1207/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1207/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 5-5-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1207 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1207/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαΐου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... Ανώνυμος Ασφαλιστική Εταιρεία", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σωτηρία Βελέντζα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Χ. του Φ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Παγώνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 2) Ι. Τ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-1-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18222/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 534/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-10-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και ο 1ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 5-5-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, από την .../23-11-2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης Π.
Τ. που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 11-10-2015, αίτησης αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τις 19-5-2017 που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, στον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων Ι.
Γ. Τ.. Κατά συνέπεια, αφού ο αναιρεσίβλητος αυτός δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β’ και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ’ αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ’ ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 ΑΚ.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1546/2014, ΑΠ 1513/2014, ΑΠ 128/2013).
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/2013).
Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό-τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 1715/2010).
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ’ εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ’ αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην κρινόμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη 534/2015 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670 έως 676 (681Α) ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν, δέχθηκε, ανέλεγκτα, ως προς τις συνθήκες πρόκλησης του επίδικου τροχαίου ατυχήματος και την υπαιτιότητα των οδηγών των δύο οχημάτων που είχαν εμπλοκή σε αυτό, ήτοι του παθόντος - πρώτου των αναιρεσιβλήτων και του (μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη) οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου Α.
Ι. Π., τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά το μέρος που ενδιαφέρουν στην παρούσα αναιρετική δίκη: "Περί την 08.00 πρωινή ώρα της 22-11-2009, ο πρώτος ενάγων, οδηγών την ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του δευτέρου ενάγοντος, εκινείτο επί της οδού ... της Θεσσαλονίκης με κατεύθυνση από οδό ... προς την οδό ..., ενώ, την ίδια ώρα, ο πρώτος εναγόμενος, οδηγών το ιδιόκτητό του ...
ΙΧΕ, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην συνεναγομένη του ασφαλιστική εταιρία, εκινείτο επί της αυτής οδού, όπισθεν της μοτοσικλέτας του ενάγοντος και κατά τη δεξιά, ως προς την κίνησή τους, πλευρά. Η άνω οδός είναι μοναδικής, κατά την άνω φορά, κατευθύνσεως με πλάτος οδοστρώματος δεκατεσσάρων (14) μέτρων και τέσσερις λωρίδες κυκλοφορίας, εκ των οποίων όμως οι δύο, εκατέρωθεν των πεζοδρομίων της, είναι σχεδόν μονίμως κατειλημμένες από σταθμευμένα οχήματα, περιορίζοντας την κυκλοφορία των οχημάτων στις δύο μεσαίες λωρίδες τοιαύτες.
Κατά την πορεία των άνω οχημάτων η προαναφερόμενη οδός, στην οποία το ανώτατο όριο ταχύτητος, ως ευρισκομένης σε κατοικημένη περιοχή, ορίζεται στα 50 χιλιόμετρα ανά ώρα, διασταυρώνεται καθέτως με την οδό ..., η επί της διασταυρώσεως δε ταύτης κίνηση των οχημάτων ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες. Τη συγκεκριμένη ημέρα και ώρα επικρατούσε καλοκαιρία, η άσφαλτος ήταν ξηρά, ο φωτισμός ημέρας, η κυκλοφορία οχημάτων και πεζών αραιή και η ορατότητα δεν περιορίζετο.
Προσεγγίζοντας ο πρώτος ενάγων, που έβαινε, οδηγών την άνω μοτοσικλέτα, με μικρή ταχύτητα και στη δεύτερη από αριστερά λωρίδα κυκλοφορίας, δίπλα από τα σταθμευμένα από την αυτή πλευρά του οδοστρώματος οχήματα, την άνω διασταύρωση, αντιλήφθηκε από ικανή απόσταση ότι ο κατά την πορεία του σηματοδότης μεταβλήθηκε από πράσινο σε κίτρινο φως σταθερής μορφής και μείωσε την ταχύτητά του, προκειμένου ν’ ακινητοποιήσει το όχημά του στο ύψος του σηματοδότη.
Αντιστοίχως, ο πρώτος εναγόμενος δεν έκανε ανάλογη κίνηση αλλά συνέχισε την πορεία του για να διέλθει τη διασταύρωση, έστω και στο μεταίχμιο της αλλαγής του χρώματος του σηματοδότη σε κόκκινο, πλην όμως, από αδέξια κίνηση, οφειλόμενη προδήλως στη διάσπαση της προσοχής του κατά την προσπάθειά του να προλάβει την αλλαγή σηματοδοτήσεως, προσέκρουσε με το εμπρόσθιο αριστερό και το πλάγιο αριστερό τμήμα του αυτοκινήτου του στο οπίσθιο τμήμα της μοτοσικλέτας, με αποτέλεσμα αυτή ν’ ανατραπεί, να εκτιναχθεί στο οδόστρωμα ο αναβάτης της - πρώτος ενάγων και αυτή να συρθεί με την αριστερή πλευρά της διαγωνίως προς το αριστερό άκρο του οδοστρώματος, να προσκρούσει με το εμπρόσθιο τμήμα της στο πλάγιο δεξιό τμήμα του ...
επιβατηγού αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας Ν. Σ., που ήταν σταθμευμένο εκεί και, ακολούθως, να μεταβάλει πορεία, συρόμενη διαγωνίως προς τα δεξιά και να ακινητοποιηθεί εντός της δευτέρας από αριστερά λωρίδος κυκλοφορίας, σε απόσταση 4,20 μέτρων από το άκρο αριστερό τμήμα του οδοστρώματος. Ο εναγόμενος οδηγός δεν στάθμευσε στον τόπο του ατυχήματος να προσφέρει βοήθεια και να δώσει κάθε πληροφορία σχετικά με τις συνθήκες προκλήσεώς του, αλλά, με σκοπό να απομακρυνθεί από τον τόπο του συμβάντος, συνέχισε την πορεία του, αναπτύσσοντας ταχύτητα και παραβιάζοντας μάλιστα τον ερυθρό σηματοδότη στην επόμενη διασταύρωση.
Το ατύχημα όμως και τις συνθήκες υπό τις οποίες επισυνέβη αντελήφθη διερχόμενος οδηγός και δη ο Π. Τ., που εκείνη τη στιγμή εκινείτο παραπλεύρως με το ... δημόσιας χρήσεως επιβατηγό αυτοκίνητό του (ΤΑΞΙ). Ο προαναφερόμενος, αντιλαμβανόμενος την πρόθεση του εναγομένου οδηγού να εξαφανισθεί, τον κατεδίωξε με το αυτοκίνητό του, τον έφθασε στο ύψος του Ιερού Ναού του ...
και τον ρώτησε εάν αντιλήφθηκε τι έκανε. Ο πρώτος εναγόμενος του ζήτησε να τηλεφωνήσει στην Τροχαία και υποσχέθηκε ότι θα επιστρέψει στον τόπο του ατυχήματος, ωστόσο δεν τήρησε την υπόσχεσή του, αλλά στην επόμενη διασταύρωση έστριψε δεξιά και εξαφανίστηκε, ανευρέθη δε μεταγενέστερα κατόπιν αναζητήσεώς του από τις αστυνομικές αρχές.
Υπό τα δεδομένα αυτά ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι δεν έλαβε χώρα επαφή - σύγκρουση των δύο οχημάτων, αλλά ο πρώτος ενάγων, κατά την τροχοπέδηση που ενήργησε, προκειμένου να ακινητοποιηθεί ενώπιον του σηματοδότη, απώλεσε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας του, με συνέπεια την ανατροπή της και την πτώση του στο οδόστρωμα, παρίσταται ανεπέρειστος.
Πλέον ειδικότερα, η άμεση και αυθόρμητη αντίδραση του προαναφερόμενου αυτόπτη μάρτυρα - οδηγού Π. Τ. να καταδιώξει τον τραπέντα σε φυγή εναγόμενο οδηγό ως υπαίτιο του υπό τα όμματά του επισυμβάντος τροχαίου ατυχήματος, για τις συνθήκες του οποίου ο ίδιος κατέθεσε με αμεσότητα και μετά λόγου γνώσεως τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όσο κατά την ενεργηθείσα για την ένδικη περίπτωση προανάκριση, αλλά και κατά την επακολουθήσασα κύρια ποινική διαδικασία, ενώπιον του, ως κατωτέρω, ποινικού δικαστηρίου, αρκεί αφ’ εαυτής να καταρρίψει κάθε αμφισβήτηση των ανωτέρω παραδοχών του δικαστηρίου, σε σχέση με τις περιστάσεις υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο συμβάν, ιδία ενόψει των παρ’ αυτού με πειστικότητα κατατεθέντων, ότι, όταν τελικά μπόρεσε να πλησιάσει τον φεύγοντα εναγόμενο οδηγό, ο τελευταίος, το όχημα του οποίου είχε εντελώς κατεστραμμένο τον αριστερό του καθρέπτη, προδήλως ένεκεν της προηγηθείσης προσκρούσεώς του επί της οδηγούμενης από τον πρώτο ενάγοντα μοτοσικλέτας, εμμέσως πλην σαφώς αποδέχθηκε την εμπλοκή του στο συμβάν και του υποσχέθηκε ότι θα επιστρέψει στον τόπο όπου επισυνέβη.
Σημειωτέον, άλλωστε, ότι ο εναγόμενος οδηγός καταδικάσθηκε ήδη, δυνάμει της 4863/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, σε ποινές φυλακίσεως δύο ετών και δεκαοκτώ μηνών (και κατά συγχώνευση τριάντα μηνών) για τις αξιόποινες πράξεις της εξ αμελείας προκλήσεως σωματικής βλάβης σε βάρος του πρώτου ενάγοντος και για παράβαση του άρθρου 43 του ΚΟΚ, αντιστοίχως.
Υπό τα δεδομένα αυτά προδήλως το Δικαστήριο δεν μπορεί να οδηγηθεί σε αντίθετο, των ως άνω παραδοχών του, συμπέρασμα, εκ της προσκομιζομένης παρά των εναγομένων από 12-3-2013 εκθέσεως ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης του Β. Κ., που εξετάσθηκε και ως μάρτυρας στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, γιατί τα συμπεράσματα της εκθέσεως αυτής, συνταχθείσης κατ’ εντολή της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, που επικυρώνουν τους κατά τα άνω ισχυρισμούς των εναγομένων περί τις περιστάσεις επελεύσεως του ένδικου συμβάντος, κρίνονται επισφαλή, δεδομένου ότι εξήχθησαν μετά τετραετία από του συμβάντος, μετά απλή, στο χρόνο αυτό, θεώρηση του χώρου, όπου επισυνέβη και με εκτίμηση φωτογραφιών και εγγράφων στοιχείων της ποινικής δικογραφίας.
Κατ’ ακολουθίαν πάντων τούτων η πρόκληση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του εναγόμενου οδηγού, ο οποίος, αμελώς φερόμενος, δεν οδηγούσε, όπως όφειλε από τους κανόνες της επιμελούς οδηγήσεως αλλά και τις συναφείς διατάξεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας και ιδία αυτές των άρθρων 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1-2 του Ν. 2696/1999, αλλά και μπορούσε, ενόψει των συνθηκών και ιδία της καλοκαιρίας, της ανεμποδίστου ορατότητος και της αραιάς επί της άνω οδού κυκλοφορίας, με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και δεν ήταν προσηλωμένος στην οδήγηση, ώστε να έχει, ανά πάσα στιγμή, τον έλεγχο και εποπτεία του οχήματός του, με συνέπεια, στο άνω τοπικό και χρονικό σημείο, ένεκεν της αμελούς αυτής οδηγικής συμπεριφοράς του, να επιπέσει με το αυτοκίνητό του επί της μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο πρώτος ενάγων, ν’ ανατραπεί αυτή εκ της συγκρούσεως και να καταπέσει ο αναβάτης της επί του οδοστρώματος, υποστάς τις ως κατωτέρω σοβαρές σωματικές κακώσεις.
Αντίθετα, αμελής συμπεριφορά του ενάγοντος οδηγού της μοτοσικλέτας δεν προέκυψε, αφού αυτός έβαινε κανονικά στην πορεία του, με χαμηλή ταχύτητα και, όταν αντιλήφθηκε τη μεταβολή της ενδείξεως του σηματοδότη, μείωσε την ταχύτητά του, προκειμένου να ακινητοποιηθεί στο ύψος του σηματοδότη, όπως άλλωστε είχε υποχρέωση από τις διατάξεις του ΚΟΚ.
Ενόψει τούτων, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο του ένδικου τροχαίου ατυχήματος τον εναγόμενο οδηγό, απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση συντρέχοντος, στην επέλευσή του, πταίσματος του ενάγοντος οδηγού της μοτοσικλέτας, δεν έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων και οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες πρώτος και δεύτερος των λόγων της υπ’ αριθμ.
