Legislator Case Law & Legislation
1207/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal regarding union intervention rights and Sunday work compensation claims.

Case Number 1207/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a labor court decision regarding union intervention and Sunday work compensation. The court held that the trade union lacked standing to intervene as it had no independent legal interest beyond supporting the main parties' arguments. Furthermore, the claim for Sunday work pay was rejected because the underlying employment contract was deemed illegal, rendering the compensation request inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 68, 80 of the Code of Civil Procedure; Article 6 of Law 2224/1994: A third party may intervene only if they have a direct legal interest, which is limited to supporting the main parties' arguments, and compensation for Sunday work is not due if the employment relationship itself is illegal.

Keywords

AI generated
trade union intervention legal standing requirement Sunday work compensation illegal employment contract civil procedure code direct legal interest appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 68 of the Code of Civil Procedure
Article 80 of the Code of Civil Procedure
Article 6 of Law 2224/1994
Article 3 of Presidential Decree 539/1945
Article 2 of Law 435/1976
Article 10 of Presidential Decree 748/1966

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1207 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1207/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21η Μαΐου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Π. του Γ., κατοίκου …, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Παπαπέτρου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΕΠΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον Βόλο και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Πίκουλα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΠΡΟΣΘΕΤΩΣ ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΟΥΣΑ υπέρ του αναιρεσείοντος: Τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση-σωματείο με την επωνυμία "Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας Γ.Σ.Ε.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Σοφίας Καζάκου, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-9-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, καθώς και την προφορική πρόσθετη παρέμβαση της ήδη προσθέτως παρεμβαίνουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Αφού συνεκδικάσθηκαν εκδόθηκαν η 86/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 373/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-10-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1 .Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι, αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει το διάδικο αυτόν, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 68 του ίδιου κώδικα, με την οποία ορίζεται ότι δικαστική προστασία μπορεί να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, προκύπτει ότι αναγκαίος όρος για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος.

Ειδικότερα, στην αναιρετική διαδικασία, ο προσθέτως παρεμβαίνων περιορίζεται σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων αναίρεσης, στις οποίες εξαντλείται και το δικαίωμα των κυρίων διαδίκων (ΑΠ 1741/2012, ΑΠ 1302/2005). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 622 παρ. 2 αριθ. 2 του ΚΠολΔ, (όπως η διάταξη αυτή ισχύει από 1.1.2016 μετά την αντικατάσταση του τέταρτου βιβλίου του ΚΠολΔ - άρθ. 591 έως 681 Δ - με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015 και τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής ενόψει του χρόνου άσκησης της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης την 18-10-2018), αναγνωρισμένα επαγγελματικά σωματεία εργαζομένων ή εργοδοτών, αναγνωρισμένες ενώσεις τους ή επιμελητήρια έχουν το δικαίωμα να παρέμβουν μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης υπέρ διαδίκου, εφόσον είναι μέλος τους ή μέλος κάποιας από τις οργανώσεις που αποτελούν την ένωση.

Το ίδιο προβλεπόταν και από το πριν το Ν. 4335/2015 ισχύσαν δίκαιο και ειδικότερα με τη διάταξη του άρθρου 669 αρ. 2 του ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμοζόταν και στην αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 675 Α του ιδίου Κώδικα, που προστέθηκε με το άρθ. 9 παρ.1 του Ν. 3189/2003.Στην προκειμένη περίπτωση υπόκειται προς κρίση η από 17-10-2018 αίτηση αναιρέσεως κατά της 373/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, αντίγραφο της οποίας επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στα σωματεία-συνδικαλιστικές οργανώσεις με την επωνυμία "Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο Βόλου (ΕΚΒ)" και "Σωματείο Ξενοδοχοϋπαλλήλων Ν.

