Supreme Court allows appeal against First Instance dismissal of private employment wage dispute due to jurisdictional error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of a private employment wage dispute, finding a jurisdictional error. The plaintiffs argued that civil courts had authority over the labor contract, while the First Instance Court incorrectly ruled that administrative courts held jurisdiction. The Court held that the First Instance Court violated procedural laws by denying civil court jurisdiction, necessitating a remand for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1, 2 of the Code of Civil Procedure; Articles 1, 2, 5, 7, 15, 16 of Law 1406/1983; Article 45 of Law 3204/2003: Civil courts have jurisdiction over disputes arising from private employment contracts, and a lower court's erroneous denial of such jurisdiction constitutes a substantive appealable error requiring remand.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1206 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1206/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νίκη Κατσιαούνη, Μαρία Γιαννακοπούλου, Απόστολο Φωτόπουλο - Εισηγητή και Γεώργιο Μικρούδη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Δ. Π. του Δ., κάτοικου Θεσσαλονίκης, … και 43.Α. Λ. του Δ., κατοίκου Θεσσαλονίκης. Άπαντες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Παρθένα Παπαδοπούλου, η oποία δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ "ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ"" που εδρεύει στην Ν. Ευκαρπία Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία - Ευφραιμία Γερασοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-03-2021 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 257/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 15969/2023 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 08-08-2024 αίτησή τους . Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την από 8-8-2024 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 17741-1424/13-8-2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμό 15969/1-12-2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης - η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών (άρθρα 591, 614 αριθμός 3 και 621 του ΚΠολΔ) - επί της από 18-11-2022 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 36293-1101/18-11-2022 εφέσεως που είχε ασκήσει το αναιρεσείον κατά της υπ' αριθμό 257/21-10-2-22 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης.
Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα - μέσα στη διετή καταχρηστική προθεσμία των δύο (2) ετών από την επομένη της έκδοσης της αναιρεσιβαλλομένης (άρθρο 564 παράγραφος 3 του ΚΠολΔ), η οποία δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε - και γενικά παραδεκτά (άρθρα 552, 553 παράγραφος 1 β, 556 παράγραφος 1, 558, 564 παράγραφος 3, 566 παράγραφος 1 και 577 παράγραφος 1 και 3 ΚΠολΔ).
Πρέπει επομένως να ερευνηθεί και περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 577 παράγραφος 3 ΚΠολΔ). 2. Από την επισκόπηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παράγραφος 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες - και τρίτα πρόσωπα που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη - στην από 22-3-2021 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 10161-43/22-4-2021 αγωγή - την οποία είχαν απευθύνει ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και είχαν στρέψει κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ" και έδρα ήδη το Δήμο Παύλου Μελά Θεσσαλονίκης, εξέθεσαν τα εξής:
Ότι κατά τις ημεροχρονολογίες που ανέφεραν σε αυτή είχαν καταρτίσει με το εναγόμενο ως ιατροί συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι σε εκτέλεσή τους προσφέρουν έκτοτε σε αυτό προσηκόντως τις ιατρικές τους υπηρεσίες. Ότι οι αποδοχές τους διέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 43 και 44 του ν. 3205/2003.
Ότι το εναγόμενο από 13-11-2014 μείωσε - κατά τις διατάξεις του άρθρου πρώτου παράγραφος Γ υποπαράγραφος Γ.1 του ν. 4093/2012 και δεν κατέβαλε σε αυτούς έως 31-5-2017 πλήρεις τις αποζημιώσεις εφημεριών, τις οποίες μπορούσαν νόμιμα να αξιώσουν από αυτό. Ότι η μείωση αυτή δεν είναι νόμιμη, επειδή η διάταξη που προαναφέρθηκε είναι αντίθετη με τα άρθρα 4 παράγραφος 1, 5 και 21 παράγραφος 3 του Συντάγματος, το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., το άρθρο 8 της Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας (151/1978) και το άρθρο 5 της Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας (154/1981) και ότι, τέλος, από την παράνομη αυτή πράξη του εναγομένου είχαν υποστεί και ηθική βλάβη, όπως ειδικότερα είχαν αναφέρει στην αγωγή τους.
Με το ιστορικό αυτό είχαν ζητήσει να υποχρεωθεί το εναγόμενο α) να καταβάλει σε αυτούς νομιμότοκα τις διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών συγκεκριμένου ποσού για τον καθένα τους για το χρονικό διάστημα από 13-11-2014 έως και 31-5-2017, κυρίως, με βάση τη σύμβαση εργασίας τους με το εναγόμενο, επικουρικά, σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες και, επικουρικότερα, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και β) να καταβάλει στον καθένα από αυτούς συγκεκριμένο χρηματικό ποσό ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης νομιμότοκα.
Το Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης δίκασε την αγωγή αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών (άρθρα 591, 614 παράγραφος 3 α και 621 του ΚΠολΔ) και εξέδωσε την υπ' αριθμό 257/21-10-2022 οριστική απόφαση, με την οποία έκρινε την αγωγή παραδεκτή και στη συνέχεια νόμιμη και εν μέρει βάσιμη και στην ουσία και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στους ενάγοντες για τις αιτίες που προαναφέρθηκαν συγκεκριμένα χρηματικά ποσά νομιμότοκα από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.
