωστούς του, με συνέπεια να τρωθεί ανεπανόρθωτα η προσωπική της τιμή, το ήθος, η υπόληψή της, η οικογενειακή πίστη και τιμή, έναντι αυτών, με αποτέλεσμα και οι με αυτούς σχέσεις να διαταραχθούν ανεπανόρθωτα.

Και ότι οι ως άνω προσβολές συνεπάγονται μειωτική διαταραχή της προσωπικότητάς της και ότι τα αγαθά που ετρώθησαν από τις προσβολές των υπαλλήλων της εναγομένης είναι τα ηθικά στοιχεία της προσωπικότητας, τα ψυχικά, τα συναισθηματικά στοιχεία αυτής, η ελευθερία της ως προσώπου για ελεύθερη και ακώλυτη επικοινωνία μέσα στην κοινωνική συμβίωση, η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή, το ακώλυτο, χωρίς παρεμβάσεις τρίτων, το απόρρητο των τηλεφωνικών της συνδιαλέξεων και ο ηθικός δεσμός του γάμου της.

Με βάση το ιστορικό αυτή, η αναιρεσείουσα ζήτησε, μετά από παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη οφείλει να της καταβάλει: α) το ποσό των 700.000,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητας της, κατ' άρθρο 57 Α.Κ., από την παράνομη συμπεριφορά των προστηθέντων στην υπηρεσία της εναγόμενης υπαλλήλων, και β) το ποσό των 150.000,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής, κατ' άρθρο 932 Α.Κ., ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των υπαλλήλων της εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας, και συνολικά, 850.000,00 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοση της αγωγής.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή αναγνώρισης οφειλής χρηματικής ικανοποίησης, κατά το μέρος που επιχειρείται θεμελίωση απαίτησης ηθικής βλάβης από παράνομη διακοπή της τηλεφωνικής της σύνδεσης, από αποκλειστική υπαιτιότητα των υπαλλήλων - προστηθέντων της στην υπηρεσία της, κατά το χρονικό διάστημα από 27-5-2004 μέχρι 24-9-2004, είναι απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, διότι η ενάγουσα δεν επικαλείται επέλευση ηθικής βλάβης τελούσα σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη διακοπή της σύνδεσης κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, με την ως άνω ενέργεια των υπαλλήλων της εναγόμενης, αλλά τα επικαλούμενα στοιχεία από την ενάγουσα συνδέονται αιτιωδώς με τη διακοπή της τηλεφωνικής σύνδεσης από τους υπαλλήλους προστηθέντες της εναγόμενης το διάστημα από 24-12-2003 μέχρι 25-12-2003 και τη διενέργεια από αυτούς τηλεφωνικών συνδιαλέξεων από την τηλεφωνική της σύνδεση κατά το διάστημα από 10-12-2003 μέχρι και 24-12-2003.

Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία, κρίνοντας ομοίως απέρριψε το λόγο έφεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα παραπονείτο για την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο της αγωγής της ως αόριστης, όσον αφορά το αίτημα αναγνώρισης οφειλής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, για το αναφερόμενο στο χρονικό διάστημα από 27-5-2004 μέχρι 24-9-2004 βιοτικό συμβάν, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο λόγω αοριστίας ούτε παρέλειψε, παρά το νόμο, να λάβει υπόψη πράγματα παραδεκτώς προταθέντα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τους αρ. 14 και 8, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.

Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 34/2021).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει σύμβασης που καταρτίστηκε το έτος 1997 μεταξύ της ενάγουσας (αναιρεσείουσας) και της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας τηλεπικοινωνιών (αναιρεσίβλητης), με την επωνυμία "….

ΑΕ", η πρώτη ήταν κάτοχος της με αριθμό ... τηλεφωνικής σύνδεσης, η οποία είχε τοποθετηθεί στην οικία της, στο Χαλάνδρι Αττικής,... όπου διέμενε η ίδια (ενάγουσα) με το σύζυγό της. Παράλληλα, από τις 25-11-2003, η ενάγουσα είχε συμβληθεί και με την εταιρία τηλεπικοινωνιών ..., με επιλογή φορέα και πρόθεμα τον κωδικό αριθμό της τελευταίας εταιρίας, ..., γεγονός το οποίο δεν απέκλειε την πραγματοποίηση κλήσεων και μέσω της εναγομένης.

Ειδικότερα, η ενάγουσα, είχε τη δυνατότητα προεπιλογής του παρόχου, μέσω του δικτύου από το οποίο θα πραγματοποιούσε κάθε κλήση, με την πληκτρολόγηση ή μη του άνω συγκεκριμένου αριθμητικού προθέματος, πριν την πληκτρολόγηση του καλούμενου αριθμού. Στις 23-12-2003, ώρα 18.40 μ.μ., η παραπάνω τηλεφωνική σύνδεση της ενάγουσας διακόπηκε, γεγονός που έγινε αντιληπτό από αυτή και το σύζυγό της, καθώς δεν είχαν δυνατότητα να πραγματοποιούν κλήσεις, μέσω του δικτύου της εναγομένης.

