Legislator Case Law & Legislation
1207/2014 AI generated

1207/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1207/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1207/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλονται η υπ’ αριθμ. 2252/2007 οριστική και η υπ’ αριθμ. 7277/1997 μη οριστική (προδικαστική) αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών (άρθρο 553 παρ. 2 ΚΠολΔικ), κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ’ επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Keywords

AI generated
public domain municipal road public utility zone right-of-way violation access road hazard zone
AI generated
1966/2025
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 21 Μαΐου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π.
1704/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με δύο αγωγές, δύο προσεπικλήσεις και δύο παρεμβάσεις των διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9740/1975 μη οριστική, 4504/1988 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9790/1989 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 163/1995 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 7277/1997 μη οριστική, 2252/2007 οριστική απόφαση, την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-6-2009 αίτησή τους και με τους από 31-1-2011 πρόσθετους λόγους.
1910/2014
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
587/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο, και Ιωάννη Φιοράκη-εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
1430/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαΐου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-10-1996 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 395/1998 μη οριστική, 266/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1137/2003 μη οριστική, 897/2006 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση των εφετειακών αποφάσεων ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 2-5-2007 αίτησή του και με τους από 8-4-2010 πρόσθετους λόγους, επί της πρώτης από τις οποίες εκδόθηκε η 682/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση ο καλών με την από 16-10-2009 κλήση του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1207 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1207/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - καλούντων: Ι) 1) Μ. χας Α. Γ., το γένος Δ. Θ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου κατά 50% εξ αδιαθέτου της αποβιώσασας Σ. συζ. Ν. Χ., το γένος Κ. Β., ΙΙ) των εξ αδιαθέτου κληρονόμων, κατά το υπόλοιπο 50% εξ αδιαιρέτου, του αποβιώσαντος Ν. Χ. του Γ.: 1) α) Δ. Ο. του Η., κατοίκου ..., β) Γ. Ο. του Η., κατοίκου ..., γ) Η. Ο. του Δ., κατοίκου ..., δ) Α.-Μ. θυγ. Δ. Ο., συζ. Β. Φ., κατοίκου ..., 2) α) Ε. θυγ. Π. Α. συζ. Κ. Σ., κατοίκου ..., β) Α.-Ι. Α. του Π., κατοίκου ..., γ) Π. Α. του Ν., κατοίκου ... και δ) Π. Α. του Ν., κατοίκου ... . Η 1η δεν παραστάθηκε και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ισίδωρο Μποτωνάκη, ο οποίος δήλωσε ότι η 1η (Μ. χήρα Α. Γ., το γένος Δ. Θ.) απεβίωσε και κληρονομήθηκε από την Ά. συζ. Δ. Σ., το γένος Α. Γ., η οποία συνεχίζει τη βιαίως διακοπείσα δίκη και παρίσταται με τον ίδιο.

Της αναιρεσείουσας: Α. θυγ. Π. Α., συζ. Δ. Α., η οποία απεβίωσε, όπως αναφέρεται στην από 10/10/2013 κλήση και κληρονομήθηκε κατά το 1/4 εξ’ αδιαθέτου ο καθένας, από τους καλούντες: 1)Δ. Α. του Γ., 2) Γ. Α. του Δ., 3) Σ. Α. του Δ. και 4) Α. Α. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.

Του αναιρεσίβλητου - καθού η κλήση: εδρεύοντος στην Γλυφάδα Αττικής ΝΠΔΔ (ΟΤΑ) με το όνομα "ΔΗΜΟΣ ΓΛΥΦΑΔΑΣ", νόμιμα εκπροσωπουμένου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Λαμπρινή Σάτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 8/6/1974 και 20/8/1974 αγωγές, τις από 30/8/1974 και 7/9/1974 ανακοινώσεις δίκης μετά προσεπικλήσεως σε αναγκαστική παρέμβαση και τις από 20/2/1975 παρεμβάσεις, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9740/1975 μη οριστική, 4504/1988 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9790/1989 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 163/1995 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση 9790/1989 του Εφετείου Αθηνών, εξ ολοκλήρου εκτός του κεφαλαίου απορρίψεως των προσεπικλήσεων και παρέπεμψε την υπόθεση στο αρμόδιο Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές από αυτούς που δίκασαν την υπόθεση.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η 7277/1997 μη οριστική και η 2252/2007 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5/5/2008 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 20/11/2009 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλονται η υπ’ αριθμ. 2252/2007 οριστική και η υπ’ αριθμ. 7277/1997 μη οριστική (προδικαστική) αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών (άρθρο 553 παρ. 2 ΚΠολΔικ), κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ’ επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Ειδικότερα, ο αναιρεσίβλητος Δήμος Γλυφάδας με την υπ’ αριθμ. πράξ. κατάθ. 8731/20.8.1974 αγωγή του, την οποία έστρεφε, εκτός των άλλων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη και κατά της Μ. Π., στη δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθαν οι αναιρεσείοντες, μετά από δικαιοδοτικές διακοπές της δίκης, λόγω θανάτων και επαναλήψεων, ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι το επίδικο ακίνητο είναι κοινόχρηστο, άλλως ότι ανήκει σ’ αυτόν κατά κυριότητα, που αποκτήθηκε με τους αναφερόμενους τρόπους.

Με την υπ’ αριθμ. 4504/1988 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, που επικυρώθηκε με την υπ’ αριθμ. 9790/1989 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η αγωγή απορρίφθηκε τελεσίδικα ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης ο ενάγων - εκκαλών Δήμος Γλυφάδας άσκησε αναίρεση, για την οποία εκδόθηκε η υπ’ αριθμ.163/1995 απόφαση του Αρείου Πάγου.

Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτός ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔικ τρίτος λόγος αναίρεσης που αφορούσε την απόρριψη από την προσβαλλομένη (9790/1989) απόφαση ως απαραδέκτου του ισχυρισμού του ενάγοντος περί σιωπηρής αποδοχής εκ μέρους των δικαιοπαρόχων των εναγομένων της καταλήψεως των ενδίκων εκτάσεων από τους κοινόχρηστους χώρους που καθορίσθηκαν από το ρυμοτομικό σχέδιο, ο οποίος (ισχυρισμός) περιεχόταν στην αγωγή καθώς και στις προτάσεις του προς στήριξη της προβληθείσας από αυτόν ένστασης ιδίας κυριότητας στην αντίθετη από 8.6.1974 αναγνωριστική κυριότητας αγωγή των αντιδίκων του.

Ακολούθως η απόφαση αναιρέθηκε εξ’ ολοκλήρου και παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο (Εφετείο). Με την συμπροσβαλλομένη υπ’ αριθμ. 7277/1997 μη οριστική (προδικαστική) απόφαση του Εφετείου Αθηνών, διατάχθηκαν οι σχετικές με τον ανωτέρω ισχυρισμό, αποδείξεις και στη συνέχεια εκδόθηκε η προσβαλλομένη, υπ’ αριθμ. 2252/2007, οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή κατά την ως άνω βάση της και αναγνωρίστηκε ότι (και) το επίδικο ακίνητο των αναιρεσειόντων, εμβαδού 1746 τ.μ, αποτελεί τμήμα της οδού ...