Το εναγόμενο άσκησε κατά της απόφασης αυτής την από 18-11-2022 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 36293-1101/18-11-2022 έφεση για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και αιτήθηκε να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή που είχαν ασκήσει και οι εκκαλούντες-ενάγοντες εναντίον του ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο δίκασε την υπόθεση αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία κατά την οποία είχε δικάσει και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθμό 15969/1-12-2023 τελεσίδικη απόφαση, με την οποία δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε για το λόγο αυτό την εκκαλουμένη απόφαση και απέρριψε στη συνέχεια την αγωγή ως απαράδεκτη με την αιτιολογία ότι η υπόθεση ανήκε στη δικαιοδοσία των διοικητικών και όχι των πολιτικών δικαστηρίων (άρθρα 1 και 2 του ΚΠολΔ).
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ειδικότερα (άρθρο 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ) τα εξής: " (...) [Μ]ε τη διάταξη του άρθρου 94 του Συντάγματος, όπως το περιεχόμενό της διαμορφώθηκε μετά την αναθεώρησή της από το Ψήφισμα της 6ης Απριλίου 2001 της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής ο συνταγματικός νομοθέτης προβαίνει σε αυστηρή διάκριση της δικαιοδοσίας των πολιτικών και των διοικητικών δικαστηρίων αφενός με την υπαγωγή στα πρώτα των ιδιωτικών διαφορών, καθώς και των υποθέσεων εκούσιας δικαιοδοσίας και στα δεύτερα των διοικητικών διαφορών και αφετέρου με την απαγόρευση προς τον κοινό νομοθέτη του χαρακτηρισμού ως διοικητικών διαφορών όσων από τη φύση τους είναι ιδιωτικές και το αντίστροφο, ενώ παρέχει στον τελευταίο τη δυνατότητα σε εξαιρετικές μόνο περιπτώσεις να αναθέτει την εκδίκαση ορισμένων κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή και αντίστροφα, με σκοπό να εξασφαλιστεί η κατά ενιαίο τρόπο εφαρμογή της ίδιας νομοθεσίας.
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 περ. θ' του ν. 1406/1983 του ν. 1406/1983, ο οποίος εκδόθηκε σε εκτέλεση της διάταξης του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτή ίσχυε πριν από την αναθεώρηση του έτους 2001, στην έννοια των αριθ. 13644365, σελ. 346-347). Εξάλλου, τα ανωτέρω ισχύουν και ως προς την εξέταση του παραδεκτού της προβολής και της νομικής βασιμότητα των ενστάσεων, οι οποίες προτάθηκαν από τον εκκαλούντα στο πλαίσιο της πρωτοβάθμιας δίκης.
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 94 του Συντάγματος, όπως το περιεχόμενό της διαμορφώθηκε μετά την αναθεώρησή της από το Ψήφισμα της 6ης Απριλίου 2001 της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής ο συνταγματικός νομοθέτης προβαίνει σε αυστηρή διάκριση της δικαιοδοσίας των πολιτικών και των διοικητικών δικαστηρίων αφενός με την υπαγωγή στα πρώτα των ιδιωτικών διαφορών, καθώς και των υποθέσεων εκούσιας δικαιοδοσίας και στα δεύτερα των διοικητικών διαφορών και αφετέρου με την απαγόρευση προς τον κοινό νομοθέτη του χαρακτηρισμού ως διοικητικών διαφορών όσων από τη φύση τους είναι ιδιωτικές και το αντίστροφο, ενώ παρέχει στον τελευταίο τη δυνατότητα σε εξαιρετικές μόνο περιπτώσεις να αναθέτει την εκδίκαση ορισμένων κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή και αντίστροφα, με σκοπό να εξασφαλιστεί η κατά ενιαίο τρόπο εφαρμογή της ίδιας νομοθεσίας.
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 περ. θ' του ν. 1406/1983 του ν. 1406/1983, ο οποίος εκδόθηκε σε εκτέλεση της διάταξης του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτή ίσχυε πριν από την αναθεώρηση του έτους 2001, στην έννοια των: διαφορών ουσίας, οι οποίες υπάγονται στην αρμοδιότητα των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, περιλαμβάνονται και οι διαφορές που αφορούν στις κάθε είδους αποδοχές του προσωπικού γενικώς του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου.
Ωστόσο, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, ενόψει μάλιστα και του ενδεικτικού χαρακτήρα της απαρίθμησης στο άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1406/1983, και προς το σκοπό της εξασφάλισης της ενιαίας εφαρμογής των κατά τα ανωτέρω κανονιστικών διατάξεων, στη συγκεκριμένη κατηγορία διοικητικών διαφορών ουσίας πρέπει να περιληφθούν και οι διαφορές που αφορούν στις κάθε είδους αποδοχές του προσωπικού νομικών προσώπων, τα οποία διέπονται από το ιδιωτικό δίκαιο, όταν η λειτουργία τους εποπτεύεται από τα αρμόδια κυβερνητικά όργανα και η ρύθμιση των ζητημάτων που άπτονται των αποδοχών του προσωπικού τους δεν αποτελεί προϊόν διαπραγματεύσεων και εκδήλωση της συμβατικής ελευθερίας που χαρακτηρίζει το ιδιωτικό δίκαιο, αλλά ρυθμίζεται αποκλειστικά με διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου (...).
Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου πρώτου του ν. 1964/1991 κυρώθηκε και απέκτησε ισχύ νόμου η από 24-054991 σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και του ιδρύματος με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ", η οποία στη συνέχεια τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τις από 03414997, 08-074999 και 19-09-2003 συμβάσεις, οι οποίες κυρώθηκαν και απέκτησαν ισχύ νόμου με τις διατάξεις του άρθρου πρώτου του ν. 2618/1998 και των άρθρων 27 του ν. 2737/1999 και 45 του ν. 3204/2003 αντίστοιχα.
Στο πλαίσιο της κατά τα ανωτέρω συμφωνίας, όπως το περιεχόμενο αυτής τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε σύμφωνα προς όσα μνημονεύονται παραπάνω, ιδρύθηκε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με έδρα τη Θεσσαλονίκη και με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ". Το εν λόγω νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου απολαμβάνει οικονομικής και διοικητικής αυτοτέλειας και αυτονομίας και λειτουργεί με βάση τις αρχές της ιδιωτικής οικονομίας, εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζεται διαφορετικά από τις διατάξεις της ίδιας της κατά τα ανωτέρω σύμβασης, τελώντας υπό την εποπτεία του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ο οποίος ασκεί επί αυτού και τις αρμοδιότητες που απορρέουν από τον α.ν. 2039/1939, διασυνδέεται δε λειτουργικά με το Β' Περιφερειακό Σύστημα Υγείας και Πρόνοιας Κεντρικής Μακεδονίας (άρθρο 1 της σύμβασης).
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 2 της κατά τα ανωτέρω σύμβασης ο σκοπός της ίδρυσης του ως άνω νομικού προσώπου συνίσταται στη διοίκηση, διαχείριση και εν γένει λειτουργία Γενικού Νοσοκομείου στη δυτική περιοχή της πόλης της Θεσσαλονίκης. Επιπλέον, σύμφωνα με τη διάταξη ταυ άρθρου 3 εδ. β' περ, β' της εν λόγω σύμβασης όπως αυτή προστέθηκε με την από 03-114997 σύμβαση που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2618/1998 με τον Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας του εκκαλούντος, ο οποίος εγκρίνεται από τους Υπουργούς Οικονομικών και Υγείας και Πρόνοιας, ρυθμίζονται οι συνολικές αμοιβές του πάσης φύσεως προσωπικού κατ' αναλογία προς τις αμοιβές του προσωπικού που υπηρετεί σε νοσηλευτικά ιδρύματα του Εθνικού Συστήματος Υγείας.
Από τα ανωτέρω, προκύπτει ότι το εκκαλούν [αναιρεσίβλητο] νομικό πρόσωπο εποπτεύεται ως προς την άσκηση της δραστηριότητας του και την λειτουργία του από τα αρμόδια κυβερνητικά όργανα, το νοσοκομείο, του οπαίου η λειτουργία αποτελεί αντικείμενο της δραστηριότητας του, είναι οργανωτικά πλήρως ενταγμένο στο Εθνικό Σύστημα Υγείας, ενώ οι αμοιβές του ιατρικού προσωπικού του για τις παρεχόμενες από αυτό υπηρεσίες δεν καθορίζονται μετά από διαπραγματεύσεις μεταξύ αυτού και του εκκαλούντος, ούτε μπορούν να καθοριστούν ελεύθερα, αλλά ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου κατ' αναλογία προς τα ισχύοντα για τις αμοιβές του προσωπικού των υπόλοιπων νοσηλευτικών ιδρυμάτων του Εθνικού Συστήματος Υγείας, τα οποία λειτουργούν με τη νομική μορφή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου.
Επίσης, σύμφωνα προς όσα το ίδιο το εκκαλούν υποστηρίξει στην υπό κρίση έφεσή του, οι δαπάνες για την κάλυψη της μισθοδοσίας του ιατρικού προσωπικού του καλύπτονται με χρηματοδότηση από το Ελληνικό Δημόσιο, γεγονός το οποίο εμμέσως, πλην σαφώς αναγνωρίζουν και οι εφεσίβλητοι χαρακτηρίζοντας στο πλαίσιο της αγωγής τους το Ελληνικό Δημόσιο ως ουσιαστικό τους εργοδότη.
Επομένως, σε ό,τι αφορά τον προσδιορισμό του ύψους των αμοιβών του ιατρικού προσωπικού του το εκκαλούν εξομοιώνεται πλήρως με νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, με συνέπεια οι σχετικές διαφορές να υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων. Στην προκειμένη περίπτωση, από το περιεχόμενο της (...) αγωγής των εφεσίβλητων (...) προκύπτει ότι αυτή αναφέρεται σε διαφορά που άπτεται των αμοιβών του ιατρικού προσωπικού του εκκαλούντος.
