Legislator Case Law & Legislation
1207/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal by winning party due to lack of legal interest and factual error in lower court reasoning.

Case Number 1207/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's divorce and alimony judgment. The appellant, who had won the lower proceedings, argued that the Second Instance Court failed to consider specific evidence regarding the respondent's needs and assets. The court rejected this claim, ruling that the Second Instance Court had properly evaluated all submitted documents and witness testimonies, thereby negating any legal interest in appealing.

Legislator headnote

AI generated

Articles 556(2) and 578 of the Code of Civil Procedure; An appeal by a winning party is admissible only if there is a legal interest, which exists when the judgment's reasoning creates a res judicata effect in a subsequent proceeding that contradicts the rights established in the original judgment.

Keywords

AI generated
appeal by winning party legal interest requirement res judicata effect alimony determination divorce proceedings evidence evaluation Second Instance Court

Cited Legislation

AI generated
Articles 556(2) and 578 of the Code of Civil Procedure
Article 68 of the Code of Civil Procedure
Articles 321, 322, 324 and 330 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 675/01

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1207 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1207/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας:χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Λιούλιο. Του αναιρεσιβλήτου: ........, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Παπαθανασίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1448/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 4073/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 30-11-2006 αίτησή της, Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 23-10-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 556 παρ.2 και 578 ΚΠολΔ, αναίρεση μπορεί να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον, η ύπαρξη του οποίου κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ. Το συμφέρον είναι δυνατό να υπάρξει και όταν ο διάδικος που νίκησε βλάπτεται από την αιτιολογία της αποφάσεως και συγκεκριμένα αν από αυτή δημιουργείται δεδικασμένο εις βάρος του σε άλλη δίκη, αν δηλαδή η αιτιολογία της αποφάσεως αποτελεί στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και στηρίζει το διατακτικό της, οπότε αυτός (νικήσας διάδικος) δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση αυτής κατά τη μη ορθή μόνο αιτιολογία της. (ΑΠ 675/01) Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 330 Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της δίκης ου διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων, είναι διαφορετικό από εκείνο που ζητήθηκε στη δίκη που προηγήθηκε, έχει όμως, ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει, όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό το οποίο κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση.

Εξαίρεση από τον κανόνα αυτόν συντρέχει όταν ο κρίσιμος για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνος διέρρευσε κάτω από νομικό καθεστώς διαφορετικό από εκείνο που υπήρχε κατά τον χρόνο που ήταν κρίσιμος στην προηγούμενη δίκη και ενόψει του οποίου επιδικάστηκε ή όχι η απαίτηση η οποία υποβλήθηκε στη δίκη εκείνη, αφού στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει η προϋπόθεση της ταυτότητας και στις δύο δίκες του νομικού ζητήματος, δηλαδή της νομικής αιτίας (Ολ,ΑΠ. 34/1992, ΑΠ 650/2000).

Επομένως, η τελεσίδικη απόφαση που επιδίκασε διατροφή στο δικαιούχο σύζυγο, ο οποίος διέκοψε την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία, για ορισμένο χρονικό διάστημα, παράγει δεδικασμένο σε μεταγενέστερη δίκη μεταξύ των ιδίων αυτών προσώπων, με την οποία ζητείται διατροφή για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της εύλογης διακοπής της έγγαμης συμβίωσης από τον δικαιούχο της διατροφής.

