Legislator Case Law & Legislation
1207/2018 AI generated

1207/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1207/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Απριλίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1207/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Keywords

AI generated
architect fees construction costs development costs common expenses and charges non-recurring expenditure renovation costs
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1207 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1207/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Εισηγητή και Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Γεώργιο Αποστολάκη και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Απριλίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) κοινοπραξίας τεχνικού έργου με την επωνυμία "Ζ Ν. – Γ. Ε. - Μ Ν.", νομίμως εκπροσωπουμένης από τον διαχειριστή Ν. Ζ., κάτοικο ..., 2) Ν. Ζ., 3) Ε. Γ., 4) Α. Μ. και 5) Ν. Μ., κατοίκων .... Οι 1η, 3ος, 4ος και 5ος εκ των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Υφαντή, ενώ ο 2ος παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο. Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Σδούκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-11-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 85/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 195/2015 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-7-2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.

ΑΠ 1/1999, Ολ. ΑΠ 24/1992). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως.

Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ωσαύτως, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ Ολομ. 12/1991), γεγονός που συντρέχει στην τελευταία περίπτωση, και όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, οπότε τον αντιμετωπίζει και τον απορρίπτει εκ των πραγμάτων κατ' ουσία.

Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ.

Τέλος, ο από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται μόνον όταν αυτό αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει στο αποδεικτικό μέσο ο νόμος, ενώ δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο εκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη σε ένα ή ορισμένα από αυτά.

Ως ισοδύναμα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα λογίζονται και τα έγγραφα, ακόμη και τα δημόσια, για τα αποδεικτέα γεγονότα για τα οποία δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη κατά τους ορισμούς των άρθρων 438, 439 και 441 ΚΠολΔ (ΑΠ 1125/2008). Εξάλλου, για το ορισμένο του λόγου αυτού αναιρέσεως, αφενός μεν πρέπει να προσδιορίζεται το αποδεικτικό μέσο, αφετέρου να αναφέρεται στην αίτηση για την απόδειξη ποιου ισχυρισμού προσκομίσθηκε, καθώς και ποια επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, ποια είναι η αποδεικτική δύναμη που προσδόθηκε στο αποδεικτικό αυτό μέσο από το δικαστήριο της ουσίας και ποιο είναι το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή πώς επέδρασε η παραβίαση στο διατακτικό της αποφάσεως (ΑΠ 1597/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα περιστατικά: "Το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, ως κύριο του έργου "κατασκευή ανοικτών αθλητικών εγκαταστάσεων Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου", προκήρυξε ... διαγωνισμό ...

και αναδείχθηκε μειοδότης του έργου η υπό σύσταση τότε Κοινοπραξία με την επωνυμία "Ζ. Ν. – Γ. Ε. – Μ. Α." ... Στις 1-9-2004 υπεγράφη μεταξύ του κυρίου του έργου και της ως άνω Κοινοπραξίας ... εργολαβική σύμβαση ... και το από 15-9-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό σύστασης κοινοπραξίας αρχικά με μέλη τον ενάγοντα (ήδη αναιρεσίβλητο) και τους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο των εναγομένων (ήδη δεύτερο, τρίτο, τέταρτο των αναιρεσειόντων), το οποίο εν συνεχεία τροποποιήθηκε με το από 20-9-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης ...

με το οποίο αποχώρησε ο ενάγων ... Στη συνέχεια ... αποχώρησε από την Κοινοπραξία ο τέταρτος των εναγομένων και στη θέση του εισήλθε ο πέμπτος (ήδη πέμπτος αναιρεσείων). ... Εξάλλου, στις 20-9-2004 ... υπεγράφη μεταξύ της ανωτέρω Κοινοπραξίας ... και του ενάγοντος ... σύμβαση υπεργολαβίας, σύμφωνα με την οποία η κοινοπραξία ως εργοδότης ανέθεσε στον ενάγοντα ως υπεργολάβο την εκτέλεση του ημίσεως (50%) των οικοδομικών εργασιών του ανωτέρω έργου ...

με συμφωνηθείσα αμοιβή ανερχόμενη στο μισό της αξίας των οικοδομικών εργασιών, η συνολική αξία των οποίων σύμφωνα με τη σύμβαση ανερχόταν στο ποσό των 907.289,05 ευρώ, και επομένως η αμοιβή του ενάγοντος, ήτοι το 50% αυτών στο ποσό των 453.644,52 ευρώ. Με την ανωτέρω σύμβαση συμφωνήθηκε περαιτέρω ότι ο εργοδότης υποχρεούται στην εξόφληση των εργασιών που θα εκτελεσθούν με βάση το συμφωνηθέν τίμημα καθώς και στην καταβολή του Φ.Π.Α.