Ωστόσο, ενόψει όσων (...) εκτίθενται ανωτέρω (...) η εν λόγω διαφορά εκφεύγει της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων και υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων. Κατά συνέπεια, η (...) αγωγή των εφεσίβλητων είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (...)". 3. Το άρθρο 560 αριθμός 3 του ΚΠολΔ ορίζει ότι: "Κατά των αποφάσεων (...) των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση (...) αν το δικαστήριο δεν δέχθηκε τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (...)".
Αρνητική υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει εσφαλμένα την αίτηση για παροχή δικαστικής προστασίας ως απαράδεκτη για έλλειψη δικαιοδοσίας (ΑΠ 90/2025, ΑΠ 1788/2024). Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 94 παράγραφος 1 του Συντάγματος σε συνδυασμό με τα άρθρα 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι διοικητικές διαφορές ουσίας, οι οποίες υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, είναι - μεταξύ άλλων και - οι διαφορές που πηγάζουν από ενέργειες διοικητικών οργάνων και δεν συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις και εφόσον στην περίπτωση αυτή ο νόμος οργανώνει κατά τέτοιο τρόπο τη δικαστική προστασία του πολίτη, ώστε το αίτημά του ενώπιον του δικαστηρίου να είναι η καταψήφιση σε παροχή ή η αναγνώριση δικαιώματος ή έννομης σχέσης που αναφέρονται στο δημόσιο δίκαιο (ΑΕΔ 2/1993, ΑΕΔ 10/1989, ΑΠ 646/2023, ΑΠ 147/2023).
Οι λοιπές πράξεις της διοίκησης που δεν έχουν αυτό το λειτουργικό χαρακτηριστικό και αφορούν σε έννομες σχέσεις του ιδιωτικού δικαίου, έχουν δηλαδή ως υπόβαθρο έννομη σχέση του ιδιωτικού δικαίου, όπως είναι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, δεν εμπίπτουν στην έννοια της διοικητικής διαφοράς, έστω και αν σχετίζονται με τη λειτουργία δημόσιας υπηρεσίας.
Οι διαφορές επομένως αυτές αποτελούν ιδιωτικές διαφορές και η επίλυσή τους υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΠ 657/2024, ΑΠ 646/2023, ΑΠ 195/2023). Ειδικότερα σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 1 του ν. 1406/1983 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων υπάγονται όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, οι οποίες δεν έχουν υπαχθεί σε αυτή έως σήμερα.
Ενδεικτικά σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 2 περίπτωση θ' του ίδιου νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παράγραφος 3 του ν. 2721/1999, στις διαφορές αυτές περιλαμβάνονται και όσες προκύπτουν κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που διέπει και τις κάθε είδους αποδοχές (δεδουλευμένες ή μη) του προσωπικού γενικά του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α.
πρώτου και δεύτερου βαθμού και των Ν.Π.Δ.Δ., οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου. Στην έννοια των "αποδοχών" για την εφαρμογή της διάταξης αυτής νοούνται οι αποδοχές του προσωπικού που συνδέεται με το Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α. ή τα Ν.Π.Δ.Δ. με σχέση δημόσιου δικαίου (ΑΠ 6/2023, ΑΠ 959/2020, ΑΠ 1349/2019).
Αντίθετα, διαφορές που αναφύονται κατά τη σύσταση, αλλοίωση, εξέλιξη ή τη λειτουργία μιας σχέσης ή σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου με αντισυμβαλλόμενο το Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α., τα Ν.ΠΔ.Δ. και τα Ν.Π.Ι.Δ του ευρύτερου δημόσιου τομέα αποτελούν διαφορές ιδιωτικού δικαίου και υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 3/2004, ΑΠ 657/2024, ΑΠ 1134/2023).
Περαιτέρω με το άρθρο 1 του ν. 1964/1991 (Φ.Ε.Κ. Α' 146/26-9-1991) - όπως αντικαταστάθηκε αρχικά στο σύνολό του με το άρθρο πρώτο του ν. 2618/1998 (Φ.Ε.Κ. Α' 128/16-6-1998) και στη συνέχεια η παράγραφος 1 του ίδιου νόμου αντικαταστάθηκε με το άρθρο 45 του ν. 3204/2003 (Φ.Ε.Κ. Α' 296/23-2-2003) "Κύρωση τροποποιητικής σύμβασης του Ελληνικού Δημοσίου με το Ίδρυμα Παπαγεωργίου", κυρώθηκε και απέκτησε ισχύ νόμου η σύμβαση που είχε υπογραφεί στις 24-05-1991 μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και του κοινωφελούς ιδρύματος με την επωνυμία "Ίδρυμα Παπαγεωργίου (Ι.Π)".
Με τη σύμβαση αυτή ιδρύθηκε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο "Παπαγεωργίου" [Γ.Ν.Π.]", το οποίο άρχισε να λειτουργεί το έτος 1999. Το νοσοκομείο κατασκευάσθηκε σε ακίνητο, το οποίο είχε παραχωρηθεί κατά χρήση στο κοινωφελές αυτό ίδρυμα από το Ελληνικό Δημόσιο, χωρίς αντιπαροχή ή άλλο αντάλλαγμα, με δαπάνες του ίδιου του ιδρύματος, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ελληνικού Δημοσίου.