καταθέσεως .../2013 εκ των ενδίκων συνεκδικαζομένων εφέσεων της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας και πρώτος της υπ’ αριθμ. καταθέσεως ...2014 τοιαύτης του εναγομένου οδηγού είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο επικύρωσε, κατά τούτο, την πρωτόδικη 18.222/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που είχε κρίνει ομοίως, δεχόμενο ότι αποκλειστικά υπαίτιος της πρόκλησης του τροχαίου ατυχήματος είναι ο οδηγός του ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου Α. Π. και απορρίπτοντας, ως ουσιαστικά αβάσιμη, τη σχετική ένσταση συνυπαιτιότητας του παθόντος (άρθρ. 300 ΑΚ) που είχαν προβάλει οι αντίδικοί του (οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου και αναιρεσείουσα), των οποίων και απορρίφθηκαν, ως αβάσιμοι, οι συναφείς λόγοι των από 24-2-2014 (με αριθμό κατάθεσης ...26-2-2014) και 1-10-2013 (με αριθμό κατάθεσης .../4-10-2013) εφέσεών τους, αντίστοιχα.
Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο δεν παραβίασε, εκ πλαγίου, τις προαναφερόμενες, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις του ΑΚ, καθώς και εκείνες των άρθρων 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1 και 2 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), αλλά διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τις συνθήκες πρόκλησης του τροχαίου ατυχήματος και την υπαίτια (ή όχι) συμπεριφορά των δύο οδηγών που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και, συνακόλουθα, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Συγκεκριμένα, στην πληττόμενη απόφαση περιλαμβάνονται παραδοχές, ειδικά, για την υπαιτιότητα (αμέλεια) του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου Α. Π. στην πρόκληση του ατυχήματος που συνίσταται στο ότι, από αδέξια κίνησή του, οφειλόμενη στη διάσπαση της προσοχής του κατά την προσπάθειά του να προλάβει την αλλαγή σηματοδότησης, προσέκρουσε με το εμπρόσθιο αριστερό και το πλαϊνό αριστερό τμήμα του αυτοκινήτου του στο οπίσθιο τμήμα της μοτοσυκλέτας που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος, ενεργώντας, έτσι, κατά παράβαση των πιο πάνω διατάξεων του ΑΚ και του ΚΟΚ, με αποτέλεσμα, μεταξύ των άλλων, και τον τραυματισμό του τελευταίου.
Επομένως, είναι αβάσιμες οι σχετικές αιτιάσεις που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τους πρώτο και δεύτερο, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγους της αναίρεσης, ήτοι ότι αυτή έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, επειδή δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η αμέλεια και η έλλειψη σύνεσης του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, καθώς και η "αδέξια κίνησή" του.
Εξάλλου, είναι απαράδεκτες οι υπόλοιπες αιτιάσεις που προσάπτονται στην ίδια απόφαση, 1) με τους ίδιους πιο πάνω λόγους της αναίρεσης, ότι, δηλαδή, δεν αποσαφηνίζεται α) η ταχύτητα του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, β) η "μικρή" ταχύτητα, με την οποία, κατά την οικεία παραδοχή, κινούνταν ο παθών - πρώτος αναιρεσίβλητος, ώστε να ελεγχθεί αν, κατά παράβαση του ΚΟΚ, οδηγούσε με ταχύτητα κατώτερη του ελάχιστου επιτρεπόμενου ορίου (χωρίς, πάντως, η αναιρεσείουσα να επικαλείται ότι με σχετική ρυθμιστική πινακίδα Ρ-57 ορίζεται, για τη συγκεκριμένη οδό, η κίνηση με ελάχιστη ταχύτητα, ούτε ότι, σε κάθε περίπτωση, η κίνηση με ασυνήθη βραδύτητα του παθόντος - οδηγού της μοτοσυκλέτας, αν και δεν υπήρχε αποχρών λόγος, παρεμπόδιζε την πορεία των άλλων οχημάτων, κατ’ άρθρ. 19 παρ. 4 ν. 2696/ 1999) και γ) από ποία στοιχεία προκύπτει η πρόσκρουση του ΙΧΕ αυτοκινήτου στο οπίσθιο τμήμα της μοτοσυκλέτας και πώς εξηγείται η ολική καταστροφή μόνο του αριστερού καθρέφτη του ΙΧΕ αυτοκινήτου και όχι μεγαλύτερου μέρους του αυτοκινήτου αυτού και 2) με τον τρίτο, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγο της αναίρεσης, κατά τον οποίο, κατ’ εκτίμηση όσων διαλαμβάνονται σε αυτόν και στον πρώτο λόγο, το ατύχημα έγινε στο ύψος του οικοδομικού αριθμού 38 της οδού ...
και όχι στους φωτεινούς σηματοδότες της διασταύρωσης της οδού αυτής με την οδό ... ... που απέχουν 80 μέτρα περίπου από το σημείο του ατυχήματος. Από τις αιτιάσεις αυτές, 1) οι υπό στοιχ. 1 ανάγονται στην πληρέστερη ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, στο οποίο το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, όπως αυτό σαφώς και επαρκώς εκτίθεται στην απόφαση και, συνεπώς, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ, επιπλέον, ειδικά για την υπό στοιχ. 1α’ αιτίαση (ταχύτητα του ζημιογόνου αυτοκινήτου), δεν υπάρχει παραδοχή για το ότι η ταχύτητα αυτή αποτέλεσε μία από τις αιτίες του ζημιογόνου αποτελέσματος, οπότε η προβαλλόμενη αιτίαση, στηριζόμενη σε εσφαλμένη προϋπόθεση, είναι και αλυσιτελής και 2) με την υπό στοιχ. 2 αιτίαση, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής της στην πιο πάνω διάταξη, πλήττεται, ομοίως, η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008). "Πράγμα" αποτελεί, όπως προεκτέθηκε, και ο λόγος έφεσης, με τον οποίο εκφέρεται παράπονο σχετικό με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με ισχυρισμό αρνητικό της αγωγής, δηλαδή για την ίδρυση του λόγου αυτού πρέπει να αγνοήθηκαν λόγοι έφεσης που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και όχι σε επιχειρήματα που στηρίζουν τον ίδιο ή άλλο λόγο έφεσης (ΑΠ 1126/2013, ΑΠ 88/2011).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421-425/2009). Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, ως "πράγμα", τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας που πρότεινε με την έφεσή της για το ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος "...δεν οδηγούσε σύμφωνα με τον ΚΟΚ, γιατί ο ΚΟΚ ούτε επιτρέπει να οδηγεί κανείς πολύ σιγά, ούτε επιτρέπει ο οδηγός να απολαμβάνει τη βόλτα του...".
Ο λόγος αυτός, από τον αριθμ. 8β’ και όχι από τον αριθμ. 11γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ που αναγράφεται στο αναιρετήριο, είναι αβάσιμος, γιατί ο επίμαχος ισχυρισμός που τον θεμελιώνει, ανεξάρτητα από την αοριστία του, αφού δεν μνημονεύεται ποία επίδραση θα είχε, αν ευδοκιμούσε, στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι επιχείρημα και όχι "πράγμα" (αυτοτελής ισχυρισμός), σύμφωνα με όσα προπαρατέθηκαν.
Σε κάθε περίπτωση, ο ισχυρισμός αυτός λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο και, εκ του πράγματος, απορρίφθηκε, αφού έγινε δεκτό ότι αποκλειστικά υπαίτιος του επίδικου τροχαίου ατυχήματος είναι ο οδηγός του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου Α. Π.. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ’ του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο.
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι’ αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΑΠ Ολομ., 8/2016, 2/2008).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται: α) ποίες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 2261/2014, ΑΠ 1602/2014, ΑΠ 1456/2014).
Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τον τρίτο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο της αναίρεσης, από τον αριθμ. 11γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η αιτίαση, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο, με την προαναφερόμενη αιτιολογία, "απέκρουσε" και δεν αξιολόγησε την από 12-3-2013 έκθεση ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης του μηχανικού Β.
Κ., καθώς και την ένορκη μαρτυρική κατάθεση του ιδίου στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Ο λόγος αυτός είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, καθόσον δεν προσάπτεται πλημμέλεια για μη λήψη υπόψη των συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων. Αντίθετα, η ίδια η αναιρεσείουσα αναφέρει ότι αυτά λήφθηκαν μεν υπόψη από το Εφετείο, πλην όμως αξιολογήθηκαν εσφαλμένα και παραγνωρίστηκε η αποδεικτική τους αξία, δηλαδή οι προβαλλόμενες αιτιάσεις της αποτελούν ουσιαστικές, εκ μέρους της, προσεγγίσεις, που εκτιμά διαφορετικά τα αποδεικτικά αυτά μέσα, οι οποίες απαραδέκτως προβάλλονται, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Κατά το άρθρο 298 εδάφ. α’ ΑΚ η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 929 εδάφ. α’ του ίδιου Κώδικα, σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του.
Ως νοσήλια νοούνται οι δαπάνες που είναι αναγκαίες για τη σωτηρία και την αποκατάσταση της υγείας του παθόντος, όπως είναι, κατά ενδεικτική αναφορά, οι καταβολές για αγορά φαρμάκων, οι αμοιβές γιατρών, η δαπάνη για την παραμονή του στο νοσοκομείο ή την κλινική, για τη φυσικοθεραπεία, για μίσθωση αυτοκινήτου ΤΑΧΙ προς μεταφορά του παθόντος σε νοσοκομείο ή για τη μετάβασή του σε εξετάσεις και παρακολούθηση, για την πρόσληψη αποκλειστικής νοσοκόμου είτε στην οικία του είτε στο νοσοκομείο, για τη λήψη βελτιωμένης τροφής, όσο τούτο επιβάλλεται στη συγκεκριμένη περίπτωση, για τα εν γένει έξοδα του συνοδού του, σε περίπτωση μετακίνησής του σε άλλη πόλη, εφόσον η παρουσία του συνοδού κρίνεται αναγκαία κ.ά.
και έτσι με κριτήριο την αναγκαιότητα ή όχι πραγματοποίησης της δαπάνης θα υποχρεωθεί ή όχι ο υπόχρεος σε αποζημίωση να καταβάλει τη συγκεκριμένη δαπάνη ως οφειλόμενη ζημία (ΑΠ 1935/2013, ΑΠ 2176/2009). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ, που ορίζει ότι η αξίωση αποζημίωσης δεν αποκλείεται από το λόγο ότι κάποιος άλλος έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε, η οποία αποτελεί εκδήλωση της νομοθετικής βούλησης να μην αποβεί προς όφελος του ζημιώσαντος το γεγονός ότι κάποιος άλλος είναι υποχρεωμένος από το νόμο ή από άλλο λόγο να αποζημιώσει ή να διατρέφει τον παθόντα, συνάγεται ότι στην περίπτωση που, εξαιτίας του είδους και της σοβαρότητας του τραυματισμού του τελευταίου, αυτός αδυνατεί να αυτοεξυπηρετηθεί και έχει ανάγκη πρόσληψης αποκλειστικής νοσοκόμου - οικιακής βοηθού, για τη φροντίδα και την εξυπηρέτησή του, έργο το οποίο αναλαμβάνει, με εντατικοποίηση των δυνάμεών του, συγγενικό ή φιλικό του πρόσωπο, το οποίο, με τις προς τον παθόντα υπηρεσίες του, καλύπτει την πιο πάνω ανάγκη πρόσληψης οικιακής βοηθού, θεμελιώνεται αξίωση αποζημίωσης του παθόντος κατά του υπόχρεου.
Και τούτο, διότι, όπως προαναφέρθηκε, η μη καταβολή ανταλλάγματος, στην περίπτωση αυτή, δεν μπορεί να αποβεί προς όφελος του ζημιώσαντος. Τέτοια συγγενικά πρόσωπα, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, μπορεί να είναι και η σύζυγος, οι γονείς, τα πεθερικά ή άλλα στενά συγγενικά, αλλά και φιλικά πρόσωπα.
Συνεπώς, ο τραυματισθείς από αδικοπραξία τρίτου, ο οποίος δέχεται τις, αναγκαίως, αυξημένες περιποιήσεις και φροντίδες αυτών, προς αποκατάσταση της υγείας του, δικαιούται να απαιτήσει, από τον υπόχρεο προς αποζημίωση, τουλάχιστον το ποσό που θα ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει σε τρίτο πρόσωπο, που θα το προσλάβανε για το σκοπό αυτόν, έστω και αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν κατέβαλε κανένα τέτοιο ποσό στους παραπάνω οικείους του, οι οποίοι, με υπερένταση μερικές φορές των δυνάμεών τους και σε βάρος άλλων ενασχολήσεών τους, ασχολούνται με τη φροντίδα για την αποκατάσταση της υγείας του παθόντος συγγενούς ή φίλου τους (ΑΠ 1622/2013, ΑΠ 132/2010, ΑΠ 1545/2009, ΑΠ 833/2005).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. α’ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007). Στην παρούσα περίπτωση, το Εφετείο, σε σχέση με τον τραυματισμό του πρώτου αναιρεσιβλήτου κατά το τροχαίο ατύχημα που περιγράφηκε προηγουμένως και με τις δαπάνες αντιμετώπισής του, δέχθηκε, ανέλεγκτα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει, περαιτέρω, ότι αμέσως μετά το ένδικο συμβάν ο πρώτος ενάγων μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο "..." Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης, όπου διαπιστώθηκε ότι υπέστη μονοπάρεση δεξιού άνω άκρου, μετά από κάκωση του βραχιονίου πλέγματος και θλαστικές εστίες, κάταγμα δεξιάς ωμοπλάτης, κάταγμα 02 σπονδύλου και θλαστικό τραύμα πτερυγίου δεξιού ωτός.
