Legislator Case Law & Legislation
1207/2011 AI generated

1207/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1207/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/2/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 6/2/2006 ανταγωγή δια των προτάσεων της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1395/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6018/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25/11/2008 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

1207/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι, πέρα από τους όρους αυτούς, ενέργειες επί των κοινοχρήστων μερών της οικοδομής μπορούν να επέλθουν μόνο με κοινή απόφαση των συνιδιοκτητών. Στην έννοια της χρήσης από τους άλλους ιδιοκτήτες των κοινόχρηστων μερών περιλαμβάνεται και το δικαίωμά τους στην αισθητική και την αρχιτεκτονική μορφή των μερών αυτών.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1207 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός: 1207/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Γ. Δ. Ζ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κωστόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Φ. συζύγου Μ.-Ά. Π., το γένος Π. Υ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουσαή και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/2/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 6/2/2006 ανταγωγή δια των προτάσεων της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1395/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6018/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25/11/2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 17/2/2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή, κατά τους δεύτερο και από το άρθρο 559 αριθμ. 19 και 20 ΚΠολΔ, μέρος αυτού και τρίτο, κατά το από το άρθρο 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ, μέρος αυτού λόγους και να απορριφθεί κατά τους λοιπούς λόγους αυτής, η αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6018/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 4παρ.1, 5 και 13 του ν. 3741/1929, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 54 Εισαγωγικού Ν. ΑΚ, προκύπτει ότι επί της οροφοκτησίας, η οποία αποτελεί σύνθετο αλλά ενιαίο εμπράγματο δικαίωμα, ιδρύεται, κυρίως μεν χωριστή κυριότητα σε όροφο οικοδομής ή διαμέρισμα ορόφου, παρεπομένως δε και αναγκαστική συγκυριότητα που αποκτάται αυτοδικαίως, κατ' ανάλογη μερίδα, στα μέρη του όλου ακινήτου, που χρησιμεύσουν σε κοινή απ' όλους τους οροφοκτήτες χρήση, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται, κατά ενδεικτική στις διατάξεις αυτές απαρίθμηση, το έδαφος, οι αυλές, οι πρωτότοιχοι, το δώμα κλπ.

Ο ειδικότερος προσδιορισμός των κοινόκτητων και κοινόχρηστων αυτών μερών γίνεται είτε με τη συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία είτε με ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ όλων των οροφοκτητών, κατά τα άρθρα 4 παρ.1, 5 και 13 του άνω νόμου 3741/1929. Στον κύριο ορόφου ή διαμερίσματος ανήκουν όλες οι εξουσίες που απορρέουν από την κυριότητα, μεταξύ των οποίων και εκείνη της μεταβολής ή προσθήκης στον όροφο ή στο διαμέρισμά του, αρκεί κατά την ενάσκηση αυτής να μην παραβλάπτει τη χρήση των άλλων ιδιοκτησιών και να μην μειώνει την ασφάλεια αυτών ή του οικοδομήματος.

Οι, πέρα από τους όρους αυτούς, ενέργειες επί των κοινοχρήστων μερών της οικοδομής μπορούν να επέλθουν μόνο με κοινή απόφαση των συνιδιοκτητών. Στην έννοια της χρήσης από τους άλλους ιδιοκτήτες των κοινόχρηστων μερών περιλαμβάνεται και το δικαίωμά τους στην αισθητική και την αρχιτεκτονική μορφή των μερών αυτών.

δικαιούνται άρα να αντιταχθούν σε κάθε κατασκευή, προσθήκη ή διαρρύθμιση η οποία προσβάλλει την εμφάνιση της όλης οικοδομής, διότι στην περίπτωση αυτή παραβλάπτεται η χρήση των άλλων οροφοκτητών, κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 3741/1929. προσβολή της χρήσης των άλλων ιδιοκτητών υπάρχει και όταν εξαιτίας προσθήκης ή διαρρύθμισης σε όροφο ή διαμέρισμα επιβαρύνεται η χρήση των λοιπών οριζόντιων ιδιοκτησιών.