Μαγνησίας" προσθέτως παρεμβαίνοντα υπέρ του εκκαλούντιος -ενάγοντος στη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Εφετείου, (ΚΠολΔ 82) (βλ. τις 5666Γ' και 5667Γ' /9-1-2019 εκθέσεις επιδόσεως του Γ. Κ. .δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Βόλου), τα οποία δεν παρίστανται. Στην παρούσα αναιρετική δίκη παραδεκτώς παρίσταται το προσθέτως παρεμβαίνον τριτοβάθμιο σωματείο με την επωνυμία "Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας ΓΣΕΕ." υπέρ του αναιρεσείοντος, μέλους της πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Σωματείο Ξενοδοχοϋπαλλήλων Ν.

Μαγνησίας" η οποία είναι μέλος της δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Εργατοϋπαλληλικό κέντρο Βόλου", που είναι μέλος του ανωτέρω παρεμβαίνοντος, επικαλούμενο έννομο συμφέρον, προς υπεράσπιση της ένδικης αίτησης αναίρεσης του υπέρ ου παρενέβη διαδίκου, καταθέτοντας το από 14-5-2019 και με αριθ.

Κατάθεσης 7/2019 ίδιο δικόγραφο Πρόσθετης Παρέμβασης. Το δικόγραφο αυτό εκτιμάται ως δικόγραφο για την ανάπτυξη των ισχυρισμών αυτού προς υπεράσπιση των λόγων αναίρεσης και όχι ως δικόγραφο "πρόσθετης παρέμβασης" ως επιγράφεται, καθότι αυτή θα ήταν χωρίς αντικείμενο, ενόψει του ότι το προσθέτως παρεμβαίνον είχε ήδη παραδεκτώς ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του τότε ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά τη διεξαχθείσα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δίκη και κατά συνέπεια την ιδιότητα του προσθέτως παρεμβαίνοντος είχε διατηρήσει στη συνέχεια τόσο κατά την δευτεροβάθμια δίκη, όπου επίσης παρέστη, όσο και ενώπιον του Αρείου Πάγου.

2. Με τον υπό τον τίτλο "Συνδικαλιστικές άδειες" άρθρο 17 του ν. 1264/1982 περί εκδημοκρατισμού του συνδικαλιστικού κινήματος και κατοχυρώσεως των συνδικαλιστικών ελευθεριών (Α' 79) όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 19 του ν. 4472/2017 ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: 1. Ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να διευκολύνει τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων, των ελεγκτικών επιτροπών και τους αντιπροσώπους των πρωτοβάθμιων στις δευτεροβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Την ίδια υποχρέωση έχει για τα διοικητικά συμβούλια, τις ελεγκτικές επιτροπές και τους αντιπροσώπους των δευτεροβάθμιων στις τριτοβάθμιες, όπως και για τα διοικητικά συμβούλια και τις ελεγκτικές επιτροπές των τριτοβάθμιων οργανώσεων. 2. Ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να παρέχει: α)... β) Στα μέλη των Διοικητικών Συμβουλίων των πιο αντιπροσωπευτικών δευτεροβάθμιων οργανώσεων άδεια απουσίας έως 9 μέρες το μήνα και έως 15 για τον Πρόεδρο, Αντιπρόεδρο, Γεν. Γραμματέα και Ταμία

γ)...δ) 4. Ο χρόνος απουσίας των εργαζομένων κατά τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου θεωρείται χρόνος πραγματικής εργασίας για όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από την εργασιακή και ασφαλιστική σχέση εκτός από το δικαίωμα λήψεως αποδοχών για τον αντίστοιχο χρόνο. Οι ασφαλιστικές εισφορές συνδικαλιστικών στελεχών για το χρόνο της συνδικαλιστικής άδειας τους καταβάλλονται από την οργάνωσή τους.

Κατά το άρθρο 18 του ίδιου νόμου ορίσθηκε ότι 1. Οι διατάξεις των άρθρων 14, 15, 16, 17 αποτελούν ελάχιστα συνδικαλιστικά δικαιώματα. 2. Ρυθμίσεις ευνοϊκότερες για την άσκηση των δικαιωμάτων αυτών που έχουν ήδη αποκτηθεί ή θα αποκτηθούν με συμφωνία μισθωτών και εργοδοτών ή με Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας ή Διαιτητικές Αποφάσεις υπερισχύουν.

