1207/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κων/νο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1207/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, έκρινε, μετά από την εκτίμηση των αποδείξεων, ότι είναι κατ'ουσίαν βάσιμη η από 30-7-2005 αγωγή της αναιρεσίβλητης όσον αφορά την επικουρική της βάση, με την οποία η τελευταία ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι η από 16-6-2993 ιδιόγραφη διαθήκη της αποβιώσασας στις 18-3-2004 Δ.
Full text
Απόφαση 1207 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1207/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κων/νο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ε. Κ. του Ν. και 2. Β. σύζ. Ε. Κ., το γένος Π. Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Της αναιρεσίβλητης: Γ. συζ. Γ. Λ., το γένος Μ. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Πετρουνάκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-7-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5102/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 5070/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-11-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κων/νος Τσόλας ανέγνωσε την από 15-4-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επειδή, από τις 10105η και 10106η /22-11-2011 εκθέσεις επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσίβλητη, που επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει ότι, με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου της, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 19-11-2009 αίτησης για αναίρεση της 5070/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών με την κάτω από την αίτηση αυτή πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου για την 4-5-2011 μαζί με την υπ' αριθ. Πρωτ. 401/ 1-11-2011 βεβαίωση της γραμματέως του Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου περί αναβολής της υπόθεσης, με επισημείωση στο πινάκιο, από την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο για την παρούσα (της 21-3-2012) και με κλήση για συζήτηση για την εν λόγω δικάσιμο (της 21-3-2012), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους αναιρεσείοντες. Επομένως, αφού οι εν λόγω αναιρεσείοντες δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση με τη σειρά από το πινάκιο, ούτε υπέβαλαν έγγραφη δήλωση, για παράστασή της στο ακροατήριο, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, να συζητηθεί η αναίρεση σαν να ήσαν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
2.- Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 25/2003), όχι δε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν τα τελευταία διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης. Επίσης, δεν αποτελούν πράγματα, με την έννοια της παραπάνω διάταξης, τα αποδεικτικά μέσα και η εκτίμηση των καταθέσεων μαρτύρων, γιατί η τελευταία ανήκει στην κυριαρχική και, επομένως, ανέλεγκτη αναιρετικώς εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, έκρινε, μετά από την εκτίμηση των αποδείξεων, ότι είναι κατ'ουσίαν βάσιμη η από 30-7-2005 αγωγή της αναιρεσίβλητης όσον αφορά την επικουρική της βάση, με την οποία η τελευταία ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι η από 16-6-2993 ιδιόγραφη διαθήκη της αποβιώσασας στις 18-3-2004 Δ.
χήρας Θ. Μ. είναι άκυρη λόγω πλάνης της διαθέτιδας ως προς τα παραγωγικά αίτια της βούλησής της. Το Εφετείο, ειδικότερα, δέχθηκε ότι η ανωτέρω αποβιώσασα προέβη στην κατάρτιση της προσβαλλόμενης διαθήκης λόγω της πλανημένης αντίληψης, ότι οι πρώτος και δεύτερη των εναγομένων-αναιρεσειόντων την προσέγγισαν ορμώμενοι από φιλικά και μόνο αισθήματα και ότι θα τη συνέδραμαν ανιδιοτελώς στην πώληση των ακινήτων που επιθυμούσε διακαώς, γι' αυτό και είχε ηθική υποχρέωση απέναντί τους να τους εγκαταστήσει κληρονόμους της, πράγμα που μνημονεύει στην προσβαλλόμενη διαθήκη αναγράφοντας, ότι "με την αγάπην τους με έχουν καταϋποχρεώσει", ενώ η αλήθεια είναι, που αγνοούσε η διαθέτιδα, ότι την προσέγγισαν ακριβώς για να την πείσουν για την ανιδιοτελή προσφορά τους, ώστε να θεωρήσει ηθική υποχρέωσή της να τους εγκαταστήσει κληρονόμους της.
Οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση του ως άνω αναιρετικού λόγου, από τον αριθ. 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλουν κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, τις ακόλουθες, κατ' ακριβή αντιγραφή, αιτιάσεις: "Δεν έλαβε υπόψη, ούτε διέλαβε οτιδήποτε ή απάντησε επί του 9ου λόγου της εφέσεώς μας, που αφορά στη δεύτερη από εμάς.