Το Ελληνικό Δημόσιο ενέκρινε τις μελέτες που είχαν εκπονηθεί για την κατασκευή του, παρακολουθούσε, επέβλεπε την εφαρμογή τους, ασκούσε έλεγχο στη διαχείριση του Ιδρύματος και παρείχε κάθε συνδρομή στο έργο του (άρθρα 2, 3 παρ. 2 και 3, 6 παρ. 2 και 5, 7 και 9 του ν. 1964/1991). Ειδικότερα στη σύμβαση που είχε κυρωθεί με τους νόμους που προαναφέρθηκαν - όπως ισχύει σήμερα μετά τις τροποποιήσεις της με τις από 3-11-1997, 8-7-1999 και 12-9-2003 νεότερες όμοιες συμβάσεις, οι οποίες κυρώθηκαν με το άρθρο πρώτο του ν. 2618/1998 (Φ.Ε.Κ.
Α' 128), το άρθρο 27 του ν. 2737/1999 (Φ.Ε.Κ. Α' 174) και το άρθρο 45 του ν. 3204/2003 (Φ.Ε.Κ Α' 296) αντίστοιχα - ορίζονται τα εξής: Άρθρο 1 [όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με τον ν. 2618/1998 και στη συνέχεια οι παράγραφοι 1, 3 και 4 αντικαταστάθηκαν με τον ν. 3204/2003]: "1. Ιδρύεται νομικό πρόσωπο Ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο "Παπαγεωργίου"" και με έδρα τη Θεσσαλονίκη, το οποίο απολαύει οικονομικής και διοικητικής αυτοτέλειας και λειτουργεί με βάση τις αρχές της ιδιωτικής οικονομίας, εκτός από τις περιπτώσεις, που ορίζεται διαφορετικά στις διατάξεις της παρούσας σύμβασης (...) 3.
Το Νοσοκομείο διασυνδέεται λειτουργικά με το Β' Πε.Σ.Υ.Π (...) [Περιφερειακό Σύστημα Υγείας] (...) εφαρμοζομένων αναλόγως των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 5 του ν. 2889/2001 (Α' 37) και εφημερεύει στα πλαίσια του προγράμματος εφημεριών των Νοσοκομείων του Νομού Θεσσαλονίκης (...). Περαιτέρω κατά το άρθρο 7 ν. 1964/1991 [όπως συμπληρώθηκε με τον ν. 2618/1998]: "1.
Το Δημόσιο δικαιούται να ελέγχει τη διαχείριση του Ιδρύματος (...). Τα μέλη της διοικήσεως του Ι. Π., υπέχουν τις ευθύνες των δημοσίων υπολόγων. 2 (...) και κατά το άρθρο 12 του ίδιου νόμου απολαμβάνει ειδικών φορολογικών και άλλων απαλλαγών. Εξάλλου στο άρθρο 14 της αρχικής σύμβασης [όπως οι παράγραφοι 1 και 3 αντικαταστάθηκαν με τον ν. 2618/1998 και η παράγραφος 5 προστέθηκε με τον ν. 2737/1999 και τροποποιήθηκε με τον ν. 3204/2003] ορίζεται ότι: "Στο Νοσοκομείο μπορούν να εγκαθίστανται Πανεπιστημιακές κλινικές, εργαστήρια και μονάδες, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα Νοσοκομεία διατάξεις ύστερα και από γνώμη του Δ.Σ.
του Νοσοκομείου" (παρ. 3) και είναι επίσης δυνατόν "(...) να εγκαθίστανται και να λειτουργούν Τμήματα και Μονάδες Νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ., που στελεχώνονται με ιατρικό και λοιπό προσωπικό, που υπηρετεί σε αυτά ή με προσωπικό άλλων νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ. (...)" (παρ. 5). Περαιτέρω κατά το άρθρο 16 παράγραφος 6 του ν. 1964/1991, οι προμήθειες, εκποιήσεις, αγορές, καθώς και η εκτέλεση έργων του νοσοκομείου, διενεργούνται κατ' εφαρμογή των διατάξεων, που ισχύουν για τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.