Από το νευροφυσιολογικό έλεγχο διαπιστώθηκε απουσία αισθητικών και κινητικών δυναμικών στο δεξιό μέσο, ωλένιο και κερκιδικό νεύρο, εμφάνισε δε διαταραχές ουρήσεως. Αντιμετωπίστηκε συντηρητικώς με ανάρτηση του δεξιού άνω άκρου, φυσιοθεραπεία, κινησιοθεραπεία και τοποθέτηση θωρακοοσφυϊκού κηδεμόνα.
Στο άνω νοσοκομείο παρέμεινε νοσηλευόμενος μέχρι τις 14-12-2009 και εξήλθε με οδηγίες για συνέχιση της φυσιοκινησιοθεραπείας, επανάληψη του νευροφυσιολογικού ελέγχου, του ηλεκτρομυογραφήματος, της μαγνητικής τομογραφίας ΑΜΣΣ, των ακτινογραφιών, επανεξέταση στα εξωτερικά ιατρεία και του χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή.
Ακολούθως, στις 13-1-2010 υποβλήθηκε, στο ενταύθα υπό το διακριτικό τίτλο "..." διαγνωστικό κέντρο, σε μαγνητική τομογραφία και διαπιστώθηκε η ύπαρξη του κατάγματος, εκτεταμένα οιδήματα μαλακών μορίων, στικτές ενδομυελικές εστίες στα επίπεδα Α4-Α5 δεξιά, Α5-Α6 δεξιά και ειδικότερα στο ραχιαίο κέρας της φαιάς ουσίας, πολύ ύποπτες για ενδομυελικές αιμορραγίες, καθώς και η εντύπωση εφελκυσμού του βραχιονίου πλέγματος και ιδίως των ριζών Α6, Α7 και 01.
Την αυτή ημέρα (13-1-2010) υποβλήθηκε, στο ενταύθα νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ, σε ηλεκτρομυογράφημα -ηλεκτρονευρογράφημα και διαπιστώθηκε αδυναμία καταγραφής αισθητικού δυναμικού του δεξιού ωλένιου και κερκιδικού νεύρου, του μέσου νεύρου, αδυναμία καταγραφής κινητικού δυναμικού των ίδιων νεύρων, πλήρης απουσία εκούσιων κινητικών μονάδων στους μυς, ευρήματα που είναι συμβατά με σοβαροτάτη αξονικού τύπου βλάβη του δεξιού βραχιονίου πλέγματος στα όρια της πλήρους διατομής του, με πιθανή συμμετοχή και των ριζών Α5-Θ1, πλήρης διατομή είτε του πρωτεύοντος στελέχους είτε των ριζών Α5-Α6, σοβαροτάτη αλλά όχι πλήρης βλάβη στο μέσο νεύρο και πλήρης βλάβη της ρίζας Α7.
Λόγω της σοβαρότητος της καταστάσεώς του ο παθών απευθύνθηκε στον εξειδικευμένο για την περίπτωσή του και, ειδικότερα, στη διενέργεια λεπτών μικροχειρουργικών επεμβάσεων ιατρό Μ. Β. Αναπληρωτή Καθηγητή της Ορθοπαιδικής στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ιωαννίνων. Έτσι και αφού, περί τα μέσα Ιανουαρίου 2010, επισκέφθηκε τον άνω ιατρό, ο οποίος εκτίμησε την κατάστασή του, ακολούθως εισήχθη, στις 17-2-2010, προς εξετάσεις στο άνω νοσοκομείο, οι οποίες διενεργήθηκαν την επομένη και διαπιστώθηκε παράλυση βραχιονίου πλέγματος ολικού τύπου, συστήθηκε φυσικοθεραπεία, ηλεκτροθεραπεία και κινησιοθεραπεία και προγραμματίστηκε χειρουργική επέμβαση, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 28-5-2010 υπό γενική αναισθησία και έγιναν νευρομεταφορές με παρεμβολή αυτομοσχεύματος γαστροκνημιαίου νεύρου, περίπου 10 εκατοστών, νοσηλεύτηκε δε από 26-5-2010 έως 1-6-2010, οπότε εξήλθε με οδηγίες για κινητοποίηση, κατά τις υποδείξεις, αλλαγές στο τραύμα ανά τριήμερο, αφαίρεση ραμμάτων σε τρεις εβδομάδες από την ημέρα της επεμβάσεως και επανέλεγχο, καθώς και ισχυρή φαρμακευτική αγωγή.
Μετά ταύτα ο παθών επανήλθε δις στο άνω νοσοκομείο, στις 16-6-2010 και στις 7-7-2010 και εξετάσθηκε από τον θεράποντα ιατρό του, που προχώρησε σε εκτίμηση της καταστάσεώς του. Επειδή η άνω επέμβαση δεν είχε τα αναμενόμενα αποτελέσματα, ο παθών επανήλθε, κατά σύσταση του ιατρού του, στο ίδιο νοσοκομείο στις 23-9-2010, οπότε υποβλήθηκε εκεί σε χειρουργική επέμβαση αναστροφής του περιφερικού τμήματος του μέσου νεύρου και διάβαση έως την περιοχή της νευροραφής, μέσω υποδόριου τούνελ και νευροραφής δύο μασχαλιαίων νεύρων με το κολόβωμα του μέσου νεύρου και προστασίας της ραφής με νευραγωγό, νοσηλεύθηκε δε εκεί έως την 30-9-2010 και εξήλθε με οδηγίες, ιδίως για κινησιοθεραπεία και φυσικοθεραπεία και λήψη ισχυρής φαρμακευτικής αγωγής.
Μετά και την επέμβαση αυτή ο παθών επανήλθε διαδοχικά στο άνω νοσοκομείο στις 3-11-2010, 16-2-2010, 29-6-2011, 11-7-2011, 11-1-2012, 18-1-2012 και 8-8-2012, όπου, αφού, αρχικά, εγένετο αφαίρεση των υλικών συρραφής στο σημείο της επεμβάσεως, εξετάζετο, ακολούθως, κάθε φορά από τον άνω ιατρό του, που εκτιμούσε την κατάστασή του και του παρείχε οδηγίες, κυρίως για συνέχιση του προγράμματος φυσικοθεραπείας.
Επειδή και πάλι δεν επιτεύχθηκε κινητικότητα και λειτουργικότητα του χεριού του, ο παθών, κατά σύσταση του ιατρού του, εισήχθη για τρίτη φορά, στις 13-10-2012, στο ίδιο νοσοκομείο, όπου υποβλήθηκε σε νέα χειρουργική επέμβαση και δη σε αποκόλληση της μέσης μοίρας του τραπεζοειδούς και καθήλωσή της στο βραχιόνιο.
Εξήλθε του άνω νοσοκομείου στις 18-10-2012 με οδηγίες για κινητοποίηση, κατά τις οδηγίες, αλλαγή τραύματος, κοπή ραμμάτων, ισχυρή φαρμακευτική αγωγή και επανεξέταση, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 21-11-2012 στο ίδιο νοσοκομείο. Ενδιαμέσως και προς το σκοπό εκτιμήσεως της εκάστοτε καταστάσεώς του και μετριασμού των συνεπειών του τραύματος και ιδία αυτών των εντόνων πόνων του, ο προαναφερόμενος παθών υπεβλήθη και στις ακόλουθες εξετάσεις: 1) Στις 4-4-2011 εξετάστηκε από τον ορθοπεδικό ιατρό, Α.
Κ. και διαπιστώθηκε πλήρης παράλυση του δεξιού βραχιονίου πλέγματος, κινητική και αισθητική, με κακή πρόγνωση, χωρίς να αναμένεται βελτίωση πριν από την πάροδο διετίας και το ποσοστό αναπηρίας του κρίθηκε ότι ανέρχεται σε 67%. 2) Στις 30-1-2012 υποβλήθηκε στα διαγνωστικά εργαστήρια "...", αντιστοίχως, σε ακτινογραφία δεξιού αγκώνα και σπινθηρογράφημα οστών και διαπιστώθηκαν, από τη
μεν ακτινογραφία, υπερτροφικές αλλοιώσεις δεξιού ωλεοκράνου και των κονδύλων του βραχιονίου με πιθανή συνοστένωση της αρθρώσεως, από δε το σπινθηρογράφημα, μετρίως αυξημένη αιμάτωση και αυξημένος οστικός μεταβολισμός στην περιοχή του δεξιού αγκώνος, συμβατά με εξωοστική οστεοποίηση, ενώ στις 5-7-2012 υποβλήθηκε σε σπινθηρογράφημα οστών τριών φάσεων στο διαγνωστικό εργαστήριο "..."‘ , που απέδειξε ωστική οστεοποίηση στο δεξιό αγκώνα και την άρθρωση του ώμου. 3) Στις 2-10-2012 επανεξετάστηκε από τον ορθοπεδικό ιατρό Α.
Κ. και διαπιστώθηκε πλήρης παράλυση του δεξιού βραχιονίου πλέγματος, τόσο κινητική όσο και αισθητική και νευροπαθητικός πόνος, ο οποίος δεν υποχωρεί παρά τη φαρμακευτική και φυσιοθεραπευτική αγωγή στην οποία ο παθών υποβάλλετο, παρακολουθούμενος από το Ιατρείο Πόνου του νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ Θεσσαλονίκης, κατά σύσταση των ιατρών του οποίου λαμβάνει, σε καθημερινή βάση, μεγάλες ποσότητες φαρμάκων, αναλγητικών και τοιούτων υπαγομένων στο Ν. 1729/ 1987, χωρίς όμως ουσιαστική βελτίωση.
Σύμφωνα με την εκτίμηση του ως άνω ιατρού, η πρόγνωση της πορείας του παθόντος είναι κακή, διότι παρά τις χειρουργικές επεμβάσεις το άκρο παραμένει χωρίς κινητικότητα, γεγονός που προκαλεί έντονα προβλήματα στην καθημερινότητα του ασθενούς και εμμένοντα πόνο, η εμφάνιση δε εκτόπου οστεοποιήσεως προκαλεί πρόσθετα προβλήματα και δυσκαμψία στις αρθρώσεις, εντείνοντας τα προβλήματά του, οι δε λύσεις που προτάθηκαν είναι δύο και δη, είτε ο ακρωτηριασμός του μέλους σε ψηλό επίπεδο, προκειμένου να επέλθει ανακούφιση από τον πόνο είτε να σταθεροποιηθεί η πηχεοκαρπική άρθρωση με αρθρόδεση και στη συνέχεια να γίνει προσπάθεια για τενοντομετάθεση και νέα μεταμόσχευση νεύρου, με μικρή πιθανότητα κινητικότητας σε κάποια δάκτυλα και μεγάλο χρονικό και οικονομικό κόστος, χωρίς, πάντως, να μειωθεί, εν τέλει, το ποσοστό αναπηρίας του. 4) Στις 29-4-2013 εξετάστηκε από τον ορθοπεδικό ιατρό Α.
Τ. και διαπιστώθηκε ότι πάσχει από πλήρη παράλυση δεξιού βραχιονίου πλέγματος, λόγω του ατυχήματος, του συστήθηκε δε η διενέργεια ειδικού προγράμματος αποκαταστάσεως ως εξωτερικός ασθενής σε Κέντρο Αποκαταστάσεως με 60 συνεδρίες και ειδικότερα 10 κατά μήνα. 5) Τέλος, στις 18-2-2013 ο παθών υποβλήθηκε, επίσης στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ιωαννίνων, υπό γενική αναισθησία, σε χειρουργική επέμβαση αφαιρέσεως εκτόπου οστεοποιήσεως αγκώνος δεξιά και νοσηλεύτηκε στο ως άνω νοσοκομείο από 15-2-2013 έως 21-2-2013, εξήλθε δε με οδηγίες για λήψη ισχυρής φαρμακευτικής αγωγής, παγοθεραπεία, αλλαγές τραύματος κάθε 3 ημέρες, αφαίρεση ραμμάτων σε 20 ημέρες, κινητοποίηση σύμφωνα με τις οδηγίες και επανεξέταση.
Εδώ να σημειωθεί ότι ο πρώτος ενάγων προσκομίζει πάντα τα έγγραφα (γνωματεύσεις, βεβαιώσεις, πιστοποιητικά) που αφορούν το σύνολο των ιατρικών πράξεων, στις οποίες υποβλήθηκε, με συνέπεια να παρίσταται αλυσιτελές το αίτημα της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας για επίδειξη των σχετικών εγγράφων. Τελικά, η υποβολή του πρώτου ενάγοντος στις προαναφερθείσες διαδοχικές χειρουργικές επεμβάσεις απέτρεψε μεν επικίνδυνες για την υγεία του καταστάσεις, δεν επέτυχε όμως την αποκατάστασή της και ήδη εκ πάντων των προαναφερομένων αναντιρρήτως προκύπτει ότι, λειτουργικά, έχει οριστικά απωλεσθεί γι’ αυτόν το δεξιό άνω άκρο του, πράγμα που τον καθιστά ισοβίως ανάπηρο.