Περαιτέρω όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1389, 1390, 1391, 1392 εδαφ. 2 1495, Α.Κ. (όπως ισχύουν μετά το Ν. 1329/1983), ο σύζυγος ο οποίος είναι υπόχρεος σε διατροφή του συζύγου του, αν διακόψει την έγγαμη συμβίωση, οφείλει να καταβάλλει σε χρήμα την οφειλόμενη διατροφή αυτής και αν ακόμη αναγκάσθηκε στη διακοπή της συμβίωσης από παράπτωμα του δικαιούχου της διατροφής συζύγου του.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση, αν το παράπτωμα τούτο συνιστά λόγο διαζυγίου, αναγόμενο σε υπαιτιότητα του δικαιούχου της διατροφής, περιορίζεται η έκταση της οφειλόμενης αυτού διατροφής στα απολύτως αναγκαία για τη συντήρηση του (ελλατωμένη διατροφή), μετ' ένσταση του εναγομένου, για την πληρότητα όμως της οποίας δεν αρκεί η παράθεση μόνο των παραπτωμάτων του δικαιούχου συζύγου, αλλά απαιτείται και αντίστοιχο αίτημα όπως επίσης και προσδιορισμός από τον ενιστάμενο σύζυγο του ποσού της κατ' αυτόν οφειλόμενης διατροφής (ΑΠ 132/03) Από αυτά παρέπεται, ότι αν το δικαστήριο της ουσίας επιδίκασε στο δικαιούχο σύζυγο διατροφή σε χρήμα, όχι ελαττωμένη, δεχόμενο όμως ότι η διακοπή της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων συζύγων οφείλεται και σε παράπτωμα του δικαιούχου που συνιστά λόγο διαζυγίου, οι πλεονασματικές αυτές αιτιολογίες, δεν στηρίζουν το διατακτικό της απόφασης και επομένως δεν δημιουργούν δεδικασμένο σε μεταγενέστερη δίκη μεταξύ των ιδίων προσώπων, της οποίας αντικείμενο είναι η επιδίκαση διατροφής για μεταγενέστερο της πρώτης χρονικό διάστημα και κατ' ακολουθίαν ο ενάγων που νίκησε δεν έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει αναίρεση προς αποτροπή δεδικασμένου εις βάρος του από τις αιτιολογίες αυτές, που δε στηρίζουν το διατακτικό της απόφασης.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση του εφετείου προκύπτει, ότι αυτό αφού δέχτηκε την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή αυτής περί καταβολής διατροφής από τον εναγόμενο σύζυγο της, λόγω διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, δικάζοντας την αγωγή δέχτηκε, ότι η έγγαμη συμβίωση μεταξύ των διαδίκων διακόπηκε από υπαίτια αντισυζυγική συμπεριφορά και των δύο διαδίκων συζύγων, η οποία συμπεριφορά προκάλεσε ισχυρό κλονισμό στη σχέση του γάμου τους, στη συνέχεια δε δεχόμενο εν μέρει την αγωγή υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα μηναία σε χρήμα διατροφή, χωρίς να ερευνήσει ένσταση του εναγομένου περί καταβολής μειωμένης διατροφής, αφού, όπως δέχεται το εφετείο τέτοια ένσταση δεν προβλήθηκε από τον εναγόμενο.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο και δεύτερο, κατά το οικείο μέρος του, λόγους αναίρεσης, η αναιρεσείουσα επικαλούμενη σχετικό έννομο συμφέρον προκειμένου να αποτραπεί δεδικασμένο εις βάρος της από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, περί συνυπαιτιότητας και της ιδίας στη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, κατ'επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ.1 και 19, ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης αποδίδοντας στο εφετείο τις πλημμέλειες, ότι με το να δεχθεί ότι συνυπαίτια της διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης είναι και η ιδία, παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1386,1389,1390,1391,1392,1439 και 1495 ΑΚ, προσέτι δε με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχτηκε ότι συνυπαίτια της διακοπής της έγγαμης συμβίωσης είναι και η ιδία.

Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως ασκούμενοι χωρίς τη συνδρομή εννόμου συμφέροντος, αφού οι αιτιολογίες αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν στηρίζουν το διατακτικό της και δεν παράγουν ως εκ τούτου βλαπτικό για την αναιρεσείουσα δεδικασμένο σε μεταγενέστερη δίκη για καταβολή διατροφής για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα.