των τιμολογίων του υπεργολάβου, ο υπεργολάβος θα εισπράττει την αξία των εργασιών που θα εκτελούνται, ... με βάση τις πιστοποιήσεις που θα συντάσσονται κατά χρονικά διαστήματα, ενώ η εξόφληση θα γίνεται παράλληλα με τις πιστοποιήσεις των επιμέρους μερών του έργου στην υπηρεσία και την πληρωμή από την υπηρεσία του αντίστοιχου ποσού, που αναφέρεται στις εργασίες της σύμβασης αυτής. ...

Αν και τυπικά η έναρξη των εργασιών ορίστηκε στις 14 Σεπτεμβρίου 2004, ουσιαστικά αυτές άρχισαν από 1-9-2004. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων δεν είχε καθημερινή προσέλευση στο έργο για την επίβλεψη των εργασιών, με αποτέλεσμα η επιβλέπουσα διεύθυνση τεχνικών υπηρεσιών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων να αποστείλει στην πρώτη εναγομένη το υπ' αριθ.

πρωτ. …./16-11-2004 έγγραφό της, επισημαίνοντας πως ο ενάγων, ο οποίος είχε ορισθεί και εργοταξιακός μηχανικός του έργου, πρέπει να παρευρίσκεται καθημερινά στο εργοτάξιο και να επιβλέπει το έργο, πλην όμως ο τελευταίος δεν συμμορφώθηκε στην υποχρέωσή του αυτή με αποτέλεσμα να υπάρχει καθυστέρηση στην εκτέλεση των εργασιών ...

Ακολούθως, η ανωτέρω εργοδότρια κοινοπραξία και εφόσον ο ενάγων συνέχιζε να μην ανταποκρίνεται και να συμμορφώνεται προς τις συμβατικές του υποχρεώσεις, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του εκπροσώπου της ... ενόψει της επιβράδυνσης του έργου και του κινδύνου να κηρυχθεί η ίδια "έκπτωτος", με την από 23-5-2005 εξώδικη δήλωσή της, που κοινοποιήθηκε νόμιμα στο ενάγοντα ...

προέβη στην καταγγελία της επίδικης σύμβασης υπεργολαβίας και ζήτησε από αυτόν να απέχει από οποιαδήποτε εργασία σχετικά με το συγκεκριμένο έργο. Η ως άνω από 23-5-2005 εξώδικη δήλωση της πρώτης εναγομένης, ερμηνευόμενη κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, περιέχει δήλωση υπαναχώρησης κατά το άρθρο 686 εδ. α' ΑΚ και όχι δήλωση καταγγελίας του άρθρου 700 ΑΚ.

Και αυτό γιατί σ' αυτήν γίνεται αναλυτικά λόγος για αντισυμβατική συμπεριφορά (ήτοι καθυστέρηση) του ενάγοντος. Επιπλέον, κατά την κρίση του δικαστηρίου, η σχετική δήλωση υπαναχώρησης της εταιρείας συνιστά άσκηση του δικαιώματος μερικής υπαναχώρησης για το τμήμα του έργου που δεν είχε ακόμη εκτελεσθεί κατά το χρόνο της υπαναχώρησης, δεδομένου ότι η τελευταία ρητά ...

αναγνωρίζει ότι οφείλει αμοιβή στον ενάγοντα για τις εργασίες που εκτελέσθηκαν ως το χρονικό σημείο της υπαναχώρησης, και ισχυρίζεται ότι ο ενάγων δεν δικαιούται αμοιβή για το τμήμα του έργου που δεν εκτέλεσε. ...

Συνεπώς, συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 686 εδ. α' ΑΚ, ήτοι, ανεξαρτήτως υπαιτιότητας του εργολάβου, υπήρξε επιβράδυνση στην εκτέλεση του έργου αντίθετα στη σύμβαση, χωρίς υπαιτιότητα της εργοδότριας εταιρείας, αφού ο ενάγων ούτε επικαλείται ούτε αποδεικνύει κάτι τέτοιο. Επομένως, η από 23-5-2006 εξώδικη δήλωση υπαναχώρησης είναι καθ' όλα έγκυρη και επέφερε τα νόμιμα αποτελέσματά της από την επομένη της κοινοποίησής της στον ενάγοντα, ήτοι από την 24-5-2005.