του Δήμου Γλυφάδας, που είναι κοινόχρηστη από την έγκριση του πρώτου ρυμοτομικού σχεδίου, δηλαδή από το έτος 1922. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνονται οι ηττηθέντες αναιρεσείοντες-καλούντες με την ένδικη αίτηση αναίρεσης, η οποία με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια. Επειδή η παρ. 1 του άρθρου 1 του ΝΔ 690/7-8 Μαΐου 1948 "περί συμπληρώσεως των περί σχεδίου πόλεων διατάξεων ορίζει ότι "οι κοινόχρηστοι χώροι (πλατείαι, οδοί, άλση, κήποι κλπ), οι καθοριζόμενοι υπό τη μέχρι της ισχύος του παρόντος εγκριθέντων επισπεύσει των ιδιοκτητών ή των αναλαβόντων την εκμεττάλλευσιν των οικείων εκτάσεων σχεδίων ρυμοτομίας συνοικισμών, θεωρούνται περιελθόντες εις την κοινήν χρήσιν, από της εγκρίσεως του καθορίσαντος τούτου σχεδίου του οικισμού, είτε επεβλήθη εις τους ως άνω επισπεύσαντες την έγκρισιν η υποχρέωσις της παραιτήσεως αυτών από της κυριότητος, νομής και κατοχής των χώρων τούτων, ασχέτως αν εξεπληρώθη αύτη ή όχι, είτε δεν επεβλήθη μεν τοιαύτη υποχρέωσις, η επιδιωχθείσα όμως παρά τούτων έγκρισις του σχεδίου είχεν ως αναγκαίον, κατ’ αμάχητον τεκμήριον επακολούθημα την, κατ’ ελευθέραν βούλησιν αυτών, παραίτησίν των από της κυριότητος, νομής και κατοχής των υπό των ως άνω χώρων καταλαμβανομένων γηπέδων, άνευ της οποίας δεν ήτο δυνατή η έγκρισις του σχεδίου και η διάθεσις των υπό τούτου ορισθέντων οικοδομησίμων δι’ οιονδήποτε σκοπόν χώρων.

Οι ως άνω κοινόχρηστοι χώροι περιέρχονται εις την κοινήν χρήσιν ελεύθεροι παντός βάρους, υποθήκης ή προσημειώσεως, των τυχόν επί τούτων εγγεγραμμένων βαρών κλπ περιοριζομένων επί των λοιπών ακινήτων, των επισπευσάντων την έγκρισιν του σχεδίου". Κατά δε την παρ. 2 του άρθρου αυτού: "η προηγούμενη παράγραφος (1) ισχύει και δια τας συνεπεία μεταγενεστέρας τροποποιήσεως σχεδίου καθορισθέντας κοινόχρηστους χώρους καταλαμβάνοντας γήπεδα, ανήκοντα κατά τον χρόνο της τροποποιήσεως εις τους επισπεύσαντας την έγκρισιν του σχεδίου, εφ’ όσον η τροποποίησις εγένετο τη αιτήσει αυτών ή άλλως εγένετο αποδεκτή καθ’ οιονδήποτε τρόπον, έστω και σιωπηρώς, μη εκδηλωθείσης εγγράφως μέχρι της ισχύος του παρόντος οιασδήποτε αντιθέσεως ή επιφυλάξεως τούτων.

Εν τη περιπτώσει της παρούσης παραγράφου, οι τυχόν, εκ της τροποποιήσεως, καταργούμενοι κοινόχρηστοι χώροι, καθιστάμενοι οικοδομήσιμοι περιέρχονται εις την κυριότητα, νομήν και κατοχήν των επισπευσάντων την έγκρισιν του σχεδίου, καθό ποσόν δεν υπερβαίνουν το εμβαδόν των κατά το προηγούμενον εδάφιον καθισταμένων δια της τροποποιήσεως κοινοχρήστων".

Και κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου του ως άνω νόμου "αι διατάξεις των παρ. 1 και 2 δεν ισχύουν εάν οι κοινόχρηστοι χώροι καταλαμβάνουν ακίνητα, μη ανήκοντα εις τους επισπεύσαντας την έγκρισιν του σχεδίου δια την αποζημίωσιν των οποίων, ως προς το αναλογούν εις τους δήμους και τας κοινότητας μέρος, υπόχρεοι ορίζονται οι επισπεύσαντες την έγκρισιν του σχεδίου".

Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των επόμενων παρ. 6 και 8 του ίδιου άρθρου του νόμου αυτού (690/1948), καθώς και των άρθρων 2 παρ. 1 εδ. α’ , 3 παρ. 2 και παρ. 1 και 2 του ΝΔ της 17 Ιουλίου/16 Αυγούστου 1923 "περί σχεδίου πόλεων και συνοικισμών του Κράτους και οικοδομής αυτών", ενόψει και του σκοπού των διατάξεων τούτων του Ν. 690/1948, που απέβλεψαν στην εξασφάλιση της εφαρμογής του σχεδίου ρυμοτομίας, χωρίς δαπάνες για τους κοινόχρηστους χώρους, με την εθελοντική παραχώρηση των αναγκαίων προς τούτο γηπέδων από τους ιδιοκτήτες τους, ανάγονται τα ακόλουθα:

Οι ιδιοκτήτες εδαφικών εκτάσεων που καταλαμβάνονται από τα σχέδια ρυμοτομίας των συνοικισμών που εγκρίθηκαν μέχρι την ισχύ του Ν.690/1948 ως κοινόχρηστοι χώροι (δηλαδή ως πλατείες, δρόμοι, άλση, κήποι κλπ του οικισμού), οι οποίοι και επιδίωξαν την έγκριση του σχεδίου ρυμοτομίας και ήταν τότε ιδιοκτήτες των εκτάσεων αυτών, θεωρούνται "κατ’ αμάχητον τεκμήριον", ότι παραιτήθηκαν από την κυριότητα νομή και κατοχή τους και από οποιοδήποτε δικαίωμά τους γενικώς επί των εδαφικών αυτών εκτάσεων, με τη θέλησή τους, ώστε να επιτύχουν, με την έγκριση και την εφαρμογή του σχεδίου τη διαίρεση των υπολοίπων εκτάσεών τους σε οικόπεδα οικοδομήσιμα και τη διάθεσή τους.

Οι εδαφικές αυτές εκτάσεις, τις οποίες το σχέδιο της ρυμοτομίας καθόρισε ως κοινόχρηστους χώρους, θεωρούνται ότι περιήλθαν στην προβλεπόμενη από το σχέδιο της ρυμοτομίας κοινή χρήση, αφότου αυτό εγκρίθηκε. Τα ίδια ισχύουν και στην περίπτωση, κατά την οποία με ένα σχέδιο ρυμοτομίας οικισμού, είτε αρχικού, είτε τροποποιητικού του προηγουμένου καθορίζονται κοινόχρηστοι χώροι, οι οποίοι καταλαμβάνουν γήπεδα, τα οποία ανήκουν σε αυτούς που επιδίωξαν την έγκριση ή ζήτησαν την τροποποίηση του σχεδίου ή τουλάχιστον την αποδέχτηκαν οποτεδήποτε, έστω και σιωπηρώς, χωρίς να εκδηλώσουν, εγγράφως, οποιαδήποτε αντίθεσή τους ή επιφύλαξή τους μέχρι την έναρξη ισχύος του ΝΔ 690/1948 (ΟλΑΠ 228/1983, ΟλΑΠ 1191/1981, ΑΠ 483/2010).

Εάν οι κοινόχρηστοι χώροι καταλαμβάνουν ακίνητα τα οποία δεν ανήκουν σε εκείνους που προέβησαν στην επίσπευση της εγκρίσεως του ρυμοτομικού σχεδίου, ούτε την αποδέχτηκαν οποτεδήποτε, έστω και σιωπηρώς, δεν έχει εφαρμογή το τεκμήριο της παραιτήσεως. Επομένως, εάν εγκριθεί το σχέδιο, γίνεται η κήρυξη αναγκαστικής απαλλοτριώσεως των ακινήτων αυτών, η συντέλεση όμως και αυτής επέρχεται με την καταβολή ή κατάθεση της αποζημιώσεως (ΟλΑΠ 1108/1981).

Εξάλλου κατά τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία, από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή (ΑΠ 2201/2013).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που, ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Τέλος, κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει έλλειψη νομίμου βάσεως, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το διατακτικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθά ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Ως ζητήματα δε, σε σχέση με τα οποία η έλλειψη ή αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή, στη θεμελίωση, την κατάλυση ή την παρακώλυση του ασκούμενου δικαιώματος, όπως είναι τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή κάποιας καταλυτικής ή παρακωλυτικής ένστασης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των ενώπιόν του, νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ’ ανέλεγκτη κρίση, ως προς την ουσία της υποθέσεως τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Ο Π.