Ακολούθως, με το άρθρο 6 παρ. 3 του ν. 2224/1994 "περί ρυθμίσεως θεμάτων εργασίας, συνδικαλιστικών δικαιωμάτων κλπ." (Α' 112),που καταλαμβάνει την ένδικη διαφορά ως εκ του χρόνου στον οποίο αυτή εκτείνεται ορίσθηκε , μεταξύ άλλων, ότι : "Χορηγούνται συνδικαλιστικές άδειες: α) ..., β) στον Πρόεδρο των Εργατικών Κέντρων και των Ομοσπονδιών, εφόσον οι υπαγόμενες σε αυτά πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις έχουν μέχρι 1500 ψηφίσαντα μέλη, δεκαπέντε (15) ημέρες το μήνα, γ) στον Πρόεδρο των Εργατικών Κέντρων και των Ομοσπονδιών, εφόσον οι υπαγόμενες σε αυτά πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις έχουν από 1501-10000 ψηφίσαντα μέλη, για όσο χρόνο διαρκεί η θητεία του, δ) στον Πρόεδρο και Γενικό Γραμματέα των Εργατικών Κέντρων και Ομοσπονδιών, εφόσον οι υπαγόμενες σε αυτό οργανώσεις έχουν άνω των 10000 ψηφισάντων μελών για όσο χρόνο διαρκεί η θητεία τους" και ότι "Οι ημέρες αυτές είναι πληρωνόμενες" .Η ανωτέρω παρ. 3 του άρθρου 6 του ν. 2224/1994 καταργήθηκε με την παρ.3 του άρθρου 19 του ν. 4472/2017 (ΦΕΚ Α 74/19.5.2017) ενώ με την παρ.1 του ίδιου άρθρου αντικαταστάθηκε το άρθρο 17 παρ.1 του ν. 1264/1982.

Από τη δημοσίευση του ν. αυτού τα περί συνδικαλιστικής άδειας ρυθμίζονται από την ανωτέρω διάταξη, όπως αντικαταστάθηκε και κατά τα ειδικότερα εκεί οριζόμενα, οι ημέρες απουσίας είναι με αποδοχές που καταβάλλονται από τον εργοδότη προβλέπεται όμως και άδεια απουσίας χωρίς αποδοχές.

3.Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να διευκολύνει τα μέλη των ΔΣ, τις ελεγκτικές επιτροπές και τους αντιπροσώπους των δευτεροβαθμίων στις τριτοβάθμιες οργανώσεις με τη μορφή της χορήγησης σ' αυτά άδειας απουσίας-συνδικαλιστικής άδειας. Ειδικότερα, ο πρόεδρος των δευτεροβαθμίων οργανώσεων ,εφόσον οι υπαγόμενες σ' αυτά πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις έχουν άνω των 1.501 ψηφισάντων μελών δικαιούται άδειας απουσίας αμειβόμενης για όσο χρόνο διαρκεί η θητεία του.

Ο νόμος 1264/1982 που εισήγαγε το πρώτον τις άδειες απουσίας για διευκόλυνση της συνδικαλιστικής δράσης όριζε ότι ο χρόνος απουσίας θεωρείται χρόνος πραγματικής εργασίας για όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από την εργασιακή και ασφαλιστική σχέση εκτός από το δικαίωμα λήψης αποδοχών του χρόνου διάρκειας της άδειας.