Από τα ίδια ... αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο της μερικής υπαναχώρησης (24-5-2005) ο ενάγων είχε ολοκληρώσει τις κάτωθι αναληφθείσες βάσει της συμβάσεως εργασίες με τις αντίστοιχες αξίες: α) τις εργασίες που περιγράφονται στο πρώτο πρωτόκολλο παραλαβής αφανών εργασιών, και ειδικότερα: (Το Εφετείο παραθέτει στη συνέχεια τις επιμέρους εργασίες και δαπάνες εκτελέσεως).

Το άθροισμα δε της συνολικής δαπάνης - αξίας των ανωτέρω εργασιών του πρώτου πρωτοκόλλου αφανών εργασιών, με την αφαίρεση εκπτώσεως 35% και την πρόσθεση ΓΕ και ΟΕ 18% και ΦΠΑ 19%, ανέρχεται στο ποσό των 66.225,44 ευρώ, β) τις εργασίες που περιγράφονται στο δεύτερο πρωτόκολλο παραλαβής αφανών εργασιών, και ειδικότερα: (Το Εφετείο παραθέτει στη συνέχεια τις επιμέρους εργασίες και δαπάνες εκτελέσεως).

Το άθροισμα δε της συνολικής δαπάνης - αξίας των ανωτέρω εργασιών του δευτέρου πρωτοκόλλου αφανών εργασιών, με την αφαίρεση εκπτώσεως 35% και την πρόσθεση ΓΕ και ΟΕ 18% και ΦΠΑ 19%, ανέρχεται στο ποσό των 26.225,06 ευρώ. Να σημειωθεί κατά τα ανωτέρω κεφάλαια δεν πλήττεται η εκκαλούμενη απόφαση με λόγο έφεσης. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων μέχρι τις 24-5-2005 είχε προβεί στην εκτέλεση των εργασιών που περιγράφονται στο τρίτο πρωτόκολλο παραλαβής αφανών εργασιών, και ειδικότερα: (Το Εφετείο παραθέτει στη συνέχεια τις επιμέρους εργασίες και δαπάνες εκτελέσεως).

Το άθροισμα δε της συνολικής δαπάνης - αξίας των ανωτέρω εργασιών του τρίτου πρωτοκόλλου αφανών εργασιών, με την αφαίρεση εκπτώσεως 35% και την πρόσθεση ΓΕ και ΟΕ 18% και ΦΠΑ 19%, ανέρχεται στο ποσό των 158.654,42 ευρώ. Επίσης, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων μέχρι τις 24-5-2005 είχε προβεί στην εκτέλεση των εργασιών που περιγράφονται στο τέταρτο πρωτόκολλο παραλαβής αφανών εργασιών, και ειδικότερα: (Το Εφετείο παραθέτει στη συνέχεια τις επιμέρους εργασίες και δαπάνες εκτελέσεως).

Το άθροισμα δε της συνολικής δαπάνης - αξίας των ανωτέρω εργασιών του τετάρτου πρωτοκόλλου αφανών εργασιών, με την αφαίρεση εκπτώσεως 35% και την πρόσθεση ΓΕ και ΟΕ 18% και ΦΠΑ 19%, ανέρχεται στο ποσό των 43.409,10 ευρώ. Ακόμη αποδείχθηκε ότι ο ενάγων μέχρι τις 24-5-2005 είχε προβεί στην εκτέλεση των εργασιών που περιγράφονται στο πέμπτο πρωτόκολλο παραλαβής αφανών εργασιών, και ειδικότερα: (Το Εφετείο παραθέτει στη συνέχεια τις επιμέρους εργασίες και δαπάνες εκτελέσεως).

Το άθροισμα δε της συνολικής δαπάνης - αξίας των ανωτέρω εργασιών του πέμπτου πρωτοκόλλου αφανών εργασιών, με την αφαίρεση εκπτώσεως 35% και την πρόσθεση ΓΕ και ΟΕ 18% και ΦΠΑ 19%, ανέρχεται στο ποσό των 42.869,91 ευρώ. Επομένως, το σύνολο της αξίας των ανωτέρω εργασιών που εκτέλεσε ο ενάγων μέχρι το χρονικό διάστημα της 24-5-2005, κατά το οποίο έλαβε χώρα ...

μερική υπαναχώρηση της πρώτης εναγομένης από τη σύμβαση εργολαβίας, ανέρχεται στο ποσό των 337.383,93 ευρώ.