Κάθε ιδιοκτήτης, όταν προσβάλλονται οι εξουσίες του, οι οποίες απορρέουν είτε από τη χωριστή κυριότητά του επί του ορόφου ή διαμερίσματος είτε από τη συγκυριότητά του επί των κοινών μερών της οικοδομής, δικαιούται να αξιώνει την άρση της προσβολής (ΟλΑΠ 8/2002). Περαιτέρω και η κάθετη ιδιοκτησία, η οποία προβλέπεται από τον Ν. 1024/1971, διέπεται, κατά τα λοιπά, από τις διατάξεις των άρθρων 1 επ.

του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, οι οποίες ισχύουν απαραλλάκτως και επί της κάθετης ιδιοκτησίας, διότι ο ανωτέρω ν. 1024/1971 δεν επέφερε καμία μεταβολή στη νομική κατασκευή του θεσμού της οριζόντιας ιδιοκτησίας, όπως διαμορφώθηκε με τις ανωτέρω διατάξεις.

Συνεπώς και στην περίπτωση της κάθετης ιδιοκτησίας ισχύουν, οι ίδιες, όπως και στην οριζόντια ιδιοκτησία, προαναφερθείσες ρυθμίσεις, καθώς και οι υποχρεώσεις και οι περιορισμοί που αναφέρθηκαν ανωτέρω. Επίσης, από τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 1024/1971 και τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ.1, 3, 4, 13 ν. 3741/1929, 1002, 1108 και 1117 ΑΚ προκύπτει ότι, υπό τους όρους των άρθρων 4 και 13 του νόμου, όλοι οι ιδιοκτήτες και συνιδιοκτήτες αυτοτελών οικοδομημάτων, που υπάγονται στις διατάξεις της κάθετης καθώς και της οριζόντιας ιδιοκτησίας, μπορούν με την αρχική συστατική πράξη (κανονισμός) ή με ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ όλων των συνιδιοκτητών να κανονίσουν τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της συνιδιοκτησίας τόσο στα κοινά μέρη που θα καθορίσουν, όσο και στις διαιρεμένες ιδιοκτησίες κατά παρέκκλιση των διατάξεων του νόμου αυτού που αποτελούν ενδοτικό δίκαιο. Αν δε με τον κανονισμό απαγορεύεται η ενέργεια από τους συνιδιοκτήτες μεταβολής στα κοινά μέρη, η απαγόρευση αυτή δεσμεύει όλους τους συνιδιοκτήτες, ακόμη και αν από την απαγορευμένη ενέργεια δεν παραβλάπτεται η χρήση των άλλων συνιδιοκτητών των οικοδομημάτων, ούτε μεταβάλλεται ο συνήθης προορισμός του (ΑΠ 115/2003).

Τέλος, στα πλαίσια του κανονισμού πολυκατοικίας, με τον οποίο ρυθμίζονται οι σχέσεις μεταξύ των συνιδιοκτητών, η αθέτηση αυτή καθ' εαυτή του κανονισμού δεν συνιστά αδικοπραξία, υπό την έννοια του άρθρου 914 επ. ΑΚ. Και ναι μεν η αθέτηση του κανονισμού αποτελεί παράνομη πράξη, οι έννομες συνέπειές της, όμως ρυθμίζονται, όχι από τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, αλλά από τις τοιαύτες του ν. 3741/1929, καθώς και τις διατάξεις για τη εκπλήρωση της συμβάσεως (άρθρα 335 επ. ΑΚ). Μόνο δε στην περίπτωση που το ίδιο συμβάν συνιστά το "πραγματικό" τόσο της αθετήσεως του κανονισμού, όσο και της αδικοπραξίας, τότε η υπαίτιος ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη με την οποία παραβιάζεται ο κανονισμός της πολυκατοικίας, μπορεί, πέραν από τις αξιώσεις που απορρέουν από τον κανονισμό, να επιστηρίζει και αξιώσεις από αδικοπραξία, μεταξύ των οποίων και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, κατ' άρθρον 932 ΑΚ.