Ένεκεν τούτου, από τον ασφαλιστικό του φορέα και δη τη Διεύθυνση Αναπηρίας του ΙΚΑ, όπως προκύπτει από τις επιμελεία του προσκομιζόμενες βεβαιώσεις (ικανοποιηθέντος και του σχετικού αιτήματος της εφεσιβλήτου ασφαλιστικής εταιρείας για επίδειξή τους), κρίθηκε ανάπηρος σε ποσοστό 70% μέχρι τις 31-8-2013, ήδη δε με νεοτέρα, την από 22-11-2013, απόφαση της ίδιας Διευθύνσεως του ΙΚΑ επανεκρίθη ανάπηρος σε ποσοστό 67% μέχρι 30-9-2016, χωρίς η σταδιακή αυτή πιστοποίηση της αναπηρίας του παθόντρς ενάγοντος από τον ασφαλιστικό του φορέα να αναιρεί τη μονιμότητά της, της διαδικασίας αυτής συναπτομένης με αντίστοιχη πρακτική του άνω Ιδρύματος.- Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει, περαιτέρω, ότι ο ενάγων, αμέσως μετά τη μεταφορά του στο ενταύθα "..." Νοσοκομείο είχε, λόγω της βαρείας καταστάσεώς του και της πλήρους αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεώς του, άμεση ανάγκη παρουσίας δίπλα του τρίτου ατόμου καθ’ όλο το εικοσιτετράωρο, έργο το οποίο δεν ήταν αντικειμενικά σε θέση να επωμισθούν στο σύνολό του οι οικείοι του, λόγος για τον οποίο απαιτήθηκε η πρόσληψη αποκλειστικής νοσοκόμου και δη της Σ.
Π., η οποία προσέφερε τις υπηρεσίες της στον ενάγοντα επί οκτάωρο εντός του από 7-12-2009 έως 11-12-2009 πενθημέρου χρονικού διαστήματος. Για την αμοιβή δε των υπηρεσιών της αυτών ο ενάγων υποβλήθηκε σε συνολική δαπάνη 286,70 ευρώ. Από τα αυτά αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει, επίσης, ότι ο ενάγων είχε ανάγκη, σύμφωνα και με τις προαναφερθείσες συστάσεις των θεραπόντων ιατρών του, διαρκούς τακτικής υποβολής του σε φυσιοθεραπείες, κινησιοθεραπείες και ηλεκτροθεραπείες, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν στο ενταύθα φυσικοθεραπευτήριο της υπό την επωνυμία "...
Ο.Ε.’ ‘ ομορρύθμου εταιρείας. Ειδικότερα, ο ενάγων πραγματοποίησε στο άνω φυσικοθεραπευτήριο: α) Το έτος 2010, εξήντα (60) συνεδρίες, έναντι δαπάνης 40 ευρώ για εκάστη και συνολικής τοιαύτης 2.400 ευρώ, εκ της οποίας ποσόν 560 ευρώ κάλυψε ο ασφαλιστικός του φορέας (ΟΑΕΕ) και με το υπόλοιπο ποσό των 1.840 ευρώ επιβαρύνθηκε ο ίδιος, β) Το έτος 2011, σαράντα οκτώ (48) συνεδρίες, έναντι δαπάνης 40 ευρώ για εκάστη και συνολικής τοιαύτης 1.440 ευρώ, εκ της οποίας ποσόν 670 ευρώ κάλυψε ο ασφαλιστικός του φορέας (ΟΑΕΕ) και με το υπόλοιπο ποσό των 770 ευρώ επιβαρύνθηκε ο ίδιος και γ) το έτος 2012, πενήντα τέσσερις (54) συνεδρίες, έναντι δαπάνης 30 ευρώ για εκάστη και συνολικής τοιαύτης 1.620 ευρώ, εκ της οποίας ποσόν 485 ευρώ κάλυψε ο ασφαλιστικός του φορέας (ΟΑΕΕ) και με το υπόλοιπο ποσό των 1.135 ευρώ επιβαρύνθηκε ο ίδιος.
Η συνολική δε επιβάρυνση του ενάγοντος εκ. της προαναφερθείσης αιτίας ανήλθε στο ολικό ποσόν των 3.745 ευρώ. Επίσης, για τις ανάγκες αποθεραπείας του ο πρώτος ενάγων δαπάνησε: α) Στις 9-12-2009, ποσόν 73 ευρώ για αγορά ειδικού μαξιλαριού και τριγωνικού φακέλου αναρτήσεως, β) στις 7-2-2011 το ποσό των 12,30 ευρώ για αγορά 4 σετ TENS STIMEX (αυτοκόλλητων ηλεκτροδίων ηλεκτροδιέγερσης) και γ) κατά το χρονικό διάστημα από 14-12-2009 έως 2-11-2012 για αγορά φαρμάκων και ιδίως του σκευάσματος LYRICA, όπως αυτά αναφέρονται αναλυτικά στις, ως κατωτέρω, προσκομιζόμενες πρωτότυπες αποδείξεις αγοράς τους, το συνολικό ποσό των 445,67 ευρώ και συνολικά για τις προαναφερόμενες αιτίες δαπάνησε το ποσόν των 530,97 ευρώ.
Ομοίως, στα πλαίσια των ιδίων αναγκών, ο ενάγων δαπάνησε για την υποβολή του: α) Στην προαναφερθείσα, ενεργηθείσα στις 13-1-2010 στο ενταύθα υπό το διακριτικό τίτλο "..." διαγνωστικό κέντρο, μαγνητική τομογραφία, το ποσόν των 118,47 ευρώ, έναντι ολικής δαπάνης 473,90 ευρώ, που κατά το επιπλέον καλύφθηκε από τον ασφαλιστικό του φορέα, β) στις, ως άνω, ενεργηθείσες 13-1-2010 στο ενταύθα Νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ διαγνωστικές εξετάσεις, το ποσόν των 29,67 ευρώ, έναντι ολικής δαπάνης 33,56 ευρώ, που κατά το επιπλέον καλύφθηκε από τον ασφαλιστικό του φορέα, γ) στο σπινθηρογράφημα οστών που ενεργήθηκε διαδοχικά, κατά τα άνω, στις 30-1-2012 και στις 5-7-2012, στο ενταύθα υπό το διακριτικό τίτλο "..." διαγνωστικό κέντρο, τα ποσά των 9,47 και 9 ευρώ, αντιστοίχως, έναντι ολικής δαπάνης 63,10 και 60 ευρώ, αντιστοίχως, που κατά το επιπλέον καλύφθηκε από τον ασφαλιστικό του φορέα, δ) σε θεραπεία με βελονισμό, ενεργηθείσα διαδοχικά στις 10-1-2011, 14-1-2011 και 17-1-2011 από τον ιατρό βελονιστή Φ.
Ν. τα ποσά των 35, 70 και 35 ευρώ, αντιστοίχως και συνολικά το ποσόν των 140 ευρώ, ε) σε εξετάσεις στα εξωτερικά απογευματινά ιατρεία του Νοσοκομείου Ιωαννίνων στις 13-1-2010, 17-2-2010, 16-6-2010, 7-7-2010, 3-11-2010, 16-2-2011, 29-6-2011, 11-1-2012, 8-8-2012 το ποσόν εκάστοτε των 60 ευρώ και στις 21- 11-2012 το ποσόν των 75 ευρώ και συνολικά το ποσόν των 615 ευρώ, στ) σε εξέταση, στις 3-7-2012, από τον ορθοπεδικό ιατρό Α.
Τ., το ποσόν των 10 ευρώ, 7) σε εξετάσεις και παρακολούθηση από τον ορθοπαιδικό ιατρό Α. Κ., το συνολικό ποσόν των 300 ευρώ, εν συνόλω δε για αμοιβές των θεραπόντων ιατρών του και υποβολή του στις κατά τα άνω εξετάσεις ο πρώτος ενάγων επιβαρύνθηκε με το ποσόν των 1.231,61 ευρώ... Τέλος, από την, κατά το ένδικο συμβάν, πτώση του πρώτου ενάγοντος στο οδόστρωμα και το σύρσιμό του σε αυτό, καταστράφηκαν, από τα ρούχα που φορούσε, το μπουφάν και η μπλούζα του, καθώς και το προστατευτικό του κράνος, αξίας, κατά τον, ως κατωτέρω, κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, ογδόντα (80), τριάντα (30) και εκατόν είκοσι (120) ευρώ, αντιστοίχως και συνολικά διακοσίων τριάντα (230) ευρώ...
Ενόψει πάντων τούτων, το πρωτοβάθμιο δκαστήριο που ομοίως έκρινε και υποχρέωσε τους εναγομένους, σε ολόκληρο, τον εναγόμενο οδηγό ως υπαίτιο του ένδικου τροχαίου συμβάντος και την συνεναγομένη του ασφαλιστική εταιρεία ως ασφαλίζουσα, κατά τον κρίσιμο χρόνο, το ζημιογόνο όχημα, να καταβάλουν στον ενάγοντα τα προαναφερόμενα και εκ των εκεί σημειουμένων αιτιών χρηματικά ποσά, ολικού ύψους 6.024,28 ευρώ, δεν έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων και όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζονται με τον έβδομο λόγο και το αντίστοιχο σκέλος του δέκατου λόγου της υπ’ αριθμ.
καταθέσεως .../2013 εκ των ένδικων συνεκδικαζόμενων εφέσεων της εκκαλούσης ασφαλιστικής εταιρείας είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.- Όπως προαναφέρθηκε, στην έννοια των νοσηλίων, κατά τη διάταξη του άρθρου 929 Α.Κ., περιλαμβάνεται και η δαπάνη, στην οποία υποβάλλεται ο παθών για τα εν γένει έξοδα του συνοδού του, που μπορεί να είναι και στενό συγγενικό του πρόσωπο, σε περίπτωση μετακινήσεώς του σε άλλη πόλη, εφόσον η παρουσία του κρίνεται αναγκαία.
Στην προκειμένη περίπτωση... ο πρώτος ενάγων υποβλήθηκε σε τρεις διαδοχικές χειρουργικές επεμβάσεις στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ιωαννίνων, για τη διενέργεια των οποίων νοσηλεύθηκε εκεί, την πρώτη φορά από 26-5-2010 έως 1-6-2010, τη δεύτερη από 23-9-2010 έως 29-9-2010 και την τρίτη από 13-10-2012 έως 18-10-2012. Λόγω της προαναφερθείσης καταστάσεώς του είναι πρόδηλο ότι αδυνατούσε ν’ αντεπεξέλθει μόνος, τόσο στις ανάγκες μεταβάσεως και επιστροφής του από τον τόπο κατοικίας του (Θεσσαλονίκη) προς και από τα Ιωάννινα, όσο και σε αυτές κινήσεως και εξυπηρετήσεώς του κατά το χρόνο παραμονής του στο άνω Νοσοκομείο, με συνέπεια να είναι αναγκαία η εκάστοτε παρουσία συνοδού, έργο που ανέλαβαν, στις δύο πρώτες περιπτώσεις ο πενθερός του Ι.
Χ. και στην τρίτη ο συνεταίρος του Ι. Τ., ο οποίος, μάλιστα, λόγω των επαγγελματικών του ενασχολήσεων στη Θεσσαλονίκη, πραγματοποίησε δις το άνω δρομολόγιο, με τα έξοδα διαμονής και διατροφής των οποίων επιβαρύνθηκε ο ίδιος. Ειδικότερα, δαπάνησε τα ποσά των 180, 210 και 30 ευρώ, αντιστοίχως και συνολικά το ποσόν των 420 ευρώ για την, κατά τα άνω χρονικά διαστήματα και συνολικά για δεκατέσσερις διανυκτερεύσεις διαμονή των προαναφερομένων στον παρά το άνω νοσοκομείο και ειδικά για τους συνοδούς των εκεί νοσηλευομένων ασθενών λειτουργούντα, υπό το διακριτικό τίτλο "Σ.
Ν.", ξενώνα, καθώς και το ποσόν των 30 ευρώ ημερησίως για την, κατά τα αυτά χρονικά διαστήματα και επί δεκαεπτά συνολικά ημέρες, διατροφή τους και συνολικά το ποσόν των (30 χ 17 ημέρες =) 510 ευρώ. Εξ άλλου, εκτός από τις άνω, για τις ανάγκες υποβολής του στις προαναφερθείσες χειρουργικές επεμβάσεις, μεταβάσεις του στο άνω νοσοκομείο, ο πρώτος ενάγων μετέβη, κατά τα προαναφερθέντα, εκεί, για τις αναγκαίες προεγχειρητικές και μετεγχειρητικές εξετάσεις και για παρακολούθηση της καταστάσεώς του, σε ακόμη δώδεκα συνολικά περιπτώσεις, κατά τις οποίες η μετάβαση και επιστροφή του χωρούσε αυθημερόν.