Κ., ο οποίος ήταν, αναμφισβήτητα, κύριος κτήματος στη Γλυφάδα Αττικής, εκτάσεως 36.000 στρεμμάτων, με το νόμιμα μεταγεγραμμένο υπ’ αριθμ. .../1920 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Ι.Οικονομόπουλου, μεταβίβασε το ήμισυ εξ αδιαιρέτου του κτήματος αυτού στους Ι.Ζ., Δ.Ζ., Κ.Β. και Ν.Γ. και μαζί με αυτούς ο πωλητής απετέλεσε την έκτοτε αποκαλούμενη "συνιδιοκτησία Γλυφάδας".

Στο κτήμα αυτό, ως καλλιεργητές του, εργάζονταν οι Χ.Π., Ι.Ν., Ι. Μ., Σ.Σ., Π.Π. Γ.Σ., Ν.Δ. και Π.Τ., προς τους οποίους οι ως άνω συνιδιοκτήτες, πώλησαν, προς γεωργική τους αποκατάσταση, με το νόμιμα μεταγεγραμμένο υπ’ αριθμ. .../24.3.1921 συμβόλαιο, του συμβ/φου Αθηνών Β.Μπόσδα, έκταση 60 στρεμμάτων από την προαναφερθείσα μείζονα, που βρισκόταν στη θέση "Πυρναρή" Γλυφάδας.

Μέσα στην έκταση αυτή υπήρχαν το κτίριο που χρησιμοποιούσε ως κατοικία του ίδιου και της οικογένειάς του ο επιστάτης των πωλητών, καθώς και αποθήκες, ενώ συμφωνήθηκε με το ως άνω συμβόλαιο να παραμείνει στην κυριότητα της ανωτέρω "συνιδιοκτησίας" η εδαφική έκταση που καταλαμβάνουν τα κτίσματα αυτά. Από την περιγραφή του ακινήτου των 60 στρεμμάτων, που γίνεται στο παραπάνω συμβόλαιο προκύπτει ότι μέσα στην έκταση αυτή υπήρχε "ρέμα", το οποίο κατά ένα μέρος ήταν καλλιεργήσιμο και κατά ένα μέρος βραχώδες και ακατάλληλο για καλλιέργεια και ότι στην περιοχή που βρισκόταν η έκταση αυτή είχε ήδη σχηματισθεί συνοικισμός.

Το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Αθηναίων, στον οποίο υπαγόταν η δημιουργηθείσα το 1926 Κοινότητα Γλυφάδας και στη συνέχεια ο από το 1943 υφιστάμενος και σήμερα Δήμος Γλυφάδας, στις 10.2.1922, με την υπ’ αριθμ. .../1922 πράξη του, προέβη στην έγκριση ιδρύσεως συνοικισμού με την επωνυμία "Συνοικισμός Ευρυάλης", ο οποίος βρίσκεται στη θέση "Πυρναρή" Γλυφάδας, με βάση το προσαρτημένο στην παραπάνω πράξη διάγραμμα και αποτελείται από 114 τετράγωνα.

Το ρυμοτομικό αυτό σχέδιο του ανωτέρω συνοικισμού εγκρίθηκε με το από 28.4.1922 Β.Δ/γμα, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 64Α/2.5.1922. Η ως άνω "συνιδιοκτησία" του μείζονος αγροκτήματος "Πυρναρή Γλυφάδας", μεριμνούσε και ενεργούσε για την υπαγωγή της μείζονος περιοχής σε εγκεκριμένο ρυμοτομικό, σχέδιο τουλάχιστον ένα έτος πριν από την κατάρτιση του ως άνω υπ’ αριθμ. .../24.3.1921 συμβολαίου, με το οποίο μεταβιβάστηκε στους "καλλιεργητές" το ευρισκόμενο μέσα στο μείζον ως άνω αγρόκτημα, αλλά και στην περιοχή του ανωτέρω συνοικισμού τετράπλευρο γήπεδο των εξήντα (60) στρεμμάτων.

Το συνεχές και μάλιστα από πολλών ετών υφιστάμενο και αδιάκοπο ενδιαφέρον της "συνιδιοκτησίας" για τη δημιουργία του εν λόγου συνοικισμού στην ευρύτερη μείζονα περιοχή της Γλυφάδας, αποδεικνύεται από το γεγονός ότι μέσα σε 19 ημέρες από την έκδοση της ως άνω εγκριτικής πράξεως του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Αθηναίων, η "συνιδιοκτησία" του αγροκτήματος "Πυρναρή Γλυφάδας", με το νόμιμα μεταγεγραμμένο υπ’ αριθμ. .../3.3.1922 συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Ιωάννη Οικονομόπουλου, παραχώρησε δωρεάν στο Δήμο Αθηναίων, όλες τις εκτάσεις, τις προβλεπόμενες από την προαναφερθείσα Δημοτική Πράξη και το προσαρτημένο σ’ αυτή διάγραμμα να χρησιμεύσουν ως χώροι κοινής χρήσεως και κοινής ωφέλειας και χαρακτηριζόμενες από το εγκεκριμένο εκ μέρους του Δημοτικού Συμβουλίου ρυμοτομικό σχέδιο ως πρασιές, πλατείες κλπ και άλλες εκτάσεις, μεταξύ των οποίων και οι εκτάσεις που προορίζονται για τη δημιουργία δρόμων οιουδήποτε εύρους και οι αποτελούντες αυτήν "συνιδιοκτησία" (Π.

Κ., Ι. Ζ., Κ. Β., Δ. Ζ. και Ν. Γ.) δήλωσαν, ότι δεν έχουν οποιαδήποτε απαίτηση αποζημίωσης για τις καταλαμβανόμενες από κοινόχρηστους χώρους παραπάνω εκτάσεις και αν αυτές έχουν πωληθεί σε τρίτους αναλαμβάνουν να αποζημιώσουν τους τελευταίους, στη συνέχεια δε και προφανώς κατόπιν δικών τους ενεργειών επισπεύσθηκε η έκδοση και δημοσίευση, κατά τα προαναφερθέντα, του ρυμοτομικού σχεδίου του εν λόγω συνοικισμού Β.Δ/τος.

Περαιτέρω το Εφετείο δέχεται ότι οι ανωτέρω οκτώ (8) καλλιεργητές, με τα νόμιμα μεταγεγραμμένα υπ’ αριθμ. .../7.1.1922 και .../3.3.1922 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικ.Αναστασάκη, προέβησαν στην εξώδικη διανομή του ως άνω κτήματος των 60 στρεμμάτων, από τα οποία, καθένας από τους κοινωνούς έλαβε τα περιγραφόμενα στα συμβόλαια αυτά τεμάχια, τα οποία απεικονίζονται στο συνημμένο στο πρώτο από αυτά τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Ξ.Τ.

και αναφέρονται κατ’ έκταση και όρια στην προσβαλλόμενη απόφαση. Με το δεύτερο από τα συμβόλαια αυτά (.../3.3.1922), οι πιο πάνω οκτώ καλλιεργητές, πώλησαν στον παριστάμενο κατά την κατάρτιση των ανωτέρω συμβολαίων δικηγόρο τους Κ. Ξ. (άμεσο δικαιοπάροχο της αρχικής εναγομένης Μ. Π.) το εμφανιζόμενο στο ως άνω διάγραμμα του μηχανικού Ξ.Τ., υπό στοιχείο ΚΞ οικόπεδο, του υπό στοιχείο ΥΙΙΙ εδαφικού τεμαχίου, εκτάσεως 2397 τμ., αντί τιμήματος ποσού 4500 δραχμών, στο οποίο αποτιμήθηκαν οι προαναφερθείσες υπηρεσίες του εν λόγω αγοραστή.