Περαιτέρω από το άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται όταν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Επίσης ο από το άρθρ. 559 αριθμ. 19 λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων, για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως, επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση-στάθμιση-αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος.

Περαιτέρω, ο από το αρθ. 559 αριθμ. 8α ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος ενώ, αντίθετα δεν αποτελεί "πράγμα" και συνεπώς δεν ιδρύεται ο λόγος αν δεν ληφθεί υπόψη η αιτιολογημένη άρνηση και γενικά άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ένστασης.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δικάζον τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, τις ασκηθείσες κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή της ενάγουσας-νυν αναιρεσίβλητης και εν μέρει δεκτή η ανταγωγή της εναγομένης-νυν αναιρεσείουσας, οι οποίες είναι συνιδιοκτήτριες αυτοτελών κάθετων ιδιοκτησιών, στο ίδιο κτιριακό συγκρότημα, δέχθηκε τα εξής, ως προς τα κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης, ζητήματα και ειδικότερα, κατά το κεφάλαιο αυτής που αφορά την αγωγή της ενάγουσας-νυν αναιρεσίβλητης:

Οι εναγόμενοι συνιδιοκτήτες του εν λόγω συγκροτήματος, κατά το έτος 2002 και εφεξής, προέβησαν στις εξής επενέργειες επί των κοινόκτητων και κοινόχρηστων μερών του συγκροτήματος α)στην τοποθέτηση σιδερένιας καγκελόπορτας στην είσοδο από την οδό … του κοινόχρηστου διαδρόμου προσπελάσεως προς τον πίσω ακάλυπτο χώρο του συγκροτήματος, την οποία, μάλιστα, κατά καιρούς διατηρούσαν κλειδωμένη, με αποτέλεσμα να παρεμποδίζεται έτσι η ελεύθερη διέλευση του ΙΧΕ αυτοκινήτου της ενάγουσας-αντεναγομένης για τη στάθμευση του στην ανήκουσα στην ιδιοκτησία της, θέση στάθμευσης β)στην κατασκευή καθόλο το μήκος (22,25 μ.

περίπου) του κοινόχρηστου διαδρόμου προσπελάσεως προς τον πίσω ακάλυπτο χώρο του συγκροτήματος πρασιάς - παρτεριού, μήκους 14,50 μ. και πλάτους 0,60 μ., με κράσπεδο ύψους 0,15μ., εφαπτόμενου με το νοτιοδυτικό όριο του οικοπέδου, με αποτέλεσμα, λόγω της μειώσεως του πλάτους του διαδρόμου αυτού, να δυσχεραίνεται η διέλευση του ΙΧΕ αυτοκινήτου της ενάγουσας - αντεναγομένης για τη στάθμευση του στην ανωτέρω θέση σταθμεύσεως, γ)στην κατασκευή και έτερου παρτεριού - πρασιάς, πλάτους 0,60 μ.

με κράσπεδο 0,15 μ., στον πίσω ακάλυπτο χώρο του συγκροτήματος, εφαπτόμενου στο ανατολικό όριο του οικοπέδου, με αποτέλεσμα την αντίστοιχη μείωση του πίσω ακάλυπτου χώρου του συγκροτήματος, όπου και η θέση στάθμευσης του αυτοκινήτου της ενάγουσας - αντεναγομένης, δ) στη φύτευση δενδρυλλίων και φυτών επί των ανωτέρω παρτεριών, τα οποία, με τα κλαδιά και τα φύλλα τους δυσχεραίνουν επίσης, τη διέλευση του αυτοκινήτου της τελευταίας, ε)στην πλακόστρωση του ανωτέρω κοινόχρηστου διαδρόμου προσπελάσεως στον πίσω ακάλυπτο χώρο του συγκροτήματος, στ)στην τοποθέτηση στην επιφάνεια των πλακών του δαπέδου του πίσω ακάλυπτου χώρου του συγκροτήματος σωλήνα ποτίσματος των φυτών, ο οποίος τέμνει εγκαρσίως την με αριθμό (2) θέση σταθμεύσεως αυτοκινήτου που ανήκει στην ιδιοκτησία της ενάγουσας - αντεναγομένης και έχει καλυφθεί καθόλο το μήκος του με σιδηρογωνιά, πλευράς 0,05 μ., υπό κλίση 45 μοιρών, κατά τρόπο, δηλαδή, που ενέχει κινδύνους πτώσης και τραυματισμού των διερχομένων από εκεί προσώπων, και ζ) στην τοποθέτηση πλαστικού σωλήνα απορροής των ομβρίων υδάτων, διαμέτρου περιμετρικά της ανωτέρω ανήκουσας στην ενάγουσα - αντεναγομένη θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου και κατά μήκος του κοινόχρηστου διαδρόμου.