Συνεπώς, η αμοιβή του ενάγοντος υπεργολάβου για το εκτελεσθέν τμήμα του έργου μέχρι την υπαναχώρηση ανερχόταν στο 50% των εκτελεσθεισών εργασιών, ήτοι στο ποσό των 168.691,97 ευρώ, το οποίο δικαιούται να ζητήσει να του καταβληθεί, δεδομένου ότι η ασκηθείσα υπαναχώρηση ... δεν θίγει το ήδη εκτελεσμένο κομμάτι της συμβάσεως έργου.

Η κρίση ως προς τα πραγματικά αυτά περιστατικά στηρίζεται σε όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα. Ειδικότερα, η κρίση περί του ότι οι ανωτέρω εργασίες εκτελέσθηκαν από τον ενάγοντα πριν από το χρόνο κατά τον οποίο έλαβε χώρα ... η μερική υπαναχώρηση της πρώτης εναγομένης από την επίδικη σύμβαση υπεργολαβίας στηρίζεται πρωτίστως στην κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, πολιτικού μηχανικού, ο οποίος ήταν ο εργοδηγός του έργου και συνεπώς λόγω της ιδιότητάς του αυτής έχει άμεση και προσωπική αντίληψη των ανωτέρω θεμάτων και συνεπώς και των όσων καταθέτει σχετικώς, ενώ δεν αναιρείται από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο.

Ενισχύεται δε περαιτέρω η κατάθεση του μάρτυρα αυτού: α) από το προσκομιζόμενο ημερολόγιο κατασκευής του έργου, από το οποίο προκύπτουν οι εκτελεσθείσες εργασίες, β) από τα πέντε πρωτόκολλα παραλαβής αφανών εργασιών (Π.Π.Α.Ε.), γ) από τις πέντε πιστοποιήσεις εκτελεσθεισών εργασιών του επίδικου έργου, οι τρεις τελευταίες από τις οποίες παραδεκτά προσκομίζονται για πρώτη φορά ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, κατ' άρθρο 529 ΚΠολΔ.

Οι πιστοποιήσεις αυτές συντάχθηκαν και η ακρίβειά τους βεβαιώθηκε, πλην της τελευταίας, προτού ο ενάγων αποχωρήσει από το έργο, και συγκεκριμένα η τρίτη συντάχθηκε και υπογράφηκε από το νόμιμο εκπρόσωπο της πρώτης εναγομένης στις 23-2-2005 και η ακρίβειά της βεβαιώθηκε στις 23-2-2005, η τετάρτη συντάχθηκε και υπογράφηκε από το νόμιμο εκπρόσωπο της πρώτης εναγομένης στις 11-4-2005 και η ακρίβειά της βεβαιώθηκε από τους επιβλέποντες μηχανικούς του κυρίου του έργου Πανεπιστημίου Ιωαννίνων στις 26-4-2005 και η πέμπτη συντάχθηκε και υπογράφηκε από το νόμιμο εκπρόσωπο της πρώτης εναγομένης στις 6-6-2005 και βεβαιώθηκε η ακρίβειά της στις 21-6-2005 και δ) από τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα.

Τα ως άνω δεν μπορούν να αναιρεθούν από την 1-6-2005 εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκληση του ενάγοντος, ο οποίος αξιώνει από την πρώτη εναγομένη να του καταβληθεί η αμοιβή του στα μέχρι τότε εισπραχθέντα από αυτήν ποσά και όχι για τις εκτελεσθείσες μέχρι τότε εργασίες του. Όπως προαναφέρθηκε η συμφωνηθείσα αμοιβή του ενάγοντος, την οποία δικαιούται ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 168.691,97 ευρώ.

Έναντι του ποσού αυτού, του έχει καταβληθεί αυτό των 81.700 ευρώ. Επομένως, του οφείλεται το υπόλοιπο ποσό της συμφωνηθείσας αμοιβής, ήτοι το ποσό των 86.991,97 ευρώ, ... κατά το οποίο πρέπει να γίνει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη η αγωγή του ενάγοντος και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρον ο καθένας, το πιο πάνω ποσό των 86.991,97 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Οι εναγόμενοι, συνομολογώντας ότι ο ενάγων εκτέλεσε τις εργασίες που περιγράφονται στο πρώτο και δεύτερο, αλλά και μερικές τέτοιες που περιγράφονται στο τρίτο πρωτόκολλο παραλαβής αφανών εργασιών, ισχυρίζονται ότι το έργο που παραδόθηκε από τον ενάγοντα είχε τις επικαλούμενες κακοτεχνίες σε σχέση με την εργασία του 3ου Π.Π.Α.Ε.