Τμήματα των ακινήτων που προέκυψαν από τη διανομή και την πώληση, τα οποία ειδικότερα περιγράφονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ανήκουν σε κοινόχρηστες εκτάσεις, σύμφωνα με το αρχικό ρυμοτομικό σχέδιο του συνοικισμού Ευρυάλης Γλυφάδας, που εγκρίθηκε με το ανωτέρω από 28.4.1922 Β.Δ/γμα και επεκτάθηκε αργότερα με τα από 30.7.1925 και 11.9.1926 Π.Δ/γματα (ΦΕΚ 203 Α/31.7.1925 και 353Α/7.10.1926) και συγκεκριμένα αποτελούν εδαφικά τμήματα της χαρακτηρισμένης από το εν λόγω εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο Συνοικισμού της Ευρυάλης Γλυφάδας (όπως επεκτάθηκε αργότερα, ήτοι με τα ως άνω ρυμοτομικά δ/γματα των ετών 1925 και 1926, καθώς και με το από 16.11.1934 Β.Δ/γμα), κοινόχρηστης οδού ... .

Η οδός αυτή, όπως δέχεται το Εφετείο, προέκυψε από την εκ μέρους του Δήμου Γλυφάδας, αλλά και των δικαιοπαρόχων των εφεσιβλήτων σταδιακή επιχωμάτωση του ακαλλιέργητου, αλλά και καλλιεργησίμου τμήματος του αναφερομένου στο ανωτέρω υπ’ αριθμ. .../24.3.1921 συμβόλαιο ρέματος η οποία (επιχωμάτωση) ολοκληρώθηκε κατά το έτος 1971.

Ειδικότερα το επίδικο ακίνητο, που ενδιαφέρει στην προκειμένη περίπτωση, ήτοι το τμήμα των 1746 τ.μ. (από την πωληθείσα στον Κ. Ξ. ως άνω έκταση των 2397 τμ) βρίσκεται στο μέσο περίπου της οδού ..., η οποία ορίζεται ανατολικά με οδό Δικαίου, δυτικά με έκταση διεκδικούμενη από τους κληρονόμους του Χ. Π. και βορείως και νοτίως, με την οδό ....

Περαιτέρω το Εφετείο δέχεται ότι, από τα αναφερόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά στοιχεία και κυρίως από τη σπουδή των καλλιεργητών να διεκδικήσουν τη γεωργική τους αποκατάσταση, κατά το έτος 1921, ήτοι κατά χρόνο που είχε αρχίσει ήδη η "συνιδιοκτησία", του μείζονος αγροκτήματος Ευρυάλης, τις ενέργειες για τη δημιουργία του επίδικου συνοικισμού και την έγκριση του ρυμοτομικού του σχεδίου, το γεγονός ότι οι περισσότεροι από τους καλλιεργητές αρχικά και όλοι μεταγενεστέρως και, συνεπώς, οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εφεσιβλήτων, οι οποίοι, εκτός από τις αγροτικές υπηρεσίες που προσέφεραν στη "συνιδιοκτησία", ήσαν "γεωργοκτηματίες", όπως οι ίδιοι δήλωναν κατά την κατάρτιση των ανωτέρω συμβολαιογραφικών εγγράφων και των περιεχομένων σ’ αυτά δικαιοπραξιών και συνεπώς ήταν φυσιολογικό να επιδεικνύουν ενδιαφέρον, να παρακολουθούν εκ του πλησίον όσα συνέβαιναν και είχαν σύνδεσμο με την αξία των κτημάτων που τους ανήκαν, τα οποία είχαν αποκτήσει τόσο πριν όσο και μετά την εκ μέρους τους "αγορά" του κτήματος των 60 στρεμμάτων, το οποίο βρισκόταν μέσα στην ευρύτερη περιοχή του τελούντος υπό έγκριση ρυμοτομικού σχεδίου του εν λόγω συνοικισμού και να πληροφορούνται και ως εκ τούτου να γνωρίζουν, τόσο από το νομικό τους παραστάτη Κ.

Ξ., του οποίου οι υπηρεσίες υπήρξαν σημαντικές, όπως συνάγεται, τηρουμένων των αναλογιών, από την προαναφερόμενη και καταβληθείσα εις είδος αμοιβή του, όσο και από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Δήμου Αθηναίων και μετέπειτα Κοινότητας και Δήμου Γλυφάδας, την εξέλιξη της πρωτοβουλίας της "συνιδιοκτησίας" για την έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου, σύμφωνα με την προαναφερθείσα υπ’ αριθμ. .../10.2.1922 πράξη του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Αθηναίων, που αποδέχθηκε την αίτηση της πρώτης και τέλος από τη συνολική, κατά τα ανωτέρω, συμπεριφορά των δικαιοπαρόχων των εφεσιβλήτων, το Εφετείο εξετίμησε ότι οι προαναφερόμενοι καλλιεργητές, αλλά και ο δικηγόρος τους Κ.

Ξ. α)γνώριζαν ήδη από έτους και πλέον, πριν από την κατάρτιση του υπ’ αριθμ. .../1921 συμβολαίου, ότι τα αποτελούντα τη "συνιδιοκτησία" προαναφερόμενα φυσικά πρόσωπα (και οι δικαιοπάροχοί τους) ενεργούσαν και επέσπευσαν την υπαγωγή της επίδικης περιοχής σε εγκεκριμένο σχέδιο ρυμοτομίας και ότι η έκταση, η οποία εμφανίζεται στο διάγραμμα του μηχανικού Ξ.Τ., να αποτελεί τα επίδικα οικόπεδα, καταλαμβάνει και τμήματα του ρέματος, που προβλεπόταν από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο να εξελιχθεί στην κοινόχρηστη οδό ...

και β)παρακολουθούσαν την εξέλιξη της εγκρίσεως του ρυμοτομικού σχεδίου, λόγω ενδιαφέροντος αυτών για την υπαγωγή των κτημάτων στο ρυμοτομικό σχέδιο και, συνεπώς, για την αύξηση της περιουσίας τους, συνεπεία της αυξήσεως της αξίας αυτών. Η γνώση των εν λόγω καλλιεργητών και του ως άνω δικηγόρου τους για τις ενέργειες της "συνιδιοκτησίας" και την πορεία της έγκρισης του ρυμοτομικού σχεδίου του Συνοικισμού Ευρυάλης Γλυφάδας, συνάγεται, εξάλλου, και από το γεγονός ότι αν και κατείχαν το από 29-4-1922 προαναφερόμενο διάγραμμα του Ξ.

Τ., με το οποίο επιχειρήθηκε η διανομή της έκτασης των 60 στρεμμάτων σε οικόπεδα με τη δημιουργία δρόμων και άλλων κοινοχρήστων χώρων (πλατείες, οδοί κλπ), εν τούτοις ουδέποτε προχώρησαν στη διαδικασία εγκρίσεως ρυμοτομικού σχεδίου, σύμφωνα με το παραπάνω σχεδιάγραμμα, αφού μια τέτοια ενέργειά τους, θα εύρισκε εμπόδια στην ήδη "από πολλού χρόνου" εκκρεμούσα στο Δήμο Αθηναίων αίτηση της "συνιδιοκτησίας", για την υπαγωγή της περιοχής στο ρυμοτομικό σχέδιο, η οποία μάλιστα κατά τον προαναφερόμενο χρόνο (29.4.1922) είχε ήδη γίνει αποδεκτή με την υπ’ αριθμ. .../10.2.1922 πράξη του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Αθηναίων.