Στις ανωτέρω κατασκευές και προσθήκες προέβησαν οι εναγόμενοι κατά παράβαση του ανωτέρω κανονισμού του συγκροτήματος, δηλαδή χωρίς να έχει ληφθεί πριν από την εκτέλεση τους σχετική απόφαση της γενικής συνέλευσης των συνιδιοκτητών, ή έστω εκ των υστέρων έγκριση από αυτήν, με την προβλεπόμενη ως άνω απαρτία και πλειοψηφία των 750 τουλάχιστον ψήφων.

Ας σημειωθεί ότι στη γενική συνέλευση των συνιδιοκτητών της 21-6-2002 ελήφθη απόφαση για την εκτέλεση εργασιών για ευπρεπισμό των κοινόχρηστων χώρων και κατασκευή καγκελόπορτας

στους κοινόχρηστους χώρους του συγκροτήματος, δηλαδή για εργασίες αφορώσες, προφανώς, τις επίμαχες κατασκευές επί των κοινόκτητων και κοινόχρηστων χώρων του συγκροτήματος, πλην όμως και ανεξαρτήτως του ότι η ως άνω απόφαση έχει ακυρωθεί τελεσιδίκως με την υπ' αριθμ. 311/2004 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η απόφαση αυτή ελήφθη με ψήφους 667, δηλαδή όχι με την ως άνω αυξημένη πλειοψηφία. Ενόψει δε του ότι με τις εν λόγω κατασκευές και προσθήκες, πλην της πλακόστρωσης του κοινόχρηστου διαδρόμου προσπέλασης στον πίσω ακάλυπτο χώρο του συγκροτήματος, καθόσον με αυτήν όχι μόνο δεν δυσχεραίνεται, αλλ' αντιθέτως διευκολύνεται η ενάγουσα αντεναγομένη κατά τη διέλευση της από τον κοινόχρηστο αυτό χώρο, οι οποίες έγιναν, κατά τα προεκτεθέντα, κατά παράβαση του κανονισμού του συγκροτήματος, παρεμποδίζεται η ενάγουσα - αντεναγομένη, ως συνιδιοκτήτρια, στην ελεύθερη χρήση της ανωτέρω θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου που ανήκει στην ιδιοκτησία της οι εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι στην επαναφορά των πραγμάτων στην πρότερη κατάσταση, με την αφαίρεση των κατασκευών αυτών.

Και υπό τις ως άνω παραδοχές, έκρινε ως βάσιμη κατ' ουσία την έφεση της εναγομένης-νυν αναιρεσείουσας (καθώς και την έφεση των λοιπών δυο εναγομένων, οι οποίοι δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη) και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, εδίκασε και πάλι την αγωγή και έκανε αυτή δεκτή εν μέρει (πλην του αιτήματος για την αφαίρεση της πλακόστρωσης του κοινόχρηστου διαδρόμου).