Το γεγονός αυτό αναγγέλθηκε από την ενάγουσα στην εναγομένη, την επομένη ημέρα, 24-12-2003, περί ώρα 10.27, ενώ η βλάβη αποκαταστάθηκε από την τελευταία, στις 25-12-2003, περί ώρα 11.40 π.μ.. Κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα, κατά το οποίο η τηλεφωνική σύνδεση της ενάγουσας ήταν σε διακοπή, ήτοι από 23-12-2003, ώρα 18.49 μέχρι 25-12-2003, ώρα 15.08, πραγματοποιήθηκαν από την τηλεφωνική σύνδεσή της, 29 κλήσεις, όπως αποτυπώνονται στον επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από αμφότερα τα διάδικα μέρη πίνακα κλήσεων της σύνδεσης αυτής, για το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, από 10-12-2003 μέχρι 31-12-2003.

Ειδικότερα, στον λόγω πίνακα καταγράφονται οι παραπάνω 29 κλήσεις, από τις οποίες, επτά τον αριθμό, έγιναν προς άλλους τηλεφωνικούς αριθμούς στην Ελλάδα, έξι προς ένα συγκεκριμένο αριθμό κινητής τηλεφωνίας, επτά προς τηλεφωνικούς αριθμούς στη Γερμανία και οι λοιπές εννέα κλήσεις σε τηλεφωνικούς αριθμούς, που ξεκινούσαν από 090.

Από τις τελευταίες κλήσεις (από 090), από μία κλήση έγινε στους αριθμούς, ... και ..., από τους οποίους παρείχε αστρολογικές προβλέψεις ο αστρολόγος Χορταρέας, έξι κλήσεις έγιναν στον αριθμό, ..., από τον οποίο παρείχε αστρολογικές προβλέψεις ο αστρολόγος Θ. και μία κλήση στο αριθμό ..., ο οποίος μεταγενέστερα εκχωρήθηκε στην ανώνυμη εταιρία "…..ΑΕ", και αφορούσε τηλεγνωριμίες.

Στον ίδιο πιο πάνω πίνακα έχουν καταγραφεί και οι κλήσεις, που πραγματοποιήθηκαν από την ίδια τηλεφωνική σύνδεση, κατά το χρονικό διάστημα, από 26-12 μέχρι 31-12-2003, όλες με επιλογή φορέα και πρόθεμα τον κωδικό αριθμό ... της ..., καθώς και οι κλήσεις που πραγματοποιήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα, από 10-12 μέχρι 23-12-2003, ομοίως με επιλογή φορέα και πρόθεμα τον κωδικό αριθμό ...

της ..., εκτός από δύο κλήσεις, που έγιναν εντός του τελευταίου χρονικού διαστήματος, στις 10-12-2003 και 17-12-2003, στις οποίες στους καλούμενους αριθμούς, δεν έχει τεθεί ο κωδικός επιλογής της .... Το συνολικό κόστος των άνω είκοσι εννέα κλήσεων ανήλθε στο ποσό των 158,62 ευρώ, το οποίο και χρεώθηκε από την εναγομένη στο λογαριασμό της ενάγουσας, που εκδόθηκε, στις 26-2-2004.

Τη χρέωση για τις κλήσεις αυτές αμφισβήτησε η ενάγουσα, επικαλούμενη, ότι δεν είχαν πραγματοποιηθεί από την τηλεφωνική της σύνδεση. Παράλληλα, η τελευταία με την από 6-4-2004 αίτησή της προς την εναγομένη, ζήτησε ενημέρωση για το ακριβές χρονικό διάστημα κατά το οποίο η τηλεφωνική της σύνδεση δεν βρισκόταν σε λειτουργία, το χρόνο αναγγελίας της βλάβης από την ίδια και τον ακριβή χρόνο αποκατάστασης της βλάβης.

Απαντώντας, η εναγομένη στην αίτηση αυτή, με την από 5-5-2004 επιστολή της, ισχυρίστηκε ότι η τηλεφωνική σύνδεση της ενάγουσας ήταν εκτός λειτουργίας, λόγω διακοπής, από 24-12-2003 και ώρα 10.27 που έγινε αναγγελία της βλάβης από την ίδια έως τις 25-12-2003 και ώρα 11.40 που έγινε άρση της βλάβης. Ακολούθως δε, η εναγομένη, με την από 16-9-2004 επιστολή, ενημέρωσε την ενάγουσα, ότι όσον αφορά τις χρεώσεις, θα γίνει αναμόρφωση των λογαριασμών έκδοσης 12/3 και 2/4 και θα αποχρεωθούν 1648 τελοχρεωστικές μονάδες για την έκδοση του λογαριασμού της 12/3 και 4454 τελοχρεωστικές μονάδες από το λογαριασμό έκδοσης 2/4.