Τέτοιο δικαίωμα .αμειβόμενης άδειας εισήγαγε ο ν.2224/1994 με το άρθρο 6 παρ.3 αυτού που ίσχυε κατά τον εδώ κρίσιμο χρόνο που επί λέξει ορίζει ότι " οι ημέρες αυτές είναι πληρωνόμενες" .Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο εργοδότης οφείλει να καταβάλλει στο δικαιούχο συνδικαλιστή τις πλήρεις αποδοχές του χρόνου της απουσίας του (βασικό μισθό, επιδόματα, συμβατικές παροχές) όμως δεν θεωρείται ότι περιλαμβάνονται και αμοιβές από προσαυξήσεις για εργασία κατά την Κυριακή που χορηγούνται στον εργαζόμενο μισθωτό όταν πραγματοποιεί απασχόληση κατά την γενικώς ισχύουσα ως ημέρα αναπαύσεως Κυριακή και έχουν το χαρακτήρα αποζημίωσης, όπως και προσαυξήσεις για απασχόληση κατά τη νύχτα που χορηγούνται όταν πραγματοποιείται νυχτερινή εργασία, ακόμη και αν παρείχετο τακτικώς εργασία κατά ημέρα Κυριακή κατά το προηγούμενο της λήψης της άδειας χρονικό διάστημα.

Ακόμη η έννοια των "πληρωνόμενων" ημερών της ανωτέρω διάταξης δεν ταυτίζεται με τις κατά τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.1 και 2 του Ν. 539/1945 "περί χορηγήσεως κανονικών αδειών μετ' αποδοχών" " συνήθεις αποδοχές τις οποίες θα εδικαιούτο ο μισθωτός εάν απασχολείτο στην επιχείρηση κατά τον αντίστοιχο χρόνο" στην έννοια των οποίων περιλαμβάνονται όπως ρητώς ορίζεται και οι παντός είδους πρόσθετοι ή συμπληρωματικές τακτικές παροχές, ούτε συντρέχει περίπτωση ανάλογης εφαρμογής της ανωτέρω διάταξης εφόσον δεν υφίσταται ακούσιο αρρύθμιστο κενό στην ισχύουσα εν προκειμένω διάταξη του άρθρου 6 του ν. 2224/1994.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).

4 Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων με την από 9-9-2013 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείο Βόλου ισχυρίσθηκε ότι με την από 16-9-1997 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που συνήψε με την εναγομένη απασχολήθηκε ως σερβιτόρος εστιατορίου στην ξενοδοχειακή επιχείρηση της εναγομένης που η τελευταία διατηρεί στην πόλη του … αμειβόμενος με βάση τις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ και ΔΑ για τους "όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις όλης της χώρας", οι όροι των οποίων συμφωνήθηκε να αποτελούν και όρους της ατομικής σύμβασης εργασίας του.

Ότι καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησής του στην εναγομένη απασχολείτο επί πενθήμερο, στο οποίο περιλαμβάνονταν πάντα Κυριακές ήτοι εργαζόταν τακτικώς επί 4 Κυριακές κάθε μήνα ,ακόμη πραγματοποιούσε 8 ώρες νυχτερινή εργασία (εκτός Κυριακών) και 8 ώρες νυχτερινή εργασία κατά τις Κυριακές. Ότι στις 28-5-2008 εξελέγη Πρόεδρος του ΔΣ του Εργατοϋπαλληλικού Κέντρου Βόλου, του οποίου οι υπαγόμενες πρωτοβάθμιες οργανώσεις αριθμούν από 1.501 έως 10.000 ψηφίσαντα μέλη .ακολούθως επανεξελέγη στις 10-12-2009 και στις 5- 12-2012, ότι κάθε φορά γνωστοποιούσε στην εναγομένη ότι θα προβεί σε χρήση της συνδικαλιστικής του άδειας για όλη τη διάρκεια της θητείας του και ότι ο χρόνος της τελευταίας θητείας του λήγει στις 29-11-2015.

Ότι κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Ιούνιο του 2008 έως και το μήνα Σεπτέμβριο του 2013, κατά το οποίο προέβη νομίμως σε χρήση της συνδικαλιστικής του άδειας και δεν παρείχε την εργασία του στην εναγομένη, η τελευταία του καταβάλει τις αποδοχές που αντιστοιχούν σε πενθήμερη εργασία από Δευτέρα έως Παρασκευή πρωινής βάρδιας και όχι και τις νόμιμες προσαυξήσεις για εργασία τις Κυριακές και νυχτερινής απασχόλησης που αυτός πραγματοποιούσε τακτικώς κατά το προηγούμενο της άδειας χρονικό διάστημα.