Με το να κρίνει έτσι, το Εφετείο, δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις διατάξεις των αρθ. 2, 4 και 13 του Ν. 3741/1929, αφού, κατ' ορθή εφαρμογή των διατάξεων αυτών, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη και με επαρκείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα και επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος αυτού, με το οποίο αποδίδεται η από το άρθ. 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια ότι το Εφετείο, με εσφαλμένη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και με ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε ότι η εναγομένη-νυν αναιρεσείουσα, παράνομα και κατά παράβαση της πράξης σύστασης οριζόντιας (και κάθετης) ιδιοκτησίας, προέβη α) στην τοποθέτηση σιδερένιας καγκελόπορτας στην είσοδο του κοινόχρηστου διαδρόμου, β) στην κατασκευή παρτεριών, γ) στην φύτευση εντός αυτών δενδρυλλίων και φυτών, δ) στην τοποθέτηση σωλήνα ύδρευσης, με σιδερογωνία, ε) στην τοποθέτηση σωλήνα απορροής των ομβρίων υδάτων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος αυτού, με το οποίο αποδίδεται η από το αρθ. 559 αριθμ. 1 πλημμέλεια, για παραβίαση του αρθ. 3 του κανονισμού, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι Κανονισμοί πολυκατοικιών δεν είναι Κανόνες ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 907/2009, ΑΠ 1409/2004), ώστε από την παραβίαση αυτών να ιδρύεται ο προκείμενος λόγος αναίρεσης.

Με τον ίδιο (πρώτο), κατά το δεύτερο σκέλος αυτού λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, εκ του ότι δεν έλαβε υπόψη του προβληθέντες από την εναγομένη-νυν αναιρεσείουσα ισχυρισμούς (αυτοτελείς κατά την άποψή της), ότι οι ως άνω γενόμενες κατασκευές αφενός μεν δεν παρακωλύουν την ελεύθερη χρήση και διέλευση της ενάγουσας από τον κοινόχρηστο διάδρομο και αφετέρου αυτές δεν αποτελούν τροποποίηση των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων μερών, αλλά ολοκλήρωση και βελτίωση αυτών, καθώς και επί πλέον, ως προς την σιδερογωνία του σωλήνα ύδρευσης, ότι εξ αυτού δεν δημιουργείται κίνδυνος πτώσεως και τραυματισμού, κατά τη διέλευση και ως προς τον σωλήνα απορροής των ομβρίων υδάτων, ότι η κατασκευή του ήταν αναγκαία, για τη λειτουργικότητα του κτιριακού συγκροτήματος και για την υγιεινή των ενοικούντων. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι οι ως άνω φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμοί δεν είναι αυτοτελείς, αλλά αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και κατά συνέπεια δεν συνιστούν "πράγμα", κατά την έννοια του άρθ. 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ.

Απορριπτέος, ως αβάσιμος είναι ο ίδιος (πρώτος) και κατά το τρίτο σκέλος αυτού λόγος αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται η από το αρθ. 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ πλημμέλεια, εκ του ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα με επίκληση από την εναγομένη-νυν αναιρεσείουσα έγγραφα και ειδικώτερα: α) την από Φεβρουαρίου 2005 έκθεση αποτύπωσης των υπαιθρίων χώρων του πολιτικού μηχανικού Π. Β., β)την από Απρίλιο 2005 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Α. Α., γ)τις από 13-6-2003, 21-7-2004 και 19-6-2006 αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης των συνιδιοκτητών, δ)το με στοιχεία Δ1 διάγραμμα κάλυψης και τη συνοδεύουσα αυτό με αριθμό .../ 1997 οικοδομική άδεια και 3)την υπ' αριθμ. 311/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσα σε δίκη που αφορούσε άλλη διαφορά των ιδίων διαδίκων μερών, διότι από την διαλαμβανομένη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (και) ως προς το ως άνω ζήτημα, έλαβε υπόψη και τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα ως άνω φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη έγγραφα, ορισμένα εκ των οποίων, άλλωστε, μνημονεύονται ειδικώς στην απόφαση.