Περαιτέρω οι ανωτέρω καλλιεργητές, καθώς και ο δικηγόρος τους Κ. Ξ., αν και το εγκεκριμένο, από το έτος 1922, ρυμοτομικό σχέδιο, ήταν σε αυτούς γνωστό από το έτος αυτό και δημιουργούσε εν μέρει δυσμενές για τα συμφέροντά τους καθεστώς, δηλαδή εμφάνιζε τα επίδικα οικόπεδά τους να αποτελούν τμήματα κοινόχρηστου χώρου, σταθμίζοντας προφανώς ότι από την ένταξη της υπόλοιπης έκτασης των 60 στρεμμάτων στο ρυμοτομικό σχέδιο, τα γενικότερα συμφέροντά τους εξυπηρετούνται με περισσότερο ενδεδειγμένο και ευνοϊκό τρόπο, ουδέποτε εκδήλωσαν εγγράφως οποιαδήποτε επιφύλαξη ή αντίθεσή τους, ούτε διαμαρτυρήθηκαν για τη ρυμοτόμηση της επίδικης έκτασης, έως και την έναρξη ισχύος του Ν.Δ/τος 690/1948, ήτοι έως και την 8.5.1948 (άρθρο 5 του Ν.Δ/τος και 133/Α/8.5.1948 ΦΕΚ) και αποδέχθηκαν με τον τρόπο αυτό, έστω και σιωπηρώς, ότι οι προαναφερόμενες εδαφικές εκτάσεις, που φέρονται να ανήκουν με το διάγραμμα του Ξ.Τ.

στα οικόπεδά τους, ουσιαστικά, αλλά και τυπικά ανήκουν σε κοινόχρηστο χώρο, δηλαδή στην οδό ... . Επομένως ισχύει και για αυτούς και τους διαδόχους τους το τεκμήριο "παραιτήσεώς" τους από το δικαίωμα κυριότητας επί των επιδίκων εκτάσεων, του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν.Δ/τος 690/1948, με αποτέλεσμα από τη δημοσίευση του εν λόγω Β.Δ/τος, με το οποίο εγκρίθηκε το ρυμοτομικό σχέδιο της εν λόγω περιοχής, ήτοι από 2.5.1922, η κυριότητα της εν λόγω οδού ...

να περιέλθει αυτοδικαίως και χωρίς ανάγκη άλλης διαδικασίας στο Δήμο Αθηναίων και αργότερα από τη σύσταση του Δήμου Γλυφάδας στον τελευταίο, έστω και αν κύριοι της επίδικης έκτασης δεν ήσαν εκείνοι που επέσπευσαν την έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι αποδείχθηκε η σχετική βάση της αγωγής του ενάγοντος Δήμου Γλυφάδας περί σιωπηρής αποδοχής (και) από τον ως άνω δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων της καταλήψεως της επίδικης έκτασης των 1746 τ.μ.

που ενδιαφέρει στην προκειμένη περίπτωση, από τον κοινόχρηστο χώρο (οδό) και στη συνέχεια, κατά παραδοχή της εφέσεως του Δήμου Γλυφάδας, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, δέχθηκε ως κατ’ ουσίαν βάσιμη την αγωγή του τελευταίου (η οποία είχε απορριφθεί πρωτοδίκως) και αναγνώρισε ότι και η ως άνω επίδικη έκταση των 1746 τ.μ.

των αναιρεσειόντων, αποτελεί τμήμα της κοινόχρηστης οδού ... του Δήμου Γλυφάδας. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του ΝΔ 690/7.8 Μαΐου 1948, ενόψει του ότι στην απόφασή του, υπάρχει νομική ακολουθία, μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτή και υπήχθηκαν στις εν λόγω διατάξεις, όπως η έννοια αυτών αναλύθηκε στις προαναφερθείσες σχετικές νομικές σκέψεις και του συμπεράσματος του δικανικού της συλλογισμού.

Ειδικότερα υπό τα ως άνω γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά συνέτρεχε στο πρόσωπο των δικαιοπαρόχων των εφεσιβλήτων-αναιρεσειόντων, λόγω της σιωπηρής από αυτούς αποδοχής της καταλήψεως των αναφερομένων στο σχεδιάγραμμα του Ξ.Τ. εδαφικών εκτάσεων από το ρυμοτομικό σχέδιο, το "τεκμήριο" του άρθρου 1 παρ. 1 του προδιαληφθέντος ΝΔ περί παραιτήσεώς τους από το δικαίωμα κυριότητας των επιδίκων εκτάσεων, με αποτέλεσμα από της εγκρίσεως του ρυμοτομικού σχεδίου (2.5.1992) η κυριότητα της περιλαμβάνουσας και το επίδικο, οδού ...

να περιέλθει αυτοδίκαια και χωρίς ανάγκη άλλης διαδικασίας, στο Δήμο Αθηναίων και αργότερα από τη σύσταση του αναιρεσίβλητου Δήμου Γλυφάδας στον τελευταίο. Επομένως οι περί του αντιθέτου και από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αιτιάσεις των τέταρτου, πέμπτου κατά το πρώτο και τρίτο μέρος του (τρίτο σκέλος) και έκτου κατά το δεύτερο μέρος του, λόγων της αναίρεσης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες.

Περαιτέρω με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ’ αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της σιωπηρής αποδοχής από τους δικαιοπαρόχους των αναιρεσειόντων της καταλήψεως της επίδικης έκτασης από το ρυμοτομικό σχέδιο, οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των προδιαληφθεισών διατάξεων.

Ενόψει τούτων οι από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αιτιάσεις του πέμπτου, κατά το πρώτο και τρίτο μέρος του (τέταρτο σκέλος) και έκτου κατά το τρίτο μέρος του, λόγων της αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες.

Επειδή κατά το άρθρο 580 παρ. 4 ΚΠολΔικ, οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των Τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν.

Συνεπώς είναι δεσμευτικές και για τον ίδιο τον Άρειο Πάγο, αν επανέλθει σ’ αυτόν η υπόθεση, ύστερα από νέα αναίρεση κατά της απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής. Ως νομικά δε ζητήματα θεωρούνται όχι μόνο τα αναγόμενα στο ουσιαστικό δίκαιο, αλλά και αυτά που ανάγονται στο δικονομικό δίκαιο, όπως τούτο προκύπτει τόσο από την αδιάστικτη διατύπωση της διάταξης, όσο και από το ότι η παραπομπή διατάσσεται σε περίπτωση αναίρεσης για παράβαση όχι μόνο του ουσιαστικού, αλλά και του δικονομικού δικαίου.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως έχει ήδη αναφερθεί, με την ως άνω υπ’ αριθμ. 163/1995 απόφαση του Αρείου Πάγου έγινε δεκτό, ότι η από 20-8-1974 αγωγή του αναιρεσίβλητου Δήμου, περιείχε (και) βάση σιωπηρής αποδοχής από τους δικαιοπαρόχους των εναγομένων της κατάληψης των επιδίκων γηπέδων τους με το ρυμοτομικό σχέδιο και κατά παραδοχή του από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ (τρίτου) λόγου αναίρεσης του τότε αναιρεσείοντος Δήμου Γλυφάδας, αναίρεσε την υπ’ αριθμ. 9790/1989 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο είχε απορρίψει τη βάση αυτή ως απαράδεκτη και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, για να εξετασθεί η αγωγή ως προς τη βάση της αυτή.

Το Εφετείο, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, ως δικαστήριο της παραπομπής, δεσμευόταν ως προς το ορισμένο και νόμιμο της αγωγής αναφορικά με την ανωτέρω βάση της, το οποίο αναγκαίως κρίθηκε με την ως άνω απόφαση του Αρείου Πάγου. Ενόψει τούτων ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, που αποδίδει πλημμέλεια από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, γιατί το Εφετείο δεν απέρριψε τόσο με την συμπροσβαλλομένη υπ’ αριθμ. 7277/1997 μη οριστική απόφασή του, όσο και με την προσβαλλομένη υπ’ αριθμ. 2252/2007 οριστική απόφασή του την αγωγή λόγω αοριστίας (και συνακόλουθα την έφεση), δεδομένου ότι δεν γινόταν, σ’ αυτή, καμία αναφορά για σιωπηρή αποδοχή εκ μέρους του απώτατου δικαιοπαρόχου τους Κ.