Δεν διέλαβε, δηλαδή τίποτα σε σχέση με τον ισχυρισμό μου ότι ουδεμία διαφοροποίηση ανάμεσα στον πρώτο και στη δεύτερη γίνεται, δεδομένου ότι η δεύτερη αφενός μεν ουδαμώς αναμειγνύομαι στην πώληση των ακινήτων του Κιάτου, όπως λανθασμένα η προσβαλλομένη διαλαμβάνει (φύλλο 14° όπισθεν όψη), ούτε προέκυψε, έστω και έμμεσα, οιαδήποτε γνώση μου του περιεχομένου της διαθήκης προ της δημοσίευσης αυτής, όπως αυθαίρετα στο ίδιο φύλλο αναφέρεται ...
Δεν έλαβε υπόψη, ούτε διέλαβε οτιδήποτε επί του προβληθέντος στον λόγο της εφέσεώς μας ουσιώδους ισχυρισμού μας ότι, όπως επιβεβαίωσε η ίδια η μάρτυρας της αντιδίκου, κατά την επ' ακροατηρίω εξέτασή της ενώπιον του Πολ. Πρωτ. Αθηνών κατόπιν σύστασης ενός μέλους του εκκλησιάσματος του Κ. Λ., η ίδια η διαθέτιδα ζήτησε από τον πρώτο από εμάς να ασχοληθώ με την περιουσία της στο Κιάτο, καθώς ήδη "το άλλο ζευγάρι" (κ.
Λ.) είχε παραιτηθεί από την υπόθεση αυτή και, επομένως, χωρίς αποδεικτικό έρεισμα διαλαμβάνει η προσβαλλομένη (φύλλο 10° όπισθεν όψη) ότι δήθεν εγώ προθυμοποιήθηκα να αναλάβω τη διαχείριση των οικονομικών της υποθέσεων καθώς και ότι την έπεισα ότι θα βρω αγοραστή για το μερίδιο της ... Δεν έλαβε υπόψη της, ούτε διέλαβε οτιδήποτε σε σχέση με τον 11ο λόγο της εφέσεώς μας, ότι δηλαδή η αντίδικος, προ της άσκησης της αγωγής, είχε συνομολογήσει το κύρος της προσβαλλομένης διαθήκης σε δελτίο ειδήσεων του τηλεοπτικού καναλιού ΜΕGΑ και σε συνέντευξή της στη δημοσιογράφο του ΑΝΤΕΝΝΑ Έ.
Σ. την 21.4.05 ... Δεν έλαβε υπόψη της, ούτε διέλαβε οτιδήποτε σε σχέση με τον 6° λόγο της εφέσεώς μας, ότι, δηλαδή ο πρώτος από εμάς είμαι άνθρωπος του συνεναγομένου Μητρ. Καλαβρύτων και Αιγιαλείας και ότι συνεργάσθηκα με αυτόν για τη διαθήκη και έχω προσωπική σχέση με αυτόν, ισχυρισμός ο οποίος πλήρως αντικρούστηκε και είναι σίγουρο ότι, σε συνδυασμό με την συνομολόγηση της αγωγής από αυτόν, επηρέασε ουσιαστικά την προσβαλλομένη απόφαση ...
Δεν έλαβε υπόψη της, ούτε διέλαβε οτιδήποτε σχετικά με τον ισχυρισμό μας ότι το μέγιστο μέρος του εκκλησιάσματος δεν είναι κάτοικοι της περιοχής, αλλά κατοικούν σε διάφορα μέρη της Αττικής, όπως η επ' ακροατηρίω μάρτυρας της αντιδίκου που διέμενε παλαιότερα στην ... και μετέπειτα στη ..., το ζεύγος Λ. στην ...
και, τουλάχιστον οι μάρτυρες αυτής (δι' ενόρκων βεβαιώσεων) Δ. Δ. στα ... και η Π. Λ. στην ... . Αντίθετα, από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι εμείς κατοικούμε στη ... (που δεν συμβαίνει), αλλά στον ... ... Δεν διέλαβε οτιδήποτε σχετικό με τον αποδειχθέντα ισχυρισμό μας ότι διαθέτουμε πολύ καλή οικονομική επιφάνεια και δεν υπήρχε καμία ανάγκη μας να προσεγγίσουμε τη διαθέτιδα για να μας εγκαταστήσει κληρονόμους ...