Με το άρθρο 27 του Ν. 2737/1999 προστέθηκε στο άρθρο 14 του Ν. 1964/1991 παράγραφος 5, με τα εδάφια α' έως ζ', με την οποία, μεταξύ άλλων, προβλέπεται ότι, όσον αφορά στο ιατρικό προσωπικό που στελεχώνει τμήματα και μονάδες νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ. και τα οποία εγκαθίστανται στο συγκεκριμένο νοσοκομείο υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από τη διάταξη που προαναφέρθηκε θεωρείται ότι βρίσκεται σε οργανική θέση με το Γ.Π.Ν. "Παπαγεωργίου" και υπάγεται στη δικαιοδοσία, τον επιστημονικό και ιεραρχικό έλεγχο των αρμόδιων οργάνων του, μπορεί μετά πάροδο πενταετίας από την απόφαση της εγκατάστασης να επιστρέψει στο Νοσοκομείο, όπου υπάρχει η οργανική του θέση μετά από αίτηση του, οι τακτικές αποδοχές μισθοδοσίας του ανωτέρω προσωπικού εξακολουθούν να καταβάλλονται από το νοσοκομείο που προέρχεται, ενώ η αποζημίωση για πρόσθετες αμοιβές του ίδιου προσωπικού για εφημερίες εργασία σε εξαιρέσιμες ημέρες, κατά τις νυκτερινές ώρες, για υπηρεσιακή απασχόληση προς συμπλήρωση του υποχρεωτικού ωραρίου, καθώς και για υπερωριακή απασχόληση για την κάλυψη έκτακτων ή εποχιακών υπηρεσιακών αναγκών, καθορίζεται με την ίδια διαδικασία που ακολουθείται και για τα νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ.
και καταβάλλεται από το Γ.Π.Ν. "Παπαγεωργίου". Περαιτέρω κατά το άρθρο 15 [όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τους ν. 2618/1998 και 3204/2003]: "Το Διοικητικό Συμβούλιο που θα έχει τη διοίκηση και διαχείριση του Γ.Ν. "Παπαγεωργίου" είναι επταμελές (...) διορίζεται δε με απόφαση του Υπουργού Υγείας (...). Επιπλέον σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 1 της Σύμβασης που ρυθμίζει τη "Δικαιοδοσία του Διοικητικού Συμβουλίου" του Νοσοκομείου [όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τους ν. 2618/1998, 2737/1999 και 3204/2003]: "Το Διοικητικό Συμβούλιο του συνιστωμένου με την παρούσα νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, έχει τη διοίκηση και διαχείριση των υποθέσεων του Νοσοκομείου και της εν γένει περιουσίας του.
Το Διοικητικό Συμβούλιο, κατά την άσκηση της διοίκησης του νομικού προσώπου και την εν γένει διαχείριση των υποθέσεων αυτού και της περιουσίας του, έχει τα πλέον εκτεταμένα δικαιώματα και την ευρύτατη και απεριόριστη εξουσία να ενεργεί όλες τις πράξεις του νομικού προσώπου, ενεργεί, δε, κατά πάσα περίπτωση, συλλογικώς και υπέχει τις ευθύνες του δημοσίου υπολόγου".
Με την παρ. 3 εδ. ε του ως άνω άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 45 του ν. 3204/2003 ορίζεται ότι "Ειδικότερα όλο το προσωπικό του Γενικού Νοσοκομείου Παπαγεωργίου προσλαμβάνεται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου που μπορούν μετά από κρίση να ανανεώνονται ή να μετατρέπονται σε αορίστου χρόνου σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας του Νοσοκομείου ...".
Περαιτέρω κατ' εφαρμογή του άρθρου 16 παράγραφος 3 της σύμβασης μεταξύ του Δημοσίου και του Ιδρύματος "Παπαγεωργίου", η οποία κυρώθηκε με τους νόμους που προαναφέρθηκαν, καταρτίσθηκε ο Εσωτερικός Κανονισμός Λειτουργίας του Νοσοκομείου που εγκρίθηκε με την Α1α/8342/1998 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας και Πρόνοιας (Β' 711/14-7-1998), η οποία τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε στη συνέχεια με τις Κ.Υ.Α.
Α1α/οικ. 9793/1998 (Β' 824), Υ.Α. 4α/5063/2001 (Β' 1180), Υ.Α. 4α/10760/2001 (Β' 1297), Υ.Α. 4α/18357/2003 (Β' 439), Υ.Α. 4α/114687/06/2007 (Β' 1193), Υ.Α. 4α/86735/2010 (Β'1869) και την Υ.Α. 4α/οικ.15730/2013 (Β' 417). Με το άρθρο 35 του ως άνω Κανονισμού προβλέφθηκε η διαδικασία πρόσληψης ιατρικού προσωπικού με συμβάσεις ορισμένου χρόνου που δύναται να μετατραπούν μετά από την ειδικώς αναφερόμενη διαδικασία αξιολόγησης σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.
Επισημαίνεται ότι με την παρ. 11 του άρθρου 13 του ν. 2889/2001 ορίστηκε ότι εξαιρούνται από τις διατάξεις του νόμου αυτού το Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο "Παπαγεωργίου" και το "Ωνάσειο Καρδιοχειρουργικό Κέντρο". Η οργάνωση και η διοίκηση των νοσηλευτικών αυτών μονάδων διέπεται από τις διατάξεις που ισχύουν για αυτά, οι οποίες καθορίζουν τις προϋποθέσεις, τη διαδικασία, τους όρους απασχόλησης των απασχολούμενων ιατρών του Ε.Σ.Υ.
και των πανεπιστημιακών ιατρών, για τους οποίους και μόνο εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παραγράφων 1, 2, 3 και 4 του άρθρου 11 ν. 2889/2001. Προκύπτει επομένως ότι από την έναρξη της λειτουργίας του το έτος 1999 το Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο "Παπαγεωργίου" λειτούργησε με τρείς κατηγορίες ιατρών και, συγκεκριμένα, α) τους ιατρούς που προσέλαβε το νοσοκομείο με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου, β) τα μέλη του Δ.Ε.Π.