Ζήτησε, με βάση αυτά να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει για το ανωτέρω χρονικό διάστημα, τις νόμιμες προσαυξήσεις για νυχτερινή εργασία και εργασία κατά τις Κυριακές συνολικού ποσού 36.850,26 ευρώ ,άλλως κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, νομιμοτόκως ,κατά τις εκεί διακρίσεις. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 86/2014 απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη δεχόμενο ότι στην έννοια των πληρωνόμενων αποδοχών δεν περιλαμβάνονται και οι αξιούμενες ένδικες προσαυξήσεις.

Ύστερα από άσκηση έφεσης του ενάγοντος κατ' αυτής εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη με την οποία απορρίφθηκε η έφεση και επικυρώθηκε έτσι η πρωτόδικη απόφαση.

5.Το Μονομελές Εφετείο Λάρισας, με την προσβαλλόμενη ως άνω 373/2018 απόφασή του, έκρινε ότι η ένδικη αγωγή είναι μη νόμιμη. Αιτιολογώντας την κρίση αυτή, το Εφετείο διέλαβε και τα ακόλουθα: Ότι στην έννοια "πληρωνόμενες" ημέρες της ισχύουσας για την ένδικη διαφορά διάταξης του άρθρου 6 παρ. 3 του ν. 2224/1994, όπως ίσχυαν πριν την αντικατάσταση του με το άρθρο 19 παρ.3 Ν. 4472/2017, (ΦΕΚ Α 74/18.5.2017) της χορηγούμενης συνδικαλιστικής άδειας εμπίπτουν οι πλήρεις αποδοχές και ειδικότερα ο νόμιμος -συμβατικός βασικός μισθός, με το σύνολο των επιδομάτων που λάμβαναν οι συνδικαλιστές πριν την απαλλαγή τους από την υπηρεσία για να απασχολούνται απερίσπαστοι στο συνδικαλιστικό τους έργο χωρίς το αντικίνητρο της περικοπής των αποδοχών τους, όχι όμως η αποζημίωση για απασχόληση κατά τις Κυριακές που είναι κατ' αρχήν παράνομη και για την οποία οφείλεται αποζημίωση όταν πράγματι απασχολείται ο μισθωτός την Κυριακή.

Ειδικώς για τα ξενοδοχεία η απασχόληση των μισθωτών την Κυριακή είναι επιτρεπτή οφείλεται όμως υποχρεωτικώς (και εφόσον η απασχόληση υπερβαίνει τις 5 ώρες) μια άλλη ημέρα αναπαύσεως κατά την αμέσως επόμενη της Κυριακής εβδομάδα. Αν δεν χορηγηθεί αναπληρωματική ανάπαυση οφείλεται αμοιβή για την ημέρα αναπληρωματικής ανάπαυσης η οποία έχει τον χαρακτήρα αποζημιώσεως.

Επομένως, στις πληρωνόμενες αποδοχές δεν συμπεριλαμβάνεται προσαύξηση 75% υπολογιζόμενη στο νόμιμο ωρομίσθιο και οφειλόμενη για την όσες ώρες απασχολήθηκε ο μισθωτός την Κυριακή αποζημίωση για τη στέρηση της αναπαύσεως την Κυριακή, εφόσον δεν, παρείχε πραγματική απασχόληση την ημέρα αυτή. Λόγω του αποζημιωτικού τους αυτού χαρακτήρα που προϋποθέτουν πραγματική (παράνομη) απασχόληση του μισθωτή, οι ως άνω προσαυξήσεις δεν δύναται να συμπεριληφθούν στην έννοια "πληρωνόμενες" αποδοχές του χρόνου της συνδικαλιστικής άδειας, η οποία μπορεί να είναι μακρόχρονη (όπως εν προκειμένω επί επταετία) και δεν έχει σχέση με τις αποδοχές της κανονικής άδειας για την οποία ο νομοθέτης προέβλεψε ρητά στον ΑΝ 539/45 ότι υπολογίζονται στις " συνήθεις αποδοχές τις οποίες θα λάμβανε ο μισθωτός αν παρείχε εργασία κατά το διάστημα της άδειας", διάταξη η οποία δεν δύναται να εφαρμοστεί αναλογικά, και επομένως δεν δύναται ο συνδικαλιστής να απαιτήσει αυτές ακόμα και αν λάμβανε τέτοιες αποδοχές πριν την άδεια αυτή, απασχολούμενος παρανόμως.