Ξ., της κατάληψης της επίδικης έκτασης, από τους κοινόχρηστους χώρους, που καθορίζονται με το ρυμοτομικό σχέδιο είναι απαράδεκτος, γιατί το Εφετείο, δεσμευόμενο από την ως άνω απόφαση του Αρείου Πάγου, δεν μπορούσε να εξετάσει το ορισμένο και νόμιμο της αγωγής ως προς την ανωτέρω βάση της. Προσέτι όμως ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔικ, γιατί όπως προκύπτει από την επισκόπηση των από 27.3.1997 και 10.1.2007 προτάσεων των αναιρεσειόντων, που υπέβαλλαν, αντιστοίχως, κατά τις συζητήσεις μετά τις οποίες εκδόθηκαν οι ανωτέρω αποφάσεις, αυτοί δεν προέβαλαν συγκεκριμένο ισχυρισμό περί (νομικής) αοριστίας της αγωγής, ως προς την ανωτέρω βάση της, αλλά απλώς, ανέφεραν, προς υποστήριξη των απόψεών τους περί του ουσιαστικώς αβασίμου της εν λόγω βάσεως της αγωγής, ότι σ’ αυτή γίνεται αναφορά (περί σιωπηρής αποδοχής) εκ μέρους μόνο των "οκτώ καλλιεργητών" και όχι και του απώτατου δικαιοπαρόχου τους Κ.Ξ., ο οποίος και δεν υπήρξε "καλλιεργητής".

Πρέπει λοιπόν ο λόγος αυτός (δεύτερος), κατά το ερευνώμενο πρώτο μέρος του, να απορριφθεί.

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 324 ΚΠολΔικ δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα ίδια πραγματικά περιστατικά που συγκρότησαν την ιστορική βάση της πρώτης αγωγής και με την ίδια νομική διάταξη στηρίζουν και τη μεταγενέστερη αγωγή, ενώ η ταυτότητα της νομικής αιτίας προϋποθέτει θεμελίωση και των δύο αγωγών στο ίδιο νομικό γεγονός (νομικό κανόνα) που αφορά τη συγκεκριμένη έννομη σχέση.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως και κατά το πρώτο, δεύτερο και πέμπτο μέρος του, που, κατά τα εκτιθέμενα σ’ αυτόν, αποδίδει πλημμέλεια από τη διάταξη του αριθμού 8 εδ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ (και όχι και των επικαλουμένων διατάξεων των αρ. 16 και 11γ του ίδιου άρθρου) η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη το δεδικασμένο που απέρρεε από την υπ’ αριθμ. 3098/1993 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ενώ στη συνέχεια με το τρίτο μέρος του ίδιου λόγου, που αποδίδει πλημμέλεια από τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, η προσβαλλομένη απόφαση, σιωπηρά απέρριψε τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί κηρύξεως απαραδέκτου της αγωγής (και της εφέσεως), λόγω υπάρξεως δεδικασμένου από την ως άνω απόφαση.

Οι λόγοι αυτοί, ανεξάρτητα από την μεταξύ τους αντιφατικότητα, αφού ο επίμαχος ισχυρισμός που είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 1020/2013, ΟλΑΠ 834/2013) δεν μπορεί να μη λήφθηκε υπόψη και συγχρόνως να λήφθηκε υπόψη και να απορρίφθηκε, είναι σε κάθε περίπτωση αβάσιμοι, γιατί υπό τα επικαλούμενα από τους αναιρεσείοντες περιστατικά δεν υφίσταται δεδικασμένο, που να εμποδίζει την εξέταση της υπό κρίση διαφοράς, από την υπ’ αριθμ. 3098/1993 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η από 2.4.1991 αγωγή της απώτερης δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων Σ.

Χ., για ανάκληση της απαλλοτρίωσης της επίδικης έκτασης των 1746 τμ, λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής από τον υπόχρεο εναγόμενο Δήμο Γλυφάδας της προσδιορισθείσας οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως. Με την απόφαση αυτή, όπως οι αναιρεσείοντες διατείνονται (και προκύπτει και από το προσκομιζόμενο αντίγραφό της), απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμος ο ισχυρισμός του τότε εναγομένου Δήμου Γλυφάδας, ότι το απαλλοτριωθέν ακίνητο ανήκει, ως κοινόχρηστος χώρος, στην ιδιοκτησία του, ο οποίος είχε αφεθεί από τους αρχικούς ιδιοκτήτες, μαζί με άλλα ακίνητα αμέσως μετά την επέκταση στην περιοχή, τον Μάιο του 1922, του Σχεδίου Πόλεως.

Ειδικότερα ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε ως αβάσιμος "γιατί οι αρχικοί ιδιοκτήτες Π. Κ., Ι. Ζ., Κ. Β., Δ. Ζ. και Ν. Γ. πριν ενταχθεί η περιοχή στο σχέδιο πόλεως είχαν πωλήσει το επίδικο, μαζί με άλλα ακίνητα, στους δικαιοπαρόχους της Μ. Π. και συνεπώς η συμφωνία αυτών μετά του τότε Δήμαρχου Αθηναίων, ότι τα ακίνητα που θα καταλαμβάνονται υπό των οδών και κοινοχρήστων χώρων θα βαρύνουν τους ίδιους, δεν μπορεί να περιλαμβάνει και το επίδικο, από το οποίο προηγουμένως είχαν αποξενωθεί.

Επίσης καμία δέσμευση δεν συνεπάγεται για τη Μ. Π. και τους δικαιοπαρόχους της και συνακόλουθα και για την ήδη ενάγουσα, το γεγονός ότι οι ανωτέρω συνιδιοκτήτες είχαν αναλάβει έναντι του Δήμου να αποζημιώσουν τους τρίτους, των οποίων τα ακίνητα θα καταλαμβάνονταν υπό κοινοχρήστων χώρων με την ένταξη της περιοχής στο σχέδιο πόλεως".

Από τα ανωτέρω, που δέχθηκε η υπ’ αριθμ. 3098/1993 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι δεν υφίσταται από αυτή δεδικασμένο για την υπό κρίση διαφορά, γιατί δεν υπάρχει ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας μεταξύ των δύο δικών, αφού ο ανωτέρω ισχυρισμός του Δήμου Γλυφάδας, που προτάθηκε στη δίκη της ανάκλησης απαλλοτρίωσης και εξετάστηκε από το δικαστήριο (Εφετείο), αναφερόταν στην πιο πάνω συμφωνία μεταξύ αυτού (Δήμου Γλυφάδας) και των ιδιοκτητών της μείζονος έκτασης των 36000 τμ Π.

Κ., Ι. Ζ., Κ. Β., Δ. Ζ. και Ν. Γ., η οποία (συμφωνία) δεν αφορούσε και δεν δέσμευε την τότε ενάγουσα (στη δίκη για την ανάκληση της απαλλοτρίωσης) Σ. Χ.. Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός (πρώτος) κατά τα ερευνώμενα μέρη του (πρώτο, δεύτερο, τρίτο και πέμπτο) πρέπει να απορριφθεί, ενώ η αιτίαση του ίδιου λόγου (πέμπτο μέρος-δεύτερο σκέλος) με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση χωρίς διατύπωση επικουρικότητας η από τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της παραπάνω υπ’ αριθμ. 3098/1993 απόφασης, είναι απαράδεκτη, αφενός μεν, ως αντιφατική, προς τις παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 8 εδ. 11γ και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αιτιάσεις, αφετέρου δε γιατί, όπως προαναφέρθηκε από την επικαλούμενη απόφαση δεν προέκυπτε δεδικασμένο και συνακόλουθα δεν αφορούσε στην απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού, ήτοι ισχυρισμού που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης επηρεάζοντας το διατακτικό της αποφάσεως.

Επειδή κατά το άρθρο 558 αρ. 8 ΚΠολΔικ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης.