Η τοιαύτη μετακίνησή του εγένετο με το ΙΧΕ αυτοκίνητο του εκάστοτε συνοδού του εκ των προαναφερομένων, ο οποίος εκτελούσε και χρέη οδηγού. Με δεδομένο αφενός ότι η απόσταση μεταξύ Ιωαννίνων και Θεσσαλονίκης, συμπεριλαμβανομένης και της διαδρομής εντός των πόλεων Θεσσαλονίκης και Ιωαννίνων από τα σημεία αφετηρίας μέχρι απολήξεως των εν προκειμένω μετακινήσεων, δεν υπολείπεται των 540 χιλιομέτρων, η δε μέση κατανάλωση ανά 100 χιλιόμετρα ενός ΙΧΕ αυτοκινήτου δεν υπολείπεται, κατά μέσο όρο, των 8 λίτρων βενζίνης, η τιμή της οποίας, κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν υπολείπετο των 1,50 ευρώ ανά λίτρο, παρέπεται ότι η δαπάνη σε καύσιμα για καθεμία των άνω, δεκαέξι εν όλω, μετακινήσεων δεν υπελείφθη των 65 ευρώ, πλέον ποσού 12 ευρώ, κατά μέσο όρο, ανά πλήρη (μετ’ επιστροφής) διαδρομή για την πληρωμή των κατ’ αυτή διοδίων.
Συνολικά, μετά ταύτα, ο πρώτος ενάγων, που έφερε και το σχετικό βάρος, επιβαρύνθηκε εκ της εν προκειμένω αιτίας με το ποσόν των (65 + 12 =) 77 χ 16 =) 1.232 ευρώ. Ο ίδιος, επίσης, επιβαρύνθηκε κατά μέσο όρο με το ποσόν των 40 ευρώ ημερησίως για την (ημι)διατροφή του ιδίου και του συνοδού του στις, δώδεκα εν όλω, περιπτώσεις που η μετάβασή τους στα Ιωάννινα και η επιστροφή τους στη Θεσσαλονίκη εγένετο αυθημερόν, αφού η όλη διαδικασία (μετάβαση, υποβολή των πρώτου ενάγοντος στις αναγκαίες εξετάσεις και επιστροφή) κάλυπτε εκάστοτε το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της συγκεκριμένης ημέρας, ώστε να δικαιολογείται απολύτως η προαναφερθείσα, ανελθούσα στο ολικό ποσόν των (12 χ 40 =) 480 ευρώ, δαπάνη.
Τέλος, για 162 μεταβάσεις από την οικία του στο φυσικοθεραπευτήριο και αντιστρόφως, κατά τα έτη 2010, 2011 και 2012 ο ενάγων δαπάνησε σε καύσιμα το ποσό των 2 ευρώ ανά διαδρομή και συνολικά αυτό των 324 ευρώ. Ενόψει τούτων, εκ των προαναφερόμενων αιτιών ο πρώτος ενάγων υπεβλήθη σε συνολική δαπάνη (420 + 510 + 1.232 + 480 + 324 ευρώ =) 2.966 ευρώ, η οποία, αιτιωδώς συνδεόμενη με την προπεριγραφείσα σε βάρος του αδικοπρακτική συμπεριφορά, είναι αποκαταστατέα παρά των εναγομένων, σε ολόκληρο, κατά τα προαναφερθέντα, έναντί του ευθυνομένων.
Συνακολούθως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ότι το εκ των προαναφερόμενων αιτιών επιδικαστέο στον πρώτο ενάγοντα ποσόν ανέρχεται στο ύψος των 2.106 ευρώ, έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων, σύμφωνα με τις βάσιμες περί τούτου αιτιάσεις του πρώτου λόγου της συνεκδικαζόμενης υπ’ αριθμ.
καταθέσεως ... 2014 εφέσεώς του. Μετά ταύτα, απορριπτομένων ως αβασίμων των αντίστοιχων λόγων των συνεκδικαζόμενων εφέσεων των εναγομένων (έκτου της υπ’ αριθμ. καταθέσεως .../2013 εφέσεως της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας και τρίτου της υπ’ αριθμ. καταθέσεως ...2014 τοιαύτης του εναγόμενου οδηγού), διωκόντων την ολοκληρωτική απόρριψη, άλλως περαιτέρω μείωση των προαναφερθέντων κονδυλίων, πρέπει, κατά παραδοχή του προαναφερομένου λόγου της εφέσεως του πρώτου ενάγοντος η εκκαλούμενη απόφαση να εξαφανισθεί, κατά τα κατωτέρω αναφερόμενα.- Όπως ήδη προαναφέρθηκε, ο τραυματισθείς από αδικοπραξία τρίτου, που δέχεται τις αυξημένες περιποιήσεις και φροντίδες των συγγενικών του προσώπων προς αποκατάσταση της υγείας του, δικαιούται ν’ απαιτήσει από τον υπόχρεο προς αποζημίωση τουλάχιστον το ποσόν που θα ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει σε τρίτο πρόσωπο, που θα το προσλάμβανε για το σκοπό αυτόν, έστω και αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν καταβάλλει κανένα τέτοιο ποσό στα συγγενικά πρόσωπα, τα oποία με υπερένταση ενίοτε των δυνάμεών τους και σε βάρος άλλων ενασχολήσεών τους ασχολούνται με την φροντίδα για την αποκατάσταση της υγείας του τραυματισθέντος.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι ο πρώτος ενάγων κατά τις αλλεπάλληλες εισαγωγές του (τετράκις) στα άνω νοσοκομεία και την υποβολή του στις προαναφερθείσες επεμβάσεις, είχε, λόγω της προπεριγραφείσης βαρείας καταστάσεώς του και της πλήρους αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεώς του, την ανάγκη των υπηρεσιών αποκλειστικής νοσοκόμου νυχθημερόν, υπηρεσίες που επίσης είχε ανάγκη και επί ένα και ήμισυ τουλάχιστον μήνα κατά το μετεγχειρητικό, κατ’ οίκον, στάδιο, ενόψει και του ειδικού νάρθηκα που, στο χρόνο αυτόν, έφερε, ενώ καθ’ όλο το επόμενο, κρίσιμο εν προκειμένω, χρονικό διάστημα, ως στερούμενος, σημειωτέον δεξιόχειρας, της χρήσεως του δεξιού του χεριού και μη έχοντας αποκτήσει ακόμη δεξιότητες που θα μπορούσαν, παρά την τοιαύτη έλλειψη, να του επιτρέπουν να εκτελεί, έστω και μέρος των αναγκαίων για την αυτοεξυπηρέτησή του κινήσεων, είχε, έχει και θα έχει διαρκώς, καθ’ όλο το εκτεινόμενο μέχρι την 31-12-2014, κρίσιμο εν προκειμένω, χρονικό διάστημα, την ανάγκη θεραπαινίδος.
Το έργο αυτό επωμίσθηκαν, άνευ ανταλλάγματος και εναλλασσόμενοι στην εκτέλεσή του, αρχικά η σύζυγός του, η μητέρα του, ο πενθερός του και ο συνεταίρος του και εν συνεχεία κατά κύριο λόγο η σύζυγός του, συνεπικουρουμένη από τη μητέρα του, που με εντατικοποίηση των προσπαθειών τους προσέφεραν και προσφέρουν σ’ αυτόν τις σχετικές υπηρεσίες νοσοκόμου - βοηθού, επιπλέον αυτών που, οι δύο τελευταίες, όφειλαν στα πλαίσια της αμοιβαίας, μεταξύ συζύγων και μεταξύ γονέων και τέκνων, υποχρεώσεως αλληλοβοηθείας (άρθρα 1389, 1390 και 1507 Α.Κ.), αφού η παροχή των τοιούτων υπηρεσιών, λόγω του, εξ υπαιτιότητος του πρώτου εναγομένου, εν προκειμένω τραυματισμού του, δεν εντάσσονται στις νόμιμες, εκ των άνω διατάξεων, υποχρεώσεις τους...
Εάν ο πρώτος ενάγων προήρχετο σε πρόσληψη άλλου προσώπου προς παροχή των άνω υπηρεσιών, θα δαπανούσε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και ενόψει της συνήθους, στον κρίσιμο χρόνο, αμοιβής των τοιούτων υπηρεσιών: α) Το ποσόν των 90 ευρώ για κάθε μία των 44 ημερών νοσηλείας και των 180 ημερών του μετεγχειρητικού σταδίου (σε διπλή βάρδια) και συνολικά το ποσόν των (160 χ (44 + 180 =) 224 =) 20.160 ευρώ, εκ του οποίου, αφαιρουμένου του ποσού των 286,70 ευρώ που κατεβλήθη στην προσληφθείσα, κατά τη νοσηλεία του στο ...
Νοσοκομείο αποκλειστική νοσοκόμα, απομένει υπόλοιπο (20.160 - 286,70 =) 19.873,30 ευρώ. β) Για το υπόλοιπο, εντός του ευρύτερου τοιούτου από του συμβάντος και μέχρι 31-12- 2012, χρονικό διάστημα των 912 ημερών, το ποσόν των 20 ευρώ ημερησίως και συνολικά το ποσόν των 18.240 ευρώ, ενώ γ) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2013 έως 31-12-2014 και δεδομένης της εν μέρει σταθεροποιήσεως της καταστάσεώς του, το ποσόν των 500 ευρώ κατά μήνα.
Ενόψει τούτων οι εναγόμενοι υποχρεούνται σε ολόκληρο, για τους προαναφερθέντες λόγους, να καταβάλουν στον ενάγοντα, εφάπαξ μεν το. ολικό ποσόν των (19.873,30 + 18.240 =) 38.113,30 ευρώ που αντιστοιχεί στην εκ της προαναφερθείσης αιτίας αξίωσή του για το από του συμβάντος και μέχρι ασκήσεως της ένδικης αγωγής και δη μέχρι 31-12-2012 χρονικό διάστημα, σε μηνιαίες δε δόσεις το ποσόν των 500 ευρώ για το εντεύθεν και μέχρι 31-12-2014 χρονικό διάστημα.
Συνακολούθως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ότι το εκ της προαναφερόμενης αιτίας εφάπαξ επιδικαστέο στον πρώτο ενάγοντα ποσόν ανέρχεται στο ύψος των 32.273,30 ευρώ, έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων, σύμφωνα με τις βάσιμες περί τούτου αιτιάσεις του δεύτερου λόγου της συνεκδικαζομένης υπ’ αριθμ.
καταθέσεως ...2014 εφέσεώς του. Μετά ταύτα, απορριπτομένων ως αβασίμων των αντίστοιχων λόγων των συνεκδικαζόμενων εφέσεων των εναγομένων (όγδοου και ένατου της υπ’ αριθμ. καταθέσεως .../2013 εφέσεως της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας και τέταρτου και πέμπτου της υπ’ αριθμ. καταθέσεως ...2014 τοιαύτης του εναγομένου οδηγού), διωκόντων την ολοκληρωτική απόρριψη, άλλως περαιτέρω μείωση των προαναφερθέντων κονδυλίων, πρέπει, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου λόγου της εφέσεως του πρώτου ενάγοντος η εκκαλούμενη απόφαση να εξαφανισθεί, κατά τα κατωτέρω αναφερόμενα".
Ήδη με τους τέταρτο, πέμπτο και έκτο λόγους αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 1 (και, επιπλέον, από τον αριθμό 19, με τον τέταρτο λόγο) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 929 εδάφ. α’ , 1389, 1390, 1507, 930 παρ. 3, 297, 298 και 914 ΑΚ, ισχυριζόμενη ότι:
α) κατ’ εκτίμηση, αναφορικά με την επιδίκαση των επιμέρους χρηματικών, σε ευρώ, ποσών των 420, 510, 1232 και 480 (από το συνολικό κονδύλι των 2.966 ευρώ), για τα έξοδα των Ι. Χ. (πεθερού του) και Ι. Τ. (συνεταίρου και φίλου του) που συνόδευσαν τον παθόντα - πρώτο αναιρεσίβλητο, εναλλακτικά, στα Ιωάννινα και παρέμειναν εκεί κατά τις χειρουργικές επεμβάσεις που υποβλήθηκε στο "Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ιωαννίνων" και, επίσης, για τις αναγκαίες προεγχειρητικές και μετεγχειρητικές εξετάσεις και παρακολούθηση της υγείας του, το Εφετείο δέχθηκε, τελείως αναιτιολόγητα, ότι αυτός κατέβαλε τα παραπάνω ποσά, χωρίς, όμως, να παραθέτει στην απόφασή του καμία απόδειξη παροχής υπηρεσιών που να εκδόθηκε στο όνομά του από τους εκάστοτε παρόχους υπηρεσιών για την εξυπηρέτηση των συνοδών του και, ως εκ τούτου, δεν αποδείχθηκε η διενέργεια των δαπανών του αυτών (τέταρτος λόγος), β) ο εν λόγω Ι.