με α.α. 21 "στεγανοποίηση επιφανειών σκυροδέματος 1.340,65 μ2" και για το οποίο άσκησε σχετική αγωγή. Όμως, ακόμη και αν το ως άνω έργο, που ο ενάγων εκτέλεσε και παρέδωσε, παρουσίαζε τις επικαλούμενες κακοτεχνίες αυτό θεωρείται περατωμένο και εμπρόθεσμο, επομένως οι εναγόμενοι δεν έχουν δικαίωμα να μην καταβάλουν τη συμφωνημένη αμοιβή του ενάγοντος".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε δεχθεί την αγωγή μόνο για το ποσό των 9.613,36 ευρώ, και υποχρέωσε τους αναιρεσείοντες να του καταβάλουν, ο καθένας εις ολόκληρον, το ποσό των 86.991,97 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ειδικότερα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 681, 694 ΑΚ, διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με την υποχρέωση των αναιρεσειόντων να καταβάλουν στον αναιρεσίβλητο το υπόλοιπο του εργολαβικού ανταλλάγματος για το έργο που εκτέλεσε, και οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ως άνω διατάξεων που εφάρμοσε, και το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος μέχρι το χρόνο της καταγγελίας της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως υπεργολαβίας είχε εκτελέσει όχι μόνο τις εργασίες που περιλαμβάνονταν στο πρώτο, δεύτερο και εν μέρει τρίτο πρωτόκολλο παραλαβής αφανών εργασιών, τις οποίες άλλωστε συνομολογούν και οι αναιρεσείοντες, αλλά επιπλέον τούτων είχε εκτελέσει και τις λοιπές εργασίες του τρίτου πρωτοκόλλου, καθώς και αυτές που περιλαμβάνονταν στο τέταρτο και πέμπτο πρωτόκολλο παραλαβής αφανών εργασιών και με βάση την παραδοχή αυτή υπολόγισε το υπόλοιπο εργολαβικό του αντάλλαγμα στο ποσό των 86.991,97 ευρώ.

Ήδη οι αναιρεσείοντες με τον από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως μέμφονται το Εφετείο ότι, ενώ με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε έπρεπε να θεωρήσει ότι μέχρι την 24-5-2005, οπότε και καταγγέλθηκε η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση υπεργολαβίας, ο αναιρεσίβλητος περάτωσε τις εργασίες που περιλαμβάνονταν στα πρώτο, δεύτερο και εν μέρει τρίτο πρωτόκολλα παραλαβής αφανών εργασιών, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις, με το δεχθεί ότι πέραν των ως άνω εργασιών ο αναιρεσίβλητος είχε εκτελέσει και τις λοιπές εργασίες που εκτέθηκαν παραπάνω.