II Από τις διατάξεις των άρθρων 1389,1390,1391 και 1493 ΑΚ προκύπτει, ότι οι σύζυγοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση για διατροφή τους, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, ανεξαρτήτως του αν ο ένας από αυτούς είναι εύπορος και ο άλλος άπορος, το μέτρο δε της διατροφής καθενός προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής, και, εφόσον κάποιος από αυτούς διέκοψε την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία, η διατροφή που του οφείλεται από τον άλλον, πληρώνεται σε χρήμα κάθε μήνα προκαταβολικώς, και προσδιορίζεται λαμβανομένων υπόψη και των συνθηκών της χωριστής διαβίωσης αυτών.

Ενόψει τούτων, στην αγωγή περί διατροφής του συζύγου που διέκοψε την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία, πρέπει, κατά το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ, να εκτίθεται και να αποδεικνύεται από τον ενάγοντα, ότι οι διάδικοι είναι μεταξύ τους σύζυγοι, ότι ο ενάγων διέκοψε την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία και ότι αυτός έχει βιοτικές ανάγκες, οι οποίες, λαμβανομένων υπόψη των πιο άνω συνθηκών, δικαιολογούν τον προσδιορισμό της διατροφής στο ζητούμενο με την αγωγή χρηματικό ποσό.

Δεν απαιτείται η εξειδίκευση των επί μέρους αναγκών του ενάγοντος και του απαιτουμένου για την κάλυψη κάθε μιας χρηματικού ποσού, αρκεί μόνο να αναφέρεται το συνολικό ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των βιοτικών του αναγκών (ΑΠ 1382/2000). Δεν απαιτείται επίσης να αναφέρεται στην αγωγή, ούτε στην απόφαση και η δυνατότητα που έχει καθένας των συζύγων να συνεισφέρει στη διατροφή του ενάγοντος, διότι η σύγκριση των δυνάμεων αυτών, που προσδιορίζουν την αναλογία της συνεισφοράς καθενός στη διατροφή του ενάγοντος, δεν αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής, αλλά ενδέχεται να αποτελέσει βάση σχετικής ένστασης του εναγομένου καταλυτικής εν όλω ή εν μέρει της αγωγής (ΑΠ 132/03, 804/92).

Εξ άλλου από τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 8 και 11 ΚΠολΔ προκύπτουν τα εξής: α) Ως "πράγματα", κατά την έννοια της πρώτης των προαναφερομένων διατάξεων, τα οποία αν παρά το νόμο δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο ιδρύεται ο από την πρώτη των παραπάνω διατάξεων προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, θεωρούνται οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτώς προταθέντες πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση και επομένως στηρίζουν βάση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι αρνητικοί αυτών ισχυρισμοί και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα από την αξιολόγηση των αποδείξεων.

Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός, τα συγκροτούντα δηλαδή αυτόν πραγματικά περιστατικά και να καθορίζεται ο τρόπος νόμιμης προβολής του στο δικαστήριο της ουσίας, διότι ισχυρισμοί μη νόμιμοι, αόριστοι και απαράδεκτοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και για το λόγο δεν λαμβάνονται υπόψη και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει επ' αυτών β)για να είναι ορισμένος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, για παρά το νόμο μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας αποδεικτικών μέσων, πρέπει, εκτός των άλλων, να καθορίζεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίστηκε το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, διότι αντικείμενο απόδειξης και ανταπόδειξης αποτελούν μόνο νόμιμοι και παραδεκτώς προταθέντες πραγματικοί ισχυρισμοί, θεμελιωτικοί αγωγής, ανταγωγής ένστασης κλπ, όχι δε αλυσιτελείς και μη νόμιμοι ή απαράδεκτοι ισχυρισμοί, ούτε τα επιχειρήματα από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης του εφετείου αποδίδοντας σ' αυτό τις εξής αιτιάσεις: 1) κατ'επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ αποδίδει στο εφετείο την αιτίαση, ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της ότι η μεταβίβαση από τον εναγόμενο σύζυγο της στον υιό του .......