Ακολούθως, κατέληξε ότι η με το προεκτεθέν περιεχόμενο και αίτημα αγωγή είναι μη νόμιμη, καθόσον, δεν πληρούται στο πρόσωπο του ενάγοντα η προϋπόθεση της πραγματικής παροχής εργασίας κατά την Κυριακή και τη νύχτα για τις οποίες να δύναται να ζητήσει αποζημίωση ως αποδοχές της συνδικαλιστικής του άδειας κατά την έννοια του άρθ. 6 παρ. 3 του ν. 2224/1994.

6. Η με το ανωτέρω στον αρ.4 της παρούσας περιεχόμενο και αίτημα αγωγή καταβολής στον αναιρεσείοντα από την υπόχρεη αναιρεσίβλητη εργοδότρια χρηματικών ποσών για προσαυξήσεις για εργασία κατά ημέρα Κυριακή και νυχτερινή απασχόληση ποσοστού 75% και 25%, αντιστοίχως, επί του ωρομισθίου του αναιρεσείοντα-ενάγοντα κατά τον ένδικο χρόνο απουσίας από την εργασία του, λόγω χρήσης της συνδικαλιστικής του άδειας, δεν ήταν νόμιμη.

Τούτο διότι, στη ρυθμιζόμενη από τη διάταξη του άρθρου 6 αρ.3 του ν. 2224/1994 αμειβόμενη συνδικαλιστική άδεια των πληρωνόμενων ημερών απουσίας περιλαμβάνονται οι πλήρεις αποδοχές του μισθωτού - σερβιτόρου απασχολούμενου σε ξενοδοχειακή επιχείρηση, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας απασχόλησης .συμπεριλαμβανομένης σ' αυτή και ημέρας Κυριακής, ήτοι βασικός μισθός, επιδόματα και κάθε άλλη συμβατική παροχή που οφείλεται σ' αυτόν όχι όμως και οι προσαυξήσεις για νυχτερινή εργασία και εργασία κατά τις Κυριακές που παρέχονταν νόμιμα από τον αναιρεσείοντα .απασχολούμενο σε Ξενοδοχειακή επιχείρηση, κατά τη γενικώς ισχύουσα ως ημέρα αναπαύσεως Κυριακή, για τις οποίες οφείλονται νόμιμες προασαυξήσεις εφόσον πραγματοποιηθούν και οι οποίες φέρουν χαρακτήρα αποζημίωσης.