ΙΙ. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι ο όπισθεν της κατοικίας της εναγομένης-νυν αναιρεσείουσας χώρος, όπου αυτή σταθμεύει το αυτοκίνητό της, είναι κοινόχρηστος και ότι δεν έχει παραχωρηθεί σαυτήν κατ' αποκλειστική χρήση, ως χώρος στάθμευσης, υπέπεσε στην πλημμέλεια, την προβλεπόμενη από το αρθ. 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ (παραμόρφωση εγγράφου), διότι κατέληξε στο ως άνω συμπέρασμα, ως προς το ζήτημα αυτό, με εσφαλμένη ανάγνωση της πράξης σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας αφού δέχθηκε ότι ο χώρος αυτός στην μεν πράξη σύστασης αορίστως αναφέρεται και δεν αποτυπώνεται στο προσαρτώμενο σ' αυτήν σχεδιάγραμμα, ενώ στο κείμενο και των δύο ως άνω εγγράφων σαφώς και ρητώς αναφέρεται η θέση στάθμευσης αυτοκινήτου Νο 3, που ανήκει στην κατοικία της εναγομένης (με αριθμό 3), κατ' αποκλειστική χρήση.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, έκρινε ότι το αγωγικό αίτημα για απαγόρευση στην πρώτη εναγομένη-νυν αναιρεσείουσα να σταθμεύει το αυτοκίνητό της και τη μοτοσυκλέτα της στον κοινόχρηστο χώρο του συγκροτήματος είναι βάσιμο κατ' ουσία, δεχθέν ως προς το ζήτημα αυτό τα εξής: "Εξάλλου αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη-αντενάγουσα σταθμεύει το ΙΧΕ αυτοκίνητο της σε χώρο πίσω από την με αριθμό (3) κατοικία της, καταλαμβάνοντας έτσι αντίστοιχο τμήμα του κοινόκτητου και κοινόχρηστου πίσω ακάλυπτου χώρου του συγκροτήματος.

Η τελευταία ισχυρίζεται ότι ο χώρος αυτός ανήκει, ως χώρος σταθμεύσεως αυτοκινήτου, κατ' αποκλειστική χρήση στην κατοικία της, σύμφωνα με την προαναφερόμενη συστατική πράξη του συγκροτήματος. Όμως ο χώρος αυτός, ο οποίος δεν αναφέρεται ως θέση στάθμευσης αυτοκινήτου στην προαναφερόμενη υπ' αριθμ. .../10-4-1994 πράξη (δήλωση) αν και αναφέρεται αορίστως, με παραπομπή μάλιστα, στη συστατική αυτή πράξη, δεν προσδιορίζεται, ειδικότερα (έκταση, περιγραφή των πλευρών της), σε αντίθεση με τις άλλες τρεις θέσεις σταθμεύσεως αυτοκινήτου, για τις οποίες γίνεται σαφής αναφορά στην ως άνω πράξη - δήλωση, δεν αποτυπώνεται ως χώρος σταθμεύσεως αυτοκινήτου και στο προσαρτημένο στην εν λόγω συστατική πράξη προαναφερόμενο σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ν.

Κ., συναγομένου ως εκ τούτου ότι δεν υφίσταται δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του χώρου αυτού, ως θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου, για την κατοικία της πρώτης εναγομένης - αντενάγουσας, που να έχει συσταθεί νομίμως.

Συνεπώς παρανόμως η τελευταία σταθμεύει το αυτοκίνητο της στο χώρο αυτό, δυσχεραίνοντας έτσι τη διέλευση του αυτοκινήτου της ενάγουσας-αντεναγομένης, για τη στάθμευση του αυτοκινήτου της στην δική της θέση σταθμεύσεως. Από την επισκόπηση, παραδεκτώς κατ' άρθ. 561§2 ΚΠολΔ, των ελεγχομένων και φερομένων ως παραμορφωθέντων εγγράφων, προκύπτουν τα εξής:

Στην υπ' αριθμ. .../1994 πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας της συμβ/φου Αθηνών Στυλιανής Πέππα και στη σελίδα 7 αυτής, με παραπομπή στο περιθώριο της σελίδας, υπογεγραμμένη από όλα τα συμβαλλόμενα μέρη, αναγράφονται κατά λέξη και κατά τρόπο συγκεκριμένο και σαφή τα εξής: "Η κατοικία με αριθμό τρία (3) θα αποτελείται από υπόγειο, το οποίο εμφαίνεται στο από Ιανουαρίου 1994 σχεδιάγραμμα κατόψεως υπογείου του μηχανικού Ν.