Στη συνέχεια δε, όπως προκύπτει από το λογαριασμό που εκδόθηκε από την εναγομένη τον Οκτώβριο του έτους 2004, για την περίοδο, από 13-8-2004 μέχρι 12-10-2004, αφαιρέθηκε το παραπάνω ποσό των 158,62 ευρώ, πλέον ΦΠΑ, για τις άνω 29 κλήσεις και απέμεινε υπόλοιπο 75 ευρώ, το οποίο κατέβαλε η ενάγουσα, στις 29-11-2004. Περαιτέρω, η παραπάνω βλάβη στην τηλεφωνική σύνδεση της ενάγουσας εκδηλώθηκε στις 23-12-2003, στα πλαίσια εργασιών από ομάδα τεχνικών της εναγομένης για σύμπτυξη γραμμών, όταν παρουσιάστηκε αντιστροφή στον Κεντρικό Κατανεμητή του Ψυχικού.

Η αντιστροφή εμφανίστηκε μεταξύ της τηλεφωνικής σύνδεσης της ενάγουσας, με αριθμό 210- 6721042, που ήταν εγκατεστημένη στην οικία της, επί της οδού ... στο Κάτω Χαλάνδρι και της με αριθμό ... τηλεφωνικής σύνδεσης, που λειτουργούσε στην ίδια περιοχή και επί της ίδιας οδού, στον αριθμό 35, το δίκτυο των οποίων βρισκόταν στο ίδιο κεντρικό καλώδιο και στον ίδιο Κατανεμητή Καλωδίου της εναγομένης.

Αποτέλεσμα αυτής της αντιστροφής, ήταν να γίνονται οι επίδικες κλήσεις από την τηλεφωνική σύνδεση με αριθμό ..., η οποία ήταν "κομμένη", λόγω οφειλής και να εμφανίζονται ότι πραγματοποιούνται από τη σύνδεση της ενάγουσας. Ειδικότερα λόγω της αντιστροφής η τελευταία τηλεφωνική γραμμή (με αριθμό ...), η οποία ήταν κομμένη, απέκτησε το σήμα από την τηλεφωνική γραμμή της ενάγουσας και ο κάτοχος αυτής πραγματοποίησε τις άνω κλήσεις, ενώ διακόπηκε αντίστοιχα το σήμα της τελευταίας.

Ωστόσο, όπως προαναφέρθηκε, μετά την αναγγελία της βλάβης από την ενάγουσα, που έλαβε χώρα στις 24-12-2003, ώρα 10.27, την επομένη ημέρα (25-12), οι προστηθέντες της εναγομένης αποκατέστησαν αυτή. Στα πλαίσια της αποκατάστασης αυτής, αμέσως μόλις διαπιστώθηκε η αντιστροφή των άνω δύο γραμμών, δόθηκε εντολή άμεσης φραγής του τηλεφώνου της ενάγουσας από το λογισμικό του κέντρου της εναγομένης, έτσι ώστε να προστατευτεί από τυχόν πρόσθετες χρεώσεις, σύμφωνα με την πρακτική που ακολουθείτο από την εναγομένη σε περίπτωση βλάβης λόγω αντιστροφής γραμμών, μέχρι τη διαπίστωση τους ακριβούς σημείου εμφάνισης της αντιστροφής (στον κεντρικό κατανεμητή του δικτύου ή σε άλλο σημείο) από τους τεχνικούς του δικτύου της εναγομένης, μετά δε την αποκατάσταση της βλάβης δόθηκε εντολή αποφραγής, οπότε η τηλεφωνική σύνδεση της ενάγουσας λειτούργησε κανονικά.

Για την παραπάνω διακοπή της τηλεφωνικής σύνδεσής της, η ενάγουσα ενημερώθηκε τόσο προφορικά από τους υπαλλήλους της εναγομένης, όσο και εγγράφως με την παραπάνω από 5-5-2004 επιστολή της τελευταίας. Εξάλλου, το γεγονός της διακοπής της σύνδεσης γνώριζε η ενάγουσα, η οποία και ανακοίνωσε το πρόβλημα στην εναγομένη, στις 24-12-2004, ήδη από τις 23-12-2003, όπως ήδη εκτέθηκε, αλλά και ο σύζυγός της......

Με βάση τα προαναφερθέντα, οι παραπάνω 29 κλήσεις που πραγματοποιήθηκαν από την τηλεφωνική σύνδεση της ενάγουσας, κατά το χρονικό διάστημα της αντιστροφής των γραμμών της σύνδεσης αυτής με την τηλεφωνική σύνδεση με αριθμό ..., ήτοι από 23-12 μέχρι 24-12-2003, έγιναν από την τηλεφωνική σύνδεση, με αριθμό ..., ενώ η διακοπή της τηλεφωνικής σύνδεσης της ενάγουσας, από 24-12 μέχρι 25-12-2003, έγινε από τους προστηθέντες υπαλλήλους της εναγομένης, στα πλαίσια αποκατάστασης της παραπάνω βλάβης της αντιστροφής των δύο γραμμών.

