Supreme Court dismisses appeal against bank's refusal of severance pay to long-serving employees who resigned early.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by Bank of Greece against the lower court's ruling in favor of two long-serving employees. The employees argued they were entitled to statutory severance pay because their employment contract had automatically converted to indefinite duration after fifteen years of service, despite resigning before age 60. The court held that the lower court correctly determined the contract was indefinite and that the employees met the conditions for the 50% severance benefit under Article 8 of Law 3198/1955, which is more favorable than the alternative clause. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the bank was ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 8 of Law 3198/1955; When an employment contract converts to indefinite duration after fifteen years of service, early resignation by the employee entitles them to the 50% severance benefit under the first paragraph of Article 8, which is more favorable than the alternative provision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1207 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1207/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Πατινίδη), Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα, Ασπασία Καρέλλου και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαΐου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Οικονόμου και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Κ. του Σ., κατοίκου ... 2) Β. Α. του Κ., κατοίκου ... οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Θεοφάνη Αρχιμανδρίτη και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/3/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 845/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1274/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/2/2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 9/5/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού λόγου της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 8 εδαφ α' του Ν 3198/1955 "μισθωτοί συνδεόμενοι δια σχέσεως εργασίας αορίστου διαρκείας συμπληρώσαντες δεκαπενταετή υπηρεσίαν παρά τω αυτώ εργοδότη, υπό την έννοιαν της παρ.1 του άρθρου 6 του Ν 2112/1920 ή του Β.Δ της 16/18.7.1920 ή το υπό του οικείου ασφαλιστικού οργανισμού προβλεπόμενον όριον ηλικίας, εν ελλείψει δε τοιούτου το 65ον έτος της ηλικίας των, αποχωρούντες της υπηρεσίας, τη συγκαταθέσει του εργοδότου, δικαιούνται του ημίσεως της υπό του Ν 2112, ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως ή του Β.Δ της 16/18.7.1920 οριζομένης αποζημιώσεως δια την περίπτωσιν απροειδοποιήτου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, υπολογιζομένης βάσει των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 5 του παρόντος. "Με το εδάφιο β' του ιδίου άρθρου 8 του Ν.3198/1955, που προστέθηκε με το άρθρο 8 παρ.4 του ΝΔ 3789/1957 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ 1 του Ν 435/1976 ορίζεται "Μισθωτοί εν γένει, υπαγόμενοι εις την ασφάλισιν οιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού δια την χορήγησιν συντάξεως, συμπληρώσαντες ή συμπληρούντες τας προς χορήγησιν πλήρους συντάξεως γήρατος προϋποθέσεις δύνανται εάν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτου να αποχωρήσουν της εργασίας, αν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε να αποχωρήσουν της εργασίας ή να απομακρύνονται ταύτης παρά του εργοδότου των, λαμβάνοντας εις τας περιπτώσεις ταύτας, οι μεν επικουρικώς ασφαλισμένοι το 40%, οι δε μη επικουρικώς ασφαλισμένοι το 50% της αποζημιώσεως, την οποίαν δικαιούνται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, δια την περίπτωσιν της απροειδοποιήτου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του εργοδότου.
Για τη χορηγούμενη αυτή αποζημίωση εφαρμόζονται όσα ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 1 επ. του Ν 3198/55 καθώς και εκείνες του Ν 2112/1920 ή του ΒΔ της 16/18.7.1920, πλήν των διατάξεων που αφορούν την προειδοποίηση. Από την αντιπαραβολή των δύο ως άνω εδαφίων του άρθρου 8 του Ν 3198/1955, η θέσπιση των οποίων αποσκοπούσε στην παροχή κινήτρων για την ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων με την έξοδο των παλαιών ή υπερηλίκων και την είσοδο νέων εργατοτεχνιτών ή υπαλλήλων, την ευρύτερη διατύπωση του δευτέρου εδαφίου και τη θέσπιση με το εδάφιο αυτό δυνατότητας λύσεως της εργασιακής συμβάσεως με μονομερείς ενέργειες των συμβληθέντων (αποχώρηση εργαζομένου ή καταγγελία εργοδότη) στις οποίες ο νόμος προσδίδει τις ανωτέρω συνέπειες, συνάγονται τα ακόλουθα:
α)Η εφαρμογή του πρώτου εδαφίου της άνω διατάξεως προϋποθέτει ρητώς μισθωτούς που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και δεν επεκτείνεται και σ' εκείνους που η εργασιακή τους σχέση είναι ορισμένου χρόνου, όπως είναι και η σύμβαση των εργαζομένων που έχουν προχωρήσει σε κανονισμό του εργοδότη, με τον οποίο προβλέπεται η αποχώρηση από την εργασία με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας.