ποσοστού 45% των κατεχομένων από τον εναγόμενο μετοχών της εταιρίας "......" είναι εικονική (τέταρτος λόγος) και 2) κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ.11 ΚΠολΔ, αποδίδει στο εφετείο την αιτίαση, ότι για την απόδειξη του ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού της, ότι για την ικανοποίηση των μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης αναγκών αυτής, λαμβανομένων υπόψη και των συνθηκών του εγγάμου βίου, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη α) τις υπ' αριθμ. 3783/2006, 3785/2006, 4447/2005 και 3784/2006 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών β) αντίγραφο του υπ' αριθμ. 4369/2004 ΦΕΚ τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ, στο οποίο δημοσιεύθηκε ο ισολογισμός του έτους 2003 της εταιρίας "....." γ)την κατάθεση της μάρτυρα Γ1 ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δ) τα από .....

δυο ιδιόχειρα σημειώματα του εναγομένου προς την ...... υπάλληλο της τράπεζας RAIFFEISEN ΒΑΝΚ, ε)το από .... ιδιόχειρο σημείωμα του εναγομένου προς την παραπάνω υπάλληλο της ιδίας τράπεζας στ) το από ... τέλεξ της άνω υπαλλήλου της ιδίας τράπεζας προς τον εναγόμενο, ζ)το από .....FAX προς την ίδια αυτή υπάλληλο ζ) έγγραφο της εταιρίας ...

η) ιδιόχειρο σημείωμα του εναγομένου από το οποίο προκύπτει ότι τα έξοδα για τη συντήρηση της οικίας του στην Αυστρία ανέρχονται σε 6.552 ευρώ ετησίως, θ)βιβλιάριο της τράπεζας ALFA ΒΑΝΚ από το οποίο προκύπτει, ότι ο εναγόμενος απέσυρε από κοινό λογαριασμό που διατηρούσε με την ενάγουσα το ποσό της κατάθεσης ι)αποκόμματα εισιτηρίων από Βενετία-Πάτρα το καλοκαίρι 2004 ία) μισθωτήριο συμφωνητικό από το οποίο προκύπτει ότι η ενάγουσα καταβάλλει μίσθωμα στον υιό της Ζ1 ιβ) ληξιαρχική πράξη γάμου του υιού της Ζ1 ιγ) δύο αποδείξεις από τις οποίες προκύπτει ότι η ενάγουσα κατέβαλε ποσό 400 και 350 ευρώ για επισκευές στην οικία της στη .....

και ιδ) την υπ' αριθμ. ..... απόδειξη καταβολής ποσού 120 ευρώ για υλικά και εργασίες απορροής υδάτων στους κοινοχρήστους χώρους της επί της οδού ...... πολυκατοικίας, (τρίτος λόγος) Ο πρώτος από τους λόγους ατούς (τέταρτος της αναίρεσης) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το εφετείο δέχτηκε ότι ο εναγόμενος μεταβίβασε το άνω ποσοστό μετοχών στον υιό του, απορρίπτοντας έτσι εκ του πράγματος τον ισχυρισμό της εναγομένης ότι η μεταβίβαση αυτή είναι εικονική.

Ο δεύτερος των παραπάνω λόγων (τρίτος της αναίρεσης) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το εφετείο για τον υπολογισμό του μέτρου των αναγκών της ενάγουσας και τον καθορισμό της διατροφής αυτής, έλαβε υπόψη τις άνω ένορκες βεβαιώσεις, τις οποίες ειδικώς αναφέρει στην απόφαση του καθώς επίσης και τον ισολογισμό της εταιρία ......, από .....

μισθωτήριο συμφωνητικό μεταξύ της ενάγουσας και του υιού της και το βιβλιάριο καταθέσεων στην τράπεζα ALFA ΒΑΝΚ, τα οποία επίσης ειδικώς αναφέρει στην απόφαση του και αιτιολογεί. Όπως επίσης βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη το εφετείο έλαβε υπόψη και τις καταθέσεις των μαρτύρων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, καθίσταται δε αδιστάκτως βέβαιο ότι αυτό έλαβε υπόψη και την κατάθεση της μάρτυρα Γ1 και τα λοιπά έγγραφα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30 Νοεμβρίου 2006 αίτηση της χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ.4.073/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου από ευρώ 1.800

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Δεκεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουνίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