Κατόπιν των παραδοχών αυτών, οι ισχυρισμοί της ενάγουσας με την ένδικη αγωγή της, ότι οι άνω 29 κλήσεις πραγματοποιήθηκαν από υπαλλήλους της εναγομένης, οι οποίοι χρησιμοποίησαν την τηλεφωνική της σύνδεση για τις προσωπικές τους κλήσεις, χρεώνοντας το λογαριασμό της και ότι η διακοπή της σύνδεσή της, έγινε από τους ίδιους υπαλλήλους για την πραγματοποίηση κλήσεων από αυτούς, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Είναι βέβαια αληθές ότι κατά το χρόνο διακοπής της τηλεφωνικής σύνδεσης το αντίτιμο των άνω 29 κλήσεων χρεώθηκε στο λογαριασμό της ενάγουσας, πλην, όμως, όπως ήδη αναφέρθηκε ακολούθησε αποχρέωση αυτού με το λογαριασμό του Οκτωβρίου 2004. Επίσης, απορριπτέοι ως αβάσιμοι, είναι και οι ισχυρισμοί της ενάγουσας ότι οι προστηθέντες της εναγομένης, πέραν των άνω κλήσεων πραγματοποίησαν και τις αναφερόμενες δύο κλήσεις, στις 10-12-2003 και 17-12-2003 από την τηλεφωνική σύνδεσή της.

Η πραγματοποίηση των τελευταίων κλήσεων από τους προστηθέντες της εναγομένης, δεν αποδείχθηκε από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι οι κλήσεις αυτές, όπως αποτυπώνονται στην παραπάνω κατάσταση των κλήσεων της ενάγουσας, πραγματοποιήθηκαν από την τηλεφωνική σύνδεσή της, στις 10-12-2003 και 17-12-2003, εκτός του χρόνου της διακοπής της σύνδεσης αυτής (από 23-12 μέχρι 24-12-2003), σε διάστημα δηλαδή που αυτή λειτουργούσε κανονικά και όπως αποδεικνύεται από τον άνω πίνακα κλήσεων είχε πραγματοποιηθεί σειρά κλήσεων, όλες με επιλογή φορέα της ... (με το πρόθεμα ...), τις οποίες δεν αμφισβητεί η ενάγουσα, ως γενόμενες από την ίδια, εκτός από αυτές τις δύο, οι οποίες ήταν οι μοναδικές που πραγματοποιήθηκαν μέσω του δικτύου της εναγομένης.

Έτσι, η βλάβη της τηλεφωνικής σύνδεσης της ενάγουσας, η οποία οφείλεται σε αμελή συμπεριφορά της εναγομένης και οι ενέργειες αποκατάστασης αυτής, στα πλαίσια των οποίων έλαβε χώρα διακοπή της επίδικης σύνδεσης, κατά το χρονικό διάστημα, από 23-12 μέχρι 24-12-2003, κατά το οποίο πραγματοποιήθηκαν οι άνω 29 κλήσεις, δεν συνδέονται αιτιωδώς με την επικαλούμενη ηθική βλάβη της ενάγουσας, λόγω προσβολής της προσωπικότητάς της, από τον κλονισμό του ψυχικού και συναισθηματικού της κόσμου και της έγγαμης συμβίωσής της.

Οι ισχυρισμοί της τελευταίας ότι, από τη φύση των κλήσεων και τις παράνομες χρεώσεις εδραιώθηκε σ' αυτήν η πεποίθηση, ότι ο σύζυγός της διατηρούσε εξωσυζυγικές σχέσεις ή είχε σεξουαλικές διαστροφές, καθώς και αντίστοιχη πεποίθηση στο σύζυγό της για την ίδια, με συνέπεια τον κλονισμό του γάμου της, δεν κρίνονται βάσιμοι.

Και τούτο διότι, τόσο η ενάγουσα, όσο και ο σύζυγός της γνώριζαν ήδη από τις 23-12-2003, ότι κατά το χρόνο πραγματοποίησης των άνω κλήσεων, η τηλεφωνική τους σύνδεση ήταν σε διακοπή και ως εκ τούτου οι επίδικες κλήσεις δεν ήταν δυνατόν να έχουν πραγματοποιηθεί από αυτούς. Σε κάθε δε περίπτωση, ειδικά όσον αφορά τους αριθμούς με πρόθεμα 090, που αποτελούν την πλειονότητα των κλήσεων και των χρεώσεων, θα μπορούσαν να διαπιστώσουν, καλώντας τους αριθμούς, ότι δεν επρόκειτο για συνομιλίες ερωτικού περιεχομένου, αλλά για αστρολογικές προβλέψεις...