Τ., ως φιλικό πρόσωπο του παθόντος και όχι συγγενής του, δεν εντάσσεται στην έννοια των συγγενικών προσώπων, τα οποία βοηθούν, χωρίς αμοιβή, τον παθόντα (που δεν μπορεί να αυτοεξυπηρετηθεί) για την αποκατάσταση της υγείας του και, συνακόλουθα, ο τελευταίος δεν δικαιούται να απαιτήσει από αυτήν - υπόχρεη, ως αποζημίωση (για την "πλασματική ζημία του"), τα ποσά που θα ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει σε τρίτον, τον οποίο θα αναγκαζόταν, για το σκοπό αυτόν, να προσλάβει (πέμπτος λόγος) και γ) ο τρόπος προσδιορισμού του ποσού της σχετικής αξίωσης του πρώτου αναιρεσιβλήτου - παθόντος που τελικά του επιδικάστηκε για τις "πλασματικές ζημίες του" (δωρεάν υπηρεσίες συγγενικών του προσώπων) είναι εσφαλμένος, επειδή η υπόψη αμοιβή υπολογίστηκε με βάση το ποσό που συνήθως καταβάλλεται σε ανάλογες περιπτώσεις σε τρίτο πρόσωπο, ενώ έπρεπε, αν ληφθεί υπόψη ότι τα συγγενικά πρόσωπα δεν έχουν γνώσεις αποκλειστικής νοσοκόμου, να επιδικαστεί, για την αιτία αυτή, ένα εύλογο ποσό (εύλογη αποζημίωση) που προφανώς υπολείπεται της "πλήρους" αποζημίωσης (έκτος λόγος).
Από τους λόγους αυτούς, α) ο τέταρτος είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι ανάγεται σε ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων σε σχέση με το κονδύλι των δαπανών μετακίνησης, διαμονής και διατροφής των συνοδών του παθόντος και, επομένως, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), β) ο πέμπτος είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, εξαιτίας της αοριστίας του (άρθρ. 118 αριθμ. 4, 216 παρ. 1 και 577 ΚΠολΔ), αφού δεν προσδιορίζεται ποίο ποσό, από το συνολικό των 38.113,30 ευρώ που επιδικάστηκε στον πρώτο αναιρεσίβλητο για την παροχή υπηρεσιών, ως νοσοκόμων - βοηθών, από τη σύζυγό του, τη μητέρα του, τον πεθερό του και τον συνεταίρο - φίλο του, αναλογεί στον τελευταίο και, εν πάση περιπτώσει, είναι αβάσιμος, διότι στην κατηγορία των τρίτων προσώπων που μπορούν να φροντίζουν, οικειοθελώς και δωρεάν, τον παθόντα, αν αυτός αδυνατεί, πλήρως ή εν μέρει, να αυτοεξυπηρετείται, περιλαμβάνονται και οι φίλοι του, όπως προεκτέθηκε και γ) ο έκτος είναι αβάσιμος, καθόσον ο παθών δικαιούται να απαιτήσει από τον υπόχρεο, ως αποζημίωση, για την επίμαχη αιτία, το ποσό που θα ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει σε τρίτον που για το σκοπό αυτόν θα προσλάμβανε, έστω και αν στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν καταβάλλει κανένα ποσό στους πιο πάνω οικείους του, όπως προηγουμένως αναπτύχθηκε, στην οικεία νομική σκέψη.
Με τον έβδομο λόγο αναίρεσης αποδίδονται στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραβίαση, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, αλλά και εκ πλαγίου, των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 914, 929 και 930 παρ. 3 ΑΚ, κατά παράβαση και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, με την επίκληση ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος κατέστη ισόβια ανάπηρος και ολικά ανίκανος για την αυτοεξυπηρέτησή του μέχρι 31-12-2014 με την αιτιολογία ότι παρέλυσε το δεξί του χέρι, πλην όμως α) το ποσοστό αναπηρίας του κρίθηκε από την αρμόδια "Διεύθυνση Αναπηρίας" του ΙΚΑ ότι ανέρχεται, αρχικά, σε ποσοστό 70% μέχρι τις 31-8-2013 και, στη συνέχεια, σε ποσοστό 67% μέχρι τις 30-9-2016, όπως, άλλωστε, αναφέρεται και στην προσβαλλόμενη απόφαση και, κατά συνέπεια, η αναπηρία του δεν είναι μόνιμη αλλά πρόσκαιρη και β) η έλλειψη λειτουργικότητας του ενός χεριού του συνιστά μερική και όχι ολική αδυναμία αυτοεξυπηρέτησής του και μάλιστα μέχρι τις 30-12-2014, που δέχθηκε το Εφετείο, ήτοι πέντε και πλέον έτη μετά τον τραυματισμό του.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στις πιο πάνω διατάξεις, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, ειδικότερα, οι παραδοχές για το ότι η αναπηρία του πρώτου αναιρεσιβλήτου, που προκλήθηκε από τον τραυματισμό του κατά το τροχαίο ατύχημα, είναι μόνιμη και διαρκής και ότι η ολική αδυναμία αυτοεξυπηρέτησής του θα διαρκέσει μέχρι τις 31-12-2014 που είναι αναιρετικά ανέλεγκτες.
Πάντως, στην ίδια απόφαση υπάρχει παραδοχή, όπως έχει προπαρατεθεί, ότι η σταδιακή αυτή πιστοποίηση της αναπηρίας του παθόντος από τον ασφαλιστικό του φορέα δεν αναιρεί τη μονιμότητά της, όπως αυτή διαπιστώθηκε από το δικαστήριο, αλλά η εν λόγω διαδικασία της σταδιακής πιστοποίησης συνάπτεται με αντίστοιχη πρακτική του ασφαλιστικού αυτού φορέα (ΙΚΑ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 591 παρ. 1β’ και γ’ , 256 παρ. 1 περ. δ’ και 666 παρ. 1 του ΚΠολΔ (όπως οι διατάξεις του πρώτου πιο πάνω άρθρου ίσχυαν και εφαρμόζονται στην προκείμενη περίπτωση πριν αντικατασταθούν με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015 που εφαρμόζεται, κατ’ άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1-1-2016 ένδικα μέσα και αγωγές), συνάγεται ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (όπως είναι οι υποθέσεις που αφορούν διαφορές για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση της ασφάλισής του, κατ’ άρθρο 681Α του ΚΠολΔ), όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, όπως είναι οι ενστάσεις και οι αντενστάσεις, προφορικά, κατά την συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί να καταχωρίζονται στα πρακτικά, με σαφή, έστω και συνοπτική, έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν (άρθρ. 262 ΚΠολΔ), εκτός αν περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις.
Απαιτείται δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που "ως γενόμενο στο ακροατήριο" σημειώνεται στα πρακτικά (ΑΠ Ολομ. 2/2005, ΑΠ 1179/2015). Η προφορική πρόταση των ισχυρισμών πρέπει να προκύπτει από τη σχετική σημείωση στα πρακτικά και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της πρότασης αυτών, είτε από το περιεχόμενο των ακολούθως καταχωριζόμενων μαρτυρικών καταθέσεων, είτε από το περιεχόμενο των υποβαλλόμενων έγγραφων προτάσεων.
Ειδικότερα, αν προσβάλλεται, για τον παραπάνω λόγο, απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή ανάλογα, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) στον δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα ή να πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη, με την επίκληση των προϋποθέσεων της βραδείας προβολής του.
Τα περιστατικά της παραδεκτής προβολής ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας του αυτοτελούς ισχυρισμού, ο οποίος φέρεται ότι, παρά το νόμο, δεν λήφθηκε υπόψη, πρέπει να εκτίθενται στην αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 243/2015, ΑΠ 2259/2009). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Περαιτέρω, όπως έχει προαναφερθεί, για να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του ΚΠολΔ, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής).
Έτσι, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου να απαντήσει σε ισχυρισμό μη νόμιμο ή αλυσιτελή. Επίσης, ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Στην υπό κρίση περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον όγδοο λόγο αναίρεσης, με την επίκληση των διατάξεων του άρθρου 559 αριθμ. 8, 11 και 14 του ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε, ως απαράδεκτο (αόριστο), τον ισχυρισμό της που πρότεινε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με τις έγγραφες προτάσεις της και επανέφερε με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους της έφεσής της, για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης του πρώτου αναιρεσιβλήτου, ως προς τις επιμέρους αξιώσεις του για τις θετικές του ζημίες (έξοδα ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης), ως προς τις οποίες χώρησε ασφαλιστική υποκατάσταση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 1 και 31 του ν. 2496/1997, χωρίς όμως να λάβει υπόψη και όσα προέβαλε με την από 7-6-2013 προσθήκη - αντίκρουση των πρωτόδικων προτάσεών της μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, με την οποία συμπλήρωσε τον ισχυρισμό της αυτόν, κατόπιν της προσκόμισης από τον αντίδικό της σχετικών εκκαθαριστικών των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματός του και της ένορκης κατάθεσης της συζύγου του, ούτε εξέτασε τον ίδιο ισχυρισμό της "ως αίτημα επίδειξης εγγράφων".
Ο λόγος αυτός είναι, κυρίως, απαράδεκτος, καθόσον η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται στην αίτησή της ότι ο θεμελιωτικός τούτου ισχυρισμός είχε προβληθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με συνοπτική ανάπτυξη και καταχώριση στα πρακτικά, αλλά, αντίθετα, ισχυρίζεται ότι τον προέβαλε με τις έγγραφες προτάσεις της (43 - 49 σελίδες του αναιρετηρίου), ή ότι είχε γίνει επίκληση συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 527 ΚΠολΔ για τη βραδεία παραδεκτή προβολή του ενώπιον του Εφετείου.
Ανεξάρτητα απ’ αυτά, 1) ο επίμαχος ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι ο παθών - πρώτος αναιρεσίβλητος, όπως, κατά λέξη, αναγράφεται, "...πρέπει να είχε και ιδιωτική ασφάλιση ατυχήματος, αφού στη σελίδα 46 της αγωγής του αναφέρει ότι υπηρεσίες του προσέφερε και ο φίλος του και ασφαλιστής του Ε. Μ., ο οποίος φρόντιζε για τις ανάγκες που προέκυψαν για εξωνοσοκομειακό εξοπλισμό και επίσης είχε αναλάβει τη διεκπεραίωση όλων των εκκρεμοτήτων ασφαλιστικής φύσεως...", είναι, πράγματι, απαράδεκτος, εξαιτίας της αοριστίας του, όπως δέχθηκε και το Εφετείο, αφού η αναιρεσείουσα που έχει το βάρος να επικαλεστεί και, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να αποδείξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων της ασφαλιστικής υποκατάστασης για το νόμιμο και το βάσιμο της σχετικής ένστασής της κατά της ενεργητικής νομιμοποίησης του ζημιωθέντος (άρθρ. 262 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν εκθέτει τα απαραίτητα προς τούτο στοιχεία και, ειδικότερα, ποία είναι η συγκεκριμένη ασφαλιστική σύμβαση, με βάση την οποία ο πρώτος αναιρεσίβλητος εισέπραξε ασφάλισμα, ποίο είναι αυτό και αν η σύμβαση αυτή αφορά στην καταβολή ασφαλίσματος και εκπλήρωση συμφωνίας που αντιστοιχεί σε συγκεκριμένες άμεσες ζημίες αυτού από το ατύχημα, οπότε και μόνο συντρέχει περίπτωση ασφαλιστικής υποκατάστασης (ΑΠ 1411/2006).
Η συμπλήρωση του ισχυρισμού αυτού της αναιρεσείουσας που επιχειρήθηκε, μετά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο ακροατήριο, με την από 7-6-2013 προσθήκη - αντίκρουση των προτάσεών της, είναι, κατ’ αρχάς, απαράδεκτη (ΑΠ 2259/2009), πέραν του ότι δεν θεραπεύτηκε η αοριστία του με τα επικαλούμενα σε αυτές πραγματικά περιστατικά, όπως τα εκθέτει η αναιρεσείουσα στο σχετικό λόγο της αναίρεσής της, στον οποίο παραθέτει αυτούσιο το περιεχόμενο της ως άνω προσθήκης - αντίκρουσης και 2) σε κάθε περίπτωση, οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας για ασφαλιστική υποκατάσταση και για επίδειξη εγγράφων λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκαν με την αιτιολογία που διαλαμβάνεται στις 64η έως και 69η σελίδες της απόφασής του.
Συνεπώς, το δικαστήριο αυτό, απορρίπτοντας τους σχετικούς λόγους έφεσης της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, δεν υπέπεσε στις προβλεπόμενες από τους αριθμούς 14 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες (και όχι και από τον αριθμό 11, όπως αναγράφεται στο αναιρετήριο, αφού τα περιστατικά που εκτίθενται σε αυτό δεν πληρούν το πραγματικό του υπόψη λόγου).
Αν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, εφόσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αναίρεση θα απορριφθεί ως αλυσιτελής, κατ’ άρθρ. 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, καθόσον απευθύνεται κατά μίας από τις δύο κ.λπ.