Παρέπεται, ότι στην έννοια αυτών, πληρωνόμενων ημερών, δεν θεωρείται ότι περιλαμβάνονται οι ανωτέρω προσαυξήσεις ως τακτικές αποδοχές για παρεχόμενη τακτική εργασία για Κυριακές και νύχτες, μέχρι το χρόνο λήψης της συνδικαλιστικής άδειας χρονικό διάστημα. Ούτε, ο αναιρεσείων δικαιούται τις ένδικες απαιτήσεις κατ' ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 3 παρ.1 και 3 του Α.Ν. 539/1945 στο οποίο ρυθμίζονται οι αποδοχές της κανονικής ετήσιας άδειας αναψυχής του μισθωτή κατά τη διάρκεια της οποίας δικαιούται τις συνήθεις αποδοχές, τις οποίες θα λάμβανε αν απασχολείτο στην επιχείρηση, κατά τον αντίστοιχο χρόνο ,στην έννοια των οποίων περιλαμβάνονται, όπως ρητώς ορίζεται και οι παντός είδους πρόσθετοι ή συμπληρωματικές τακτικές παροχές όπως υποστηρίζει με τον πρώτο λόγο της αιτήσεώς του ο αναιρεσείων, εφόσον το ζήτημα της αμοιβής της συνδικαλιστικής άδειας ρυθμίζεται από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 6 του ν.2224/1994 που ίσχυε κατά τον εδώ κρίσιμο χρόνο και δεν υφίσταται ακούσιο κενό που να απαιτεί συμπλήρωση με αναλογία, δηλαδή με προσφυγή στις διατάξεις του άρθρου 3 του ΑΝ 539/1945.

Ως εκ τούτου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που έκρινε ομοίως την αγωγή ως μη νόμιμη ,έστω και με εν μέρει εσφαλμένες αιτιολογίες (κρίνοντας μεταξύ άλλων και ότι η παρεχόμενη κατά Κυριακή εργασία του αναιρεσείοντος ήταν παράνομη και η οφειλόμενη προσαύξηση κατά το άρθρο 2 παρ.1 του ν.435/1976 συνιστά αποζημίωση) που συμπληρώνονται εν μέρει με αυτές της παρούσας, ορθώς κατέληξε στο ίδιο κατ' αποτέλεσμα διατακτικό.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως κατά το μέρος που αποδίδεται η από τον αρ.1 του άρθρου 559ΚΠολΔ ευθεία παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 6 παρ.3 του Ν. 2224/1994 όπως και παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 3 παρ.1 και 3 του Α.Ν. 539/1945 ως εκ της μη ανάλογης εφαρμογής τους, είναι αβάσιμος. Επίσης η αποδιδόμενη αιτίαση για παραβίαση του άρθρου 2παρ.1 του ν.435/1976 εφόσον το Εφετείο κατέληξε σε ορθό διατακτικό πρέπει να απορριφθεί (ΚΠολΔ 578).

Ακολούθως, ο πρώτος λόγος κατά το μέρος που αποδίδεται παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 10 παρ.1 και 3 του β.δ 748/1966, περί χορηγήσεως σε μισθωτό απασχολούμενο κατά ημέρα Κυριακή αναπληρωματικής ημέρας αναπαύσεως, υπό την επίκληση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αλλοίωσε το περιεχόμενο των διατάξεων αυτών και των συνεπειών της μη χορήγησής ημερών αναπληρωματικής ημέρας αναπαύσεως, είναι αλυσιτελής, τούτο διότι, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή οι ένδικες αξιώσεις, προσαυξήσεις για εργασία κατά ημέρα Κυριακή, οφείλονται στον ενάγοντα για παρεχόμενη νομίμως εργασία κατά ημέρα Κυριακή, κατά το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας απασχόλησης και ουδόλως συνδέονται με την κατά τις ανωτέρω διατάξεις μη χορήγηση αναπληρωματικής ημέρας αναπαύσεως.

Περαιτέρω, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως με τον οποίο αποδίδεται η από τον αρ.8 του άρθρου 559ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, της παρά το νόμο μη λήψης υπόψη της αγωγικής βάσης ότι τα ένδικα ποσά δικαιούται λόγω της τακτικής καταβολής τους κατά το προγενέστερο της λήψης της αδείας του χρονικό διάστημα ,είναι απαράδεκτο προεχόντως λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος, καθόσον η αγωγή και με αυτό το πραγματικό, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα ανωτέρω στην παρούσα είναι μη νόμιμη.

7. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση. Τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολο τους επειδή η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής. (ΚΠολΔ 179).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17-10-2018 αίτηση περί αναιρέσεως της 373/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.

-Και

Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 26 Νοεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