Περαιτέρω, ο επίδικος λογαριασμός, στον οποίο περιλαμβάνονταν οι άνω κλήσεις στάλθηκε στην ενάγουσα και δεν δημοσιοποιήθηκε σε τρίτους από την εναγομένη, ενώ... δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε άλλη, πλην της αποκατάστασης της βλάβης παρέμβαση των προστηθέντων της εναγομένης στην τηλεφωνική σύνδεση της ενάγουσας ή στο περιεχόμενο των συνδιαλέξεών της...

Η τελευταία αποδέχθηκε την υπαιτιότητά της όσον αφορά τη λανθασμένη χρέωση των άνω 29 κλήσεων που δεν είχαν πράγματι γίνει από τη σύνδεση της ενάγουσας, αιτία για την οποία ακολούθησε αποχρέωσή τους. Έτσι, εφόσον με βάση όσα εκτέθηκαν, δεν αποδείχθηκε προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας, στις εκφάνσεις, της ψυχικής της υγείας και του συναισθηματικού της κόσμου, της τιμής και της υπόληψής της, της ελεύθερης και ακώλυτης επικοινωνίας της, του απόρρητου των τηλεφωνικών συνδιαλέξεών της και του ηθικού δεσμού του γάμου της και η ένδικη αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο κρίνοντας ομοίως είχε απορρίψει την αγωγή της. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914, 932 του ΑΚ και 9 παρ. 1 και 4 του ν. 2867/2000, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της έλλειψης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης και της προκληθείσας ηθικής βλάβης της αναιρεσείουσας, διαλαμβάνοντας, ειδικότερα, όλα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο ως άνω αρνητικό αποδεικτικό της πόρισμα και δικαιολογούν την απόρριψη της αγωγής, με τις υποστηρίζουσες την κρίση αυτή παραδοχές:

α) ότι η βλάβη της τηλεφωνικής σύνδεσης της αναιρεσείουσας, που εκδηλώθηκε στις 23-12-2003, οφείλεται στην εκτέλεση εργασιών από ομάδα τεχνικών υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης για σύμπτυξη γραμμών, οπότε, από αμέλεια των προστηθέντων υπαλλήλων της, παρουσιάστηκε αντιστροφή στον Κεντρικό Κατανεμητή του Ψυχικού, που είχε ως αποτέλεσμα άλλη τηλεφωνική γραμμή, η οποία ήταν κομμένη, να αποκτήσει σήμα από την τηλεφωνική γραμμή της αναιρεσείουσας και να διακοπεί, αντίστοιχα, το σήμα της τελευταίας, β) ότι οι επίμαχες 29 τηλεφωνικές συνδιαλέξεις, κατά το χρονικό διάστημα από 23-12-2003 μέχρι 24-12-2003, επί των οποίων θεμελιώνεται το αγωγικό αίτημα της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης της αναιρεσείουσας, δεν πραγματοποιήθηκαν από υπαλλήλους της αναιρεσίβλητης, ούτε και η διακοπή της σύνδεσης της αναιρεσείουσας έγινε από αυτούς για τον ανωτέρω σκοπό, αλλά οι κλήσεις αυτές έγιναν από τον κάτοχο της προαναφερόμενης διαφορετικής τηλεφωνικής σύνδεσης λόγω της εμφανισθείσας αντιστροφής, η δε διακοπή της τηλεφωνικής σύνδεσης της αναιρεσείουσας από τους υπαλλήλους της αναιρεσίβλητης έγινε από 24-12-2003 μέχρι 24-12-2003, αποκλειστικά, προς αποκατάσταση της αναγγελθείσας από την αναιρεσείουσα βλάβης, γ) ότι και οι άλλες δύο (2) τηλεφωνικές κλήσεις δεν έγιναν από υπαλλήλους - προστηθέντες της αναιρεσίβλητης, αλλά πραγματοποιήθηκαν από την τηλεφωνική σύνδεση της αναιρεσείουσας στις 10-12-2013 και 17-12-2013, κατά το χρονικό διάστημα που αυτή λειτουργούσε κανονικά και δ) ότι η οφειλόμενη σε αμελή συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης βλάβη της τηλεφωνικής σύνδεσης της αναιρεσείουσας και η διακοπή αυτής προς αποκατάσταση της εν λόγω βλάβης, κατά το χρονικό διάστημα από 23-12-2003 μέχρι 24-12-2003, δεν συνδέονται αιτιωδώς με την επικαλούμενη ηθική βλάβη της αναιρεσείουσας, λόγω προσβολής της προσωπικότητάς της, από τον κλονισμό του ψυχικού και συναισθηματικού της κόσμου και της έγγαμης συμβίωσής της, εξ αιτίας των παραπάνω 29 τηλεφωνικών κλήσεων, υπό την έννοια δηλαδή ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι ως άνω πράξεις των προστηθέντων της αναιρεσίβλητης δεν ήταν αντικειμενικά ικανές, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να προκαλέσουν την ηθική βλάβη που ισχυρίζεται ότι υπέστη η αναιρεσείουσα.

Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, για πλημμέλειες από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ` του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 8/2016, Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ` άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005) ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη (ΑΠ 85/2021, ΑΠ 87/2021, ΑΠ 1186/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 11 γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα πιο κάτω έγγραφα, που αυτή επικαλέστηκε και προσκόμισε, νόμιμα, ενώπιον του, και συγκεκριμένα :

α) τη με αριθμ. πρωτ. 938/45074/11-8-2004 επιστολή της ΕΕΤΤ, β) τη με αριθμ. πρωτ. 938/45074/14-9-2004 επιστολή της εναγόμενης, από την οποία εκθέτει ότι προκύπτει κατά τη διάρκεια της διακοπής της τηλεφωνικής σύνδεσης από 24-12-2003, και ώρα 10.27 έως την 25-12-2003 και ώρα 11.40, έγιναν κλήσεις, λόγω τεχνικής ανωμαλίας, εξαιτίας της τιμολογήθηκαν σε βάρος της και ότι θα γίνει αποχρέωση γ) τη με αριθμ.

πρωτ. 938.6/1044855/16-9-2004 επιστολή Συγκρ. Υποστ. Πωλήσεων Αττικής, από το οποίο εκθέτει ότι προκύπτει ότι συντρέχει λόγος αναμόρφωσης των λογαριασμών εκδόσεων 12-3-2004 και 2-4-2004, δ) το με αριθμ. πρωτ. 938/1036822/5-5-2004 έγγραφο της εναγόμενης, από το οποίο εκθέτει ότι προκύπτει ότι η εκτός λειτουργία της τηλεφωνικής της σύνδεσης από 24-12-2003 και ώρα 10.27 έως 25-12-2003, ε) το με αριθμ.

πρωτ. 938/45320/12-10-2004 έγγραφο της εναγόμενης, ενώ αν λάμβανε υπόψη τα ανωτέρω έγγραφα θα γινόταν δεκτή η αγωγή κατά το μέρος που κρίθηκε αβάσιμη. Από τη βεβαίωση, όμως, του Εφετείου, που περιέχεται στην απόφασή του, ότι ελήφθησαν υπόψη, μεταξύ άλλων, και τα έγγραφα, που οι διάδικοι νομότυπα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα.

Επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 261 ΚΠολΔ κάθε διάδικος οφείλει να απαντά με σαφήνεια γενικά ή ειδικά για την αλήθεια ή όχι των πραγματικών ισχυρισμών του αντιδίκου του. Εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστήριο να κρίνει, σε συνδυασμό με τη γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση".

Η συναγωγή ομολογίας απόκειται στη διακριτική και συνακόλουθα στην ανέλεγκτη αναιρετικά ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας και δεν αποτελεί "πράγμα" ή "αίτηση" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 και 9 ΚΠολΔ, ώστε να μπορεί να θεμελιώσει το σχετικό λόγο αναίρεσης. Προϋπόθεση για να συναγάγει το δικαστήριο της ουσίας από τη γενική άρνηση του διαδίκου και το σύνολο των ισχυρισμών του ομολογία για κάποιο πραγματικό ισχυρισμό, που αποτελεί στοιχείο της αγωγής ή της ένστασης, είναι η μη αμφισβήτηση του πραγματικού αυτού ισχυρισμού.

Επομένως, αν δεν υπάρχει η ειδική αυτή αμφισβήτηση, η ύπαρξη της οποίας και μόνο ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, ο τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, δηλαδή η ευχέρεια να συναγάγει ομολογία ή άρνηση του συγκεκριμένου ισχυρισμού δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο διότι αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων.

Μόνον εάν υπάρχει ειδική αμφισβήτηση του κρίσιμου ισχυρισμού, η ύπαρξη της οποίας, επίσης, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, και παρά ταύτα το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε ομολογία αυτού, υποπίπτει τούτο στην πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. β` του ΚΠολΔ, δηλαδή εκείνη της παρά το νόμο λήψης υπόψη απόδειξης που δεν προσκομίστηκε (ΑΠ 3/2020, ΑΠ 353/2020, ΑΠ 175/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο παρέλειψε να συναγάγει ομολογία της αναιρεσίβλητης και να κάνει δεκτή την αγωγή της αναιρεσείουσας, με βάση το περιεχόμενο των προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του, στις οποίες διαλαμβάνονταν γενική άρνηση της αγωγής, με επανάληψη των προτάσεων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, αφού η περί ομολογίας ή μη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας από τη μη ειδική αμφισβήτηση συγκεκριμένου ισχυρισμού εναπόκειται στην κρίση του και δεν ελέγχεται αναιρετικώς.