των πανεπιστημιακών Τμημάτων που ασκούσαν σε αυτό το κλινικό τους έργο και γ) τους ιατρούς του Ε.Σ.Υ. που μετακινήθηκαν στο συγκεκριμένο νοσοκομείο μαζί με τις κλινικές τους από άλλα δημόσια νοσοκομεία. Από τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν συνάγεται ότι το Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο "Παπαγεωργίου" αποτελεί κατά το συστατικό του νόμο αμιγές νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, το οποίο έχει οικονομική και διοικητική αυτοτέλεια και λειτουργεί με βάση τις αρχές της ιδιωτικής οικονομίας, εκτός από τις εξαιρέσεις που εισάγονται με το νόμο που προαναφέρθηκε (ΑΠ 283/2024, ΑΠ 284/2024).
Στον πρώτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες εκθέτουν ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, το οποίο δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 του ΚΠολΔ, 1 παράγραφος 1 του ν. 1406/1983, 1, 2, 5, 7, 15 και 16 παράγραφος 6 του ν. 1964/1991, όπως είχε αντικατασταθεί αρχικά στο σύνολό του με το άρθρο πρώτο του ν. 2618/1998 (Φ.Ε.Κ.
Α' 128/16-6-1998) και στη συνέχεια η παράγραφος 1 του ίδιου νόμου αντικαταστάθηκε με το άρθρο 45 του ν. 3204/2003 (Φ.Ε.Κ. Α 296/23-12-2003), με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 3 του ΚΠολΔ και να πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί. Οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ειδικότερα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη κατά το στάδιο έρευνας της από 18-11-2022 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 36293-1101/18-11-2022 έφεσης, την οποία είχε ασκήσει το αναιρεσείον κατά της υπ' αριθμό 257/21-10-2022 οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, μολονότι δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες-ενάγοντες είχαν καταρτίσει με το αναιρεσίβλητο-εναγόμενο, νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δικαιοδοσία να δικάσουν την επίδικη υπόθεση δε είχαν τα πολιτικά, αλλά τα διοικητικά δικαστήρια.
Οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται περαιτέρω ότι με την αιτιολογία αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξαφάνισε την εκκαλουμένη και, αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή τους κατά του αναιρεσιβλήτου, την απέρριψε στη συνέχεια ως απαράδεκτη. Οι αναιρεσείοντες εκθέτουν, τέλος, ότι, αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεχόταν ότι τα πολιτικά δικαστήρια είχαν δικαιοδοσία να δικάσουν την επίδικη υπόθεση, θα απέρριπτε την έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της εκκαλουμένης, με την οποία η αγωγή που είχαν ασκήσει κατά του αναιρεσιβλήτου είχε γίνει δεκτή ως παραδεκτή και βάσιμη.
Από την επισκόπηση του περιεχομένου της αναιρεσιβαλλομένης (άρθρο 561 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: α) ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά το στάδιο έρευνας της έφεσης, την οποία είχε ασκήσει το αναιρεσίβλητο-εναγόμενο κατά της οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες είχαν καταρτίσει με το αναιρεσίβλητο, νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατά τις ημεροχρονολογίες κατά τις οποίες ανέφεραν στην αγωγή τους και ότι σε εκτέλεση των συμβάσεων αυτών προσέφεραν στο αναιρεσίβλητο προσηκόντως τις ιατρικές τους υπηρεσίες, β) ότι οι αποδοχές τους διέπονταν από τις διατάξεις των άρθρων 43 και 44 του ν. 3205/2003, γ) ότι το αναιρεσίβλητο σε εκτέλεση των διατάξεων του άρθρου πρώτου παράγραφος Γ υποπαράγραφος Γ.1 του ν. 4093/2012 μείωσε αναδρομικά από 13-11-2014 και δεν κατέβαλε σε αυτούς έως 31-5-2017 πλήρεις τις αποζημιώσεις εφημεριών που είχαν νόμιμο δικαίωμα να λάβουν από αυτό, δ) ότι με το ιστορικό αυτό ζήτησαν να υποχρεωθεί το αναιρεσίβλητο να καταβάλει στον καθένα τους για την αιτία που προαναφέρθηκε συγκεκριμένα χρηματικά ποσά νομιμότοκα, ε) ότι το αναιρεσίβλητο, επειδή αποτελεί νοσηλευτικό ίδρυμα που είναι πλήρως ενταγμένο στο Εθνικό Σύστημα Υγείας ("Ε.Σ.Υ."), εποπτεύεται από τον αρμόδιο Υπουργό, οι αμοιβές που λαμβάνει το ιατρικό προσωπικό του καθορίζονται από το νόμο και καταβάλλονται από το Δημόσιο, όπως συμβαίνει και με τους ιατρούς που απασχολούνται στο "Ε.Σ.Υ.", εξομοιώνεται με νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και στ) ότι για το λόγο αυτό δικαιοδοσία να δικάσουν την επίδικη υπόθεση έχουν τα διοικητικά και όχι τα πολιτικά δικαστήρια.