Ενόψει τούτων δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις, οι νομικές αναλύσεις, καθώς και τα επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Επίσης ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη περιστατικά προκύψαντα από τις αποδείξεις, όπως από τις καταθέσεις των μαρτύρων ή από την εκτίμηση των εγγράφων, μη διαλαμβανόμενα στην ιστορική βάση της αγωγής, εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της, ούτε αν εκθέτει περιστατικά εκ περισσού και ότι προς στήριξη του διατακτικού του.

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης και κατά το δεύτερο μέρος του, που, κατά τα εκτιθέμενα σ’ αυτόν αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια μόνο από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 8α του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, το Εφετείο δέχθηκε πράγματα ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, τα οποία δεν είχαν προταθεί και συγκεκριμένα δέχθηκε, ότι ο απώτατος δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων Κ.

Ξ. γνώριζε πως τα πρόσωπα που αποτελούσαν την "συνιδιοκτησία Γλυφάδας" ενεργούσαν και επέσπευσαν την υπαγωγή της επίδικης περιοχής σε εγκεκριμένο σχέδιο ρυμοτομίας και παρακολουθούσε την εξέλιξη της εγκρίσεως του ρυμοτομικού σχεδίου, λόγω του ενδιαφέροντός του για την υπαγωγή της περιοχής στο ρυμοτομικό σχέδιο, για την αύξηση της περιουσίας του συνεπεία της αυξήσεως των ακινήτων που θα του απέμεναν μετά την αφαίρεση του ρυμοτομουμένου ακινήτου, ενώ τέτοιος ισχυρισμός δεν είχε προταθεί από τον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο Δήμο Γλυφάδας.

Επίσης με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, που κατ’ εκτίμηση των όσων εκτίθενται σ’ αυτόν, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την ίδια από τη διάταξη του άρθρου 8 εδ. α’ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια, το Εφετείο έλαβε υπόψη, χωρίς τούτο να προταθεί ότι η "συνιδιοκτησία" δεν ήταν ολικώς τρίτη προς τις καταληφθείσες από τους κοινόχρηστους χώρους εκτάσεις, δεδομένου ότι μέσα στην έκταση των 60 στρεμμάτων, διατηρούσε και η ίδια δικαίωμα κυριότητας στο γήπεδο της επιστασίας, ενώ τέτοιος ισχυρισμός δεν προβλήθηκε από τον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο.

Με τον ίδιο πέμπτο λόγο της αναίρεσης και κατά το τρίτο μέρος του (πρώτο και δεύτερο σκέλος), που κατά τα εκτιθέμενα σ’ αυτόν αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση μόνο την από τη διάταξη του αριθμού 8 εδ. α’ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα από τους αναιρεσείοντες ισχυρισμό ότι το ακίνητό τους, κατά το μεγαλύτερο τμήμα του, καταλήφθηκε από το σχέδιο ρυμοτομίας και απέμειναν 181 τμ μη οικοδομήσιμα, προσκυρωτέα σε τρίτους και, κατά συνέπεια, η έγκριση του σχεδίου δεν ήταν επωφελής για τον δικαιοπάροχό τους και δεν εδικαιολογείτο παραίτηση από το δικαίωμα για διεκδίκησή του και ότι συνακόλουθα δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του Ν.Δ. 690/1948.

Οι δύο πρώτοι από τους παραπάνω λόγους (2ος-2ο μέρος και 5ος-2ο μέρος) είναι αβάσιμοι, γιατί τα επικαλούμενα σ’ αυτούς πραγματικά περιστατικά προέκυψαν, όπως από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ), από τις αποδείξεις και δεν επιφέρουν μεταβολή της βάσεως της αγωγής του αναιρεσιβλήτου και επομένως, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, δεν ιδρύουν τον ερευνώμενο από την διάταξη του αριθμού 8 εδ.

α’ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αναιρετικό λόγο. Ο τρίτος από τους παραπάνω λόγους (5ος - 3ο μέρος) είναι επίσης αβάσιμος, γιατί ο επικαλούμενος σ’ αυτόν ισχυρισμός, δεν συνιστά "πράγμα" κατά την εκτιθέμενη στη νομική σκέψη έννοια, αλλά επιχείρημα των αναιρεσειόντων που αντλήθηκε από τις αποδείξεις. Πέραν τούτου ο λόγος αυτός είναι και απαράδεκτος, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔικ, γιατί όπως προκύπτει από τις προτάσεις των αναιρεσειόντων, που αυτοί υπέβαλλαν κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, δεν είχαν (αυτοί) προβάλλει τον εν λόγω ισχυρισμό, κατά τρόπο ορισμένο στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά απλά ανέφεραν ότι η ιδιοκτησία του απώτατου δικαιοπαρόχου τους Κ.

Ξ. καταλαμβάνεται σχεδόν ολόκληρη από το Σχέδιο Πόλεως και δεν απομένει από αυτήν (ιδιοκτησία) υπόλοιπο, χωρίς περαιτέρω προσδιορισμό της καταληφθείσας (από το Σχέδιο Πόλεως) και εναπομείνασας έκτασης. Ενόψει τούτων οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν.

Επειδή κατά το άρθρο 261 εδ. β’ του ΚΠολΔικ "εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστήριο να κρίνει, σε συνδυασμό με τη γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋπόθεση για να συναγάγει το δικαστήριο της ουσίας, από τη γενική άρνηση του διαδίκου και το σύνολο των ισχυρισμών του, ομολογία για κάποιο πραγματικό ισχυρισμό, που αποτελεί στοιχείο της αγωγής ή της ένστασης, είναι η μη αμφισβήτηση του πραγματικού αυτού ισχυρισμού.

Επομένως αν δεν υπάρχει η ειδική αυτή αμφισβήτηση, η ύπαρξη της οποίας και μόνο ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, ο τρόπος ασκήσεως της διακριτικής αυτής ευχέρειας του δικαστηρίου, δηλαδή της ευχέρειάς του να συναγάγει ομολογία ή άρνηση του συγκεκριμένου ισχυρισμού, δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, γιατί αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων, ενώ δεν ελέγχεται επίσης αναιρετικά ο λόγος για τον οποίο ο διάδικος δεν μπόρεσε να αρνηθεί ειδικά τον ισχυρισμό (ΑΠ 1227/2010, ΑΠ 1203/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης και κατά το τέταρτο μέρος του, που κατ’ εκτίμηση των αναφερομένων σ’ αυτόν αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση, την από τη διάταξη του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αναιρετική πλημμέλεια το Εφετείο παρέλειψε να συναγάγει ομολογία, κατά το άρθρο 261 εδ.

β’ ΚΠολΔικ, περί υπάρξεως δεδικασμένου από την προαναφερθείσα υπ’ αριθμ. 3098/1993 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, λόγω μη αμφισβητήσεως τούτου από τον αναιρεσίβλητο. Ο λόγος αυτός (1ος - 4ο μέρος) κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη είναι αβάσιμος, αφού η ευχέρεια του δικαστηρίου να συναγάγει ή όχι ομολογία η άρνηση για τον μη αμφισβητηθέντα επίμαχο ισχυρισμό, ως αναγομένη σε εκτίμηση πραγμάτων, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ’ του ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει δικονομική πεποίθηση για τη βασιμότητα των λυσιτελών πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, δηλαδή εκείνων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 2/2008) οφείλει να λάβει υπόψη, τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο.

Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση του αποδεικτικού μέσου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του (Ολ.ΑΠ 23/2008). Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία, των, κατ’ είδος, αποδεικτικών, του άρθρου 339 ΚΠολΔικ, μέσων, που λήφθηκαν υπόψη (έγγραφα, πραγ/νη, μαρτυρικές καταθέσεις κλπ).

Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 2/2008) ή κατ’ άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (ΟλΑΠ 15/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 168/2014, ΑΠ 282/2014).