Η διάταξη του άρθρου 116 του ΚΠολΔ ορίζει ότι "οι διάδικοι, οι νόμιμοι αντιπρόσωποι και οι πληρεξούσιοί τους οφείλουν να τηρούν τους κανόνες των χρηστών ηθών και της καλής πίστης, να αποφεύγουν ενέργειες που φανερά οδηγούν στην παρέλκυση της δίκης, να εκθέτουν τα πραγματικά γεγονότα που αναφέρονται στην υπόθεση, έτσι ακριβώς όπως τα γνωρίζουν, με πληρότητα και σύμφωνα με την αλήθεια, αποφεύγοντας διφορούμενες και ασαφείς εκφράσεις".

Από την 1-1-2016 προστέθηκε με την παρ. 3 του άρθρου πρώτου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, η παρ. 2 με τη οποία ορίζεται ότι το δικαστήριο, οι διάδικοι, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι και οι νόμιμοι εκπρόσωποι των διαδίκων οφείλουν να συμβάλλουν με την εν γένει δικονομική τους συμπεριφορά και ιδίως με την επιμελή διεξαγωγή της δίκης, την εμπρόθεσμη επιχείρηση διαδικαστικών πράξεων, την έγκαιρη προβολή ισχυρισμών και προσαγωγή αποδεικτικών μέσων στην επίσπευση της δίκης και στην ταχεία επίλυση της διαφοράς.

Από τις διατάξεις της παρ. 1 αλλά και 2, μεμονωμένα αλλά και συνδυαστικά προκύπτει ότι ειδική έκφανση της καλόπιστης διεξαγωγής της δίκης αποτελεί και η τήρηση του καθήκοντος αληθείας, που συνιστά γνήσια υποχρέωση και όχι απλά δικονομικό βάρος των διαδίκων, των νόμιμων αντιπροσώπων και των πληρεξουσίων τους.

Στο περιεχόμενο του καθήκοντος αληθείας υπάγεται και η απαγόρευση προβολής αντιφατικών ισχυρισμών, όταν ο διάδικος που τους προτείνει έχει επίγνωση της αναλήθειας του ενός από αυτούς. Αντιφατικοί είναι οι ισχυρισμοί και δη οι ενστάσεις, όταν οι ιστορικές βάσεις τους αποκλείεται να συνυπάρχουν λογικά, όταν δηλ.

αντιφάσκουν μεταξύ τους. Αφορά, πρωτίστως, τους πραγματικούς και όχι τους νομικούς ισχυρισμούς (ΑΠ 761/2020, ΑΠ 110/2008). Σε κάθε περίπτωση, δεν παραβιάζεται το καθήκον αληθείας και, ως εκ τούτου, δεν είναι απαράδεκτοι οι αντιφατικοί ισχυρισμοί, όταν αυτοί προτείνονται επικουρικά, ήτοι σε περίπτωση που δεν ήθελε γίνει δεκτή η αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής και νομικής βάσεως της αγωγής.

Το καθήκον αληθείας επεκτείνεται και στην άρνηση της αγωγής (ΑΠ 343/2020, ΑΠ 761/2020, ΑΠ 1125/2018). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 205 εδ. α του ΚΠολΔ, το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, με την οριστική του απόφαση, επιβάλλει στον διάδικο ή το νόμιμο αντιπρόσωπο του ή τον δικαστικό του πληρεξούσιο, ανάλογα με την ευθύνη καθενός, χρηματική ποινή 500,00 έως 1.000,00 ευρώ (και ήδη, από 1-1-2016, 1.000,00 έως 2.500 ευρώ), που περιέρχεται στο Ταμείο Νομικών, αν προκύψει από την δίκη που έγινε ότι, αν και το γνώριζαν α) άσκησαν προφανώς αβάσιμη αγωγή, ανταγωγή ή παρέμβαση ή προφανώς αβάσιμο ένδικο μέσο ή β) διεξήγαγαν τη δίκη παρελκυστικά ή δεν τήρησαν τους κανόνες των χρηστών ηθών ή της καλής πίστης ή το καθήκον της αληθείας.

Με τη διάταξη αυτή, η οποία εναρμονίζεται με το άρθρο 116 ΚΠολΔ, καθιερώνεται αποκλειστικά για την εξασφάλιση της διαδικαστικής τάξης, χωρίς καμία επίδραση στο περιεχόμενο της απόφασης, η υποχρέωση του δικαστηρίου και όχι η διακριτική ευχέρεια αυτού, για την επιβολή χρηματικής ποινής, που περιέρχεται στο Δημόσιο, εφόσον διαπιστωθεί δικονομική συμπεριφορά, η οποία έχει αρνητική επενέργεια στην απονομή δικαιοσύνης.