Με την αιτιολογία αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξαφάνισε την εκκαλουμένη οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου - το οποίο είχε δεχθεί, αντίθετα, ότι τα πολιτικά δικαστήριο είχαν δικαιοδοσία να δικάσουν την υπόθεση - και, αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή των αναιρεσειόντων κατά του αναιρεσιβλήτου, την απέρριψε στη συνέχεια ως απαράδεκτη.
Οι αναιρεσείοντες, ωστόσο, όπως δέχθηκε η αναιρεσιβαλλομένη, είχαν καταρτίσει με το αναιρεσίβλητο συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Το αναιρεσίβλητο, επιπλέον, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, αποτελεί κατά το συστατικό του νόμο αμιγώς νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, το οποίο μάλιστα έχει εξαιρεθεί ρητά με το άρθρο 13 παράγραφος 11 του ν. 2889/2001 από τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας των νοσοκομείων του "Ε.Σ.Υ.", έχει οικονομική και διοικητική αυτοτέλεια και δικούς του πόρους και λειτουργεί κατά κανόνα με βάση τις αρχές της ιδιωτικής οικονομίας, εκτός από τις εξαιρέσεις που προβλέπονται περιοριστικά από το ν. 2889/2001.
Το αναιρεσείον επομένως δεν εμπίπτει στο δημόσιο τομέα με στενή έννοια και, επιπλέον, δεν αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου του ευρύτερου δημόσιου τομέα που ανήκει εξ ολοκλήρου στο Δημόσιο κατά την έννοια των άρθρων 1 παράγραφος 6 του ν. 1256/1982, 51 παράγραφος 1 του ν. 1892/1990 (Φ.Ε.Κ. Α' 101), όπως αυτό συμπληρώθηκε με το άρθρο 4 παράγραφος 6 του ν. 1943/1991.
Το αναιρεσείον βέβαια παρέχει υπηρεσίες υγείας, όπως και οι δημόσιες νοσηλευτικές μονάδες. Το γεγονός όμως αυτό δεν ασκεί στην προκειμένη περίπτωση έννομη επιρροή, επειδή μέριμνα για την υγεία των πολιτών, όπως επιτάσσει το άρθρο 21 παράγραφος 3 του Συντάγματος, μπορεί να παρέχουν τόσο δημόσιοι, όσο και ιδιωτικοί φορείς παροχής υπηρεσιών υγείας.
Η επίδικη επομένως διαφορά που έχει αντικείμενο την επιδίκαση αποδοχών προέκυψε κατά τη λειτουργία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, την οποία είχαν καταρτίσει οι αναιρεσείοντες με το αναιρεσίβλητο. Τα πολιτικά δικαστήρια επομένως είχαν δικαιοδοσία να δικάσουν την υπόθεση.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, συνεπώς, το οποίο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση κατά το στάδιο έρευνας της έφεσης, την οποία είχε ασκήσει το αναιρεσίβλητο κατά της οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, έκρινε ότι δικαιοδοσία να δικάσουν την επίδικη υπόθεση είχαν τα διοικητικά και όχι τα πολιτικά δικαστήρια και με την αιτιολογία αυτή εξαφάνισε την εκκαλουμένη και, αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή, την απέρριψε ως απαράδεκτη, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 1 παράγραφος 1 του ν. 1406/1983, 1, 2, 5, 7, 15 και 16 παράγραφοι 1 και 3 εδ.
ε του 1964/1991, όπως είχε αντικατασταθεί αρχικά στο σύνολό του με το άρθρο πρώτο του ν. 2618/1998 (Φ.Ε.Κ. Α' 128/16-6-1998) και στη συνέχεια η παρ. 1 του άρθρου 1 και το εδ. ε της παρ. 3 του άρθρου 16 αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 45 του ν. 3204/2003 (Φ.Ε.Κ. Α 296/23-12-2003), με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 3 του ΚΠολΔ, όπως βάσιμα επικαλούνται οι αναιρεσείοντες με το λόγο αναίρεσης που προαναφέρθηκε, ο οποίος επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. 4.
Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν πρέπει ως να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση. Μετά από αυτό παρέλκει να ερευνηθούν οι λοιποί από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, επειδή μετά την παραδοχή του πρώτου από αυτούς καταλαμβάνονται από την εμβέλεια της αναιρετικής απόφασης.
Η υπόθεση, τέλος, χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση και πρέπει συνεπώς να παραπεμφθεί για εκδίκαση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο θα δικάσει ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο και μπορεί να συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε (άρθρο 580 παράγραφος 3 ΚΠολΔ).
Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων, επειδή η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 573 παράγραφος 1, 106, 179 εδάφιο α και 183 του ΚΠολΔ, ΑΠ 448/2018).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμό 15969/1-12-2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο
Παραπέμπει την υπόθεση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, το οποίο θα δικάσει ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο και θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2025.
Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Σελίδα 22 της 1206/2025 πολιτικής απόφασης του Αρείου Πάγου