αιτιολογίες, δεδομένου ότι η μη πληττόμενη αποτελεσματικά αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης. Δηλαδή, σε περίπτωση διαδοχικής αιτιολογίας, χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών που στηρίζουν το διατακτικό (καθεμίας αυτοτελώς) της προσβαλλόμενης απόφασης για την αναίρεση της τελευταίας (ΑΠ Ολομ. 25/2003, ΑΠ 675/2013, ΑΠ 1835/2007).
Αλυσιτελείς είναι, επίσης, και οι λόγοι της αναίρεσης που πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες (ΑΠ 2020/2014, ΑΠ 1392/ 2014, ΑΠ 1008/2007). Κατά συνέπεια, είναι ήδη, πρωτίστως, αλυσιτελείς οι ένατος και δέκατος λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, αναφορικά με τις επάλληλες, εσφαλμένες, κατά την άποψή της, αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασής του, κατά τις οποίες 1) στην ασφαλιστική υποκατάσταση που αποτελεί εκχώρηση από το νόμο απαιτείται, κατ’ άρθρ. 460 ΑΚ, και αναγγελία και 2) δεν υπάρχει κίνδυνος, κατ’ άρθρ. 461 του ίδιου Κώδικα, να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα σε διπλή καταβολή της αποζημίωσης και, συνακόλουθα, δεν δικαιολογείται (άμεσο) έννομο συμφέρον της να προβάλει τον ισχυρισμό αυτόν, υποπίπτοντας, έτσι, στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ.
Και τούτο, διότι οι λόγοι αυτοί ανάγονται, όπως και ή ίδια η αναιρεσείουσα αναφέρει στο αναιρετήριο, σε επάλληλες αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ενώ η προπαρατιθέμενη κύρια αιτιολογία της, για το απαράδεκτο, εξαιτίας της αοριστίας του, του επίμαχου ισχυρισμού της, η οποία δεν πλήττεται πλέον επιτυχώς αναιρετικά, στηρίζει αυτοτελώς και επαρκώς το διατακτικό της.
Σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ, "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι’ αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ’ αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ. 9/2015).
Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, σχετικά με το κεφάλαιο χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε τα εξής: "...ένεκεν του ένδικου συμβάντος, επελθόντος εξ αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, δηλονότι εξ αδικοπρακτικής συμπεριφοράς αυτού σε βάρος του ενάγοντος, ο τελευταίος υπέστη, ως εκ της εντεύθεν σωματικής και ψυχικής του ταλαιπωρίας, ηθική βλάβη, δικαιούμενος, μετά ταύτα, ευλόγου χρηματικής ικανοποιήσεως.
Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις, κατά τα άνω, συνθήκες του ένδικου τροχαίου συμβάντος, το μέγεθος της προκληθείσης στην υγεία του παθόντος ενάγοντος βλάβης και του εντεύθεν ψυχικού άλγους και σωματικής του ταλαιπωρίας, ιδία ενόψει των διαδοχικών χειρουργικών επεμβάσεων στις οποίες υποβλήθηκε, των συνεπειών της μειονεξίας που, σε προσωπικό, οικογενειακό αλλά και στο κοινωνικό επίπεδο, καθημερινώς βιώνει αλλά και του εξακολουθούντος, παρά την έντονη φαρμακευτική αγωγή, πόνου, την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων, τα διδάγματα της κοινής πείρας και όσα σχετικώς στην προηγηθείσα νομική σκέψη εκτέθηκαν, κρίνει ότι το προς χρηματική ικανοποίηση του ενάγοντος εύλογο χρηματικό ποσόν ανέρχεται στο ύψος των 70.000 ευρώ...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε τις .../2013 και ...2014 εφέσεις της αναιρεσείουσας και του Α. Π., αντίστοιχα, ενώ δέχθηκε, ως ουσιαστικά βάσιμη, την ...2014 έφεση του πρώτου αναιρεσιβλήτου, κατά της πρωτόδικης 18.222/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που είχε επιδικάσει, για την πιο πάνω αιτία, μικρότερο ποσό (50.000 ευρώ), εξαφανίζοντάς την κατά τούτο και, αφού δίκασε κατ’ ουσίαν, δέχθηκε την αγωγή για το ποσό αυτό των 70.000 ευρώ.
Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, λόγω ηθικής βλάβης, στο πιο πάνω ποσό, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, κατά την άποψη που επικράτησε, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, υπερτερεί, και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης.
Επομένως, είναι βάσιμος ο σχετικός ενδέκατος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ’ υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή της, ουσιαστικού δικαίου, διάταξης του άρθρου 932 του ΑΚ, επιδίκασε στον πρώτο αναιρεσίβλητο, ως εύλογη χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, από τον τραυματισμό του, το προαναφερόμενο ποσό, το οποίο, όμως, είναι δυσαναλόγως μεγάλο σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας (του τροχαίου ατυχήματος).
Κατά την άποψη, όμως, ενός μέλους του Δικαστηρίου τούτου, του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Χοϊμέ, το Εφετείο, με την κρίση του αυτή, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το εν λόγω ποσό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερτερεί καταφανώς εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής και, συνακόλουθα, είναι αβάσιμος ο παραπάνω λόγος αναίρεσης.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης.
Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Για τη θεμελίωση της αυτοτελούς αυτής αξίωσης απαιτείται να συντρέξουν περιστατικά πέρα από εκείνα που απαιτούνται για τη θεμελίωση αξιώσεων με βάση τις ΑΚ 929 και 932, τα οποία συνθέτουν την έννοια της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης που επιδρά στο μέλλον του παθόντος, δηλαδή να συντρέξουν ιδιάζοντα περιστατικά, από τα οποία θα πρέπει να προκύπτουν οι ιδιαίτεροι λόγοι και τρόποι, εξαιτίας των οποίων επέρχονται δυσμενείς συνέπειες στην οικονομική πλευρά της μελλοντικής ζωής του.
Πάντως, προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, ως αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας (άρθρο 21 παρ. 3 και 6 του Συντάγματος). Η αναπηρία ή παραμόρφωση πρέπει να είναι μόνιμη και διαρκής. Το ποσό του επιδικαζόμενου, κατά την ΑΚ 931, εύλογου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται, κατ’ αρχήν, με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης αφενός και την ηλικία και το βαθμό υπαιτιότητας του παθόντος αφετέρου.
Είναι πρόδηλο ότι η αξίωση από το άρθρο 931 ΑΚ είναι διαφορετική από εκείνες του άρθρου 929 και 932 του ίδιου Κώδικα για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος που, κατ’ ανάγκη, συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, εξαιτίας της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αντίστοιχα.
Είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν είτε σωρευτικά, είτε μεμονωμένα, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση καθεμίας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη μιας των λοιπών. Στην κρινόμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την κατ’ άρθρ. 931 ΑΚ αξίωση του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε τα εξής: "...συνεπεία του ένδικου συμβάντος ο πρώτος ενάγων κατέστη, όπως προαναφέρθηκε, ισοβίως ανάπηρος κατά ποσοστό 67% λόγω παραλύσεως του δεξιού χεριού του, χωρίς προοπτική ουσιώδους βελτιώσεως της καταστάσεώς του στο απώτερο μέλλον.
Εξ αυτού, μετά ταύτα, του λόγου αδυνατεί πλέον ν’ ασκεί το επάγγελμα του μηχανικού ηλεκτρονικών υπολογιστών, το οποίο έχει σπουδάσει και ασκούσε κατά το χρόνο του ατυχήματος, υπό τις αυτές συνθήκες που το ασκούσε προηγουμένως, δηλαδή υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως και από το οποίο συντηρούσε τον εαυτό του και την οικογένειά του, δεδομένου ότι αυτό απαιτεί , μεταξύ άλλων, επιδεξιότητα των χεριών, σωματική αρτιότητα και απουσία πόνου.
Η άσκηση δε άλλου επαγγέλματος υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως δεν είναι ευχερής, διότι ο προαναφερόμενος, που διήνυε, κατά το χρόνο της σε πρώτο βαθμό συζητήσεως της αγωγής του, το τεσσαρακοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του, δεν διαθέτει άλλες σπουδές και υπό τις συνθήκες που επικρατούν στην αγορά εργασίας είναι ιδιαιτέρως δυσχερής έως αδύνατη η ανεύρεση διαφορετικής προσαρμοσμένης στις ήδη φυσικές του δυνατότητες, ώστε ν’ αντικαταστήσει την περιουσιακή απώλεια που συνδέεται με την αδυναμία του να υποβληθεί σε σωματική καταπόνηση, αντίστοιχη με αυτή στην οποία υποβάλλετο προ της αναπηρίας του.
Δηλονότι, τελικά, η τοιαύτη επίκτητη, εξαιτίας του τραυματισμού του, ατέλεια και έλλειψη της σωματικής ακεραιότητος του ενάγοντος σε βάρος των προτέρων φυσικών προτερημάτων του, δυσχεραίνει σε πολύ σοβαρό βαθμό όχι μόνο την προσωπική του ζωή, τις κοινωνικές, οικογενειακές και λοιπές συναναστροφές του, αλλά αποτελεί αρνητικό στοιχείο και για την κοινωνική και επαγγελματική του ανέλιξη, αφού είναι δεδομένη, στα πλαίσια του επαγγελματικού ανταγωνισμού και όσων ανωτέρω ειδικότερα αναφέρονται, η εξ αυτής δυσμενής, στον τομέα αυτό, επίδραση.
Συνακολούθως και δεδομένου ότι η δυσμενής αυτή επίδραση του τραυματισμού του παθόντος ενάγοντος στο κοινωνικό και οικονομικό του μέλλον δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με τις παροχές που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 του Α.Κ., νόμιμη, με βάση τα στην προηγηθείσα νομική σκέψη εκτιθέμενα, συντρέχει περίπτωση επιδικάσεως υπέρ αυτού ευλόγου, κατά τους ορισμούς της διατάξεως του άρθρου 931 Α.Κ., αποζημιώσεως, το ύψος της οποίας, με βάση το φύλο και την ηλικία του, τη φύση της επαγγελματικής του δραστηριότητος, το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας του, της αρτίας, προ του τραυματισμού του, φυσικής του καταστάσεως και της ανυπαρξίας ευθύνης του στην επέλευση του ένδικου τροχαίου συμβάντος και του εξ αυτού τραυματισμού του, απότοκος του οποίου υπήρξε ή κατάσταση αναπηρίας στην οποία τελεί, κρίνεται ότι πρέπει να ορισθεί στο ποσόν των 75.000 ευρώ...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, όπως και στο κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, απέρριψε τις .../2013 και ...2014 εφέσεις της αναιρεσείουσας και του Α. Π., αντίστοιχα, ενώ δέχθηκε, ως ουσιαστικά βάσιμη, την ...2014 έφεση του πρώτου αναιρεσιβλήτου, κατά της πιο πάνω πρωτόδικης απόφασης που είχε επιδικάσει, για την αιτία αυτή, μικρότερο ποσό (50.000 ευρώ), εξαφανίζοντάς την κατά τούτο και, αφού δίκασε κατ’ ουσίαν, δέχθηκε την αγωγή για το ποσό αυτό των 75.000 ευρώ.
Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να επιδικάσει την εν λόγω χρηματική παροχή, δεν παραβίασε, ευθέως, τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, δεδομένου ότι διαλαμβάνεται στο αιτιολογικό της πληττόμενης απόφασης ότι η αναπηρία θα έχει οπωσδήποτε δυσμενή επίδραση στο κοινωνικό και οικονομικό μέλλον του παθόντος, ενώ το ύψος του εύλογου ποσού που επιδικάζεται υπολογίζεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας και την ηλικία του παθόντος, που δεν βαρύνεται με (συν)υπαιτιότητα στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος και, συνακόλουθα, του τραυματισμού του - αναπηρίας του.
Όλα τα παραπάνω προσδιοριστικά στοιχεία, δηλαδή το είδος, η έκταση, ο βαθμός και οι συνέπειες της αναπηρίας στο μέλλον του παθόντος - πρώτου αναιρεσιβλήτου, καθώς και η ηλικία αυτού (45 ετών) κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, είναι αβάσιμος ο δωδέκατος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, κατά τον οποίο δεν γίνεται επίκληση, από τον πρώτο αναιρεσίβλητο, ειδικών περιστατικών, πέρα από εκείνα που απαιτούνται για τη στοιχειοθέτηση αξιώσεων με βάση τα άρθρα 929 και 932 ΑΚ, τα οποία συνθέτουν την έννοια της αναπηρίας, δηλαδή τέτοια ιδιάζοντα περιστατικά, από τα οποία να προκύπτουν οι ιδιαίτεροι λόγοι και τρόποι, εξαιτίας των οποίων γεννώνται δυσμενείς συνέπειες στην οικονομική και κοινωνική ζωή του, προκειμένου να επιδικαστεί η χρηματική παροχή του άρθρου 931 ΑΚ.
Όμως, το Εφετείο, κατά τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής αυτής παροχής, κατά την άποψη που επικράτησε, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, καθόσον το ποσό τούτο, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, υπερτερεί, και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις για την επιδίκαση χρηματικής παροχής, κατ’ άρθρ. 931 ΑΚ.