Ουδέν διέλαβε επί του ισχυρισμού του πρώτου από εμάς ότι είχα πράγματι βρει αγοραστή και για τα υπόλοιπα οικόπεδα, τον κ. Α. Κ., από τον οποίο, μάλιστα η διαθέτις είχε εισπράξει προκαταβολή για την σε αυτόν πώληση, όπως συνομολόγησε και η επ' ακροατηρίω μάρτυρας της αντιδίκου ... Ουδέν διέλαβε επί της συνομολόγησης της επ' ακροατηρίω μάρτυρος της αντιδίκου ότι δεν γνωρίζει τίποτα περί εκμετάλλευσης εκ μέρους μας της διαθέτιδος, αλλά και ότι η τελευταία ήξερε πολύ καλά τι έκανε και δεν επηρεαζόταν".
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι όλοι οι ως άνω επικαλούμενοι από τους αναιρεσείοντες ισχυρισμοί δεν συνιστούν "πράγματα", κατά την προεκτεθείσα έννοια, αλλά αποτελούν αρνητικούς ισχυρισμούς και πραγματικά επιχειρήματα (υπέρ των απόψεών τους), τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, ενώ πλήττεται (με τις ως άνω αιτιάσεις) και η εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
3.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται ως αληθινά γεγονότα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση, χωρίς να εκθέτει ούτε γενικώς από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη, χωρίς να απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο εκθέτει σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, την ένορκη βεβαίωση ενώπιον συμβολαιογράφου, καθώς και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, από τα οποία άντλησε την κρίση του, ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πιο πάνω πραγματικά περιστατικά. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, ο οποίος, ως εκ του περιεχομένου του, αποδίδει αληθώς πλημμέλεια μόνο από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τον αριθ.8 περ. β' του ίδιου άρθρου που αναφέρεται στο αναιρετήριο), με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο, ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα τα προαναφερόμενα που στηρίζουν τη βάση της ένδικης αγωγής που έγινε δεκτή, ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν προβάλλονται αιτιάσεις που ανάγονται στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων, η σχετικά με τις οποίες κρίση του δικαστηρίου είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι απαράδεκτος.
4.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει, ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης, διότι "αντιφατικά διαλαμβάνει η προσβαλλομένη στο φύλλο 10° (όπισθεν όψη) ότι ο πρώτος από εμάς έπεισα (την διαθέτιδα) ότι θα βρω αγοραστή για το μερίδιό της στο Κιάτο με την παραδοχή που διαλαμβάνεται στο 14° φύλλο αυτής ότι πράγματι βρήκα αγοραστές και η διαθέτιδα πώλησε, τέσσερα από τα οικόπεδα στο Κιάτο".
Αντιφατικά, ακόμη και χωρίς επαρκή αιτιολογία, η προσβαλλομένη "διέλαβε αφενός μεν ότι εμείς πλησιάσαμε τη διαθέτιδα με σκοπό να μας εγκαταστήσει κληρονόμους της το 1999 και ότι ενδεικτικό της συμπεριφοράς μας είναι ότι μετά την κηδεία της παύσαμε να εκκλησιαζόμαστε στον Ιερό Ναό Ταξιαρχών Στησιχόρου (φύλλο 12° όπισθεν όψη), αφετέρου δε η παράλειψη απόφανσης επί της ουσιαστικής βασιμότητας του ισχυρισμού μας ότι εμείς εκκλησιαζόμαστε στο Ναό αυτό από πολλών ετών, στον οποίο είχαμε βαπτίσει την κόρη μας το έτος 1987, ότι συμμετείχαμε σε εκδρομή του εκκλησιάσματος στα Ιεροσόλυμα το έτος 1994, η δε δεύτερη από εμάς και σε άλλες εκδρομές και ότι παύσαμε να εκκλησιαζόμαστε λόγω αποχώρησης του ιερέα του Ναού και φίλου του πρώτου από εμάς και λόγω του ότι το εκκλησίασμα έγινε εχθρικό απέναντι μας".
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι οι ανωτέρω αιτιάσεις αναφέρονται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19-11-2009 αίτηση των Ε. Κ. και Β. συζύγου Ε. Κ. για αναίρεση της 5070/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