Ο λόγος αυτός προεχόντως είναι απαράδεκτος, εφόσον υπό την κατ' επίφαση επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Εξάλλου, οι από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση έκβαση της δίκης, υπό την έννοια ότι το Εφετείο α) απέδωσε βαρύνουσα σημασία στην κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως, παραβλέποντας τα όσα κατέθεσε η μάρτυρας ανταπόδειξης, β) έλαβε υπόψη τα πέντε (5) πρωτόκολλα παραλαβής αφανών εργασιών, παρά το ότι οι ημερομηνίες καταθέσεως τούτων είναι μετά την 24-5-2005, δηλαδή μετά την καταγγελία της συμβάσεως, οπότε ο αναιρεσίβλητος είχε παύσει να παράγει έργο, γ) οι αντίστοιχες πιστοποιήσεις δεν μπορούσαν να παράσχουν ασφαλές συμπέρασμα, ενόψει του ότι αυτές συντάχθηκαν μετά τα πρωτόκολλα και δ) ακύρως δέχθηκε τις τρεις πιστοποιήσεις, αφού προσκομίσθηκαν για πρώτη φορά στο Εφετείο και μπορούσαν να αποκρουσθούν ως απαράδεκτα αποδεικτικά μέσα, γιατί ήσαν γνωστά στον αναιρεσίβλητο κατά την πρωτόδικη δίκη και δεν προσκομίσθηκαν από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια, είναι απαράδεκτες, εφόσον οι αιτιάσεις αυτές ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, και δεν ιδρύουν τον ως άνω αναιρετικό λόγο, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων εκτίθεται σαφώς στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Περαιτέρω, οι από το άρθρο 559 αρ. 11γ, 8, 10 και 12 ΚΠολΔ αιτιάσεις, που περιλαμβάνονται στον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι το μεν αβάσιμες, το δε απαράδεκτες, κατά τις ακόλουθες διακρίσεις: Ειδικότερα, από την περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με τις σκέψεις και το σύνολο των αποδεικτικών αναλύσεων που περιέχει στο αιτιολογικό της, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο, για την απόρριψη των ισχυρισμών των αναιρεσειόντων αναφορικά με την έκταση του έργου που εκτέλεσε ο αναιρεσίβλητος και το οφειλόμενο σ' αυτόν εργολαβικό αντάλλαγμα ποσού 9.613,36 ευρώ μόνο, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και το σύνολο των εγγράφων που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν αυτοί, ορισμένα των οποίων μάλιστα ρητά μνημονεύει και ιδιαιτέρως αξιολογεί, και κατά συνέπεια ο λόγος αυτός κατά το πρώτο μέρος του είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων ότι το έργο που εκτέλεσε ο αναιρεσίβλητος είναι μόνο αυτό που περιγράφεται στο πρώτο και δεύτερο και εν μέρει στο τρίο πρωτόκολλο παραλαβής αφανών εργασιών και ότι το οφειλόμενο σ' αυτόν υπόλοιπο εργολαβικού ανταλλάγματος δεν υπερβαίνει το ποσό των 9.613,36 ευρώ, δεν αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό αλλά αιτιολογημένη άρνηση στους αγωγικούς ισχυρισμούς για το έργο που εκτέλεσε ο αναιρεσίβλητος και το οφειλόμενο γι' αυτό εργολαβικό αντάλλαγμα, και κατά συνέπεια, αφού δεν συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, δεν ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, οπότε κατά το δεύτερο μέρος του ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, ανεξάρτητα του ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς αυτούς και τους απέρριψε ως αβάσιμους.

Περαιτέρω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, που εκτέθηκε παραπάνω, αφού έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα της υπόθεσης (καταθέσεις μαρτύρων και τα με επίκληση προσκομισθέντα έγγραφα). Κατά συνέπεια, το Εφετείο δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ο λόγος αυτός, κατά το τρίτο μέρος του, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Τέλος, ο ίδιος λόγος κατά το τέταρτο μέρος του είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, εφόσον ουδόλως καθορίζονται στην αίτηση, ποια είναι τα δημόσια έγγραφα στα οποία το Εφετείο δεν προσέδωσε την προσήκουσα αποδεικτική δύναμη, για την απόδειξη ποιου ισχυρισμού προσκομίσθηκαν, καθώς και ποια επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, και πώς επέδρασε η παραβίαση στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο ότι δεν είναι βέβαιο ότι έλαβε υπόψη την εξώδικη ομολογία του αναιρεσίβλητου, όπως αυτή διατυπώθηκε στην από 1-6-2005 εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκλησή του προς την Κοινοπραξία, δηλαδή μετά από οκτώ (8) ημέρες από την καταγγελία της μεταξύ τους συμβάσεως, με την οποία η μόνη απαίτηση που διατύπωνε σε βάρος της χωρίς καμιά επιφύλαξη ήταν η καταβολή ποσού 14.420 ευρώ. Ο λόγος αυτός από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, αφού όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη την ως άνω εξώδικη δήλωση του αναιρεσίβλητου, πλην όμως δέχθηκε ότι η κρίση του για το ύψος του οφειλόμενου εργολαβικού ανταλλάγματος δεν αναιρείται από την εξώδικη αυτή δήλωση, γιατί με αυτήν ο αναιρεσίβλητος αξιώνει να του καταβληθεί η αμοιβή του στα μέχρι τότε εισπραχθέντα από την πρώτη αναιρεσείουσα ποσά και όχι για τις εκτελεσθείσες μέχρι τότε εργασίες του.

Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι διάδικοι στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρο 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29 Ιουλίου 2016 αίτηση των: α) Κοινοπραξίας με την επωνυμία "Ζ Ν. - Γ Ε. - Μ Ν.", β) Ν. Ζ., γ) Ε. Γ., δ) Α. Μ. και ε) Ν. Μ. για αναίρεση της 195/2015 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, και τα ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο οικείο Δημόσιο Ταμείο

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