Ως εκ τούτου, είναι βάσιμος ο ίδιος δωδέκατος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, κατά το δεύτερο σκέλος του, σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ’ υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, κατά την εφαρμογή της διάταξης αυτής του ουσιαστικού δικαίου, επιδίκασε στον πρώτο αναιρεσίβλητο, ως εύλογη χρηματική παροχή, το προαναφερόμενο ποσό, το οποίο, όμως, είναι δυσαναλόγως μεγάλο σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας (του τροχαίου ατυχήματος).
Κατά την άποψη, όμως, ενός μέλους του Δικαστηρίου τούτου, του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Χοϊμέ, το Εφετείο, με την κρίση του αυτή, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το εν λόγω ποσό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερτερεί καταφανώς εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις επιδίκασης χρηματικής παροχής του άρθρου 931 ΑΚ, με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής και, συνακόλουθα, είναι αβάσιμος ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης και κατά το δεύτερο σκέλος του.
Κατά το προηγούμενο του νόμου 4055/2012 νομικό καθεστώς είχε πάγια νομολογηθεί, αναφορικά με τις διατάξεις των άρθρων 345 και 346 ΑΚ (τόκοι υπερημερίας και επιδικίας), ότι: Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 340, 345, 346 ΑΚ, 215 παρ. 1 εδάφ. α’ , 221 και 295 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, αν το καταψηφιστικό αίτημα αγωγής με αντικείμενο την επιδίκαση χρηματικής απαίτησης περιοριστεί σε αναγνωριστικό, δεν οφείλονται μεν δικονομικοί τόκοι κατά το άρθρ. 346 ΑΚ, δηλαδή από την επίδοση της καταψηφιστικής αγωγής (ΑΠ 989/2007), αφού η αγωγή αυτή θεωρείται από τότε ότι δεν ασκήθηκε κατά το καταψηφιστικό αίτημά της, δεν αίρονται όμως και οι συνέπειες της επίδοσης της αγωγής ως όχλησης, που καθιστά τον οφειλέτη υπερήμερο κατά τις διατάξεις των άρθρ. 340 και 345 ΑΚ, δεδομένου ότι η επίδοση στον εναγόμενο καταψηφιστικής αγωγής για χρηματική απαίτηση δεν είναι μόνο σύνθετη διαδικαστική πράξη, αλλά έχει και το χαρακτήρα οιονεί όχλησης του οφειλέτη για την εκπλήρωση της παροχής του (ΑΠ Ολομ. 23-24/2004, ΑΠ Ολομ. 13/1994, ΑΠ 423/2012, ΑΠ 1520/2010).
Ήδη, το άρθρο 346 ΑΚ, που όριζε ότι "ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή για το ληξιπρόθεσμο χρέος", αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 ν. 4055/2012, που ισχύει, κατά το άρθρ. 113 του νόμου αυτού, από 2-4-2012, κατά το οποίο: "Ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή ή η διαταγή πληρωμής για το ληξιπρόθεσμο χρέος (τόκος επιδικίας).
Το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι δύο (2) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας, όπως ο τελευταίος ορίζεται εκάστοτε από το νόμο ή με δικαιοπραξία. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει, εάν πριν από τη συζήτηση της αγωγής ο οφειλέτης αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως, ή εάν δεν ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αντιστοίχως.
Με αίτημα του εναγομένου το δικαστήριο δύναται κατ’ εξαίρεση, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να επιδικάσει την απαίτηση με το νόμιμο ή συμβατικό τόκο υπερημερίας. Η εξαίρεση ισχύει ιδίως για τις κατ’ εύλογη κρίση του δικαστηρίου επιδικαζόμενες χρηματικές απαιτήσεις. Από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης που επιδικάζει εντόκως χρηματική οφειλή ή απορρίπτει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι τρεις (3) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας.
Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει εάν δεν ασκηθεί ένδικο μέσο κατά της οριστικής απόφασης". Σύμφωνα με τη νέα αυτή ρύθμιση αυξάνεται το ποσοστό των τόκων επιδικίας, προκειμένου να περιοριστούν η φιλοδικία και η άσκοπη απασχόληση των δικαστηρίων από δικαστικούς αγώνες που δεν έχουν ουσία, ενώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο οφειλέτης που, μεταξύ των άλλων, πριν από τη συζήτηση της αγωγής, αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως.
Αν μάλιστα εμμένει να αντιδικεί, μολονότι ηττήθηκε πρωτοδίκως, διακινδυνεύει περαιτέρω αύξηση του επιτοκίου επιδικίας, γι’ αυτό και εδώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο διάδικος που ηττήθηκε, αν αποδεχθεί την οριστική απόφαση και τερματίσει την αντιδικία. Η εξαίρεση που προβλέπεται επιτρέπει στο δικαστή να σταθμίσει εκείνες τις περιπτώσεις που ο εναγόμενος ευλόγως αντιδικεί, επειδή πρόκειται για απαίτηση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης (π.χ.
ηθική βλάβη) ή επειδή προβάλλει ένσταση συμψηφισμού (βλ. αιτιολογική έκθεση ν. 4055/2012). Έτσι, ο νόμιμος τόκος, μετά την επίδοση της αγωγής, είναι πλέον ο (αυξημένος) τόκος επιδικίας. Σημειώνεται ότι δεν απαιτείται ρητή μνεία γι’ αυτό στη δικαστική απόφαση, ενώ, αντίθετα, απαιτείται ρητή αναφορά σ’ αυτήν, όταν το δικαστήριο κατ’ εξαίρεση επιδικάζει την απαίτηση με το νόμιμο ή το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας.
Με βάση αυτά, ο περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό δεν συνιστά, σύμφωνα με τη νέα ρύθμιση, λόγο για την κατ’ εξαίρεση επιδίκαση του τόκου υπερημερίας, ο οποίος, κατά τη σαφή πρόθεση του νομοθέτη, πρέπει να επιδικάζεται μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο οφειλέτης χρηματικής απαίτησης ευλόγως αντιδικεί, δεδομένου ότι μοναδικό κριτήριο για την εξαίρεση από την επιδίκαση τόκου επιδικίας είναι το εύλογο ή όχι της αντιδικίας.
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τους 13ο και 14ο λόγους της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την επίκληση, κατ’ εκτίμηση, ότι το Εφετείο παραβίασε, ευθέως, τις διατάξεις των άρθρων 345 και 346 ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία τους, καθώς και α) με εσφαλμένη εφαρμογή, τη διάταξη του άρθρου 346 ΑΚ και β) με εσφαλμένη μη εφαρμογή, τη διάταξη του άρθρου 345 του ίδιου Κώδικα, δεδομένου ότι αναγνώρισε ότι η αναιρεσείουσα οφείλει να καταβάλει (εις ολόκληρο με τον Α.
Π.) στον πρώτο αναιρεσίβλητο τα αναγραφόμενα στο διατακτικό της απόφασης χρηματικά ποσά με τον τόκο επιδικίας, κατ’ άρθρ. 346 ΑΚ, και όχι με τον τόκο υπερημερίας, κατ’ άρθρ. 345 του ίδιου Κώδικα, επειδή το σχετικό αίτημα της εναντίον τους ένδικης, από 24-1-2013 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ...28-1-2013, αγωγής του πρώτου αναιρεσιβλήτου περιορίστηκε, κατά ένα μέρος (για το ποσό των 770.356,66 ευρώ), παραδεκτά, κατά τη συζήτηση στον πρώτο βαθμό, από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό και, ως εκ τούτου, εφόσον πρόκειται πλέον για αναγνωριστική απόφαση για το συγκεκριμένο ποσό που τελικά επιδικάστηκε (66.688,30 ευρώ εφάπαξ και 250 ευρώ κάθε μήνα από 1-1-2013 έως 31-12-2014), δεν οφείλονται (αυξημένοι) τόκοι επιδικίας αλλά μόνο τόκοι υπερημερίας και, πάντως, δεν οφείλονται τέτοιοι τόκοι επιδικίας σε περίπτωση, όπως είναι η παρούσα, μερικής τροπής του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό.
Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, καθόσον το Εφετείο, σε κάθε περίπτωση, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με το να επιδικάσει τόκους επιδικίας, κατά το άρθρ. 346 ΑΚ, όπως ισχύει μετά την εν λόγω αντικατάστασή του, που ορθά εφάρμοσε, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν προηγουμένως, δεχόμενο ότι ο σχετικός πρόσθετος λόγος της έφεσης της αναιρεσείουσας πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος, με την αιτιολογία ότι "...ο τόκος επιδικίας (του άρθρου 346 ΑΚ) αφορά προδήλως, του νόμου μη διακρίνοντος, σε κάθε αγομένη δι’ αγωγής ενώπιον του δικαστηρίου και εντόκως επιδικαζόμενη χρηματική απαίτηση, είτε ζητείται η καταψήφισή της είτε η αναγνώριση της οφειλής της...", χωρίς να περιέχεται παραδοχή για το ότι υπάρχει εύλογη αντιδικία που να δικαιολογεί, κατά τη δυνητική ευχέρεια του δικαστηρίου, την εφαρμογή του άρθρου 346 εδάφ.
δ’ και ε’ του ΑΚ, ενώ δεν παραβίασε, ευθέως, τη διάταξη του άρθρου 345 του ίδιου Κώδικα, την οποία ορθά δεν εφάρμοσε, γιατί δεν ήταν εφαρμοστέα.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, κατά πλειοψηφία, κατά παραδοχή των προαναφερόμενων λόγων της, και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, α) ως προς τα κεφάλαια που προεκτέθηκαν και β) ως προς την αναιρεσείουσα και τον πρώτο αναιρεσίβλητο, καθώς και ως προς τις διατάξεις της δικαστικής δαπάνης που αφορούν στους διαδίκους αυτούς. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση, κατά τα αναιρούμενα κεφάλαιά της, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, σε αυτήν (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ. ε’ του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ’ άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα κατατιθέμενα από την 1η-1-2016 ένδικα μέσα).
Με το δικόγραφο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα υποβάλλει, κατά το άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, αίτηση (αριθμώντας την ως 16ο "λόγο" αναίρεσης), με την οποία ζητεί να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση και να υποχρεωθούν προς τούτο οι αναιρεσίβλητοι να της αποδώσουν τα αναφερόμενα ποσά, τα οποία τους κατέβαλε προς εκούσια εκτέλεση, κατά κεφάλαιο, τόκους και δικαστική δαπάνη, της αναιρούμενης απόφασης, στην οποία, κατ’ εκτίμηση όσων διαλαμβάνονται, έχει ενσωματωθεί και η πρωτόδικη απόφαση, κατά το μέρος της που επικυρώθηκε από το Εφετείο.
Η αίτηση αυτή πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτη, εξαιτίας της αοριστίας της, καθόσον με την παρούσα αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο εν μέρει και μόνο ως προς τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων. Κατά συνέπεια, η αξίωση της αναιρεσείουσας να της επιστραφεί ό,τι κατέβαλε στους αναιρεσιβλήτους, σε εκτέλεση της απόφασης αυτής, στηρίζεται στο νόμο αναφορικά μόνο με τα ποσά που κατέβαλε, σε εκτέλεση του αναιρούμενου μέρους της απόφασης, στον πρώτο απ’ αυτούς, τα οποία και θα έπρεπε να μνημονεύονται στην αίτηση για να είναι ορισμένη.
Τα ποσά όμως αυτά δεν προσδιορίζονται (χωριστά) στην αίτηση, με συνέπεια αυτή να είναι αόριστη και, ως εκ τούτου, απορριπτέα. Η επιστροφή των ποσών αυτών μπορεί να ζητηθεί κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στο δικαστήριο της παραπομπής, μετά την εκκαθάριση των πράγματι οφειλομένων από την αναιρεσείουσα στον πρώτο αναιρεσίβλητο (ΑΠ 1694/2009).
Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της παρούσας αναιρετικής δίκης, μεταξύ της αναιρεσείουσας και του πρώτου αναιρεσιβλήτου, πρέπει να συμψηφιστούν, μετά την εκατέρωθεν κατανομή τους, λόγω της μερικής κατ’ ίσα μέρη νίκης και ήττας του καθενός (άρθρ. 178, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), ενώ δεν γίνεται λόγος για δικαστικά έξοδα του δεύτερου αναιρεσιβλήτου που ερημοδίκησε και, συνακόλουθα, δεν υποβλήθηκε σε αυτά, ούτε, φυσικά, υπέβαλε σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, κατά πλειοψηφία, την 534/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς τα κεφάλαια και τους διαδίκους που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας, ήτοι την αναιρεσείουσα και τον πρώτο αναιρεσίβλητο.
Παραπέμπει την υπόθεση για τα παραπάνω κεφάλαια για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.
Διατάζει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που έχει καταθέσει.
Απορρίπτει την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της πιο πάνω αναιρούμενης απόφασης. Και
Συμψηφίζει, στο σύνολό τους, τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης μεταξύ της αναιρεσείουσας και του πρώτου των αναιρεσιβλήτων.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