Στη περίπτωση όμως που με τον κανονισμό έχει παράλληλα προβλεφθεί δυνατότητα πρόωρης λύσεως της συμβάσεως, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, η οποία εφόσον πληρωθεί, η σύμβαση εργασίας μεταπίπτει εξαρχής σε αορίστου χρόνου (ΟλΑΠ 1110/86). β)Σε αντίθεση προς το δεύτερο εδάφιο, για την εφαρμογή του οποίου προσαπαιτείται η συμπλήρωση των προϋποθέσεων για λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος το πρώτο εδάφιο δεν αξιώνει τη συνδρομή του στοιχείου αυτού.
γ)Η εφαρμογή του πρώτου εδαφίου προϋποθέτει, εκτός άλλων και τη συγκατάθεση του εργοδότη για την αποχώρηση του μισθωτού. Η συγκατάθεση (συναίνεση) αυτή πρέπει να παρέχεται πριν από την αποχώρηση του μισθωτού, δύναται δε να είναι έγγραφη ή προφορική, ρητή ή σιωπηρή, αρκεί, στην τελευταία περίπτωση, να είναι σαφής και αναμφίβολη.
Τέτοια συγκατάθεση μπορεί να προβλεφθεί και να παρασχεθεί εκ των προτέρων με τον Κανονισμό, όταν διαλαμβάνεται σ'αυτόν ότι είναι υποχρεωτική για τον εργοδότη, μετά πάροδο ορισμένου χρόνου, η αποδοχή της πρόωρης παραίτησης του μισθωτού. Στη περίπτωση αυτή ο εργοδότης, κατά την κατάρτιση του κανονισμού, αυτοδεσμεύεται συμβατικά έκτοτε, παρέχοντας εκ των προτέρων τη συγκατάθεσή του στη παραίτηση του υπαλλήλου, οποτεδήποτε ήθελε αυτή υποβληθεί.
Στη προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, ότι οι αναιρεσίβλητοι συνδέονταν με την αναιρεσείουσα με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, λόγω του ότι στο άρθρο 19 του έχοντος συμβατική ισχύ Γενικού Κανονισμού της κατάστασης των υπαλλήλων της Τραπέζης προβλέπεται η αποχώρηση από την υπηρεσία των οριστικώς διορισθέντων υπαλλήλων λόγω συμπληρώσεως ορισμένου ορίου ηλικίας.
Ότι στον ίδιο Κανονισμό (άρθρο 18) προεβλέπετο το δικαίωμα των υπαλλήλων της Τράπεζας να λύσουν τη σύμβαση εργασίας τους με υποβολή έγγραφης παραίτησης, της οποίας η αποδοχή από την Τράπεζα είναι υποχρεωτική εντός του οριζομένου στην παράγραφο 3 του παραπάνω άρθρου χρονικού διαστήματος και λογίζεται αυτοδικαίως γενομένη μετά την πάροδο του διαστήματος αυτού (παραγ.4).
Ότι οι αναιρεσίβλητοι απεχώρησαν με παραίτηση πριν τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας τους των 60 ετών, που κατά τον κανονισμό της αναιρεσείουσας έπρεπε να αποχωρήσουν υποχρεωτικά, έχοντας συμπληρώσει υπερδεκαπενταετή υπηρεσία στην αναιρεσείουσα και συνεπώς η σύμβαση εργασίας τους κατέστη εξαρχής αόριστου χρόνου.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι δικαιούται της προβλεπομένης από το πρώτο εδάφιο του άρθρου 8 Ν.3198/1955 αποζημιώσεως χωρίς τον περιορισμό του άρθρου 33 Ν.1876/1990. Έτσι που έκρινε δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμόσε.
Δεν ήταν δε εφαρμοστέα η διάταξη του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 8 του ν.3198/1955 υπό την έννοια της επιδίκασης σε κάθε αναιρεσίβλητο ως αποζημίωση απόλυσης το 40% της αποζημίωσης που προβλέπεται από το ν.2112/1920,ενόψει του ότι, αφενός και με βάση τις ανωτέρω παραδοχές οι αναιρεσίβλητοι δεν είχαν συμπληρώσει ούτε συμπλήρωναν τις προϋποθέσεις για τη λήψη σύνταξης γήρατος και αφετέρου δεν υπάρχει παραδοχή της προσβαλλομένης απόφασης ότι οι αναιρεσίβλητοι ήσαν επικουρικώς ασφαλισμένοι.
Πέραν όμως αυτών η διάταξη του πρώτου εδαφίου του άρθρου 8 του ν.3198/1955, που προβλέπει στον πληρούντα τις προϋποθέσεις της διάταξης αυτής, την λήψη του 50% της αποζημίωσης που ορίζεται από το ν.2112/1920,είναι,κατ'ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 5 παρ.3 του ν.435/1976, ευνοϊκότερη αυτής του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 8 του ως άνω νόμου(3198/1955).
Συνεπώς ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-2-2012 αίτηση για αναίρεση της 1274/ 2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων(1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουνίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