Περαιτέρω, η παράβαση των καθηκόντων που επιβάλλει το άρθρο 116 του ΚΠολΔ στους διαδίκους, στους νόμιμους αντιπροσώπους τους και στους πληρεξουσίους τους, όπως είναι και αυτό του καθήκοντος αληθείας, μπορεί να έχει ως κύρωση, κατά το άρθρο 205 του ίδιου Κώδικα, την επιβολή χρηματικών ποινών, όχι όμως και το απαράδεκτο προβαλλόμενου ισχυρισμού, ο οποίος, κατά παράβαση του καθήκοντος αληθείας, είναι αντιφατικός σε άλλον ισχυρισμό που προβλήθηκε προηγουμένως.

Και τούτο, διότι, σε διαφορετική περίπτωση, ο διάδικος θα στερούνταν του κατοχυρωμένου και από το άρθρο 20 του Συντάγματος δικαιώματος για παροχή έννομης προστασίας, το οποίο, κατά την αδιάστικτη διατύπωση της συνταγματικής αυτής διάταξης, εξασφαλίζεται ακόμη και στον παραβάτη των επιταγών του άρθρου 116 του ΚΠολΔ (ΑΠ 110/2008).

Σε κάθε περίπτωση, δεν παραβιάζεται το καθήκον αληθείας και, ως εκ τούτου, δεν είναι απαράδεκτοι οι αντιφατικοί ισχυρισμοί, όταν αυτοί προτείνονται επικουρικά και όχι σωρευτικά (ΑΠ 761/2020, ΑΠ 1125/2018, ΑΠ 110/2008). Για την επιβολή της ποινής απαιτείται εν γνώσει επιχείρηση των απαγορευμένων πράξεων και δεν αρκεί ο ενδεχόμενος δόλος και ακόμη περισσότερο η βαρεία αμέλεια (ΑΠ 308/2021, ΑΠ 602/2016).

Ως δικαστήριο αρμόδιο για τον έλεγχο της συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 205 ΚΠολΔ και επιβολής, σε καταφατική περίπτωση, της προβλεπόμενης χρηματικής ποινής είναι εκείνο το οποίο αποφάνθηκε με οριστική απόφαση επί της προφανώς απαράδεκτης ή αβάσιμης, αγωγής, ή ενδίκου μέσου ή αβάσιμου ισχυρισμού το οποίο και έχει στην διάθεση του τα προς αξιολόγηση της δικονομικής συμπεριφοράς του διάδικου πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 308/2021, ΑΠ 1443/2014, ΑΠ 1472/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την από τον αρ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα της απάντησης της εφεσίβλητης, με τις προτάσεις της στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στο οποίο επανέλαβε το περιεχόμενο των προτάσεών της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που διαλάμβαναν γενική ασαφή, άσκοπη, και απαράδεκτη άρνηση των αγωγικών ισχυρισμών, παραβαίνοντας το καθήκον αληθείας, που προβλέπεται στο άρθρο 116 του ΚΠολΔ.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον η επανάληψη με τις προτάσεις ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου του περιεχομένου των πρωτόδικων προτάσεων και η προβολή με αυτές, κατά τρόπο ασαφή, αρνητικών της αγωγής ισχυρισμών, δεν συνεπάγεται ακυρότητα των προτάσεων και απαράδεκτο των προβαλλόμενων ισχυρισμών.

Περαιτέρω, το αίτημα της αναιρεσείουσας να επιβληθεί σε βάρος της αναιρεσίβλητης, ως εναγόμενης και ως εφεσίβλητης, για το λόγο ότι αυτή δεν τήρησε το καθήκον αληθείας, προβάλλοντας με τις αντίστοιχες προτάσεις της, στο πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αναληθείς ισχυρισμούς έδει να εισαχθεί στο αντίστοιχο αρμόδιο δικαστήριο, ενώ με το αναιρετήριο δεν γίνεται επίκληση ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη τη σχετική αίτηση που υποβλήθηκε στο πρωτοβάθμιο και επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ουσίας, προκειμένου να ελεχθεί με την πλημμέλεια από τον αρ. 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 97/2018).

Τέλος, το αίτημα της αναιρεσείουσας να επιβληθεί στην αναιρεσίβλητη χρηματική ποινή για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο, λόγω της αοριστίας του, διότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται τα πραγματικά περιστατικά δόλιας επιχείρησης από την αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία απαγορευμένων πράξεων, στην αναιρετική δίκη.

Κατά τα λοιπά δε, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προβάλλονται γενικόλογες, ασαφείς και αόριστες αιτιάσεις, οι οποίες δεν εστιάζονται, ούτε μπορούν να ταυτοποιηθούν με τους λόγους αναίρεσης του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και επειδή δεν υπάρχεις άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του προκαταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, στην αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-10-2020 αίτηση της Γ. Σ. του Κ. για αναίρεση της με αριθμό 5286/2018 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του προκαταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