Εξάλλου ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο τη βαρύτητα που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση, δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 160/2014, ΑΠ 609/2013). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης και κατά το τέταρτο μέρος, που κατά τα εκτιθέμενα σ’ αυτόν, αποδίδει πλημμέλεια, από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι αναιρεσείοντες νόμιμα, μεταξύ άλλων επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, από τα οποία προέκυπτε το ουσία αβάσιμο της αγωγής του αναιρεσίβλητου και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη α)την από 15.6.1985 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Ε.

Μ. και β)το ΦΕΚ 203 τεύχος Α’ της 31.7.1925, στο οποίο δημοσιεύθηκε το από 30.7.1925 διάταγμα περί εγκρίσεως, επεκτάσεως, αρτιότητας των όρων δομήσεως των οικοπέδων στην Ευρυάλη Γλυφάδας. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί από την προσβαλλομένη απόφαση και ιδιαίτερα από την περιεχομένη σ’ αυτήν βεβαίωση (Φύλλο 13Β) ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, καθώς και η επίμαχη έκθεση πραγ/νης, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, όπου γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στα αποδεικτικά αυτά στοιχεία (για διάταγμα φύλλα 23β, 24α και για έκθεση πραγ/νης φύλλα 18β, 23β και 24α), δεν γεννιέται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη του προαναφερθέντος αποδεικτικού του πορίσματος.

Οι αιτιάσεις του ερευνώμενου λόγου ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε στα αποδεικτικά αυτά μέσα την βαρύτητα που οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι εκείνα έχουν, καθώς και ότι η διαφορετική εκτίμησή τους, σε συνδυασμό με τις λοιπές αποδείξεις, θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλομένης αποφάσεως, για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ.

Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός (πέμπτος - 4ο μέρος), πρέπει να απορριφθεί. Επειδή σύμφωνα με τη διάταξη του αριθμού 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ δημιουργείται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την αναιρετική απόφαση, το οποίο όπως έχει ήδη αναφερθεί μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό, είτε στο δικονομικό δίκαιο.

Ο λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν ακολούθησε, όσον αφορά το νομικό ζήτημα για το οποίο απαγγέλθηκε η αναίρεση, τη λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο, αν δε η απόφαση αναιρέθηκε λόγω παραβίασης κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, μη συμμόρφωση από το δικαστήριο της παραπομπής υπάρχει, όταν αυτό υιοθέτησε ως προς το νοηματικό περιεχόμενο του κανόνα αυτού εκδοχή ασυμβίβαστη, προς εκείνη στην οποία στηρίχθηκε η αναιρετική απόφαση, ενώ δεν υπάρχει μη συμμόρφωση, όταν το δικαστήριο της παραπομπής έδωσε λύση μη απτόμενη του νομικού ζητήματος, που έδωσε λαβή στην αναίρεση.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, με την υπ’ αριθμ. 165/1995 απόφαση του Αρείου Πάγου, αναιρέθηκε η υπ’ αριθμ. 9790/1989 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά παραδοχή του από τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ (τρίτου) αναιρετικού λόγου, γιατί το Εφετείο, παρά το νόμο, κήρυξε απαράδεκτο τον θεμελιωτικό της αγωγής (του αναιρεσίβλητου Δήμου) ισχυρισμό, περί σιωπηρής αποδοχής από τους δικαιοπαρόχους των αντιδίκων του (εναγομένων-αναιρεσειόντων) της καταλήψεως των επιδίκων ακινήτων από τους κοινόχρηστους χώρους, που δημιουργήθηκαν με το ρυμοτομικό σχέδιο.

Οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης και κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου του αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση (2252/2007) την αναιρετική πλημμέλεια της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, γιατί το Εφετείο με το να δεχθεί ότι το επίδικο ακίνητο των 1746 τ.μ. αποτελεί τμήμα της οδού ..., ενήργησε "καθ’ υπέρβαση της απόφασης του Αρείου Πάγου", αφού σύμφωνα με αυτή "είχε δικαιοδοσία να αναγνωρίσει μόνο ότι το επίδικο ήταν κοινόχρηστο με το ρυμοτομικό σχέδιο".

Επίσης οι αναιρεσείοντες με τον έκτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, επικαλούμενοι την ίδια αναιρετική πλημμέλεια, ήτοι της διατάξεως του αριθμού 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση, ότι το Εφετείο δέχθηκε "ότι για να ισχύει το τεκμήριο παραίτησης από το δικαίωμα κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου του Κ.

Ξ., αρκεί να εξυπηρετούνται τα γενικότερα συμφέροντά του με περισσότερο ενδεδειγμένο και ευνοϊκό τρόπο", ενώ σύμφωνα με τη μείζονα πρόταση της ως άνω απόφασης του Αρείου Πάγου, για να ισχύσει το τεκμήριο της παραίτησης από το δικαίωμα κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου, έπρεπε να είχε απομείνει από αυτό εδαφική έκταση, ώστε να είναι δυνατή η διαίρεσή του σε οικόπεδα οικοδομήσιμα και διαθέσιμα.

Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, γιατί σύμφωνα με τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αυτή συμμορφώθηκε πλήρως προς την αναιρετική απόφαση, αφού κινήθηκε μέσα στα διαγραφόμενα από αυτήν όρια. Ειδικότερα με τον ακριβέστερο προσδιορισμό του κοινοχρήστου (οδός ...) και με την παραδοχή ότι "οι οκτώ καλλιεργητές....

καθώς και ο δικηγόρος τους Κ.Ξύδης, αν και το εγκεκριμένο από το έτος 1922 ρυμοτομικό σχέδιο ήταν σε αυτούς γνωστό από το έτος αυτό και δημιουργούσε εν μέρει δυσμενές για τα συμφέροντά τους καθεστώς, δηλαδή εμφάνιζε τα ανωτέρω επίδικα οικόπεδά τους να αποτελούν τμήματα κοινόχρηστου χώρου, σταθμίζοντας προφανώς ότι από την ένταξη της υπόλοιπης έκτασης των 60 στρεμμάτων στο ρυμοτομικό σχέδιο τα γενικότερα συμφέροντά τους εξυπηρετούνται με περισσότερο ενδεδειγμένο και ευνοϊκό τρόπο, ουδέποτε εκδήλωσαν εγγράφως οποιαδήποτε επιφύλαξη ή αντίθεσή τους, ούτε διαμαρτυρήθηκαν για την επίδικη ρυμοτόμηση της επίδικης έκτασης έως και την έναρξη ισχύος του Ν.Δ/τος 690/1948, ήτοι έως και την 8.5.1948 και αποδέχθηκαν με τον τρόπο αυτό, έστω και σιωπηρώς, ότι οι προαναφερόμενες εδαφικές εκτάσεις ανήκουν σε κοινόχρηστο χώρο, δηλ.

στην οδό ...", δεν υιοθέτησε ως προς το νοηματικό περιεχόμενο του κανόνα του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του Ν.Δ. 690/1948, που αναλύθηκε στην παραπάνω νομική σκέψη, εκδοχή ασυμβίβαστη προς εκείνη στην οποία στηρίχθηκε η αναιρετική απόφαση. Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός, καθώς και η αναίρεση στο σύνολό της, πρέπει να απορριφθούν.

Οι αναιρεσείοντες-καλούντες λόγω της ήττας τους, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου Δήμου (άρθρα 176, 180 παρ. 1 και 183 ΚΠολΔικ) μειωμένα όμως σύμφωνα με το επί Δήμων εφαρμοζόμενο άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔικ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ’ αριθμ. 134423/8.12.1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β’ 11/20.1.1993) που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5 Μαΐου 2008 αίτηση περί αναιρέσεως της υπ’ αριθμ. 2252/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και της συμπροσβαλλομένης υπ’ αριθμ. 7277/1997 μη οριστικής αποφάσεως του ίδιου δικαστηρίου.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες-καλούντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 30η Απριλίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 3η Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