Κ., το οποίο νομίμως υπογραφέν προσαρτάται στο παρόν, εκ του οποίου φαίνεται στο όπισθεν μέρος, η θέση στάθμευσης αυτοκινήτου που ανήκει σ' αυτήν την κατοικία κατ' αποκλειστική χρήση, ως σύσταση πραγματικής δουλείας". Επομένως, το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε ότι η θέση στάθμευσης στο οπίσθιο μέρος της κατοικίας της πρώτης εναγομένης στην πράξη σύστασης "αορίστως αναφέρεται", εσφαλμένα ανέγνωσε το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού.

Ως εκ τούτου, ο δεύτερος, κατά το από το αρθ. 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ μέρος αυτού, λόγος αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, παρέλκει δε, μετά ταύτα η έρευνα των λοιπών και αναφερομένων στο ίδιο αυτό ζήτημα λόγων αναίρεσης.

ΙΙΙ. Με τον τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους αναίρεσης, των οποίων οι αιτιάσεις αναφέρονται στο κεφάλαιο τη αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, το σχετικό με την ασκηθείσα από την εναγομένη-νυν αναιρεσείουσα ανταγωγή, αποδίδονται οι πλημμέλειες: α) από το αρθ. 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ, εκ του ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο λόγο έφεσης, με τον οποίον η τότε εκκαλούσα και νυν αναιρεσείουσα παραπονείτο για την απόρριψη του αιτήματος της ανταγωγής, με το οποίο ζητούσε να υποχρεωθεί η αντεναγομένη να κλείνει την πόρτα της κοινόχρηστης εισόδου του συγκροτήματος και να της καταβάλει ποσό 250 €, για ζημίες που είχε προκαλέσει σε κοινόχρηστα μέρη (πόρτα και πεζούλια), β) από το αρθ. 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, εκ του ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα και επικληθέντα από την αντενάγουσα έγγραφα, τα χρήσιμα προς απόδειξη του σχετικού με το ως άνω αίτημα αγωγικού ισχυρισμού της και ειδικώτερα τις υπ' αριθμ. 1010/2/170/23-11-2004 και 1010/2/61α/9-10-2002 βεβαιώσεις του Αστυνομικού Τμήματος Αγ.

Στεφάνου Αττικής, γ) επίσης, από το άρθ. 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, εκ του ότι δεν έλαβε υπόψη τα προσαχθέντα και επικληθέντα από την αντενάγουσα έγγραφα τα χρήσιμα προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού της ότι η αντεναγομένη σταθμεύει το αυτοκίνητό της στον κοινόχρηστο χώρο κατά τρόπο παράνομο, μεταβάλλοντας έτσι τον προορισμό του χώρου και παρεμποδίζοντας την αντενάγουσα στη διέλευση του δικού της αυτοκινήτου και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη: 1) την από Απρίλιο 2005 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Α.

Α., 2)την υπ'αριθμ. 1010/2/99β/4-7-2005 βεβαίωση του Αστυνομικού Τμήματος Αγ. Στεφάνου Αττικής και 3)την με αριθμό 1010/2/98Α/4-7-2005 βεβαίωση του ίδιου Αστυνομικού Τμήματος και δ)από το αρθ. 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, εκ του ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθ. 914 ΑΚ, με το να απορρίψει το αίτημα της ανταγωγής, για επιδίκαση σαυτή (αντενάγουσα) χρηματικής ικανοποίησης, για την ηθική βλάβη, που υπέστη, από την περιγραφόμενη στην ανταγωγή αδικοπρακτική συμπεριφορά της αντεναγομένης.

Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το κεφάλαιο αυτής, το σχετικό με τα ως άνω αιτήματα της ανταγωγής δέχθηκε ότι "δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα-αντεναγομένη σταθμεύει το ΙΧΕ αυτοκίνητό της στους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους του συγκροτήματος και είναι αβάσιμο και απορριπτέο το ανταγωγικό αίτημα για απαγόρευση σταθμεύσεως του αυτοκινήτου της τελευταίας στους κοινόχρηστους χώρους του συγκροτήματος, καθώς και το αίτημα, για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης της αντενάγουσας, αφού εν προκειμένω δεν υφίσταται αδικοπρακτική συμπεριφορά της αντεναγομένης έναντι της αντενάγουσας, δεδομένου και του ότι οι κατασκευές αυτές έγιναν σε προγενέστερο χρόνο της εγκατάστασης της τελευταίας στο εν λόγω συγκρότημα.

Και υπό τις ως άνω παραδοχές, έκρινε απορριπτέα την ανταγωγή, κατά τα ως άνω αιτήματά της (ενώ έκρινε δεκτό μόνο το αίτημα αυτής για καθαίρεση των κατασκευασθέντων προστέγων με κεραμοσκεπή, στην είσοδο και στα παράθυρα της κατοικίας της αντεναγομένης). Από την, παραδεκτώς κατ' αρθ. 5612 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης της ασκηθείσας από την αντενάγουσα και του δικογράφου των ενώπιον του Εφετείου κατατεθεισών προτάσεων αυτής, με τις οποίες παραδεκτώς διευκρινίζεται και συμπληρώνεται η έφεσή της, προκύπτει ότι περιέχονται λόγοι έφεσης, με τους οποίους παραπονείται για την απόρριψη των ως άνω υπό στοιχείο α αιτημάτων της ανταγωγής της.

Πλην όμως, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, ουδόλως αποφαίνεται επί των λόγων αυτών, αφήνοντας αυτούς και τα περιεχόμενα στους λόγους αυτούς αιτήματα αδίκαστα. Επομένως, ο τρίτος, κατά το από το αρθ. 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος. Αντιθέτως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, παρέλκει δε, μετά ταύτα, η έρευνα του αναφερομένου στο ίδιο αυτό ζήτημα, άλλου σκέλους του λόγου αυτού.

Ο τέταρτος, απ' το αρθ. 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ λόγος, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, διότι, από την διαλαμβανόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και για τα αναφερόμενα στον λόγο αυτό ζητήματα έλαβε υπόψη και όλα τα προσκομισθέντα και επικληθέντα έγγραφα, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι λήφθηκαν υπόψη και τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη ως άνω έγγραφα.

Επίσης, απορριπτέος, ως αβάσιμος είναι και ο τελευταίος (πέμπτος) από το αρθ. 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, διότι με την ως άνω κρίση του το Εφετείο, κατ'ορθή εφαρμογή του αρθ. 914 ΑΚ και με επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες αποφάνθηκε ότι ήταν απορριπτέο, ως αβάσιμο, το αίτημα της ανταγωγής για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, με την αιτιολογία ότι οι σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης αποδειχθείσες ενέργειες της αντεναγομένης συνιστούν, μόνο αντισυμβατική συμπεριφορά και όχι αδικοπρακτική.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της που αφορά: α) το αίτημα της αγωγής (της Φ. Π.) περί παράλειψης της εναγομένης (Γ. Ζ.) να σταθμεύει το αυτοκίνητό της στον όπισθεν της κατοικίας της χώρο στάθμευσης και β) το αίτημα της ανταγωγής (της Γ. Ζ. περί καταδίκης της αντεναγομένης να κλείνει την καγκελόπορτα της κυρίας εισόδου του κτιριακού συγκροτήματος και περί καταβολής ποσού 250 €, ως αποζημίωση, προς αποκατάσταση της ζημίας, της επελθούσης από την παράλειψη αυτή της αντεναγομένης, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση, στο εκδόσαν την απόφαση ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η ηττηθείσα αναιρεσίβλητος στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθ. 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 6018/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